Δύο ποιήματα έχουν αφιερωθεί στον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου post mortem. Φόρος τιμής στον στοχαστή, στον άνθρωπο, στον φίλο.
Το ένα ανήκει στον επιστήθιο φίλο του, Μεξικανό ποιητή, διανοούμενο και διπλωμάτη, Octavio Paz, που έχουμε τη δυνατότητα να απολαύσουμε σε δύο διαφορετικές μεταφράσεις: του Κώστα Κουτσουρέλη, ποιητής ο ίδιος, και του Γιώργου Καραμπελιά, του εκδότη των έργων του Παπαϊωάννου στην Ελλάδα. Το ποίημα αυτό που έχει γραφεί αρχικά στα Ισπανικά (Μεξικό, 29 Ιανουαρίου 1982, σύμφωνα με τη σημείωση του Paz), δημοσιεύτηκε κατόπιν στα Γαλλικά (L’ Arbre qui parle, trad. Jean- Claude Masson, Paris, Gallimard, 1990, p. 63-67), έχει τον τίτλο «Kostas» και αφιερώνεται στη σύζυγο και την κόρη του εκλιπόντος. Εκκινεί από ένα απόσπασμα του Milton, από τον Λυκίδα (]ohn MIilton, Lycidas ,1638), τον θρήνο για τον αγαπημένο φίλο που πνίγηκε στη θάλασσα:
«Σ’ αυτή τη μονωδία ο συγγραφέας θρηνεί
ένα σοφό φίλο που δυστυχώς
πνίγηκε, θέλοντας να περάσει από
το Τσέστερ στη Θάλασσα της Ιρλανδίας, στα 1637.
Και με την ευκαιρία προλέγει την καταστροφή
του διεφθαρμένου κλήρου μας» .[1]In this monody the author bewails
a learned friend, unfortunately
drowned in his passage from
Chester on the Irish Seas, 1637.
And by occasion foretells the ruin
of our corrupted clergy.
John Milton, Lycidas (1638).
Οι πρώτοι στίχοι αναφέρονται στην πρώτη συνάντηση των δύο φίλων, τον Φεβρουάριο του 1946 σε ένα παρισινό καφέ:
Ήμουν τριάντα χρόνων, ερχόμουν από την
Αμερική και αναζητούσα το αυγό του Φοίνικα
ανάμεσα στα σπιθίσματα του 1946
ήσουν είκοσι χρόνων, ερχόσουν από την Ελλάδα,
από την εξέγερση και τη φυλακή.
συναντηθήκαμε σ’ ένα καφενείο γεμάτο καπνούς,
φωνές και λογοτεχνία,
μικρή φλόγα που άναψε ο
ενθουσιασμός ενάντια στο κρύο και την ανέχεια
εκείνου του Φλεβάρη.
Θρηνώντας για την απώλεια μίας φιλίας που διήρκεσε 35 ολόκληρα χρόνια, ως τον πρόωρο θάνατο του Κώστα, το 1981, και απέναντι στον θρήνο που μας μεταφέρει ο Milton στον Λυκίδα, o Paz δηλώνει:
Δεν ήσουν ο Λυκίδας και δεν πνίγηκες σ’ ένα
ναυάγιο στο πέλαγος της Ιρλανδίας,
ήσουν ο Κώστας Παπαϊωάννου, ένας
οικουμενικός
Έλληνας του Παρισιού, με το ʼνα πόδι στη
Βακτριανή και το άλλο στους Δελφούς.
Στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα, ο Μεξικανός ποιητής και νομπελίστας (1990) εξυμνεί τις πνευματικές αρετές του επιστήθιου φίλου του, καλύπτοντας με τους ποιητικούς του μαιάνδρους, τα πολύπλευρα ερευνητικά ενδιαφέροντα και διανοητικά ταξίδια του Παπαϊωάννου, καθώς και την εντρύφησή του στα μυστήρια της ζωής και του πολιτισμού, καταλήγοντας:
Κώστα, στις παγωμένες στάχτες της
Ευρώπης δεν συνάντησα το αυγό της
ανάστασης,
συνάντησα, στα πόδια της άσπλαχνης Χίμαιρας
βουτηγμένης στο αίμα, το γέλιο σου της
συμφιλίωσης/καταλλαγής.[2]Έχουμε δύο διαφορετικές μεταφραστικές εκδοχές για την τελευταία φράση του ποιήματος: ο Γιώργος Καραμπελιάς που μεταφράζει από τα γαλλικά προκρίνει τη λέξη «συμφιλίωση» (la réconciliation), ενώ ο Κώστας Κουτσουρέλης που μεταφράζει από τα ισπανικά την «καταλλαγή» (recοnciliación). Το ποίημα περιέχεται στο έργο του Paz, Ηλιόπετρα, μτφρ. και επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007.
Στις στάχτες που άφησε πίσω του ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στην αυγή της μεταπολεμικής εποχής, τη στιγμή της πρώτης συνάντησης των δύο διανοητών στο Παρίσι το 1946, ο Paz δηλώνει, δίχως να εξωραΐζει τη μεταπολεμική πραγματικότητα, ότι πλάι στο χορτασμένο με αίμα τέρας του πολέμου και του σπαραγμού, συνάντησε το γέλιο του Κώστα. Πρόκειται για ένα γέλιο κατάφασης στη ζωή, δια μέσου της βαθιάς συνειδητοποίησης της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, δίπλα στις στάχτες, δίπλα στο αίμα. Ένα γέλιο γαλήνης και καταλλαγής που προκύπτει από τη συμφιλίωση του διανοητή με τη «δεινότητα» της ανθρώπινης ύπαρξης.
Το δεύτερο ποίημα είναι άγνωστο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Γράφτηκε από τον ποιητή, συγγραφέα και δοκιμιογράφο Claude Roy. Είναι ενσωματωμένο στην ποιητική του συλλογή Voyage d’ automne[3]Claude Roy, Voyage d’ automne, Paris, Gallimard, 1987, p. 46-47. που εκδόθηκε στο Παρίσι από τις εκδόσεις Gallimard το 1987 και το παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Ο Claude Roy (πλήρες όνομα Claude Pierre Marie Félicien Roy) γεννήθηκε στο Παρίσι το 1915 και πέθανε το 1997. Προέρχεται από καλλιτεχνική οικογένεια, μεγάλωσε στο Jarnac, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον François Mitterrand. Σπούδασε αρχικά στο Πανεπιστήμιο του Bordeaux και, κατόπιν, το 1935, στο Παρίσι, στη Νομική Σχολή. Τα νεανικά του διαβάσματα και οι επιρροές υπήρξαν ετερόκλητες (Friedrich Nietzsche, Oswald Spengler, Charles Baudelaire, André Malraux, André Gide, Marcel Proust, Vladimir Ilitc Lenin) και ο Roy συνδέθηκε αρχικά με συντηρητικούς φιλομοναρχικούς κύκλους, καθώς και αντίστοιχα λογοτεχνικά περιοδικά.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρήκε να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Αυτή την περίοδο δημοσίευσε ποιήματα που αναφέρονται στη μνήμη, την απώλεια και τον θάνατο, φυλακίστηκε και δραπέτευσε στην «ελεύθερη ζώνη» ήδη από τον Οκτώβριο του 1940. Το 1941, η εμπειρία του πολέμου και το Καθεστώς του Vichy τον οδήγησαν στη διακοπή της συνεργασίας του με τα πρότερα έντυπα, καθώς και στην αποστασιοποίησή του από τις πρότερες πολιτικές του απόψεις. Εντάχθηκε στην Αντίσταση όπου συνάντησε τους André Gide, Jean Giraudoux, Paul Eluard, Louis Aragon και Elsa Triolet. Ο Aragon φαίνεται ότι τον έπεισε να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα το 1943. Συμμετείχε στις «Γαλλικές δυνάμεις του εσωτερικού» ως την απελευθέρωση του Παρισιού, έγινε ανταποκριτής του πολέμου, χρονογράφος στην εφημερίδα Libération, κριτικός λογοτεχνίας, τέχνης και θεάτρου.
Σε αυτό το διάστημα συνδέθηκε με τους Marguerite Duras, Edgar Morin, Jorge Semprún, Maurice Merleau-Ponty και από καιρό σε καιρό με τους Georges Bataille και Simon Nora. Γνωστός μέχρι τότε ως ποιητής, δημοσίευσε το μυθιστόρημα La nuit est le manteau des pauvres ( Η νύχτα είναι το παλτό των φτωχών) το 1948. Ο θάνατος είναι παρών στο έργο του: «Γεννήθηκα στον πόλεμο, στο 1915, ήρθα στη συνείδηση του ανθρώπου για να δω τους πολέμους», «Για χρόνια, η γενιά μου έζησε χωρίς την επόμενη μέρα», λέει ο ήρωάς του στο Η νύχτα είναι το παλτό των φτωχών. Ο Claude Roy υπήρξε επίσης ένας εμβριθής αναλυτής των χωρών στις οποίες ταξίδευε. Δημοσίευσε ταξιδιωτικές ιστορίες σχετικά με τα ταξίδια του στις Ηνωμένες Πολιτείες (Κλειδιά για την Αμερική, το 1947) και την Κίνα (Κλειδιά για την Κίνα, 1953).
Το 1956, η σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία τον οδήγησε στη ρήξη με τη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (PCF). Ξεκίνησε τη συνεργασία του με τον France Observateur το 1957. Εξέφρασε αντι-σοβιετικές θέσεις και «στρατεύτηκε» εναντίον του πολέμου της Αλγερίας (Οκτώβριος 1957). Επισήμως διαγράφηκε από το PCF τον Ιούνιο του 1958. Υπέγραψε το «Μανιφέστο των 121», με τίτλο «Διακήρυξη για το δικαίωμα της ανυπακοής στον πόλεμο της Αλγερίας» (1960).
Υπήρξε συνεργάτης στη νέα μορφή του Observateur από τον Φεβρουάριο του 1968. Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, με βιβλία ανθρωπιστικών επιστημών, δοκίμια όλων των ειδών και ανέδειξε στοχαστές του αντι-ολοκληρωτισμού: παρουσίασε το έργο La Révolution introuvable (Η επανάσταση που δεν βρέθηκε) του Raymond Aron (19 Σεπτεμβρίου 1968) ή το Premier Cercle (Ο πρώτος κύκλος) του Soljenitsyne (18 Νοεμβρίου 1968). Πραγματοποίησε επίσης ρεπορτάζ στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1969. Εκείνο το έτος, δημοσίευσε τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του (Moi je) στον Gallimard. Στον Gallimard θα διατηρήσει συνεργασία ως μέλος της Επιτροπής Ανάγνωσης μέχρι τον θάνατό του.
Πολιτικά, ο Roy αντιτίθεται σε όλα τα καταπιεστικά καθεστώτα (για παράδειγμα, είχε καταγγείλει την καταστολή στην Τουρκία). Ιδιαίτερα τον ενδιέφερε η κατάσταση στις ανατολικές χώρες, όπως φαίνεται από τον φάκελο Η άνοιξη στα κόκκινα σκαλοπάτια (Le Printemps aux œillets rouges) την 1η Ιουνίου 1974 ή από την υπεράσπιση του Αρχιπελάγους Goulag (L’Archipel du Goulag) τον Ιούλιο του 1974. Άσκησε αρνητική κριτική στη «Μαολατρία» και στους Nouveaux Philosophes σχετικά με το θέμα των γκουλάγκ. Κατάγγειλε τον «μαοϊκό μύθο» στις στήλες του περιοδικού Esprit. Ομοίως, στον Nouvel Observateur του Ιουλίου του 1979 αναφέρθηκε εκτενώς στην Κίνα, όπως του φάνηκε σε ένα πρόσφατο ταξίδι του και, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, άντλησε υλικό από τα άρθρα του εκδίδοντας σχετικό έργο για την Κίνα (Sur la Chine, Gallimard). Διαφώνησε με τον Noam Chomsky τον Ιούνιο του 1980, καθώς επέκρινε τη θέση του Αμερικανού στοχαστή που, κατά τη γνώμη του, εξισώνει τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματα των αστικών δημοκρατιών με τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων ή ακόμα και τα ναζιστικά εγκλήματα.
Οι σκέψεις του για την τύφλωση των ιδεολογιών περιέχονται στο βιβλίο, Les Chercheurs de dieux : croyance et politique (Οι Αναζητητές των Θεών: Πίστη και Πολιτική, Gallimard, 1981), στο οποίο αναλύει την τάση των ανθρώπων να αφιερώνουν την αληθινή πίστη σε κάποιον ή κάτι, εφαρμόζοντας ιδιαίτερα αυτή την αντανάκλαση στο «ersatz» (υποκατάστατο) της θρησκείας που είναι γι’ αυτόν ο κομμουνισμός. Την άνοιξη του 1981 έκανε ένα ταξίδι στην Πολωνία, και, στη συνέχεια, δημοσίευσε το ημερολόγιο που κρατούσε από την παραμονή του εκεί.
Ανακάλυψε ότι πάσχει από καρκίνο του πνεύμονα, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του φίλου του Κώστα Παπαϊωάννου (17 Νοεμβρίου 1981), τον Ιούνιο του 1982 (μια εμπειρία που αφηγήθηκε στο Permit de séjour) και έκτοτε συνεργάστηκε λιγότερο τακτικά με τον Nouvel Observateur. Πολυγραφότατος, δημοσίευε ως τον θάνατό του συνεχώς: μυθιστορήματα, μαρτυρίες για τα πολλά ταξίδια του, κριτικές περιγραφές, δοκίμια για την τέχνη και καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν φίλοι του, παιδικά βιβλία και ποιήματα, καθώς η ποίηση βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των γραπτών του, το κοινό νήμα των ενδιαφερόντων του. Το 1985 του απονεμήθηκε το Πρώτο Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Γκονκούρ (Le premier prix Goncourt de la poésie de l’académie Goncourt). Πέθανε από καρκίνο στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1997, σε ηλικία ογδόντα δύο ετών.
Ο Roy ανήκε στον στενό κύκλο του φιλοσόφου Κώστα Παπαϊωάννου, κύκλο που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους: Alain Besançon, Jean Blot, Yves Bonnefoy, Sergio de Castro, Jean-Claude Casanova, François Furet, Pierre Hassner, Eugène Ionesco, Jean-Clarence Lambert, Pierre Nora, Alain Pons. Ανήκε επίσης στους «προνομιούχους» επισκέπτες του σπιτιού του Παπαϊωάννου στη Σκύρο, έχει ταξιδέψει μαζί του στην Επίδαυρο, έζησε και συμμετείχε, ως έναν βαθμό, στη ζωή του Παπαϊωάννου. Στην επίμαχη συλλογή απ’ όπου «αλιεύσαμε» το ποίημα που του αφιερώνει, ο Roy αναβιώνει στιγμές του απωλεσθέντος χρόνου.
Το ποίημα «Achille» («Ο Αχιλλέας») έχοντας ως πρωταγωνιστή τον αγαπημένο μαύρο σκύλο του Παπαϊωάννου, είναι ένας τρόπος να θρηνήσει ο Roy τον φίλο του, να ανακαλέσει ζωηρές στιγμές της συμπόρευσής τους, να συμφιλιωθεί με τη φθορά και τη θνητότητα. Ο Αχιλλέας θα νιώσει ότι είναι πολύ καταβεβλημένος για να ανταποκριθεί στη ζωντάνια της νεανικής ηλικίας της κόρης του Παπαϊωάννου, που αγαπά πολύ, όπως και το αφεντικό του. Λίγους μήνες νωρίτερα, ο Παπαϊωάννου στο νοσοκομειακό κρεβάτι δήλωνε απαλά και τρυφερά ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί πια στη ζωηράδα του αγαπημένου του σκύλου. Είναι η συνειδητοποίηση του επερχόμενου τέλους, η παρουσία της σκιάς που υπονομεύει ήδη τη ζωή, είναι ο ίδιος ο θάνατος που ελλοχεύει δίπλα μας, όσο αναπνέουμε και είμαστε ακόμη στο «ενθάδε». O σκύλος έχει το όνομα του διάσημου ομηρικού πολεμιστή, ο Παπαϊωάννου, από την άλλη, θυμίζει τον Οδυσσέα. Η αγωνιστικότητα, η κατάφαση στη ζωή, η διανοητική περιπέτεια, το ταξίδι, αλλά και η «καβαφική» –όχι η ομηρική πια– Ιθάκη, ο νόστος, η επιστροφή στη μάνα-γη, ο θάνατος, συνοικοδομούν και συναρμόζουν το ποίημα.
Γράφει ο επιστήθιος φίλος του Κώστα και έτερος ποιητής Paz για τον Roy με αφορμή τη συλλογή του Le voyage d’ automne στην οποία περιλαμβάνεται, όπως είπαμε, το επίμαχο ποίημα:
«Ο Claude Roy βυθίζεται στους διαδρόμους του χρόνου. Με θραύσματα και νήματα του παρελθόντος του, κατασκευάζει στιγμές έξω από το χρόνο, οι οποίες όμως είναι μόνο χρόνος: ποιήματα. Η πρώτη ύλη της ποίησης του Claude Roy είναι η ζωή, η οποία φαίνεται και αισθάνεται, λέγεται και ακούγεται, από ένα επισφαλές τώρα, αυτό το τώρα χωρίς μετά ή πριν που ονομάζουμε θάνατο. Τα ποιήματά του είναι αναβιώσεις βιωμένων στιγμών». Το μόνο φάρμακο απέναντι σε αυτή την κατάσταση είναι το χιούμορ, η υπονόμευση του βάρους, του άχθους της επώδυνης συνειδητοποίησης της σισύφειας ζωής. Ή το γέλιο του Κώστα, γέλιο που προκύπτει όχι αστόχαστα αλλά από την ανάγκη της συμφιλίωσης με τις αβάσταχτες νόρμες της ζωής.
Παρακάτω, παρατίθεται το ποίημα στο πρωτότυπο και η ελληνική του μετάφραση:
ACHILLE
Il y a longtemps déjà que mon ami est mort
et je n’ ai pas revu depuis plusieurs mois
sa femme sa maison les libres qu’ il aimait et la bête amicale
le grand chien noir drillant qui jappait fou de joie
enfant de la maison acceueillant aux amis
animal auquel il ne manquait bien sûr que le parole
et qui réchauffait-fatiguait mon ami
lorsqu’à la fin la vie s’en allait de lui
Il lui avait donné le nom d’ un grand querrier d’ Homère
et un jour de la fin sur son lit s’ hôpital il a dit doucement
Achille est trop vivant pour mon reste de force
Deux ans plus tôt ensemble nous cherchions
le passage où Ulysse est enfin de retour à la maison
et il voit une chose à l’ entrée couchée sur le fumier
qui essaie de se lever et remue la quele
C’ est le vieux chien Argos
Kostas à haute voix lisait le texte grec
d’ un de plus simples et beaux moments d’ un des plus beaux libres du monde
Il reconnut Ulysse en l’ homme qui venait
et remuant la queue coucha les deux oreilles
La force lui manqua pour s’ approcher du maître
En arrivant hier le chien m’ a reconnu
moi qui n’ étais pour lui que l’ ami du maître
Il aboyait chantait gémissait riait-chien
Mais Achille a vieilli Sa vue n’ est plus très bonne
Le regard a terni il traîne un peu de patte
Il a du mal à se lever Le train arrière est lourd
et son noir est ce noir déjà touchépar l’ ombre
Il ne reverra plus le maître qu’ il amait tant
Il se lève pour moi mais en souvenir d’ un autre
Puis va se recoucher lourdement aux pieds de sa maîtresse
et quand la jeune fille rit en gerbes de rires
on sent que le vieux chien qui pourtant l’ aime bien
la trouve trop vivante pour son reste de force
Claude Roy, Mardi 7 Janvier 1986
❧
O ΑΧΙΛΛΕΑΣ
Πάει ήδη καιρός που πέθανε ο φίλος μου
Και δεν έχω δει εδώ και πολλούς μήνες
Τη γυναίκα του το σπίτι του τα βιβλία που αγαπούσε και το φιλικό ζώο
Τον μεγάλο λαμπερό μαύρο σκύλο που γάβγιζε τρελός από χαρά
Παιδί του σπιτιού φιλόξενο με τους φίλους
Ζώο στο οποίο δεν έλειπε τίποτα άλλο πάρα ο λόγος φυσικά
Και το οποίο ζέσταινε και κούραζε τον φίλο μου
Όταν προς το τέλος η ζωή έφευγε από μέσα του
Του έδωσε το όνομα ενός μεγάλου πολεμιστή του Ομήρου
Και μια μέρα προς το τέλος στο κρεβάτι του νοσοκομείου είπε τρυφερά
Ο Αχιλλέας είναι υπερβολικά ζωντανός για τις δυνάμεις που μου απομένουν
Δυο χρόνια νωρίτερα μαζί ψάχναμε
το πέρασμα από το οποίο ο Οδυσσέας επιστρέφει στο σπίτι
και βλέπει ένα πράγμα στην είσοδο ξαπλωμένο πάνω στην κοπριά
που προσπαθεί να σηκωθεί και κουνάει την ουρά
Είναι ο γέρικος σκύλος Άργος
Ο Κώστας με δυνατή φωνή διάβαζε το ελληνικό κείμενο
μία από τις πιο απλές και ωραίες στιγμές ενός από τα πιο ωραία βιβλία
του κόσμου
Αναγνώρισε τον Οδυσσέα στον άνδρα που ήρθε
και κουνώντας την ουρά του κατέβασε τα δυο του αυτιά
του έλειψε η δύναμη για να πλησιάσει το αφεντικό του
Φτάνοντας χθες ο σκύλος με αναγνώρισε
εμένα που δεν ήμουν γι’ αυτόν παρά ο φίλος του αφεντικού του
Γαύγιζε τραγουδούσε έκλαιγε και γελούσε
Αλλά ο Αχιλλέας έχει γεράσει η όρασή του δεν είναι πλέον πολύ καλή
Το βλέμμα του θάμπωσε σέρνει λίγο το πόδι
Δυσκολεύεται να σηκωθεί τα πισινά του πόδια είναι βαριά
και το μαύρο του τρίχωμα είναι ένα μαύρο που το αγγίζει η σκιά
Δεν θα ξαναδεί το αφεντικό του που τόσο αγαπούσε
Σηκώνεται για μένα αλλά στη μνήμη ενός άλλου
Μετά θα ξαναξαπλώσει βαριά στα πόδια της αφεντικίνας του
και όταν το κορίτσι γελάει σε ένα μπουκέτο γέλιου
Νιώθουμε ότι το γέρικο σκυλί παρ’ όλο που την αγαπάει πολύ
Τη βρίσκει πάρα πολύ ζωηρή για τη δύναμη που του απομένει.
Claude Roy, 7 Ιανουαρίου 1986

[Η φωτογραφία προέρχεται από τον Le Nouvel Observateur 980, Vendredi 19 Août 1983. Συνοδεύει το κείμενο του Furet François, “ ‘Z’, Oui, ‘il est vivant’, ce Grec émigré dans la penseé qui voulut réconcilier le matérialisme et la gaieté”, σελ. 53 (Αρχείο Γιώτας Βάσση).]
Υποσημειώσεις[+]
| ↥1 | In this monody the author bewails a learned friend, unfortunately drowned in his passage from Chester on the Irish Seas, 1637. And by occasion foretells the ruin of our corrupted clergy. John Milton, Lycidas (1638). |
|---|---|
| ↥2 | Έχουμε δύο διαφορετικές μεταφραστικές εκδοχές για την τελευταία φράση του ποιήματος: ο Γιώργος Καραμπελιάς που μεταφράζει από τα γαλλικά προκρίνει τη λέξη «συμφιλίωση» (la réconciliation), ενώ ο Κώστας Κουτσουρέλης που μεταφράζει από τα ισπανικά την «καταλλαγή» (recοnciliación). Το ποίημα περιέχεται στο έργο του Paz, Ηλιόπετρα, μτφρ. και επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007. |
| ↥3 | Claude Roy, Voyage d’ automne, Paris, Gallimard, 1987, p. 46-47. |
