Το ζήτημα σε οποιαδήποτε Πολιτική Θεολογία είναι από πού αντλεί το θεμέλιό της και, στην περίπτωση μιας Χριστιανικής Πολιτικής Θεολογίας, αν το αντλεί από τη χριστιανική εσχατολογία ή από εναλλακτικές μορφές ενδο-ιστορικών ιδεολογιών. Στοχαστές, όπως ο Χρήστος Γιανναράς, τόνισαν την οντολογία, η οποία χρειάζεται να προϋποτίθεται σε οποιοδήποτε εγχείρημα Πολιτικής Θεολογίας, καθώς και ότι η Ορθόδοξη Θεολογία δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλη μια ιδεολογία ή σε ένα ακόμη πολιτικό πρόγραμμα. Ένα περαιτέρω ερώτημα είναι αυτή η οντολογία να είναι ιδιαζόντως εσχατολογική, δηλαδή αν σχετίζεται με την υπέρβαση του θανάτου από την αγάπη στην εσχατολογική βασιλεία του Θεού και αν, υπό αυτήν την έννοια, βασίζεται σε μία αναρχική θεώρηση ως προς τις κοσμικές εξουσίες. Υπό αυτό το πρίσμα, θα εξετάσουμε ενδεικτικά την κριτική του Χρήστου Γιανναρά στη θεωρία των δικαιωμάτων και στον πολιτισμό που βασίζεται σε αυτήν.
Ο Χρήστος Γιανναράς ασκεί μια βαθιά κριτική στην ανθρωπολογική και μεταφυσική λογική, η οποία προϋποτίθεται στην ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[1] και όχι απλώς σε μία υποκριτική και επιλεκτική χρήση τους από τη συλλογική Δύση ή στο γεγονός ότι έχουν καταστεί ένας μηχανισμός προπαγάνδας. Για τον Γιανναρά, η λογική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί έναν κατώτερο τύπο σκέψης για τις διανθρώπινες σχέσεις εντός της πολιτικής σε σύγκριση με το ορθόδοξο χριστιανικό ιδεώδες για την οντολογία των διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά και με την αρχαία ελληνική οργάνωση της πολιτείας. Τόσο στη χριστιανική Εκκλησία, όσο και στην ελληνική πόλη, ο στοχασμός και η εμπειρία της ανθρώπινης κοινότητας αποκαλύπτει, αλλά επίσης συγκροτεί, την αλήθεια με τρόπο που αυτό δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντός της οποίας ελλοχεύει μία ορισμένη αλλοτρίωση. Κατά τον Γιανναρά, οι πολίτες στην εκκλησία του δήμου συγκεντρώνονταν όχι απλώς για να συζητήσουν, να διαβουλευθούν, να κρίνουν και να λάβουν αποφάσεις, αλλά κυρίως για να συγκροτήσουν, να πραγματώσουν και να αποκαλύψουν την πόλη, ήτοι τον κατ’ αλήθειαν τρόπον ζωής. Παρομοίως, οι Χριστιανοί συγκεντρώνονται στην Εκκλησία όχι μόνο για να προσευχηθούν, να λατρέψουν τον Θεό και να κατηχηθούν, αλλά για να συγκροτήσουν, να πραγματώσουν και να αποκαλύψουν στην τράπεζα της Ευχαριστίας τον τρόπον της κατ’ αλήθειαν ζωής, την αφθαρσία και την αθανασία. Δεν πρόκειται για μια μίμηση της κοσμικής λογικής, αλλά της Τριαδικής Κοινωνίας των Προσώπων, η οποία συγκροτεί την αληθή ύπαρξη και ζωή. Κατά τον Γιανναρά, οι μέτοχοι του εκκλησιαστικού γεγονότος, ακόμη κι αν είναι ληστές, τελώνες, πόρνες και αμαρτωλοί, δεν χρειάζεται να καθιερώσουν ατομικά δικαιώματα. Με το να είναι κάποιος μέτοχος και μέλος του Σώματος της Εκκλησίας υπάρχει μόνο για να αγαπά και να αγαπάται. Για τον λόγο αυτό, κείται μακράν κάθε έννοιας αυτοπροστασίας μέσα από μια νομοθεσία που θα ήταν εξαναγκαστική για όλους.
Ωστόσο, μία κριτική, που μπορεί να ασκηθεί στην εν λόγω γραμμή σκέψης του Χρήστου Γιανναρά, είναι ότι, πέρα από κάποιες μορφικές και τυπικές ομοιότητες ανάμεσα στην εκκλησία του Δήμου και τη χριστιανική Εκκλησία, δεν θα πρέπει να συγχέεται η πολιτική με τη λειτουργική/ εσχατολογική διάσταση των δύο συνάξεων, με τρόπο ώστε να θεωρούνται ότι ταυτίζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές συνάξεις μιας τοπικής πολιτείας δεν μπορεί να είχαν οιονεί λειτουργικό ή οιονεί ιερό χαρακτήρα ή, αντιστρόφως, ότι η θεία λειτουργία δεν μπορεί να έχει πολιτικές συνέπειες ή και να διαμορφώνεται ως προς την ενεργή της επιτέλεση από πολιτικούς παράγοντες, όπως λ.χ. τις κοινωνικές, πολιτικές ή και στρατιωτικές τάξεις των ανθρώπων. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να διακρίνουμε τις θεμελιώδεις ιδιότητες αφενός της πόλεως και αφετέρου της Εκκλησίας και να μην επιτρέψουμε σε συγχύσεις να θολώσουν τον βασικά διαφορετικό προσανατολισμό τους, καθώς η μεν πόλις αναφέρεται στον «παρόντα αιώνα», στον «κόσμον τούτον» και στην πολιτική του διάρθρωση, ενώ οι ρίζες της Εκκλησίας βρίσκονται στον «μέλλοντα αιώνα», στα έσχατα. Ο λειτουργικός τρόπος υπάρξεως του προσώπου, ο οποίος εκδηλώνεται μέσα από την αγάπη, δείχνει να εξομοιώνεται υπερβολικά στη σκέψη του Γιανναρά με τη συγκρότηση μιας πολιτικής κοινότητας. Το να ανιχνεύουμε εσχατολογικές διαστάσεις σε ορισμένα πολιτικά φαινόμενα ενέχει τον κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ των δύο. Πρόκειται για έναν πειρασμό που βρίσκουμε σε πολλές Πολιτικές Θεολογίες. Χρειάζεται, επίσης, να σημειώσουμε ότι υπάρχει μία ασυμμετρία στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά: Ενώ είναι πολύ εύγλωττος όταν επικρίνει τον ατομικισμό της Δύσης και τις κοινωνικο-πολιτικές δομές που έχουν βασιστεί στο δυτικό άτομο, δεν δείχνει να ενδιαφέρεται εξίσου για τις δυναμικές εξουσίας που αναπτύσσονται σε πολιτικές δομές περισσότερο κολεκτιβιστικών μη δυτικών ή προνεωτερικών πολιτικών σωμάτων, καθώς τις ορίζει και αυτές ως μέρος του ατομικού τρόπου υπάρξεως. Υπάρχει στα έργα του Γιανναρά κριτική στον κολεκτιβισμό, καθώς και σε μη δυτικές και προνεωτερικές μορφές πολιτικής οργάνωσης, ωστόσο στον βαθμό που οι παθολογίες ακόμη και των κολεκτιβιστικών και προνεωτερικών μορφών ανάγονται εντέλει στο άτομο, ο δυτικός πολιτισμός παραμένει ασύμμετρα το κυρίως πεδίο της κριτικής, καθώς θεωρείται ως αυτός που έχει κορυφώσει τη δυναμική του ατόμου.
Η οντολογική προϋπόθεση είναι μια ριζική διάκριση μεταξύ ατομικού και προσωπικού τρόπου υπάρξεως,[2] την οποία βρίσκουμε και στον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), σύμφωνα με την οποία η ιστορική εμπειρία του θανάτου συνδέεται με τη διαίρεση που φέρνει ακριβώς ο ατομικός τρόπος υπάρξεως. Η διάκριση αυτή μπορεί να ανιχνευθεί σε στοχαστές, όπως ο Ζακ Μαριταίν, αλλά από τον Χρήστο Γιανναρά και τον Ιωάννη Ζηζιούλα προβάλλεται πίσω στην πατερική παράδοση. Ο σκοπός της ριζικής αυτής διάκρισης είναι λιγότερο το να περιγράψουμε την ιστορική εμπειρία, δεδομένου ότι βρισκόμαστε ούτως ή άλλως σε έναν ατομικό τρόπο υπάρξεως με τη δυναμική να γίνουμε πλήρως πρόσωπα, και περισσότερο στο να διακριθούν δύο διαφορετικές υπαρξιακές λογικές, οι οποίες οδηγούν σε επίσης διαφορετικά εσχατολογικά αποτελέσματα. Μέσα στην Ιστορία υπάρχουμε ταυτοχρόνως τόσο ως άτομα, δεδομένης της πραγματικότητας της βιολογικής μας υπόστασης, όσο και ως πρόσωπα, δεδομένης της δυναμικής να μεταμορφώσουμε την ύπαρξή μας σε θεοειδή.
Ο προσωπικός τρόπος υπάρξεως θεωρείται ότι πραγματώνεται κατά την κοινωνία της αγάπης μέσα από την εκστατική υπέρβαση των προκαθορισμών του είναι μας. Η εξατομικευμένη ύπαρξη βασίζεται, αντιθέτως, στην αυθυπόστατη ουσία. Ακολουθώντας την εξατομικευμένη υπαρξιακή λογική, ένα συγκεκριμένο ον μπορεί να επιβεβαιώσει τη συγκεκριμένη του ταυτότητα με βάση ιδιότητες, οι οποίες διακρίνουν το ατομικό αυτό ον από άλλα άτομα, ως ένα «αντικειμενικό» δεδομένο. Με άλλα λόγια, η ατομική ταυτότητα συγκροτείται σε αντίθεση ή εναντίωση προς τους άλλους, οι οποίοι μάλιστα μπορεί να αποτελέσουν μία απειλή για το ατομικό εγώ. Ένα άτομο επιχειρεί να βρει τη θεμελίωση της ύπαρξής του στον εαυτό του, στη δική του φύση. Ετυμολογικώς, εξάλλου, το άτομο είναι προϊόν μιας διαίρεσης και σημαίνει αυτό που δεν μπορεί να «ταμεί» και να διαιρεθεί περαιτέρω. Το άτομο είναι, με άλλα λόγια, το ελάχιστο συστατικό μιας κοινωνίας, το οποίο δεν μπορεί να αναλυθεί περισσότερο.
Ο εξατομικευμένος τρόπος υπάρξεως βασίζεται στον χωρισμό ως τρόπο να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα. Αν και αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη μοναχικότητα, καθώς ακριβώς είναι κανείς άτομο ακριβώς σε σχέση με ή ως αντιμέτωπος σε μια κοινωνία, προϋποθέτει, ωστόσο, την ύπαρξη μιας ιδίας ατομικής ταυτότητας και ενός ανήκειν σε έναν ίδιον εαυτό, σε αντίθεση με άλλα άτομα της ίδιας κοινωνίας ή με την κοινωνία εν γένει. Ένα άτομο πρώτα υπάρχει, ως βιολογικό και κοινωνικό δεδομένο, και μόνο μετά εισέρχεται σε κοινωνικές διαδράσεις, καθιστάμενο ένα κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο διαδρά με άλλα άτομα, έχοντας ως σκοπό την ωφέλεια ατομικών υπάρξεων ή ειδικών κοινωνικών ομάδων. Κατά τη λογική αυτή, τα άτομα πρέπει πρώτα να έχουν ξεχωριστές, ιδιαίτερες ταυτότητες, ιδιότητες ή ακόμη και συμφέροντα, που μπορεί να είναι αλληλοσυγκρουόμενα ακόμη και κατά την αφετηριακή βιολογική διάσταση της ατομικότητας, και μόνο μετά δημιουργούν ένα ευρύτερο όλο μέσα από πράξεις, οι οποίες βασίζονται σε έναν συνδυασμό ατομικών αναγκών και συμφερόντων, τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζονται από τις διαδράσεις με άλλα άτομα και με την κοινωνία εν γένει. H κοινωνία είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο ο φυσικός χώρος στον οποίο υπάρχουν τα άτομα, αλλά συμπεριλαμβάνει και ειδικότερες κοινωνικές ομάδες, όπως οικογένειες, πολιτικά κόμματα, εταιρείες συμφερόντων κ.ο.κ. Αντιθέτως, ο τόπος όπου τα πρόσωπα γεννώνται και εκδηλώνουν την ταυτότητά τους είναι η κοινωνία της αγάπης.
Βρισκόμαστε έτσι ενώπιον μιας αντίθεσης ανάμεσα αφενός στις κοινότητες του «κόσμου τούτου», όπως κοινωνίες, κράτη, πολιτικούς θεσμούς, ομάδες συμφερόντων, οι οποίες επιβεβαιώνουν και οικοδομούν τη λογική του ατομικού τρόπου υπάρξεως, και, αφετέρου, στην κοινωνία, η οποία συγκροτεί και φανερώνει τον προσωπικό τρόπο υπάρξεως (την Εκκλησία, τη λειτουργία και, εντέλει, τη Βασιλεία του Θεού). Είναι καίριο να αποφύγουμε μια εννοιολογική σύγχυση ανάμεσα σε αυτά τα δύο μεγέθη, η οποία δυστυχώς ελλοχεύει σε πολλές Πολιτικές Θεολογίες. Αν υποπέσουμε σε μια παρόμοια σύγχυση, δεν θα μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα αφενός στην εσχατολογική κοινωνία της αγάπης και, αφετέρου, στις κοινωνικές και πολιτικές δομές, καθώς και στις αντίστοιχες υπαρξιακές λογικές τους. Η σύγχυση αυτή βρίσκεται στην καρδιά των περισσότερων παραδοσιοκρατικών και συντηρητικών πολιτικών ιδεολογιών. Στο έργο του Γιανναρά διακρίνεται με οξύτητα και σαφήνεια ο οντολογικός χαρακτήρας του προσωπικού τρόπου υπάρξεως, αλλά δεν τονίζεται με την ίδια έμφαση η εσχατολογική θεμελίωση αυτής της οντολογίας. Ένα πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι η διαφορά ανάμεσα στον προσωπικό και ατομικό τρόπο υπάρξεως φαίνεται σαν να είναι μία μεταφυσική περισσότερο υπόθεση και όχι ιδιαζόντως εσχατολογική, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ενδο-ιστορικώς διαφορετικά πολιτισμικά παραδείγματα.[3] Ένα συναφές πρόβλημα είναι ότι, ενώ ο Γιανναράς έχει εμπλακεί με τόλμη σε διάλογο με τους πολιτικούς στοχαστές της νεωτερικότητας και του μεταμοντερνισμού, η έλλειψη έμφασης στην εσχατολογία οδηγεί σε μία ορισμένη νοσταλγικότητα στη σκέψη του προς έναν προσωπικό τρόπο υπάρξεως που εμφανίζεται περισσότερο ως πολιτισμικός.
Χρειάζεται να τονισθούν περισσότερο οι οντολογικές αιχμές της σκέψης του Χρήστου Γιανναρά σε μία εσχατολογική προοπτική. Η βεβαίωση του ατομικού τρόπου υπάρξεως εμφανίζεται στη ρίζα του χωρισμού του ανθρώπου από τον Θεό, της αποξένωσης ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα, καθώς στην εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και στο φυσικό περιβάλλον. Η ατομική ύπαρξη είναι εντέλει η πηγή του θανάτου, καθώς φιλοδοξεί να θεμελιώσει την ταυτότητά της και το είναι της σε μία ατομική/ φυσική αυθυποστασία, χρησιμοποιώντας τα συστατικά της οντικής πραγματικότητας, δηλαδή το μηδέν. Περαιτέρω, η επιβίωση της ατομικής ύπαρξης έχει ανάγκη από ανταγωνισμό και εχθρότητα, τόσο στο βιολογικό επίπεδο, όπου επικρατεί ο ανταγωνισμός όλων εναντίον όλων σε επίπεδο ατόμων, αλλά και ειδών, όσο και στο πολιτικό επίπεδο. Η φυσική, και όχι απλώς συμβολική, επιβίωση ενός ατόμου εξαρτάται συχνά από αυτόν τον ανταγωνισμό. Η ιστορική μας ύπαρξη είναι βυθισμένη στην αναγκαιότητα του πτωτικού αποσυντιθέμενου είναι, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον χωρισμό και την εχθρότητα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μια ατομική ύπαρξη, ως ιδιαίτερη ταυτότητα, καθίσταται εσχάτη αξία και αυτοσκοπός, ενώπιον αμέτρητων απειλών που μας παρουσιάζει η ιστορική ύπαρξη.
Ό,τι είναι προφανές υπό το πρίσμα αυτής της νατουραλιστικής οντολογίας, ότι δηλαδή ένα ατομικό ον κατέχει ζωή και ύπαρξη, ως μια ιδιότητα, η οποία χρειάζεται να προστατεύεται και να επιβεβαιώνεται, αποδεικνύεται ένα ψέμα υπό το πρίσμα μιας Ορθόδοξης Χριστιανικής οντολογίας και ανθρωπολογίας. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι χαρακτηριστικό ενός τρόπου υπάρξεως που η Ορθόδοξη θεολογία θεωρεί ως παθολογικό. Η έλλειψη πραγματικών εσχατολογικών θεμελίων για την ύπαρξή μας, η έλλειψη ελευθερίας, παρά την επιθυμία μας για ζωή, και ο φόβος για άλλα όντα που αποτελούν μια πραγματική ή φαντασιώδη απειλή για την ατομική μας ύπαρξη, καλούνται να θεραπευθούν. Τόσο η αρρώστια όσο και η θεραπεία δεν είναι φυσικές ή ψυχολογικές, ούτε ηθικές ή νομικές. Η θεραπεία απαιτεί αλλαγή στον τρόπο υπάρξεως. Πρόκειται για ένα οντολογικό βάθος, που τόνισε ο Χρήστος Γιανναράς, αλλά χρειάζεται να εξάρουμε περισσότερο τον εσχατολογικό χαρακτήρα αυτού του καινού τρόπου υπάρξεως, που παραπέμπει στη Βασιλεία του Θεού και σε μία αναρχία ως προς όλες τις εξουσίες του κόσμου τούτου, συμπεριλαμβανομένων διαφορετικών πολιτισμικών παραδειγμάτων.[4]
⸙⸙⸙
[Ο Νταβόρ Τζάλτο είναι καθηγητής στο Τμήμα Ανατολικών Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης.]
[1] Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Η απανθρωπία του δικαιώματος, Δὀμος, Αθήνα 2006· “Human Rights and the Orthodox Church”, ομιλία που παρουσιάστηκε στη Θεολογική Σχολή Holy Cross στη Βοστώνη, στις 4 Οκτωβρίου 2002.
[2] Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Το πρόσωπο και ο έρως, Ίκαρος, Αθήνα 2017.
[3] Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, Ίκαρος, Αθήνα 2021.
[4] Η προβληματική αυτή αναπτύσσεται στο: Davor Džalto, Anarchy and the Kingdom of God, Fordham University Press, Νέα Υόρκη 2021.

