Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Ανδρέας Παπανικολάου

Αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός ή αναδυόμενος εθνικονεοφιλελευθερισμός;

Όπως έλεγε ο Χέγκελ, είμαστε πλήρως «μέσα
στην αυτοκινούμενη ζωή αυτού που είναι νεκρό».
(Baudrillard, 121)

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να καταδείξει τη συνάφεια μεταξύ ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής φύσης στη νεοφιλελεύθερη εποχή του ύστερου καπιταλισμού, της φαντασιακής αναπαράστασής του και της πρακτικής υποστασιοποίησής του, τόσο συλλογικής όσο και ατομικής. Το νεοφιλελεύθερο φαντασιακό είναι ένας ιδεολογικός και πολιτισμικός μηχανισμός που λειτουργεί ως πρότυπο μιας ενιαίας σκέψης και παράγει ερμηνείες και συναισθήματα, νοηματοδοτεί τις αναπαραστάσεις του κοινωνικού φαντασιακού, θεσμίζοντας τις σημασίες που το ίδιο κατασκευάζει. Ως ένα σύνολο τεχνικών διακυβέρνησης και στρατηγικών υποκειμενοποίησης, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία διαχέεται, υιοθετείται και υλοποιείται μέσω κοινωνικής δράσης και αλληλεπίδρασης, όπως επίσης ενσταλάζεται και ενσωματώνεται σε συμπεριφορές, στάσεις ζωής και ταυτότητες. Η νομιμοποίηση του θεσμικού λόγου στη συνείδηση παγιώνεται με τη συνύφανση μιας ορισμένης πρακτικής και λογοθετικής αλήθειας για τη ζωή και ενός συναισθηματικού υπόβαθρου που σχετίζεται με την κρίση, τα κίνητρα και τη βούληση.

Κατά την προσωπική μου θεώρηση, ο νεοφιλελευθερισμός εκφεύγει μακράν του οικονομικού δόγματος, καθώς συνιστά μια κοσμοθεωρία, μια αναπαράσταση του κόσμου, μια πολιτισμική λογική και μια διαδικασία ολικής θέσμισης της κοινωνίας που θέτει ως στόχο τη μετατροπή των νεοφιλελεύθερων οικονομικών αξιών σε πολιτισμικές νόρμες, και η οποία τείνει να επενεργεί και να διαμορφώνει το κοινωνικό σώμα, τις συλλογικές αναπαραστάσεις και τις υποκειμενικότητες. Συστατικό χαρακτηριστικό του είναι η καταστατική του ετερογένεια, τόσο στις υλικές πρακτικές του όσο και στη συνάρθρωση και διαπλοκή του με το πεδίο της πολιτικής, καθώς δεν αποτελεί ένα ενιαίο οικονομικό δόγμα συνεκτικής ιδεολογικής θεμελίωσης ούτε μια αποκρυσταλλωμένη και απτή πολιτική ορθολογικότητα. Αν και η εφαρμογή των γενικών αρχών του ποικίλει ανάλογα με τη χώρα και τα πολιτισμικά συγκείμενα, ο νεοφιλελεύθερος Λόγος γίνεται ηγεμονικός καθώς στοιχειοθετεί την κοινή λογική, φυσικοποιεί και κανονικοποιεί τα νεοφιλελεύθερα αξιώματα που εκφράζονται μέσω του θεσμικού κυρίαρχου Λόγου και ταυτόχρονα διαμορφώνει μια ορισμένη μορφή υποκειμενοποίησης. «Ως κυρίαρχη ιδεολογία, το πνεύμα του καπιταλισμού έχει κατ’ αρχήν την ικανότητα να διεισδύει σε όλες τις νοητικές αναπαραστάσεις που χαρακτηρίζουν μια δεδομένη περίοδο, να εισχωρεί στον πολιτικό και συνδικαλιστικό λόγο και να παρέχει στους δημοσιογράφους και στους ερευνητές νόμιμες αναπαραστάσεις και τρόπους σκέψης, έτσι ώστε η παρουσία του να είναι διάχυτη και γενική.»[1] (Boltanski, 1999, 100) Επιπρόσθετα, ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε τα συναισθήματα στις λειτουργικές του διαδικασίες την ίδια στιγμή που οι νόρμες της αγοράς εντάχθηκαν στη συναισθηματική ζωή. Κατ’ ουσίαν, οι επιθυμίες και τα συναισθήματά μας ενσωματώνουν την κοσμοθεωρία και τις υποκειμενικές μας ερμηνείες, καθώς αυτές διαμορφώνονται από τις νοητικές μας αναπαραστάσεις, τις πεποιθήσεις μας, την κοσμοαντίληψή μας και τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Άλλωστε, στον βαθμό που οι επιθυμίες είναι συμβολικά δομημένες, κοινωνικά και πολιτισμικά διαμεσολαβημένες, τόσο τα συναισθήματα όσο και οι επιθυμίες μπορούν να οριστούν ως μετασχηματισμοί αξιολογικών πεποιθήσεων. «Η νεοφιλελεύθερη ψυχοπολιτική είναι η τεχνολογία της εξουσίας, η οποία σταθεροποιεί και αναπαράγει το κυρίαρχο σύστημα μέσω ψυχολογικού προγραμματισμού και ελέγχου.» (Han, 2023, 119)

Η ταυτότητα και η υποκειμενικότητα μορφοποιούνται και διαπλάθονται, σε επίπεδο καθημερινών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών πρακτικών, κατ’ εικόνα των επιταγών της πολιτικής οικονομίας και των εγκαθιδρυμένων κοινωνικών δομών και στο όνομα μιας ελευθερίας που υποτάσσεται στον ορθολογισμό της αγοράς και τη συμβολική του ισχύ. Η εργαλειακή ορθολογικότητα καθιστά δυνατή την ελευθερία της επιλογής μόνο μεταξύ των δεδομένων εναλλακτικών που παρέχει το ίδιο το σύστημα που την προάγει ως αυταξία. Καθώς το κατακερματισμένο υποκείμενο της μετανεωτερικότητας θεωρεί ότι η πραγματικότητα είναι αυτονόητα δομημένη και ότι δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική από την ήδη προ-διαμορφωμένη, οφείλει να προσαρμόσει επιθυμίες, στάσεις, συμπεριφορές στην κατεύθυνση των οικονομικών και κοινωνικών μεταβολών με όρους περισσότερης παραγωγής πλούτου, αυστηρότερου καταμερισμού εργασίας, εξειδίκευσης, αυτοβελτίωσης, ευρύτερης ένταξης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη σφαίρα της αγοράς και του ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, η οργανική σύζευξη του νεοφιλελεύθερου έθους με την προσχώρηση και την πρακτική μύηση του ατόμου σε μια συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη συντελεί στην υπαρξιακή προσαρμογή του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου στην κοινωνία της πληροφορίας, της γνώσης, της παραγωγής, της κατανάλωσης και των δεξιοτήτων, ωθώντας το να επιδείξει τον επιχειρηματικό του ζήλο σε διαρκώς μεταβαλλόμενες αγορές εργασίας, σύμφωνα με κανόνες που εκθειάζουν την ατομική ευθύνη, την αποδοτικότητα και την εργαλειακή διαχείριση του εαυτού και των ατομικών συμπεριφορών.

Για μια εννοιολόγηση του νεοφιλελευθερισμού

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη – αν και εσφαλμένη – αντίληψη, ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια οικονομική θεωρία και ένα σύστημα οικονομικών πολιτικών που εδράζεται στην πεποίθηση ότι οι αρχές της ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς οδηγούν στην πιο αποτελεσματική και ορθολογική οικονομική τάξη. Ταυτόχρονα, για την ολοκλήρωσή του απαιτείται ένα θεσμικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο που ιεροποιεί την ατομική ιδιοκτησία και ευνοεί τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσω του δανεισμού, του χρέους και των χρηματοπιστωτικών ροών, δηλαδή ένα περιβάλλον όπου η απουσία κρατικής παρέμβασης στην οργάνωση της οικονομίας και η απορρύθμιση των αγορών έχουν αναχθεί σε ομολογία πίστης.

Θα κρίναμε σκόπιμο να ανιχνεύσουμε τα εξελικτικά στάδια και τα κομβικά σημεία των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων του νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτά καταγράφονται από τη διεθνή βιβλιογραφία[2]. Χρονική αφετηρία υιοθέτησης του όρου «νεοφιλελευθερισμός» ήταν το συνέδριο Walter Lippmann – δημοσιογράφου, διανοούμενου, πολιτολόγου, εκ των εισηγητών του όρου «ψυχρός πόλεμος» και συμβούλου σχεδόν όλων των προέδρων των ΗΠΑ – στο Παρίσι το 1938, καθότι αποτελούσε ένα σχέδιο ανασυγκρότησης του φιλελευθερισμού, με σκοπό τη συμφιλίωση του οικονομικού φιλελευθερισμού με τον περιορισμένο ρόλο του ελάχιστου κράτους, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη κοινωνική και πολιτική συγκυρία λόγω της Μεγάλης Ύφεσης και της εδραίωσης του ναζισμού. Οι ιδέες του Lippmann επρόκειτο να επηρεάσουν σημαντικά την αμερικανική πολιτική σκέψη. Δεδομένου ότι το laissez-faire του κλασικού φιλελευθερισμού είχε ήδη χάσει τη δυναμική του πριν από το 1914 και θα ήταν αυταπάτη να προσπαθήσουν να το αποκαταστήσουν, ο Lippmann κήρυττε την ανάγκη ηγεσίας από μια διοικητική ελίτ που θα αποκαθιστούσε την τάξη και θα επαναπροσδιόριζε τους στόχους των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων. Εκκινώντας από τη διάγνωση της κρίσης της δημοκρατίας στις βιομηχανικές κοινωνίες, ο Lippmann προτείνει μια νέα μορφή δημοκρατίας, σε ρήξη με το κυρίαρχο δημοκρατικό μοντέλο, «αφενός με μια κυβέρνηση ειδικών εμπειρογνωμόνων αφετέρου με τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και την κατασκευή της συναίνεσης, η οποία προϋποθέτει τη συγκρότηση πειστικών στερεοτύπων μέσω μιας καλά κατευθυνόμενης προπαγάνδας που αποσκοπεί στην αναπροσαρμογή του ανθρώπινου είδους στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του». Η ουσιαστική αποστολή πλέον του φιλελευθερισμού θα έγκειτο στο να βρεθεί «ο καλύτερος τρόπος προσαρμογής του δικαίου, των θεσμών και της πολιτικής στον παραγωγικό μηχανισμό». Υπό την επίδραση του έργου του Spencer – διανθισμένου με τις αρχές του κοινωνικού δαρβινισμού, όπου η πάλη για την επιβίωση τόσο στη φύση όσο και στην αγορά επιλέγει τους ισχυρούς –, ο Lippmann προσδιόριζε τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό ως το υπερβατικό τελικό στάδιο της εξελικτικής διαδικασίας χάρις στους εξελικτικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν να επιλεγούν οι ικανότεροι και να εξαλειφθούν οι αδύναμοι. Επηρεασμένος επίσης από τη φροϋδική ψυχανάλυση, ανέπτυξε την άποψη ότι δεν ενεργούμε βάσει «άμεσης και βέβαιης γνώσης, αλλά μέσω εικόνων που δημιουργούμε οι ίδιοι ή που μας δίνουν να δούμε». Το 1947, στο ίδιο πλαίσιο διανοητικών ζυμώσεων, οργανώνεται από τον θεωρητικό της Αυστριακής Σχολής οικονομικής σκέψης, Friedrich Hayek, ο κύκλος της Société du Mont-Pèlerin, που συγκεντρώνει οικονομολόγους και διανοούμενους με διακύβευμα τους νόμους της ελεύθερης αγοράς και την προτεραιότητα του κεφαλαίου έναντι της εργασίας. Και οι δύο κύκλοι αντιτάχθηκαν σε αυτό που ήταν γνωστό ως «νέος φιλελευθερισμός» και εκπροσωπήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Keynes, ο οποίος επηρέασε τις δυτικές κυβερνήσεις στον απόηχο της κρίσης του 1929.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τουλάχιστον τρία ήταν τα κυρίαρχα ρεύματα σκέψης εντός του νεοφιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τη θεωρία του «Ordolibéralisme», δηλαδή της γερμανικής εκδοχής του νεοφιλελευθερισμού που συνέβαλε σημαντικά στην οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος πρέπει να θεσπίσει το κανονιστικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Για τους οικονομολόγους αυτής της σχολής σκέψης, το θεμελιώδες πρόβλημα του εθνικοσοσιαλισμού και της μετάλλαξής του σε δικτατορία δεν ήταν ούτε η ναζιστική ιδεολογία ούτε οι ρατσιστικοί λόγοι του Χίτλερ, αλλά ότι η Γερμανία είχε επιλέξει τον κρατικό οικονομικό σχεδιασμό – όπως και η Σοβιετική Ένωση – και την οδό του οικονομικού προστατευτισμού. Κατά συνέπεια, το Κράτος, ως αποκλειστικά υπεύθυνο για τη μη ορθή λειτουργία της αγοράς, δεν πρέπει να διαταράσσει το οικονομικό παιχνίδι, αλλά να επιδοθεί στη μάχη κατά του πληθωρισμού ή του αποπληθωρισμού, στη σταθεροποίηση των τιμών και στην καταπολέμηση των μονοπωλίων στην εσωτερική αγορά. Η αναδιανομή του πλούτου, η κοινωνική αλληλεγγύη, οι κοινωνικές παροχές πρέπει να αποφεύγονται γιατί δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις και διαταράσσουν τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Καθότι το οικονομικό σύστημα πρέπει να υπερβαίνει την πολιτική, το Κράτος δεν ενδείκνυται να έχει τον ρόλο του εγγυητή της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά να κληροδοτήσει την εξουσία λήψης αποφάσεων σε ειδήμονες, δηλαδή σε τεχνοκράτες κατά τη σύγχρονη ορολογία. Εξάλλου, η δυσπιστία για τη δημοκρατία, λόγω της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ με εκλογικές διαδικασίες, διογκώθηκε.

Η σχολή του Σικάγου, με κύριους εκφραστές τον Milton Friedman και τον Gary Becker, ανέπτυξε ακόμη πιο ακραίες θέσεις, καθώς προσέθεσε στα προηγούμενα τη θεωρία για το «ανθρώπινο κεφάλαιο», στόχος του οποίου είναι η βελτιστοποίηση της συμπεριφοράς των ατόμων, χρησιμοποιώντας έξυπνους μαθηματικούς υπολογισμούς, για να καταστούν πιο παραγωγικά και να μεγιστοποιούν τις οικονομικές τους δεξιότητες. Ερμηνεύοντας την εργασία ως εισόδημα που προκύπτει από το ανθρώπινο κεφάλαιο, διατύπωσαν την αξίωση ότι το άτομο πρέπει να επενδύει χρήματα και χρόνο στην απόκτηση δεξιοτήτων και να συμπεριφέρεται ως επιχειρηματίας που διαχειρίζεται τη ζωή του από κυρίαρχη θέση. Η μετανάστευση, η κατανάλωση, ο γάμος, η πρόληψη της εγκληματικότητας προσεγγίζονται με όρους κέρδους/απώλειας, ενώ οι θεωρητικοί της σχολής στρέφονται εναντίον του εργασιακού δικαίου, της προστασίας του περιβάλλοντος και της οικολογίας, χαρακτηρίζοντάς τα ως αντιπαραγωγικούς δείκτες. Η επιδίωξη της συνεχούς βελτίωσης των ανθρώπων, το κυνήγι της επιτυχίας και η χρησιμοθηρία, όπως προτείνονται από τη σχολή του Σικάγου, ισοδυναμούν με την επικράτηση των ισχυρών έναντι των ασθενέστερων και, επομένως, με την αποκήρυξη της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπό το πρόσχημα ενός είδους κοινωνικού δαρβινισμού. Εξάλλου, η αναπαραγωγή των δομικών ανισοτήτων ενός οικονομικού συστήματος αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας, εξωθώντας τους ανθρώπους στην ενοχοποίησή τους εξαιτίας της ανικανότητας προσαρμογής τους στο περιβάλλον.

Η τρίτη κατά σειρά σχολή της νεοφιλελεύθερης σκέψης είναι η Αυστριακή Σχολή ή σχολή της Βιέννης, με κύριους εκπροσώπους τους Ludwig Von Mises και Friedrich Hayek. Μια από τις κύριες θέσεις της είναι ότι ο προ του 1929 φιλελευθερισμός ήταν στην πραγματικότητα ο καλύτερος και ότι η κρίση του 1929 δεν ήταν παρά μια φάση εξισορρόπησης, μια φυσική διορθωτική κίνηση των αγορών. Κατά την ερμηνεία τους, το πραγματικό πρόβλημα του 1929 δεν ήταν η κερδοσκοπία και η κατάρρευση των χρηματιστηρίων, αλλά οι προηγούμενες παρεμβάσεις του κράτους, που είχαν δημιουργήσει μη αποδοτικούς τομείς στην οικονομία και τους οποίους η κρίση απλώς κατέστρεψε. Παρουσιάζουν επομένως εκλεκτικές συγγένειες με τους libertarians (ελευθεριακούς) και τους αναρχοκαπιταλιστές, επιβεβαιώνοντας μια θρησκευτική πίστη στην οικονομική ελευθερία και υποστηρίζοντας ρητά φασιστικά και δικτατορικά καθεστώτα, υπό την προϋπόθεση ότι προάγουν και προστατεύουν την οικονομική ελευθερία, όπως το καθεστώς του στρατηγού Pinochet στη Χιλή τη δεκαετία του 1970. Ο Mises μάλιστα δήλωνε ότι ο φασισμός, αν και «αποτέλεσε μια λύση έκτακτης ανάγκης, είχε τις καλύτερες προθέσεις και η παρέμβασή του ήταν σωτήρια για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό».

Ένα δεύτερο στάδιο της βίαιης διείσδυσης της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας ήταν αυτό των δεκαετιών του 1970-80, είτε με την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας στη Μεγάλη Βρετανία από τη Margaret Thatcher το 1979 και στις ΗΠΑ από τον Ronald Reagan το 1981 είτε με την επιβολή δικτατορικών καθεστώτων στη Χιλή και την Αργεντινή. Καθώς ο νεοφιλελευθερισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με την πετρελαϊκή κρίση, τον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά και τα δημοκρατικά αιτήματα των δεκαετιών του ’50 και του ’60, όπως λιγότερη εργασία, περισσότερα δικαιώματα, σεβασμός των μειονοτήτων, φεμινιστικά κινήματα και φοιτητική εξέγερση του Μάη του ’68, ήταν επιτακτική ανάγκη κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής να μετατραπούν σε πειραματικά εργαστήρια των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, προκειμένου να απομακρυνθεί ο κίνδυνος επέκτασης των σοσιαλιστικών ιδεών. Ο προστατευόμενος από το κράτος οικονομικός φιλελευθερισμός μετουσιώνεται σε νεοφιλελευθερισμό των επενδυτικών οίκων, των μετόχων και των αγορών που καρπώνονται τα κέρδη. Θέτοντας σε εφαρμογή τις θεωρητικές διακηρύξεις του Lippman, το καθεστώς Pinochet άσκησε έλεγχο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε εξαγοράζοντάς τα είτε τοποθετώντας τους υποστηρικτές του επικεφαλής, διαχέοντας τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στον Τύπο και ασκώντας προπαγάνδα για να εκλεγούν οι υποψήφιοι που κινούνται προς την κατεύθυνση που υπαγορεύουν οι αγορές.

Το τρίτο στάδιο χαρακτηρίζεται από τη θριαμβική εξάπλωση των αρχών του νεοφιλελευθερισμού μετά από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) το 1995, στον οποίο εισήλθε και η Κίνα. Εξάλλου, ο όρος «παγκοσμιοποίηση», ως διαδικασία διεθνοποίησης της παραγωγής και των ελεύθερων ανταλλαγών σε υπερεθνικό επίπεδο, αναφέρεται στις διεθνείς συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, στην ελεύθερη και απρόσκοπτη κυκλοφορία κεφαλαίων, αγαθών, υπηρεσιών και ατόμων, στις αλυσίδες εφοδιασμού και εν γένει στη διαδικασία ενοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο δυνατό. Κατά συνέπεια, καθίσταται επιτακτική η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων προταγμάτων μέσω οικονομικών πολιτικών που ιδιωτικοποιούν τις δημόσιες επιχειρήσεις και απορρυθμίζουν τις αγορές, υπό το θεσμικό κύρος και την καθοδήγηση διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ. Οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών), οι αγορές εργασίας, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αγορές συναλλάγματος, οι ξένες επενδύσεις δεν θα πρέπει πλέον να ρυθμίζονται, δεδομένου ότι η αρχή του γενικευμένου, ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού νοείται ως ο αποτελεσματικότερος τρόπος καθοδήγησης των παραγωγικών ή επενδυτικών επιλογών. Ο ΟΟΣΑ, κατ’ εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων θεωριών, υποστηρίζει την κατάργηση του κατώτατου μισθού, τη μείωση της διάρκειας καταβολής των επιδομάτων ανεργίας, την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τη μείωση των γενναιόδωρων επιδομάτων. Οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις και κυρίως εκείνες που συνδέονται με την κοινωνική προστασία θεωρούνται δαπανηρές και αναποτελεσματικές και αποτελούν εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Στο εν λόγω πλαίσιο, υιοθετήθηκε η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», μια σιωπηρή συμφωνία για την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τις αναπτυσσόμενες χώρες υπό την προϋπόθεση της ορθής διακυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται από τους προαναφερθέντες θεσμικούς φορείς. Συνεπώς, επιβάλλονται νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στις χώρες με υπερβολικό χρέος σε αντάλλαγμα για τα δάνεια που τους χορηγούνται, δηλαδή κατ’ ουσίαν ανταλλάσσοντας χρηματοδότηση με ιδεολογική αποδοχή. Αυτές οι νεοφιλελεύθερες «καλές πρακτικές» αποτυπώθηκαν επίσημα το 1989 από τον John Williamson, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων: αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, φορολογική μεταρρύθμιση με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και χαμηλή φορολόγηση των επιχειρήσεων, νομισματική σταθερότητα με χαμηλό πληθωρισμό, εξάλειψη των φραγμών στις άμεσες ξένες επενδύσεις. Σε άμεση συνάρτηση με τις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας και τα δίκτυα συνδεσιμότητας, τα οποία συμβάλλουν στην ανατροφοδότηση και στην επέκταση της οικονομίας, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση υποσχόταν ότι θα δημιουργούσε μια παγκόσμια ειρηνική κοινότητα ελεύθερα διακινούμενων ανθρώπων, προϊόντων, ιδεών και πολιτιστικών πρακτικών.

Το τέταρτο στάδιο ορίζεται από την ιδεολογική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη μαζική κρίση χρέους μετά την κατάρρευση της εθνικής οικονομίας της Αργεντινής και χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας. Η πεποίθηση ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση θα αποτελούσε προοίμιο της πολιτικής φιλελευθεροποίησης, ότι θα απέφερε ευημερία, ελευθερίες και δικαιώματα και ότι θα εξασφάλιζε την παγκόσμια ειρήνη, παρόλο που καλλιεργούσε ελπίδες και προσδοκίες, αποδείχθηκε απατηλή. Στην πραγματικότητα, η εικαζόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση γίνεται μονομερής εξάρτηση από τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, τις πολυεθνικές εταιρείες και μια επενδυτική ελίτ της οποίας ηγούνταν οι ΗΠΑ, με όχημα το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, την ιδεολογία της προόδου, την απουσία εναλλακτικής – όπως εμφατικά είχε τονίσει η Margaret Thatcher («There is no alternative») –, την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων και ιδεολογιών. Οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των γεγονότων και των φαινομένων είναι συστηματικά οικονομικού χαρακτήρα, οι χώρες συγκρίνονται και αξιολογούνται με βάση την πιστοληπτική ικανότητα και το ΑΕΠ τους, ο κόσμος περιγράφεται σχεδόν πάντα υπό την οπτική της αναγκαίας ποσοτικοποίησης και της επίδοσης, κατ’ εικόνα του τρόπου σκέψης ενός διαχειριστή που αξιώνει προσαρμογή στις απαιτήσεις της κερδοφορίας. Οι ανθρώπινες πράξεις αποτιμώνται με κριτήρια ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας, αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας, ενώ μια εναλλακτική θεώρηση της ζωής, απαλλαγμένη από την κηδεμονία των οικονομικών δεικτών και του θεσμικού λόγου, υποβιβάζεται σε μη βιώσιμη, ουτοπική ή επικίνδυνη και οι φορείς της επικρίνονται ως λαϊκιστές, χειριστικοί ή ψηφοθήρες, καταδικασμένοι σε μια ιδιόμορφη λογοκρισία και αποσιώπηση από τα μέσα ενημέρωσης, καθώς τα μόνα μη-νεοφιλελεύθερα, ανεξάρτητα ΜΜΕ είναι αυτά που δεν ανήκουν σε δισεκατομμυριούχους ή δεν εξαρτώνται από τη διαφήμιση.

Επιπλέον, η συστημική κρίση του 2008 έθεσε υπό αμφισβήτηση την υπερβολική πίστη στην αυτορρύθμιση των αγορών, σηματοδοτώντας την αναγκαιότητα εφαρμογής κρατικών «προγραμμάτων διάσωσης» και εξωθώντας το κράτος να κοινωνικοποιήσει το δημόσιο χρέος, όπως και το χρέος των τραπεζών. Συγκεκριμενοποιούνται συνεπώς οι όροι ανάδυσης ενός νέου παρεμβατισμού όπου το κράτος επωμίζεται τον αντίκτυπο της κρίσης και αναλαμβάνει τον ρόλο του ρυθμιστή και ενίοτε του εγγυητή μιας υπερ-ανταγωνιστικής αγοράς, επιβάλλοντας πολιτικές λιτότητας και ευέλικτων μορφών απασχόλησης και διαμορφώνοντας τους κανόνες παρά παρέχοντας άμεσα υπηρεσίες. Το κράτος αναγορεύεται σε εγγυητή της αποπληρωμής των χρεών, των χρηματοοικονομικών και εμπορικών επενδύσεων, των παραγωγικών διαδικασιών και της εφαρμογής των επιχειρηματικών συμβολαίων. Παρά τα στομφώδη λογύδρια περί χειραφέτησης μέσω της ελευθερίας, της ατομικής πρωτοβουλίας και της εργασίας, ο νεοφιλελευθερισμός στοιχειώνεται από μια θεμελιώδη αντίφαση, αφενός έναν επίσημο λόγο για τον περιορισμό της επιρροής του κράτους και της κεντρικής εξουσίας, αφετέρου αυτός ο ίδιος ενορχηστρώνεται από το κράτος και τις οικονομικές ελίτ, που οργανώνουν την υποτιθέμενη ελεύθερη αγορά με όρους και πρακτικές κατευθυνόμενης οικονομίας. Σε πλήρη αντιδιαστολή με την οικονομική του θεωρία, οι πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού βασίζονται στην ισχυρή κρατική παρέμβαση με στόχο τη διασφάλιση της αποδοτικής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την παγκοσμιοποίηση των κεφαλαιακών ροών προς την κατεύθυνση της κυριαρχίας ολιγαρχιών ή/και μονοπωλίων, που παίρνουν αποφάσεις χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, με γνώμονα το κέρδος και την αναπαραγωγή της εξουσίας τους. Ο κρατικός παρεμβατισμός πλέον δεν έγκειται στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό αλλά στη μεταρρύθμιση θεσμών, στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και στον εν δυνάμει έλεγχο της δικαστικής εξουσίας, προκειμένου η δημοκρατία να τεθεί στην υπηρεσία του νεοφιλελευθερισμού. Ως εκ τούτου, η δημοκρατία πρέπει να ελέγχεται επιδέξια, υπό την απειλή της επικράτησης του λαϊκισμού ή του χάους, μέσα από εκλογικές διαδικασίες, κατά τις οποίες προβάλλονται και προωθούνται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ οι υποστηρικτές της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και των πρακτικών της, ώστε να αποτρέπεται η αξίωση λαϊκών αιτημάτων κατά της κυρίαρχης οικονομικής τάξης και των αξιών της. Επιπρόσθετα, στις ΗΠΑ και αλλού, επικαλούμενες τη φιλελεύθερη οικονομική συναίνεση, το εθνικό συμφέρον και το δημοκρατικό φρόνημα, πολιτικές και οικονομικές ελίτ συγκροτούν έναν λαϊκιστικό Λόγο περί εθνικής ταυτότητας και ενότητας, έννομης τάξης και σεβασμού της εξουσίας, εγείροντας εθνικά, πολιτισμικά ή θρησκευτικά ζητήματα για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές και την εθνικιστική αναδίπλωση.

Πέραν τούτου, η εργαλειακή επίκληση της δημοκρατίας καθιστά εφικτή την ικανοποίηση πατριωτικών παρορμήσεων δίνοντας μια εθνική επίφαση σε αξίες που είναι κατ’ αρχήν οικουμενικές, καθώς η δημοκρατία καλείται να γεφυρώσει το χάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων που γεννά ο καπιταλισμός και να αποκαταστήσει δυνητικά το κοινό περί δικαίου αίσθημα, σύμφυτο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης. Ο Λόγος περί δημοκρατικών αξιών, δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας λειτουργεί ως διακήρυξη αφηρημένων ιδεωδών, ως εργαλείο υποτακτικής συναίνεσης για να προσφέρει στην κοινωνία της αγοράς ένα ιδεολογικό έρεισμα, καθολικά αποδεκτό, και μια ηθικοπολιτική αρχή νομιμοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής τάξης. Ταυτόχρονα, κάθε αμφισβήτηση της οικονομικής ελευθερίας, των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και των νόμων της αγοράς θεωρείται αντισυνταγματική, αντιδημοκρατική και επικίνδυνη. Με τον τρόπο αυτό παραποιούνται οι διακηρυγμένες αξίες της δημοκρατίας, καθότι είναι αυτή η ίδια που προδίδει τις καταστατικές αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Ενώ η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία ευαγγελίζεται τον σεβασμό και την προάσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του καθενός, για τη σύγχρονη μετα-δημοκρατία, στη διαστρεβλωμένη εκδοχή της, προέχει η ευημερία των αριθμών, η ασφάλεια και η δημόσια τάξη. Η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση και υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος αποδιαρθρώνονται και υποβαθμίζονται, ενώ αυξάνεται ο προϋπολογισμός για την αστυνομία, τις στρατιωτικές δαπάνες και τις μυστικές υπηρεσίες.

Ο δημοκρατικός λόγος και η οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργούν πλέον μόνο ως μια ιδεολογία στην υπηρεσία της κοινωνίας της αγοράς, για να συγκαλυφθεί αποτελεσματικότερα η πραγματικότητα των ανισοτήτων και των διακρίσεων που αυτή η ίδια ιδεολογία παράγει, εκμεταλλεύεται και αναπαράγει. Πολλώ δε μάλλον, όταν ο κλασικός φιλελευθερισμός των απαρχών φιλοδοξούσε να περιορίσει τη πρόσβαση στην ιδιοκτησία που δύναται να καταπατήσει την ελευθερία των άλλων. Ο λιμπερταριανισμός (libertarianism), δηλαδή η αμερικανική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού – υπερασπιστής της είναι και ο πρόεδρος της Αργεντινής Javier Milei –, κατέληξε να προδώσει τον φιλελευθερισμό του Adam Smith, καθιστώντας την ελευθερία της ατομικής ιδιοκτησίας απόλυτο δόγμα, ιερό δικαίωμα του πιο ισχυρού, απονομιμοποιώντας συνάμα κάθε κριτική που στρέφεται εναντίον της συναυτουργίας πολυεθνικού κεφαλαίου και κράτους. Σύμφωνα με την εν λόγω ιδεολογία, η επιβολή φόρων συνιστά ληστρική πράξη εναντίον της ιδιοκτησίας και παραβίαση του δικαιώματος της ατομικής ελευθερίας, ενώ η θέση της είναι εξίσου εχθρική απέναντι στο κοινωνικό κράτος, την κοινωνική ασφάλεια, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τις συντάξεις σε ευπαθείς ομάδες. Πηγή έμπνευσης για τον λιμπερταριανισμό είναι ο οικονομολόγος και πολιτικός φιλόσοφος Murray Rothbard, μαθητής του Ludwig von Mises και θεωρητικός της Αυστριακής Σχολής οικονομικής σκέψης και του αναρχοκαπιταλισμού. Η εκδοχή του λιμπερταριανισμού του Rothbard υπερασπιζόταν τον κοινωνικό δαρβινισμό και ευνοούσε τις γενετικές αιτιάσεις των φυλετικών διακρίσεων και της κοινωνικής ιεραρχίας: «Το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες και η ισότητα για τους Αφροαμερικανούς ανατρέπουν τη φυσική τάξη» (O’Malley, 2012, 207).

Ωστόσο, το δικαίωμα είναι πάντα σχεσιακό, κοινά αποδεκτό, συμβατό με την αμοιβαία ανεξαρτησία και οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τις συνέπειες της άσκησής του. Όπως ακριβώς σχεσιακές αξίες είναι η ισότητα και η ελευθερία, που βασίζονται στη συνεργασία των ατόμων μέσω της συλλογικότητας και της κοινωνικής οργάνωσης. Η ισότητα δεν βασίζεται μόνο στην παροχή ίσων ευκαιριών ούτε τόσο στην ίση κατανομή ορισμένων αγαθών όσο στο γεγονός ότι κανένα άτομο δεν μπορεί να κυριαρχήσει πάνω σε ένα άλλο χρησιμοποιώντας την ισότητα μόνο για το δικό του όφελος και συμφέρον. Μήπως, σε τελική ανάλυση, η συμπόρευση του καπιταλισμού με την αστική δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, για μισό και πλέον αιώνα, ήταν συγκυριακή;

Φασισμός, οικονομία της αγοράς, βιοπολιτική

Αποτελεί κοινή αντίληψη στις δυτικές δημοκρατίες ότι το πολιτικό και οικονομικό μας μοντέλο ήταν ένα οχυρό ενάντια στις φασιστικές εκτροπές του περασμένου αιώνα. Ο ιστορικός φασισμός μπορεί να οριστεί ως μια υπερεθνικιστική ιδεολογία που αντιτίθεται στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στον φιλελευθερισμό και στον κομμουνισμό, καταστρέφει τη δημοκρατία, το κράτος Δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τείνει προς ένα πρόταγμα ολιστικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας και του ατόμου, στη βάση αντιδραστικών αξιών, ενός ενιαίου κόμματος και μιας ιδέας αναγέννησης της εθνικής κοινότητας. Ο φασισμός έχει μια αντίληψη της πολιτικής που εξομοιώνεται με τον πόλεμο, επειδή η βία είναι μέρος της κουλτούρας του και ως εκ τούτου για να υπάρξει, οφείλει να κατασκευάζει εχθρούς για να ριζοσπαστικοποιεί συνεχώς το πολιτικό σύστημα, υπό την απειλή μιας εχθρικής προς την εθνική κοινότητα ετερότητας. Το δόγμα του ιστορικού φασισμού συνίσταται στη θεώρηση του έθνους ως ενός φυλετικά, πολιτισμικά και πολιτικά ομοιογενούς συνόλου. Καθότι ο φασισμός είναι μέρος της ιστορικής μας συνείδησης και του πολιτικού μας φαντασιακού, παρατηρείται σήμερα μια σημασιολογική αντιστροφή, κυρίαρχη στα μέσα ενημέρωσης, η οποία επιχειρεί να εκκενώνει τη λέξη από την ουσία της και να εξουδετερώνει τη χρήση της, προτάσσοντας μια δημοκρατική ακροδεξιά έναντι μιας φασιστικής αριστεράς, όπως καθίσταται εμφανές από τα παραδείγματα της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Οι ελίτ, που έως πρότινος αυτοσυστήνονταν ως υπερασπιστές της ελευθερίας και της δημοκρατίας, προσπαθούν σήμερα να περιορίσουν τις πολλαπλές κρίσεις που οι ίδιες προκάλεσαν επιλέγοντας αυταρχικές και ρατσιστικές λύσεις, ενώ ορισμένες πλευρές της ακροδεξιάς παρουσιάζονται πλέον ακόμα και ως προπύργια κατά του αντισημιτισμού.

Ο φασισμός υιοθέτησε και προσάρμοσε τον κορπορατισμό για να τον καταστήσει πυλώνα του σχεδίου του: να εγκαθιδρύσει ένα ολοκληρωτικό κράτος στο οποίο κάθε κλάδος της οικονομίας θα εποπτεύεται από εταιρείες υπό τον έλεγχο του κόμματος, να επιτηρεί και να πειθαρχεί την εργασία για την αποφυγή ταξικών συγκρούσεων, επισημοποιώντας τη συνεργασία κεφαλαίου και εργασίας. Μολαταύτα, στη σημερινή εποχή, παρατηρείται αντιστροφή των όρων, καθώς τα ίδια τα κράτη ελέγχονται από τις πολυεθνικές εταιρείες και τις χρηματαγορές, τίθενται στην υπηρεσία των οικονομικών συμφερόντων με αποτέλεσμα να χάνουν την ικανότητά τους να ορίζουν και να προστατεύουν το γενικό συμφέρον. Η θεμελιώδης αρχή του laissez-faire που διέπει τον κλασικό φιλελευθερισμό και το «αόρατο χέρι της αγοράς» – σύμφωνα με τη ρήση του Adam Smith στον Πλούτο των Εθνών (1776) – ως κοινωνικού μηχανισμού αυτορρύθμισης των αγορών χωρίς κεντρικό σχεδιασμό ή κυβερνητική παρέμβαση, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, έχουν αντικατασταθεί από τη μεσολάβηση του Κράτους, το οποίο καλείται να εγγυηθεί τον ανταγωνισμό και να διαμορφώσει τόσο τις συνθήκες που θα καθιστούν εφικτή την εφαρμογή της οικονομίας της αγοράς όσο και το κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον που να διασφαλίζει την αναπαραγωγή της νέας ρυθμιστικής τάξης. Η οικονομία της ελεύθερης αγοράς μετατρέπεται από φυσικό μηχανισμό σε μια μηχανιστική κατασκευή πολιτικοοικονομικού χαρακτήρα που επεκτείνεται και στην πολιτισμική σφαίρα αλλά και στον κοινωνικό κόσμο. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι των μεγάλων εταιριών γίνονται εκπρόσωποι και εντολοδόχοι των μετόχων και των επενδυτών, ως εγγυητές της ορθής λειτουργίας και αναπαραγωγής των κυρίαρχων αξιακών προτύπων και των νόμων της αγοράς. Ο αδιάλειπτος ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων και επιχειρηματικών οντοτήτων, ως μοναδικού ρυθμιστή των παγκοσμιοποιημένων και απορυθμισμένων αγορών, συνεπάγεται ευέλικτες μορφές απασχόλησης, εξατομίκευση της κοινωνικής ευθύνης, έλεγχο και λογοδοσία μέσω ποσοτικοποιημένων στόχων και δεικτών απόδοσης.

Ταυτόχρονα, η κηδεμόνευση του Κράτους και η χειραγώγηση των δημόσιων πολιτικών από τη νεοφιλελεύθερη λογική της απεριόριστης ανάπτυξης και της μεγιστοποίησης του κέρδους επιφέρει προγράμματα λιτότητας, αποδιάρθρωση ή/και ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών, συρρίκνωση των ελεγκτικών μηχανισμών, υποβάθμιση των προτύπων προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς οι οίκοι αξιολόγησης προωθούν την ταχεία ανάπτυξη αντί της βιωσιμότητας. Όντας στην υπηρεσία των αγορών, το νεοφιλελεύθερο κράτος παρεμβαίνει για να διευκολύνει τη μεταβίβαση ολόκληρων τομέων της οικονομίας σε ιδιωτικά συμφέροντα και για να διασφαλίσει ότι οι νόμοι της αγοράς εγκαθίστανται ως απαρέγκλιτος κανόνας σε όλους τους τομείς δραστηριότητας. Η άλωση των κρατών από την οικονομία της αγοράς οδηγεί σε έναν ανταγωνισμό για την προσέλκυση επενδύσεων, με τις κυβερνήσεις να διαγκωνίζονται μειώνοντας τους φόρους στο επενδυτικό κεφάλαιο και χαλαρώνοντας την εργατική νομοθεσία. Έτσι, επαναπροσδιορίζονται οι κανόνες του πολιτικού και οικονομικού παιχνιδιού προς όφελος των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των ιδιωτικών συμφερόντων, εντείνοντας τις ανισότητες, αποδυναμώνοντας τη δημοκρατία, περιορίζοντας τη διαφάνεια των πολιτικών αποφάσεων και υπονομεύοντας την ικανότητα των κοινωνιών να ρυθμίζουν τους πόρους και το κοινωνικό τους μοντέλο με βιώσιμο τρόπο.

Την εποχή της μεταβιομηχανικής άυλης παραγωγής, του γνωσιακού καπιταλισμού, του μεταφορντικού μοντέλου οργάνωσης της εργασίας και της αγοράς απασχόλησης, το υποκείμενο καλείται να επαναπροσδιορίσει τους τρόπους συγκρότησης της σχέσης του με τον εαυτό του και την κοινωνία, να προσαρμόσει την αυτοαντίληψή του, τη σκέψη, τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά του, τις επαγγελματικές και κοινωνικές του σχέσεις σε απόλυτη συμμόρφωση με τα κανονιστικά πρότυπα του νεοφιλελεύθερου μάνατζμεντ. Η προσέγγιση αυτή αποπολιτικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις και μετατρέπει τον εργαζόμενο και το ίδιο το άτομο σε «επιχειρηματία του εαυτού του», σε συνθήκες αδήριτου ανταγωνισμού. Ο όρος διατυπώθηκε από τον Foucault στο έργο του Γέννηση της βιοπολιτικής (1979) για να νοηματοδοτήσει τη διαχείριση της ατομικής ζωής ως επιχείρησης, μια αμιγώς οικονομική αντίληψη της υποκειμενικότητας που αξιοδοτεί την ορθολογική και βέλτιστη διαχείριση των εργασιακών, κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων του ατόμου στην προοπτική της βελτιστοποίησης και μεγιστοποίησης του εαυτού. Ο νεοφιλελευθερισμός κατασκευάζει και θεσμίζει μια υποκειμενικότητα απόλυτα συμβατή με τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, βάσει στρατηγικών εξουσίας και «τεχνικών του εαυτού». Τα νεοφιλελεύθερα υποκείμενα πρέπει να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους ως αντικείμενο εξέτασης, ελέγχοντας τα συναισθήματά τους, αυτοπειθαρχώντας και αξιολογώντας τις επιλογές τους. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ένα άυλο αγαθό που μπορεί να αυξήσει ή να διατηρήσει την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την απασχολησιμότητα (ΟΟΣΑ, 2001). Ο εργαζόμενος οφείλει να μετατραπεί σε επιχειρηματία και επενδυτή, μεριμνώντας για τη συσσώρευση και τη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου του, μέσω επενδύσεων στην εκπαίδευση και διά βίου κατάρτιση, στην υγεία, στις επικοινωνιακές και συναισθηματικές του δεξιότητες, στις δημόσιες και κοινωνικές του σχέσεις έως στις βαθύτερες πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεών του – στον γάμο, για παράδειγμα –, με γνώμονα την προσωπική ανάπτυξη, την αυτοπραγμάτωση, τη διαρκή αυτοβελτίωση, την αυτονομία, την ευημερία, την ευτυχία και την επιτυχία του ατόμου. Μετασχηματίζοντας συνεχώς τη σχέση του με τον εαυτό του και τους άλλους, σε άμεση συνάρτηση με το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον της πληροφορίας και της επικοινωνίας, των διαδικασιών άυλης παραγωγικότητας και της ψηφιακής κοινωνίας της διαφάνειας, το ευέλικτο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο κατασκευάζει μια εικόνα του εαυτού που επιθυμεί να προβάλλει στους άλλους, εκθέτει εκούσια και ψυχαναγκαστικά τη θετικοποιημένη αυτοεικόνα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και καταλήγει να μετατρέψει προσωπικά δεδομένα, μύχια συναισθήματα και αναλώσιμες σημασίες σε εμπόρευμα, με κριτήριο την ποσοτικοποιημένη επιτυχία: «Από τη διαφάνεια εκπηγάζει ένας καταναγκασμός συμμόρφωσης, ο οποίος εξαλείφει το άλλο, το ξένο, το αποκλίνον. Τα Big Data καθιστούν ορατά, κατά κύριο λόγο, τα συλλογικά πρότυπα συμπεριφοράς» (Han, 2023, 116). Για να είναι σε θέση να επαναεπινοεί και να διαχειρίζεται τον εαυτό του και την εργασιακή και συναισθηματική αβεβαιότητα, το νεοφιλελεύθερο ατομικιστικό εγώ πρέπει να εξοβελίσει αρνητικά συναισθήματα και σκέψεις, επικουρούμενο από εγχειρίδια αυτοβοήθειας, εξειδικευμένους συμβούλους θετικής ψυχολογίας και καθοδηγούμενο από νόρμες ευζωίας που το καθιστούν υποκείμενο της επίδοσης και της απόλαυσης. Η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση προτρέπει, παρωθεί τα άτομα να κάνουν επιλογές και να λαμβάνουν αποφάσεις με αίσθημα επιχειρηματικού ρίσκου και ατομικής ευθύνης, να αναλαμβάνουν δράση ως επενδυτές του εαυτού τους σε ένα προ-διαμορφωμένο περιβάλλον, ώστε να είναι επαρκώς διαχειρίσιμα, εναλλάξιμα, αναλώσιμα, κυβερνήσιμα και να ανταποκρίνονται στις διαρκείς μεταβολές του περιβάλλοντός τους κατά τα πρότυπα της προσαρμοστικής συνεξέλιξης. Η νεοφιλελεύθερη οργάνωση της ζωής πραγματοποιείται στο όνομα μιας ρυθμισμένης, διακανονισμένης ελευθερίας που υπάγεται στον εργαλειακό ορθολογισμό της αγοράς. Αντλώντας τη δυναμική του από μια στρεβλωτική εκδοχή της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου, ο νεοφιλελευθερισμός ανάγει την προσαρμοστικότητα στις παγκοσμιοποιημένες αγορές σε κατηγορική προσταγή, εδραζόμενος «όχι σε μια αφηρημένη οικονομική θεωρία ορθολογικής επιλογής, αλλά σε μια ορισμένη αντίληψη για τη ζωή, τα έμβια όντα και την εξέλιξη» (Stiegler, 2019, 17).

Η βιοπολιτική ορίζεται ως ένα σύστημα ορθολογικής διακυβέρνησης, μια πολιτική για τη ζωή: «Η βιοπολιτική οφείλει να έχει επίγνωση της συνολικής ζωτικής κατάστασης του εργαζομένου, της πραγματικής, συγκεκριμένης κατάστασής του. Η υλική και ηθική υγιεινή, το αίσθημα ιδιοκτησίας, το αίσθημα κοινωνικής ένταξης είναι γι’ αυτόν εξίσου σημαντικά με τους μισθούς και τις ώρες εργασίας» (Foucault, 2004, 164). Ο Foucault ορίζει την κυβερνολογική (gouvernementalité) ως μια στρατηγική για τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των ατόμων και τη διάρθρωση των δυνητικών πεδίων δράσης τους, έτσι ώστε να κάνουν εκείνο που αναμένεται από αυτούς, ωθώντας τους, μέσω μεθοδικά επιλεγμένων κινήτρων και ερεθισμάτων, να κάνουν την καλύτερη επιλογή από το περιορισμένο φάσμα επιλογών και ελευθεριών που τους παρέχονται: «Η άσκηση της εξουσίας συνίσταται στην καθοδήγηση των συμπεριφορών και στη διαμόρφωση της πιθανότητας εμφάνισής τους» (Foucault, 1994, 237). Όπως επισημαίνει ο Bourdieu, «η κοινωνική τάξη νομιμοποιείται και φυσικοποιείται καθώς τα άτομα εφαρμόζουν στις αντικειμενικές δομές του κοινωνικού κόσμου δομές αντίληψης και αξιολόγησης που προέρχονται από αυτές τις αντικειμενικές δομές και τείνουν έτσι να αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως αυτονόητο. Οι αντικειμενικές σχέσεις εξουσίας τείνουν να αναπαράγονται σε σχέσεις συμβολικής εξουσίας» (1987, 160-161). Το υποκείμενο πρέπει να εσωτερικεύσει τους κοινωνικούς κανόνες και «να συγχωνεύσει τον εξωτερικό καταναγκασμό και τις εσωτερικές παρορμήσεις σε μια νέα ενότητα, μέχρις ότου ο πρώτος να μη διακρίνεται πλέον από τις δεύτερες. Αυτή η συγχώνευση είναι αυτό που συνήθως αποκαλούμε συναίνεση ή νομιμοποίηση» (Moretti, 1985, 116).

Στον βαθμό που μια ορισμένη εκδοχή της πραγματικότητας διαμορφώνεται κατ’ εικόνα των κριτηρίων αληθείας που θεσπίζει, αποκλείει τις φαντασιακές σημασίες του διαφορετικού και ετερόδοξου, καθιστώντας τες νοητικά και ψυχικά απρόσιτες. Το φαντασιακό της αγοράς και των αξιών της υποστασιοποιείται στον λόγο του μάνατζμεντ, όχι τόσο λόγω της τεχνικής γλώσσας που χρησιμοποιεί, όσο γιατί διαμορφώνει ένα καθαρά επιχειρηματικό όραμα για τη ζωή, μια οικονομική αντίληψη για την ίδια την ύπαρξη. Δεν αφορά μόνο τεχνικές, οδηγίες και πρακτικές για τη βελτίωση της απόδοσης των οικονομικών οργανισμών με τον ίδιο τρόπο που θα επεδίωκε τη μέγιστη αποδοτικότητα μιας μηχανής. Πρωτίστως, έχει έναν έντονα ηθικό τόνο, επειδή εμπεριέχει ένα κανονιστικό πλαίσιο που υπαγορεύει αυτό που πρέπει να είναι και πώς, όχι καθιστώντας εμφανές αυτό που είναι. Η νόρμα απαιτεί την ομοιογένεια, τη συμμόρφωση, την υποτακτική συναίνεση, αποσκοπώντας στην περιθωριοποίηση αυτού που κατηγοριοποιεί ως αποκλίνοντος ή παθολογικού, βάσει του προτύπου της λογικής της επιχείρησης που εγχαράσσεται στο ανθρώπινο ψυχοσυναίσθημα και επικαθορίζει τις διυποκειμενικές σχέσεις. Ας μη λησμονούμε ότι όραμα του φασισμού ήταν να διαπλάσει έναν νέο τύπο ανθρώπου σε απόλυτη συμμόρφωση με το συλλογικό του ιδεώδες και τις αξίες της οργανικής κοινότητας για να αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή που είχε διαρραγεί από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, τις ταξικές συγκρούσεις και την οικονομική κρίση.

«Ο Hayek στο La Route vers la servitude (1944), ο von Mises στο Le Gouvernement omnipotent (1944) και ο Schumpeter στο Capitalisme, socialisme, démocratie (1942)» κατήγγειλαν ταυτόχρονα τα κακώς κείμενα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθότι ο ολοκληρωτισμός είναι «εγγεγραμμένος σαν μοίρα [fatum] στις εγγενείς εκτροπές του δημοκρατικού συστήματος και του κράτους πρόνοιας» (Chamayou, 2018, 230-31). Προφανώς, για τον Hayek, ο ολοκληρωτισμός δεν ενσαρκωνόταν τόσο από τον φασισμό ή/και τον ναζισμό, όσο κυρίως από τον κομμουνισμό εξαιτίας του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και του κεντρικού σχεδιασμού της. Πιθανώς, αυτή η θεώρηση να αιτιολογεί την εχθρότητά του προς την κοινωνική δικαιοσύνη όπως και τη δογματική του θέση ότι η αναδιανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου συνιστά παραβίαση της ατομικής ελευθερίας. Ή να τον παρώθησε να εκφράσει την υποστήριξή του στη στυγνή δικτατορία του εθνικολαϊκιστή Pinochet στη Χιλή, όπως ακριβώς έπραξε και ο Friedman, ομοϊδεάτης του της Σχολής του Σικάγο.

Αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός ή αναδυόμενος εθνικονεοφιλελευθερισμός;

Στο διάβα της ιστορίας, ο εθνικολαϊκισμός αναδύθηκε κατά την πρώτη απόπειρα παγκοσμιοποίησης και την αποτυχία του κλασικού φιλελευθερισμού που οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο όρος «αυταρχικός φιλελευθερισμός» εμφανίστηκε στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Επινοήθηκε από τον αντιφασίστα νομικό Hermann Heller, για να χαρακτηρίσει τόσο την πολιτική του «προεδρικού εκτελεστικού γραφείου» που ασκούσε την εξουσία όσο και τη ριζοσπαστική θεωρητικοποίηση αυτής της πολιτικής από τον Carl Schmitt. Στις 23 Νοεμβρίου 1932, λίγες εβδομάδες πριν από την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία, ο νομικός και φιλόσοφος Carl Schmitt εκφώνησε μια ομιλία για το «ισχυρό κράτος και την υγιή οικονομία» ενώπιον των Γερμανών εργοδοτών, με φόντο την οικονομική κρίση και στόχο την «αποπολιτικοποίηση» της σφαίρας της ελεύθερης οικονομίας. Κινητοποιώντας «πρωτοφανή μέσα εξουσίας», το νέο «ισχυρό κράτος», «ποιοτικά ολοκληρωτικό» υπόσχεται ότι δεν θα ανέχεται πλέον την «εμφάνιση ανατρεπτικών δυνάμεων». Αυτή η αυταρχική εξουσία θα φιμώσει τα κοινωνικά αιτήματα και θα αναθέσει απεριόριστες εξουσίες στην προεδρία, επικαλούμενη μια «κατάσταση εθνικής και οικονομικής έκτακτης ανάγκης» (Chamayou, 2020, 7-8). Εμφανώς, το ισχυρό κράτος που ευαγγελίζεται ο Schmitt βρίσκεται σε αντίστιξη με τον κλασικό φιλελευθερισμό, προτάσσοντας «περισσότερο έναν κρατικό κορπορατισμό και όχι μια αρχή υπεύθυνη για την επιβολή του ελεύθερου ανταγωνισμού ή την προάσπιση των ατομικών ελευθεριών» (Lacroix, 575). Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συσχέτιση του νομικού και ηθικού του δόγματος του décisionnisme – εμπνεύσεως του Schmitt – με τη θεσμική εξέλιξη της Γερμανίας υπό το ναζιστικό καθεστώς. Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, η εγκυρότητα μιας απόφασης δεν καθορίζεται από το περιεχόμενό της, αλλά από το γεγονός ότι ελήφθη από μια νόμιμη αρχή ή με εφαρμογή μιας νόμιμης μεθόδου. Κατά αντιστοιχία, στο Droit, législation et liberté, ο Hayek «χαρακτηρίζει τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου ως ‘‘συνταγματικούς’’ νόμους, ενώ υποστηρίζει ότι προηγούνται του πολιτικού συντάγματος και δεν αποτελούν μέρος του» (Dardot, 2021), δηλαδή προτάσσει την υποταγή του κράτους Δικαίου στην οικονομία της αγοράς. Για τον Schmitt, η αληθινή δημοκρατία είναι η αυταρχική δικτατορία όπου δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, όπως συμβαίνει στα δημοκρατικά καθεστώτα. Το 1932 σηματοδότησε τη γέννηση ενός νέου τύπου φιλελευθερισμού, μιας νέας οικονομικοπολιτικής φιλοσοφίας που προϋποθέτει την ενεργό παρέμβαση του κράτους για την επικράτηση των κανόνων της αγοράς, όπως ακριβώς σήμερα διαπιστώνεται η διεύρυνση των εξουσιών και των προνομίων των πολυεθνικών επιχειρήσεων και η κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους – καθόσον συνιστά ανάχωμα στον ανταγωνισμό – με ταυτόχρονη ελάφρυνση των φορολογικών βαρών των υπερπλουσίων στις ΗΠΑ και αλλού. Πλούτος σημαίνει ελευθερία σκέψης, έκφρασης, δράσης γι’ αυτούς που τον κατέχουν.

Είναι η έλξη, η σαγήνη που ασκεί ο όρος «ελευθερία» στους οπαδούς του Trump, όταν ταυτίζονται με το πρόσωπό του, και η προσήλωση σε αυτήν τη διαθλασμένη εκδοχή ελευθερίας που εναντιώνεται στην ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη τα στοιχεία εκείνα που καθιερώνουν τον τραμπισμό και τον ριζοσπαστικό εθνικολαικϊσμό ως κοσμοθεωρία και στάση ζωής των υποστηρικτών του. Παράγοντας έναν διχαστικό και μανιχαϊστικό λόγο, ο Trump αναμφίβολα ενσαρκώνει έναν ρατσιστικό νεοφιλελεύθερο αυταρχισμό που αποτελεί μέρος μιας μακράς παράδοσης της λευκής αμερικανικής ανωτερότητας. Το πολιτικό κίνημα «Make America Great Again» (MAGA) συνιστά τον φορέα της ιδεολογίας και της πολιτικής βάσης του Αμερικανού προέδρου, θεωρούμενο ως μια αμερικανική πολιτική παραλλαγή της ακροδεξιάς και του εθνικολαϊκιστικού και νεοεθνικιστικού αισθήματος. Στο όνομα του δόγματος «η Αμερική πρώτα», υιοθέτησε μια σειρά μέτρων προστατευτισμού, ενώ θέσπισε μια φορολογική μεταρρύθμιση που ευνοεί τους εργοδότες και τους πλούσιους και αντιτίθεται σε νόμους που προωθούν την κοινωνική προστασία των Αμερικανών πολιτών. Η πρόταξη του δόγματος αυτού εξάπτει το λαϊκό φαντασιακό και επιτρέπει στον Trump να κυβερνά με διατάγματα, να εργαλειοποιεί τη μεταναστευτική κρίση δαιμονοποιώντας τον εξωτερικό εχθρό και να αυτοπροβάλλεται ως χαρισματικός ηγέτης και εκπρόσωπος του αντισυστημικού βολονταρισμού. Απώτερος στόχος του είναι η παραγωγή μιας μετά-αλήθειας βασιζόμενης σε ιδεοληπτικές αντιλήψεις, σε πεποιθήσεις και στο συναίσθημα. Συνεπώς, δεν είναι η σκέψη που νοηματοδοτεί και ερμηνεύει το γλωσσικό σημαίνον, αλλά είναι το συναίσθημα που προκρίνεται έναντι της λογικής, εξαλείφοντας κάθε διάλογο και κάθε πιθανή κριτική του κράτους. Το μονοπώλιο της ερμηνείας της πραγματικότητας καταδεικνύει ότι η γλώσσα ως θεσμός ή/και δομή, ως αποτέλεσμα της κοινωνικής σύμβασης, συγκροτεί και διαμορφώνει τη σκέψη, αποσκοπώντας στον έλεγχο της υποκειμενικότητας και του συναισθήματος βάσει νοητικών και συμπεριφορικών δομών και προτύπων.

Έτι περαιτέρω, ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός ή αναδυόμενος εθνικονεοφιλελευθερισμός συνδυάζει ακραίες νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές (απορρύθμιση των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, ευέλικτες σχέσεις εργασίας) με εθνικιστική ρητορική και ένα συγκεντρωτικό κράτος πρόθυμο να χρησιμοποιήσει έκτακτες εξουσίες για να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις του. Αυτή η παραλλαγή διαφέρει από τον κλασικό νεοφιλελευθερισμό –προσανατολισμένο στην παγκοσμιοποίηση–, καθώς δίνει προτεραιότητα στο εθνικό συμφέρον και ενίοτε υποτάσσει τις διεθνείς Συνθήκες ή τους κανόνες ανταγωνισμού στην κυριαρχία του κράτους. Χαρακτηριστικά των οικονομικών και ιδεολογικών του πρακτικών αποτελούν η έμφαση στην «εθνική προτίμηση» για την απασχόληση, τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις. Υιοθετεί μια ρητορική κατά της φιλελεύθερης διοικητικής ελίτ και υπέρ της προστασίας από τους «ξένους» (μετανάστες, πολυεθνικές συμφερόντων ξένων χωρών) για να νομιμοποιήσει τον κρατικό παρεμβατισμό. Παράλληλα, διατηρεί ένα σύστημα έντονου εσωτερικού ανταγωνισμού (εφεδρική ανεργία, επισφαλείς συμβάσεις εργασίας), προκειμένου να διασφαλιστεί η πειθάρχηση των εργαζομένων και η εθνική ανταγωνιστικότητα. «Η αυταρχική διάσταση του νεοφιλελευθερισμού υπερβαίνει τη σφαίρα της κρατικής εξουσίας. Οργανώνοντας την ακυβερνησία των αγορών, ο νεοφιλελευθερισμός τις ανάγει σε μηχανισμούς διακυβέρνησης» (Chamayou, 2018, 265). Επιπλέον, ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός αναπτύσσει κατασταλτικούς μηχανισμούς για να κάμψει τις κοινωνικές αντιστάσεις, όπως περιορισμοί στην ελευθερία διαδηλώσεων, εποπτεία ή/και απαγόρευση των ΜΚΟ, προληπτική αστυνομική βία, ενώ η εκτελεστική εξουσία, επιβεβαιώνοντας τη βούλησή της να κυβερνά χωρίς κοινοβουλευτικό ή συνταγματικό έλεγχο, βάλλει κατά της δικαιοσύνης και των δικαστών και επιχειρεί να διευρύνει τις εξουσίες της, προκειμένου να τροποποιεί ή να αναστέλλει τους νόμους με τη χρήση διαταγμάτων. Η έκδοση εκτελεστικών διαταγμάτων που έχουν ισχύ νόμου χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου και αναστέλλουν θεμελιώδη δικαιώματα παραπέμπει ιστορικά και συνειρμικά στο άρθρο 48 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τέλος, το εθνικονεοφιλελεύθερο αφήγημα δεν φείδεται μεθόδων και πρακτικών ευρείας επιτήρησης χάρη στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών για την παρακολούθηση «ύποπτων» κοινωνικών ομάδων, δυνητικά επικίνδυνων για την τάξη και την εθνική ασφάλεια. Για να το επιτύχει, πρέπει η κρατική προπαγάνδα να συναρθρώνεται και να συνασπίζεται με τα ελεγχόμενα ή φίλα προσκείμενα ΜΜΕ της επιχειρηματικής και τεχνολογικής ελίτ, ώστε να διαμορφώνει την κοινή γνώμη γύρω από το πρόταγμα του εθνικού μεγαλείου και το μοντέλο του επιχειρηματικού εαυτού.

Προς επίρρωση του άνωθεν θεωρητικού πλαισίου, θα μπορούσαμε να εξετάσουμε επί του πρακτέου τους όρους υλοποίησης της σύγκλισης της οικονομίας της αγοράς και του ισχυρού κράτους. Όσον αφορά τον προϋπολογισμό και το έμψυχο δυναμικό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, κατά τις πρώτες εβδομάδες της διακυβέρνησης Trump υπήρξε μια πλήρους κλίμακας επίθεση στο κράτος και στον τρόπο λειτουργίας του, με περικοπές σε υπουργεία και υπηρεσίες για συγκεκριμένα προγράμματα και θεματικές. Η κυβέρνησή του έχει απονευρώσει τις υπηρεσίες εποπτείας που θα μπορούσαν να παρέμβουν σε περίπτωση παραβιάσεων των πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς η χρηματοδότηση και το προσωπικό τους μειώνονται. Περικοπές γίνονται επίσης σε προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, είτε στον τομέα της επιστήμης, όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, περιορίζοντας την πρόσβαση σε κρίσιμα επιστημονικά δεδομένα, είτε σε όλους τους τομείς που άπτονται των ζητημάτων ισότητας, διαφορετικότητας και συμπερίληψης. Όταν το κράτος Δικαίου δεν γίνεται πλέον σεβαστό από το ίδιο το κράτος με μαζικές απελάσεις μεταναστών, αποδιάρθρωση του υπουργείου Παιδείας, ποινικοποίηση των αμβλώσεων, διώξεις αντιφρονούντων ή υπερασπιστών του παλαιστινιακού λαού, τότε τίθενται υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια της ίδιας της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, ο αυξημένος και βίαιος έλεγχος της μετανάστευσης δημιουργεί κλίμα ακραίας αβεβαιότητας και φόβου και γίνεται προάγγελος της καταστολής σε άλλους τομείς της αμερικανικής κοινωνίας. Τόσο η κινητοποίηση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης όσο και της Εθνοφρουράς από τον Donald Trump εγείρουν όλο και περισσότερο ερωτήματα σχετικά με το αμερικανικό κράτος Δικαίου. Αυτό που παρατηρείται με έντονα ανησυχητικό τρόπο είναι ότι δικαστικοί λειτουργοί, εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, πολιτικοί του αντίπαλοι, δημοσιογράφοι και φοιτητές συλλαμβάνονται αυθαίρετα, χωρίς ένταλμα από δικαστή, όπως στις αυταρχικές δικτατορίες. Η κοινή γνώμη δεν είναι μόνο πολωμένη, αλλά παρακολουθεί και τα ΜΜΕ με διχαστικό τρόπο. Για παράδειγμα, αναφορικά με τις διαδηλώσεις στο Los Angeles, η πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης στις ΗΠΑ τάσσεται υπέρ των απελάσεων και της διατήρησης της τάξης, μεταδίδοντας αποσπασματικές και μεροληπτικές εικόνες από φλεγόμενα αυτοκίνητα και κατηγορώντας τους διαδηλωτές ως βιαστές, παιδεραστές και δολοφόνους. Εξάλλου, ο κορεσμός των μέσων μαζικής ενημέρωσης αποτελεί μια από τις στρατηγικές του Steve Banon, πρώην ανώτερου Συμβούλου του Αμερικανού προέδρου και συνιδρυτή του Breitbart News, ενός ιστότοπου ειδήσεων, γνώμης και σχολιασμού που αρέσκεται σε θεωρίες συνωμοσίας και που ο ίδιος περιγράφει ως την πλατφόρμα για την «εναλλακτική δεξιά», ένα ακροδεξιό, ρατσιστικό και μισογυνικό εθνικιστικό κίνημα του λευκού Αμερικανού. Στόχος της είναι να «πλημμυρίσει τα ΜΜΕ και τον δημόσιο χώρο με σκατά», προκειμένου να σιγήσει η αντιπολίτευση, να κατακλυστεί ο εγκέφαλος με εντέχνως ενορχηστρωμένο θόρυβο, σύγχυση και παραπλανητικές ειδήσεις, ώστε να περάσουν εν κρυπτώ οι πολιτικές και οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, εγκαινιάζεται μια νέα φάση στην αυτοκαταστροφή της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, η είσοδός της σε μια «νέα εποχή καταστολής» που χαρακτηρίζεται από τη μετατροπή του δημοκρατικού κράτους σε ένα πολεμικό, αστυνομικό κράτος, από έναν πληθωριστικό λόγο περί εθνικής ασφάλειας, καθώς και από την αισθητικοποίηση της βίας, μέσω της προβεβλημένης άγριας καταστολής των κινητοποιήσεων και της μετατόπισης της πολιτικής και της ιδεολογίας από την ουσία στην εικόνα π.χ. αλυσοδεμένων μεταναστών που απελαύνονται. Διαπιστώνεται δηλαδή η δομική ανάδυση ενός «πρωτο-φασιστικού» συνδρόμου στο πλαίσιο εφαρμογής του Patriot Act, ενός αμφιλεγόμενου νόμου για την ασφάλεια – λόγω των επιπτώσεών του στις ατομικές ελευθερίες και στην προστασία της ιδιωτικής ζωής –, ο οποίος ψηφίστηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και ενισχύει σημαντικά τις εξουσίες των διαφόρων κυβερνητικών υπηρεσιών των ΗΠΑ.

Ο Marcuse στο Contre-révolution et révolte δήλωνε, με προφητικό τόνο, ότι «ο αμερικανικός φασισμός θα είναι πιθανότατα ο πρώτος που θα έρθει στην εξουσία με δημοκρατικά μέσα και με δημοκρατική υποστήριξη»[3] (1973, 40), ενώ στο ίδιο έργο εισάγει τον όρο «πρωτο-φασιστικό σύνδρομο» (39-41), για να περιγράψει τη μετατροπή του προοδευτικού πολιτικού φιλελευθερισμού σε μια αντιδραστική νεοσυντηρητική κοινωνία, ως προάγγελο εκτροπής της αυταρχικής διακυβέρνησης Nixon. Όταν η δύναμη επιβολής του νόμου μετουσιώνεται σε εξουσία υπεράνω του νόμου, το στάδιο της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας φτάνει στο τέλος του εκχωρώντας τη θέση της στον καπιταλισμό των μονοπωλίων και της ολιγαρχικής διακυβέρνησης. Στο «The Historical Fate of bourgeois democracy», ο Marcuse αναπτύσσει περαιτέρω τις απαραίτητες προϋποθέσεις ανάδυσης του ολοκληρωτισμού. Η απροκάλυπτη και απρόσκοπτη συνύφανση κεφαλαίου και κράτους θα ενίσχυε την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων δίνοντάς της νέα ώθηση: «με την έκλειψη της διάκρισης μεταξύ επιχειρήσεων, μαφίας και πολιτικής, ο όρος διαφθορά στερείται νοήματος» (2001, 176). Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η απορρύθμιση του εργασιακού δικαίου που καθιστά τους εργαζόμενους ανασφαλείς απασχολήσιμους και η παγίωση της αυτοπειθαρχίας στους κανόνες της αγοράς συμβαδίζουν με την κατίσχυση του αυταρχισμού της κουλτούρας των επιχειρήσεων, καθόσον διαμορφώνουν από κοινού έναν τύπο υποκειμενικότητας, λειαίνοντας το έδαφος για το πρωτο-φασιστικό σύνδρομο. Ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός δεν καταργεί τις τυπικές ελευθερίες, αλλά τις εκκενώνει από την ουσία τους, καθώς εργαλειοποιεί τη δημοκρατία, υποβιβάζοντάς την σε μια απλή εκλογική τελετουργία. Αντί το κράτος να ελέγχει τα πάντα, είναι η αγορά και η τεχνοκρατική κοσμοεικόνα που αποικίζουν όλες τις σφαίρες της ζωής, με τη συνδρομή του κράτους σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά που υποστηρίζεται από ένα ισχυρό, εθνικιστικό κράτος.

Η ασύμμετρη γιγάντωση της εξουσίας των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό της κοινωνικής αλληλεγγύης, την αποσύνθεση των συνδικάτων και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων οδηγεί στην πολιτική απάθεια και αποξένωση των πολιτών, συγκρίσιμη με αυτό που ο πολιτικός φιλόσοφος Sheldon Wolin αποκαλεί «ανεστραμμένο ολοκληρωτισμό». Ενώ σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, η πολιτική εξουσία είναι αυτή που οργανώνει και κατευθύνει την οικονομία, σε ένα κατ’ επίφαση δημοκρατικό καθεστώς ανεστραμμένου ολοκληρωτισμού, η οικονομική εξουσία του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού επικαθορίζει καταλυτικά την πολιτική και τους όρους άσκησής της και ιδιοποιείται τους αντικειμενικούς όρους ζωής: «ο κόσμος μας έχει γίνει, όπως ίσως κανένας προηγούμενος κόσμος, προϊόν σχεδιασμού, προϊόν θεωριών για τις ανθρώπινες δομές που δημιουργήθηκαν σκόπιμα και δεν αρθρώθηκαν ιστορικά». Ο φασισμός δεν εμφανίζεται όταν η ακροδεξιά ανέρχεται στην εξουσία, αλλά βρίσκεται ήδη σε πλήρη δράση όταν τα κυρίαρχα κόμματα θέτουν σε εφαρμογή το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματός του.

Θα κλείσουμε παραφράζοντας ένα ιδιαίτερα σκωπτικό σχόλιο του Jaime Semprún, που στηλίτευε τη «νεογλώσσα» του νεοφιλελευθερισμού: «Έχοντας υπερασπιστεί τον νεοφιλελευθερισμό ως τον πλέον κατάλληλο για τον κόσμο που φτιάξαμε για τον εαυτό μας, δεν θα μπορούσα να αποτρέψω τον αναγνώστη από το να συμπεράνει ότι αυτός ο κόσμος είναι που πρέπει να κατηγορηθεί, αν δεν προσφέρει πλήρη ικανοποίηση» (2005, 89).

⸙⸙⸙

Βιβλιογραφικές Πηγές

Baudrillard Jean, Η διαφάνεια του κακού, Εξάντας-Νήματα, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα, 1996.

Boltanski Luc, Chiapello Ève, Le nouvel esprit du capitalisme, Paris, Gallimard, 2011 (1999)

Bourdieu Pierre, Choses dites, Paris, Les Éditions de minuit, 1987.

Chamayou Grégoire, 1932, naissance du libéralisme autoritaire, Paris, La Découverte, 2020.

––––––––––,La Société ingouvernable. Une généalogie du libéralisme autoritaire, Paris, La Fabrique, 2018,

Cusset François, Labica Thierry et Rauline Véronique (dir.), Imaginaires du néolibéralisme, Paris, La Dispute, 2016.

Dardot Pierre, « Régimes politiques, Néolibéralisme et autoritarisme », Régimes politiques – Néolibéralisme et autoritarisme – Europe Solidaire Sans Frontières, 4 Μαρτίου 2021.

Foucault Michel, Naissance de la biopolitique, Paris, Gallimard, 2004.

––––––––––, « Le sujet et le pouvoir », Dits et Écrits, tome IV [1980-1988], Paris, Gallimard, 1994.

Han, Byung-Chul, Ψυχοπολιτική. Ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνολογίες της εξουσίας, εκδ. Όπερα, μτφρ. Τσάλης Βασίλης, Αθήνα, 2023.

Lacroix Justine, « Un libéralisme autoritaire est-il possible ? », Critique, 2021/6 n° 889-890, Éditions de minuit, Un libéralisme autoritaire est-il possible ? | Cairn.info

MarcuseHerbert, Contre-révolution et révolte, Paris, Éditions du Seuil, 1973.

––––––––––, MarcuseHerbert,«The Historical Fate of bourgeois democracy», Towards a critical theory of society (collected papers, vol. 2), London, Routledge, 2001.

Moretti Franco, «The Comfort of Civilization», Representations, no 12, University of California press, 1985.

O’Malley Michael, Face Value: The Entwined Histories of Money and Race in America, Chicago and London, University of Chicago press, 2012.

Semprun Jaime, Défense et illustration de la novlangue française, Paris, Éditions de l’encyclopédie des nuisances, 2005.

Stiegler Barbara, Il faut s’adapter. Sur un nouvel impératif politique, Paris, Gallimard, 2019

Wolin Sheldon, Le totalitarisme inversé | Le Club, 30 mars 2023.


[1] Όταν πρόκειται για αμετάφραστο στα ελληνικά έργο, οι μεταφράσεις δικές μου.

[2] Αντλούμε τα στοιχεία περιοδολόγησης για τον νεοφιλελευθερισμό από το συλλογικό έργο Imaginaires du néolibéralisme, 2016, σε επιμέλεια του François Cusset, ενώ τις αναφορές στο συνέδριο και τη σκέψη του Lippmann από το έργο της Barbara Stiegler, Il faut sadapter. Sur un nouvel impératif politique, 2019 και τη σχέση των τριών σχολών σκέψης του νεοφιλελευθερισμού με τα δικτατορικά καθεστώτα από το βιβλίο του Grégoire Chamayou,La Société ingouvernable. Une généalogie du libéralisme autoritaire, 2018.

[3] Για του λόγου το ασφαλές, πρόκειται για τη διατύπωση του Αμερικανού δημοσιογράφου William L. Shirer στους Los Angeles Times στις 13 Μαρτίου 1970, την οποία και επαναλαμβάνει με έμφαση ο Marcuse.

Κύλιση στην κορυφή