Κατερίνα Νικολάου

Χρυσή επέτειος

Παντρευτήκαμε στις 30 Ιουνίου, ο Αλέξανδρος τελείωνε το στρατιωτικό του, φύλαγε την άδειά του για τον γάμο και τις διακοπές, προτού φύγουμε για σπουδές: απόλυση, μήνας του μέλιτος και μετά μαζί στην Αγγλία, διοίκηση επιχειρήσεων εκείνος, μάρκετινγκ εγώ.

Έμελλε να είναι ο τελευταίος γάμος που έκανε ο Μακάριος, σας παρακαλώ… κάτι που δεν ήθελε καθόλου ο Αλέξανδρος και τσακώθηκε πολύ με τον πατέρα του. Βλέπεις το κλίμα γενικώς δεν ήταν καλό εκείνες τις μέρες, υπήρχε πόλωση και ο Αλέξανδρος δεν ήθελε καθόλου να προκαλεί. Ήταν απαρηγόρητος. Για να καταλάβεις, στον γάμο πήγα με βρεγμένο μαλλί γιατί προσπαθούσα να τον ηρεμήσω, απ’ εκεί έπρεπε να το είχα ψιλιαστεί. Στην είσοδο της εκκλησίας του Προδρόμου έβαλαν κι ένα τεράστιο πανό «Καλώς Ήρθατε Μακαριότατε». Έτσι παντρευτήκαμε… 

Και μετά κάναμε μια βδομάδα τις προετοιμασίες για τις σπουδές μας, πακετάραμε και τα δώρα, η οικογένειά του με καταγωγή από τα Λεύκαρα, τι κεντήματα, τι ασημένια χανάπια κασόνια ολόκληρα. Όλα ήταν κανονισμένα, όλα ήταν ωραία, το μέλλον προδιαγραφόταν ονειρεμένο… 

Ο θείος μου, που ζούσε στην Αίγυπτο και δεν είχε καταφέρει να έρθει στον γάμο, μας έκανε δώρο μήνα του μέλιτος στην Αλεξάνδρεια. Η πεθερά μου έστησε πόδι, τα έξοδα, είπε, γάμος, σπουδές, δεν μας ένοιαζε όμως, εμείς απλά θέλαμε να είμαστε μαζί, πήγαμε σε ξενοδοχείο στην Αμμόχωστο, ευτυχισμένοι στον κόσμο μας.

Ο άλλος κόσμος, ο πραγματικός, όμως, είχε άλλη διάθεση. Η θάλασσα του βορρά γέμιζε πλοία πολεμικά, οι άδειες του στρατού ανακλήθηκαν. Ήταν ανθυπολοχαγός, ακόμα στρατεύσιμος, τον κάλεσαν να παρουσιαστεί στην μονάδα του, στο 211 τάγμα πεζικού στο ΒΜΗ. Με ειδοποίησε ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στην πρώτη γραμμή στον Τράχωνα, ούτε που ήξερε πού ήταν αυτή η περιοχή. Τέτοια ανοργανωσιά.

Οι γονείς μου έλειπαν διακοπές στις Πλάτρες και 15 Ιουλίου πήγα εγώ στα καταστήματά μας στη Φανερωμένη και στην οδό Λιπέρτη. Και ξαφνικά, το ραδιόφωνο άρχισε να μεταδίδει τα γνωστά. Πραξικόπημα. Μας καλούσαν να μην κυκλοφορούμε. Έκλεισα το μαγαζί και ξεκίνησα με τους υπαλλήλους για το σπίτι μας στον Στρόβολο. Κάπου εκεί, στη Σάντα Ρόζα, είδα και τα τανκς που κατευθύνονταν στο Προεδρικό. Από πάνω μας και από παντού πυροβολισμοί, κτυπούσαν το Προεδρικό. Έξω από το σπίτι του Γυμνασιάρχη Νεοκλέους αναποδογυρίστηκε ένα τανκ. Όλα αυτά τα είδα με τα μάτια μου.

Οι γονείς μου ήρθαν πίσω και το σπίτι μαζί με το περιβόλι έγιναν ένας μεγάλος οικισμός. Όσοι υπάλληλοι ήταν από χωριά είχαν αποκλειστεί εκεί, διακόσια άτομα τουλάχιστον. Είχαμε κοτέτσι, κουνελάκια περιστέρια και το κελάρι που ήταν γεμάτο. Μαγειρεύαμε εκ περιτροπής για όλους. Γύρω-γύρω στο περιβόλι μας είχαν κρυφτεί μαυροσκούφηδες που δεν ήθελαν να στραφούν ενάντια στη Δημοκρατία. Κρατούσαν και τα καλάσνικοφ. Τα αδέλφια μου, ο ένας λοκατζής, έφυγαν κι αυτοί να παρουσιαστούν.

Στις 19 Ιουλίου ο Αλέξανδρος ήρθε για πολύ λίγο και μου είπε πως θα ερχόταν την επομένη για να προγευματίσουμε μαζί, του το είχε υποσχεθεί ο Λοχαγός.

Και μετά η εισβολή. Χάθηκαν τα ίχνη του. 

Γράφτηκα αμέσως στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ως εθελόντρια στο δημοτικό σχολείο του Λυκαβηττού για να μπορώ να είμαι ενήμερη. Έψαχναν κόσμο να μιλά αγγλικά και να ξέρει από τέλεξ. Ακούγαμε ασταμάτητα τα μηνύματα από τον κόσμο που είχε συλληφθεί και αφέθηκε ελεύθερος. Καταγράφαμε ονόματα και ερμηνεύαμε μηνύματα και κάθε βράδυ πήγαινα στον Γλαύκο Κληρίδη και του έκανα αναφορά. Για παράδειγμα, ήρθε ένα μήνυμα που έλεγε «έχω είκοσι πουλάκια αλλά δεν έχω να τα ταΐσω». Ο Κληρίδης είχε δύο τηλέφωνα, το ένα για να μιλά απευθείας με τον Ραούφ Ντενκτάς, «για να σώσουμε ψυχές», μου έλεγε. Το μήνυμα αυτό ήταν από το Διόριος, υπήρχαν όμως δύο χωριά με αυτό το όνομα. Πήγαν με τον Ντενκτάς και τα Ηνωμένα Έθνη ΟΗΕ να τους σώσουν στο Βαρώσι, αλλά εκεί κατάλαβαν ότι επρόκειτο για το χωριό της Κερύνειας, ευτυχώς κινήθηκαν πολύ γρήγορα, τους εντόπισαν και τουλάχιστον πήραν τα στοιχεία τους.

Έψαχνα, ρωτούσα, απαιτούσα. Οι πληροφορίες ήταν καταιγιστικές. Ο ένας είχε δει τον Αλέξανδρο στο γκαράζ Παυλίδη, άλλος στο Πέλλαπαϊς. Κάποιος μου είπε «ήμουν με τον γιό του παπά», μου είπαν ότι οι Τούρκοι τους είχαν περικυκλώσει, ότι έβαλαν και φωτιά στα σπαρτά, ότι ήταν πληγωμένος στο πόδι. Στις 22 Ιουλίου ήμουν τόσο απελπισμένη που ξεκίνησα να πάω μόνη μου να τον βρω, είχα στο αμάξι και την κόκκινη σημαία του Ερυθρού Σταυρού.

Η Λευκωσία ήταν ήδη μοιρασμένη και το παιχνίδι χαμένο. Κατευθύνθηκα προς το Καϊμακλί και εκεί, πριν την εκκλησία του Τράχωνα, συνάντησα έναν φίλο του Αλέκου, στρατιώτη. Μου είπε ότι ήταν αδύνατον να προχωρήσω λόγω ανταλλαγής πυροβολισμών. Μου έδειξε να πάω δεξιά, άλλωστε, μου είπε, ο διοικητής ήταν αλλού, κοντά στο εργοστάσιο της Regis. Και πήγα.

Ζήτησα να δω τον Λοχαγό, να του μιλήσω. Βγήκε και είχε τα χέρια του πίσω, ήταν θεόρατος και εγώ μόλις ενάμισι μέτρο, όμως είχα νεύρο για όλους. «Πού είναι ο Αλέξανδρος;» τον ρώτησα και με κοίταξε λες και του έλεγα κάτι τελείως άσχετο προς τον ίδιο. Σήκωσε τους ώμους, κυριολεκτικά σήκωσε τους ώμους αποχαυνωμένος, στέκομαι σ’ αυτή τη σκηνή γιατί ακόμα τον βλέπω μπροστά μου. «Δεν ξέρω», ψέλλισε. 

«Γιατί δεν ξέρεις, εσύ γιατί τους άφησες; πού τον άφησες; γιατί είσαι εδώ;» «Τραυματίστηκα», μου είπε. Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω, «πού τραυματίστηκες; δεν μου φαίνεσαι τραυματισμένος». Και τότε, αχ και τότε, σήκωσε την παλάμη του και μου έδειξε το μικρό του δαχτυλάκι που ήταν τυλιγμένο με γάζες… «Ρε προδότη, τους εγκατέλειψες», του είπα και τον χίμηξα, μα τον Θεό, τον έπιασα από τον λαιμό και τον κόλλησα στον τοίχο. 

Ένας άνθρωπος που στη συνέχεια η πολιτεία τον είχε πολύ καλά, τον τίμησαν, του έδωσαν θέσεις. Έγινε ήρωας… αυτός που έσωσε τη Λευκωσία… Και το λέω γιατί, προφανώς, κανείς απ’ όλους αυτούς δεν κατάλαβε, δεν έχουν και σήμερα ακόμα καταλάβει πού μας οδήγησαν οι παλληκαρισμοί τους. 

Διότι όλο αυτό πάει πίσω, αυτό δεν ξεκινά το 1974… Και θα έπρεπε να μπορούν, έστω σήμερα, να το δουν, ξεκινάει πιο ενωρίς το όνειρο το απατηλό, η ένωση… Πάει πίσω το παραμύθι. Ίσως να ήμασταν όλοι μας αφελείς, κι εγώ πολύ αθώα, δεν βλέπαμε τι μπορούσε να συμβεί. Μέχρι σήμερα, όπου τον δω του λέω να μην τολμήσει να εμφανιστεί πουθενά να κάνει τον ήρωα. Του έστειλα μήνυμα να μην τολμήσει να παρουσιαστεί στην κηδεία του Αλέκου. Επτά φυλάκια, σαράντα εννιά ψυχές. Τους άφησε και έφυγε. Με φοβάται… 

Ανέβαλα τις σπουδές μου για έναν χρόνο, μόνο για τόσο μου κρατούσαν τη θέση στο Πανεπιστήμιο, και έμεινα στον Ερυθρό Σταυρό, να ψάχνω και να περιμένω… και για συμπαράσταση στους γονείς του Αλέκου, έμενα τα βράδια μαζί τους και για τους γονείς μου…

Μια μέρα στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ήρθαν και μου φώναξαν να πάω στην αυλή του σχολείου γιατί ήταν μια κοπέλα που δεν μπορούσε να ανεβεί τα δυο σκαλιά. Κατεβαίνω κάτω και τι να δω, μια κοπέλα εξαντλημένη, που στο σώμα της δεν υπήρχε ούτε κι ένα σημείο που να μην είχε μώλωπες, χτυπήματα και γδαρσίματα. Φόραγε ένα φουστανάκι εμπριμέ, δεκαοχτώ χρονών.

Μου είπε πως την είχαν πιάσει οι Τούρκοι στρατιώτες και την κλείδωσαν σε μια τσίγκινη αποθήκη, για πόσες μέρες δεν ήξερε. Τη βίαζαν και την κτυπούσαν μέχρι που λιποθυμούσε, έφευγαν, ξανάρχονταν και πάλι. Της έριχναν ένα κομμάτι ψωμί και λίγο νερό. Μέχρι που κάποια στιγμή έφυγαν και την άφησαν σ’ εκείνο το τσίγκινο. Βρήκε ένα κομμάτι ξύλο και με όση δύναμη είχε, το έσερνε πάνω στους τσίγκους για να κάνει θόρυβο. Και περνούσαν τα Ηνωμένα Έθνη και την άκουσαν, έτσι σώθηκε. Αν σώθηκε… 

Ήταν χρήσιμο αυτό που κάναμε τότε στον Ερυθρό Σταυρό. Απ’ αυτές τις πληροφορίες, ξεκίνησε ο κατάλογος των αγνοουμένων. Συζητιόταν να γίνει ανταλλαγή αιχμαλώτων φοιτητών και από τις δύο πλευρές. Ανέλαβα πρωτοβουλία. Έγραψα σε μια λίστα τα ονόματα των φοιτητών. Είχαμε τόσες πληροφορίες ότι τους βρήκαν και η ανταλλαγή θα γινόταν στο Λήδρα Πάλας. Πήγαμε με τις κάμερες, είχα τόση αγωνία και πίστη ότι επιτέλους θα έβλεπα τον Αλέξανδρο. Γέμισε ο τόπος στρατιωτικούς, ένα μπουλούκι να συζητά κι εκεί μας ανακοίνωσαν ότι οι φοιτητές ήταν ντυμένοι με στρατιωτικά όταν συνελήφθησαν και έτσι δεν θα τους άφηναν. 

Όμως, έμαθα ότι ήταν σκοτωμένος ο Αλέξανδρος. Το έμαθα από κάποιον Σώζο, που δούλευε στα Ηνωμένα Έθνη και περνούσε την ώρα που τους εκτελούσαν. Με πήρε τηλέφωνο, «αν στέκεσαι, πάρε καρέκλα και κάτσε», μου είπε. Δεκατέσσερις Αυγούστου, τους έστησαν στην Αγύρτα, και τους εκτέλεσαν. Υπήρχαν οι μαρτυρίες. Θα έμενε όμως για πολλά χρόνια αγνοούμενος…

Την επόμενη χρονιά έφυγα για σπουδές. Κάθε τόσο ερχόταν ο πατέρας του Αλέξανδρου με μια τσαντούλα παραμάσχαλα. Μου είπε ότι ερχόταν με την οργάνωση των συγγενών των αγνοουμένων, είχαν επαφές με την ομογένεια, τους Άγγλους βουλευτές, την κυβέρνηση. Κάθε φορά με περίμενε στην είσοδο του πανεπιστημίου μου, με μια τσαντούλα παραμάσχαλα μέχρι που τον ρώτησα, «πατέρα, κάτι θέλεις να μου πεις…»

Και τότε άνοιξε τη τσαντούλα και έβγαλε από μέσα ένα χαρτί, που μου έδωσε να υπογράψω ότι δεν είχα καμία απαίτηση από την περιουσία, ως σύζυγος του Αλέξανδρου. Ήταν σαν να με κτύπησε κεραυνός. Έμεινα άφωνη, θύμωσα.

«Είναι σκοτωμένος;» τον ρώτησα. «Όχι. Δεν είναι σκοτωμένος», ήταν κατηγορηματικός πάνω σε αυτό. «Ε τότε, αφού θα τον βρούμε, δεν θα υπογράψω». Αρκετά αργότερα, όταν το έμαθε ο πατέρας μου έγινε έξαλλος μαζί μου και μου ζήτησε να υπογράψω. «Δεν έχεις ανάγκη από την περιουσία κανενός, είμαι εγώ δίπλα σου». Λεπτομέρειες; Όχι, ένα θραύσμα της πραγματικότητας είναι, της πραγματικότητας που έζησαν οι κοπέλες που έμειναν πίσω –  πίσω στα ελεύθερα, πίσω από τους αγνοουμένους. Εκατομμύρια σπασμένα κομμάτια ζωής, σπαράγματα, χαμένα μέσα στη μεγάλη Ιστορία, που την κάνουν οδυνηρά ανθρώπινη, κι ας μην τα φώτισε ποτέ κανείς.

Συνέχιζα τη ζωή μου ως «σύζυγος αγνοουμένου». Σιγά-σιγά μάθαινα τι σήμαινε αυτό. Κανένας δεν ήθελε να έχει σχέση με μια τέτοια κοπέλα. Επέστρεψα από τις σπουδές μου κι όπου πήγαινα με κοιτούσαν με οίκτο… Ο έρωτας ήταν τυφλός αλλά οι γονείς τους νόμιζαν πως έβλεπαν το μέλλον, έβλεπαν τον αγνοούμενο να επιστρέφει. Και ήταν ανένδοτοι. «Κι αν επιστρέψει;» Εκατοντάδες ζωές κατεχόμενες σ’ αυτό το ερωτηματικό. Αποφάσισα ότι ήθελα να χωρίσω. «Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε ο πατέρας μου, «είμαι, πρέπει να προχωρήσω», του είπα. 

Άλλη περιπέτεια κι αυτή. Πήγα με τον δικηγόρο μου στην Αρχιεπισκοπή. Στην αίθουσα με περίμενε ένας μεγαλόσχημος, αρχιμανδρίτης νομίζω. Σταμάτησε τον δικηγόρο. «Αυτός δεν θα μπει μέσα», μου είπε αυστηρά και θυμωμένα. «Αν δεν μπει αυτός θα μείνω κι εγώ εδώ», είπα και σταθήκαμε στην πόρτα. «Είσαι η μόνη που θέλει να πάρει διαζύγιο», μου είπε.

Ασφαλώς και δεν ήμουν η μόνη που ήθελε να φτιάξει τη ζωή της, αλλά η πίεση ήταν ασφυκτική για τις περισσότερες. «Μα θέλω να φτιάξω οικογένεια, να κάνω παιδιά, δεν είναι ευλογία;» συνέχισα εγώ απτόητη και μου είπε να μεγαλώσω τα ανίψια μου ή να γίνω μοναχή. «Είμαι πτυχιούχος, αν θα με κάνετε μοναχή τότε να με κάνετε αρχιμοναχή», του αντιγύρισα. «Έχεις θράσος», μου απάντησε οργισμένος.

Επέμεινα, αν δεν μου το έδινε θα παντρευόμουν με πολιτικό γάμο. Εκτόξευσε την ύστατη απειλή: «Θα είσαι δίγαμη». Η κατάσταση ήταν γελοία, χρειάστηκαν 6.5 χρόνια και πολλά, μα πολλά λεφτά για να βγει το διαζύγιο. Και ήταν δύσκολες εποχές. Μπορείς να φανταστείς πόσο αποκαρδιωτικό ήταν αυτό για γυναίκες ήδη τσακισμένες που πορεύονταν χωρίς καμία βοήθεια. 

Χριστούγεννα του ’80 «γνώρισα τον πατέρα των παιδιών μου», έτσι το ανακοίνωσα στον πατέρα μου, συνονόματο του αγνοούμενου.

Στα παιδιά μου το είπα όταν ήταν πια στην εφηβεία. Κάποια στιγμή ήρθαν και μου είπαν όλο καμάρι ότι θα έπρεπε να πάμε στην κηδεία του πατέρα του δασκάλου τους. Ήταν αγνοούμενος και είχε ανευρεθεί. Μου είπαν ακόμα πόσο σπουδαία ήταν η μάνα που περίμενε «σαν την Πηνελόπη» και μεγάλωσε μόνη της τρία παιδιά. Τους κάθησα κάτω και τους μίλησα για μια κοπέλα που δεν είχε παιδιά και ήθελε να φτιάξει τη ζωή της, «αυτή η κοπέλα είμαι εγώ», τους είπα. Στην αρχή είχαν απορίες, μετά κατάλαβαν, ο ένας μάλιστα μετρούσε στα δάχτυλα για να δει αν ήταν γιός του αγνοούμενου.

Ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε τάφο μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Ήταν ο δωδέκατος, κάτω-κάτω, γι’ αυτό και ο σκελετός ήταν ολόκληρος. Ταυτοποιήθηκε, κηδεύτηκε. Μόνο δύο δεν βρέθηκαν. Πέρασα όλη τη διαδικασία μαζί με τους αδερφούς του. Είχε έξι τρύπες στο κρανίο, τρεις φορές τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Και όντως ήταν πληγωμένος στο πόδι.

Η ζωή μου γέμισε με παιδιά και εγγόνια. Ναι, τα μάτια μου τρέχουν ακόμα τα δικά του δάκρυα, στα προσωπικά μου κατεχόμενα. Μέχρι σήμερα, ανεβαίνω τη σκάλα του σπιτιού μου και νομίζω πως θα τον δω να έρχεται. Το πιστεύεις;

Αν ζούσε, θα ήμασταν σήμερα πενήντα χρόνια παντρεμένοι. Θα ήταν η χρυσή μας επέτειος…

Κύλιση στην κορυφή