Γιώργος Μητρούλιας

Αθλητικό Κέντρο Αγίου Κοσμά

Στον «Άγιο Κοσμά» πηγαίναμε κάθε Κυριακή σχεδόν. Ήταν η εποχή λίγο μετά το Κύπελλο Ευρώπης, τέλη δεκαετίας 1980, αρχές ʼ90, όταν η επιδημία του μπάσκετ είχε εξαπλωθεί για τα καλά στη χώρα. Μαζευόμασταν τα ξαδέρφια και κατεβαίναμε με τις μπάλες μας φορτωμένες στο αυτοκίνητο – Συγγρού, Φάληρο, θέα θάλασσα, αεροδρόμιο Ελληνικού και φτάναμε. Με συνοπτικές διαδικασίες και αφού εντοπίζαμε ελεύθερο γήπεδο, δίναμε ραντεβού με τους «μεγάλους» συγκεκριμένη ώρα στο πάρκινγκ για την επιστροφή. Μέχρι τότε μέναμε μόνα μας στο γήπεδο και οι γονείς εξαφανίζονταν για να απολαύσουν τις λίγες ώρες ηρεμίας στο πάρκο –αλήθεια, πού πήγαιναν; Πολύ πριν τους helicopter parents και τις soccer mums, τα παιδιά μπορούσαν να συμμετέχουν στον δημόσιο χώρο χωρίς την επίβλεψη κάποιου ενήλικα.

Λόγω του ύψους μου οι προσδοκίες για την εξέλιξη μου σε δεινό καλαθοσφαιριστή ήταν μεγάλες, γρήγορα όμως κατάλαβα πως το παιχνίδι αυτό δεν ήταν για εμένα. Μετά τα πρώτα άστοχα σουτ, εγκατέλειπα το παιχνίδι και ξεκινούσα την περιπλάνηση στις εγκαταστάσεις του αθλητικού κέντρου. Στην ηλικία αυτή η αντίληψη της γεωγραφίας είναι αποσπασματική, ο κόσμος μας είναι μια συρραφή από τόπους που συνδέονται μεταξύ τους με αόριστο τρόπο. Μεγαλώνοντας στο κέντρο της Αθήνας, η θάλασσα φάνταζε κάτι πολύ μακρινό, και ειδικά τότε, προ Ψυττάλειας, μιαρό και βρώμικο. Παρόλο που βρισκόμουν δίπλα στη θάλασσα, η οριζόντια έκταση του Αθλητικού Κέντρου στην πραγματικότητα την έκρυβε, αφού δεν υπήρχε τρόπος να την αντιληφθεί κανείς, όπως κάποιο ύψωμα με θέα προς το νερό. Η παρουσία της δηλωνόταν μόνο από τον ανοιχτό ορίζοντα προς το ηλιοβασίλεμα. Θυμάμαι ακόμα την απογοήτευσή μου όταν, προσπαθώντας να βρω διέλευση προς την παραλία, έπεσα πάνω σε ένα τείχος, πίσω από το οποίο στοιβάζονταν τα βράχια του κυματοθραύστη, με τη σκουρόχρωμη θάλασσα να καταλήγει με αυτό τον άδοξο τρόπο στην ακτή.

Πολύ αργότερα, ενήλικας πλέον, όταν είχα σε μεγάλο βαθμό συμπληρώσει στο μυαλό μου τα κενά της γεωγραφίας της πόλης, ανακάλυψα το εκκλησάκι του Αγίου Κοσμά, από όπου πήρε το όνομά του το αθλητικό κέντρο, τη μικρή παραλία με τους χειμερινούς κολυμβητές, το ρέμα Τραχώνων και το μικρό λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες στην εκβολή του. Το ίδιο το αθλητικό κέντρο του Αγίου Κοσμά εξακολουθούσε να λειτουργεί μέχρι πρόσφατα. Πάνω στην παραλία, οι ισόγειοι ξενώνες φιλοξενίας των αθλητών διατάσσονταν ελεύθερα πάνω στο τοπίο, με θέα τη θάλασσα: απλή αρχιτεκτονική για μια εφήμερη κοινότητα, χωρίς μάντρες και περιφράξεις. Οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις, κουρασμένες μετά από δεκαετίες χρήσης αλλά την ίδια στιγμή σαν από ουτοπία, αποτέλεσαν για δεκαετίες έναν εμβληματικό ανοιχτό και προσβάσιμο δημόσιο χώρο άθλησης και αναψυχής για όλους –ή τέλος πάντων για τους πολλούς. Σχεδιασμένες από τον πολεοδόμο και αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δοξιάδη, άνοιξαν για το κοινό στις αρχές της δεκαετίας του ʼ60, αντιπροσωπεύοντας το στρατηγικό άνοιγμα της πόλης προς τη θάλασσα. Ένα όραμα που ακόμα μένει υπόσχεση, καθώς η παραλιακή λεωφόρος λειτουργεί σαν φράγμα για όποιον θέλει να προσεγγίσει την ακτή. Η πρόσβαση σε αυτήν γίνεται ακόμα και σήμερα με αποσπασματικό τρόπο, κάπως σαν τη δική μου εκείνη πρώτη επαφή με το νερό, πίσω από το τσιμεντένιο τείχος.

Οι πόλεις όμως αλλάζουν. Μαζί με αυτές, κάθε γενιά δημιουργεί τα δικά της τοπόσημα, τις δικές της αφηγήσεις. Ταυτόχρονα είναι αλήθεια πως η ανάγκη να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου την πόλη, συγκρούεται με την ανάγκη για τη διατήρηση μιας συνέχειας. Ίσως για τις νέες γενιές να είναι πιο εύκολη η προσαρμογή στις αλλαγές από ό,τι για εμάς που, λόγω ηλικίας, συνδεόμαστε με την πόλη μέσα από τη μνήμη. Για εμάς, οι αλλαγές στον αστικό χώρο φαντάζουν σαν μικροί ή μεγαλύτεροι ακρωτηριασμοί. Η αλλαγή όμως είναι αναπόφευκτη. Και σήμερα, στην ακτογραμμή της Αθήνας συντελείται μια τεράστια κοσμογονία: μια σειρά από μεγάλα έργα υποδομών και αναπτύξεων, από το Φάληρο μέχρι το Ελληνικό, φιλοδοξούν να κάνουν τη σύνδεση της πόλης με τη θάλασσα πραγματικότητα.

Στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού, ο αριθμός των γερανών που περιστρέφονται πάνω από το τεράστιο εργοτάξιο προκαλεί ίλιγγο, καθώς οι πρώτες κτιριακές δομές –ο πύργος και οι παραθαλάσσιες ιδιωτικές κατοικίες– είναι σε πλήρη εξέλιξη. Το Αθλητικό Κέντρο Αγίου Κοσμά, θύμα του οράματος της «Αθηναϊκής Ριβιέρας», είναι πια παρελθόν. Στη θέση του αποφασίσαμε ως χώρα να κατασκευάσουμε ακριβές κατοικίες προς πώληση. Ήδη ορθώνονται σαν άλλο γραμμικό τείχος κατά μήκος του δρόμου, απομακρύνοντας ακόμα περισσότερο τη θάλασσα για τους εποχούμενους. Μετά τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη, μετά τους Γάλλους και τους Ισπανούς αρχιτέκτονες που από το 2000 εναλλάσσονταν μαζί με τις κυβερνήσεις οραματιζόμενοι την επόμενη ημέρα του παραλιακού μετώπου της Αθήνας, ήρθε ο Αγγλοσάξονας Ν. Φόστερ να δώσει τη λύση με ένα πολεοδομικό σχέδιο προσαρμοσμένο στις επιταγές της κτηματαγοράς: η έκταση που μέχρι πρότινος υποδεχόταν ανεπιφύλακτα τους Αθηναίους είναι παραθαλάσσιο «φιλέτο» και δεν μπορεί να χαραμίζεται ως δημόσιος χώρος με ελεύθερη πρόσβαση. Κοιτάζοντας σήμερα τους μπετονένιους σκελετούς με τα ικριώματα, η αλλαγή που συντελείται είναι βίαιη, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τι υπήρχε εκεί πριν. Κατά τη γνώμη μου, το αδιαπέραστο τείχος από διώροφες κατοικίες που κατασκευάζονται στην έκταση του πρώην Αθλητικού Κέντρου είναι πολύ πιο οδυνηρό από τον κατακόρυφο πύργο. Και πολύ «έξυπνα» διασκεδάζεται με μπόλικο πράσινο στις φαντασμαγορικές, πανοραμικές εικόνες που προωθούνται από την εταιρεία ανάπτυξης.

Ας είναι. Θα περιμένουμε να δούμε πώς θα ολοκληρωθούν τα έργα στο Ελληνικό και στο υπόλοιπο παράκτιο μέτωπό. Πραγματικά εύχομαι αυτή η νέα πόλη να λειτουργήσει και να γίνει οργανικό κομμάτι της Αθήνας. Εύχομαι να βρει τη θέση της στη νοητική γεωγραφία των επόμενων γενεών. Και κυρίως ελπίζω ότι η ανεμπόδιστη πρόσβαση στην ακτή που προέβλεπε το προεδρικό διάταγμα με το οποίο η τεράστια αυτή έκταση παραχωρήθηκε σε ιδιώτες, να επιβιώσει. Ο δημόσιος πεζόδρομος πάνω στην παραλία, για όλο το μήκος της ανάπτυξης του Ελληνικού, θα είναι η ελάχιστη ανταπόδοση σε μία Αθήνα που ακόμα ψάχνει τη θάλασσα.

Κύλιση στην κορυφή