Γιώργος Χαριτωνίδης

Calle Amargura

Η τηλεόραση μετέδιδε πολιτική συζήτηση με εκπροσώπους κομμάτων. Λίγοι παρακολουθούσαν. «Α ρε απατεώνες», ακούστηκε να λέει ένας, «μπουρδέλο είστε, δεν κρατάτε το λόγο σας», είπε ένας άλλος και πρότεινε να αλλάξουν κανάλι γιατί σε λίγο αρχίζει ο αγώνας, είναι και ντέρμπι. Γέμισε το καφενείο. Οι περισσότεροι κοιτούσαν την οθόνη του κινητού τους, μόλις άρχισε το ματς σήκωσαν το βλέμμα και προσηλώθηκαν στην τηλεόραση. Με την έναρξη είχε ησυχία, μετά από λίγη ώρα όταν ακυρώθηκε ένα γκολ άρχισαν να ακούγονται σχόλια και καυγάδες μεταξύ των αντιπάλων οπαδών, η ηλικιωμένη γυναίκα πίσω από τον πάγκο διέκοψε το ανακάτωμα του καφέ στο μπρίκι και δάγκωσε το χείλι από τις ακατανόμαστες βρισιές. Προοδευτικά ο θόρυβος άρχισε να με ενοχλεί και μετακινήθηκα πίσω από έναν μεσότοιχο. Ήταν κάπως πιο ήσυχα. Στη γωνιά καθότανε ένας μεσήλικας άνδρας που διάβαζε ένα βιβλίο, κάθισα στο δίπλα τραπεζάκι. Ακούστηκε ξαφνικά απ’ έξω βουή αέρα, γύρισα το βλέμμα από τη μικρή τζαμαρία. Κουνήθηκαν τα κλαδιά του αιωνόβιου πλάτανου και πέσαν κάμποσα φύλλα. Ένα πλατανόφυλλο έμεινε κολλημένο πάνω από την γαλάζια ταμπελίτσα που ονομάτιζε τον πίσω δρόμο: «Οδός Μιχαλάκη Καραολή.»

Καθώς περίμενα να ʼρθει η γκαρσόνα να παραγγείλω, κοιτούσα στο τάμπλετ τις φωτογραφίες από το τελευταίο ταξίδι μου στην Εξτρεμαδούρα της Ισπανίας με τις εντυπωσιακές μεσαιωνικές πόλεις.

 Βρισκόμασταν σε προεκλογική περίοδο. Κάποια στιγμή, μπήκε στο καφενείο ένας υποψήφιος βουλευτής. Χαιρέτησε τους θαμώνες-φιλάθλους έναν-έναν δια χειραψίας και αφού τους παρακάλεσε ευγενικά να μη μαλώνουν γιατί ένα παιχνίδι είναι, προχώρησε προς το μέρος μας με τεταμένο το χέρι. «Καλή επιτυχία», του ευχήθηκα. Ο διπλανός μου, σκυμμένος στο βιβλίο, πρώτα σημάδεψε τη σελίδα με το αυτί του εξωφύλλου και στη συνέχεια άπλωσε με φανερή βαριεστημάρα το χέρι για την προτεινόμενη χειραψία, «Εύχομαι επιτυχία, παρόλο που εσείς οι πολιτικοί δεν κρατάτε ποτέ το λόγο σας». Ο υποψήφιος βουλευτής έκανε πως δεν άκουσε και προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο του καφενείου. Ο διπλανός μου κουνώντας αργά το κεφάλι και σφίγγοντας τα χείλη ξανάπιασε το βιβλίο. Τυχαία, το μάτι μου έπεσε στον τίτλο του Η πατρόνα. Ξαναγύρισα στις φωτογραφίες από το πρόσφατο ταξίδι μου στην Ισπανία. Αφαιρέθηκα με μια φωτογραφία και δεν πρόσεξα τη γκαρσόνα που στάθηκε μπροστά μου.

 «Τι θα πάρετε;» 

«Έναν καφέ ελληνικό… πικρό» 

«Πικρό; εννοείς σκέτο…» 

«Ναι, με συγχωρείς κάτι σκεφτόμουνα…» 

Στην πόλη Cáceres, θυμήθηκα ότι είχαμε μπει σε ένα στενό με παλιά πέτρινα σπίτια και προχωρούσαμε για το κέντρο της πόλης. Ο ξεναγός μας σταμάτησε κάτω από μια μικρή μαρμάρινη πινακίδα με το όνομα του δρόμου: CALLE AMARGURA* 

Υπήρχε ένα μπουρδέλο εκεί στη γωνιά του δρόμου, άρχισε να μας αφηγείται. Μια μέρα μπήκε αλαφιασμένος ένας  άγνωστος νεαρός. 

«Κρύψε με… να χαρείς τα παιδιά σου» είπε ασθμαίνοντας στην πατρόνα. 

«Τι συμβαίνει;» 

«Έκανα φόνο, δεν φταίω, στο ορκίζομαι… δεν φταίω…, κρύψε με… να χαρείς ό,τι αγαπάς… δώσε μου τον λόγο σου ότι δεν θα με καταδώσεις». 

Τον οδήγησε σε έναν καλό κρυψώνα. « Έχεις τον λόγο μου», του είπε. 

 «Δεν είδα τίποτε, δεν ξέρω», απάντησε η πατρόνα στους φρουρούς που αναζητούσαν τον δράστη. 

Ο νεαρός φονιάς της φίλησε το χέρι, την ευχαρίστησε και έφυγε. 

Λίγο αργότερα δύο φρουροί φέραν μπροστά της το πτώμα του θύματος. Ήταν ο γιος της. Δεν άνοιξε το στόμα της. Είχε δώσει τον λόγο της.

Σε όλη την υπόλοιπη ζωή της καθημερινά ακουγόταν ο θρήνος και το κλάμα της στο στενό. Έμεινε ανάγλυφα αποτυπωμένη η πίκρα της στη πέτρινη πρόσοψη. 

 Ο Δήμος της πόλης αποφάσισε να μετονομάσει το δρόμο σε «Οδό Πίκρας». 

Είχε τελειώσει το ματς, ο υποψήφιος βουλευτής μοίρασε τις υποσχέσεις και αποχώρησε. Οι θαμώνες  το γύρισαν ξαφνικά στα κομματικά σχόλια, επειδή στον τόπο μας το ποδόσφαιρο είναι κομματικοποιημένο και η πολιτική ποδοσφαιροποιημένη. Αντάλλαζαν τους καθιερωμένους χαρακτηρισμούς: φασίστες, εθνικιστές, τουρκολάγνοι, κομμουνιστές.

Ήρθε η γκαρσόνα, μου σέρβιρε τον καφέ με ένα λουκουμάκι δίπλα. 

«Χμμ… και λουκουμάκι;» 

«Για την πίκρα το λουκουμάκι», απάντησε. 

Ο διπλανός μου, σήκωσε το βλέμμα, μας κοίταξε και γύρισε σελίδα. 

Κύλιση στην κορυφή