Κυριάκος Μαργαρίτης

Corriere della Sera

Η ώρα πέρασε, η καντίνα σε λίγο θα κλείσει. Η νύχτα τρίζει, απαλή, χειμωνιάτικη. Kάπου χιονίζει∙ εδώ προσώρας φυσά σιγανά. Έτσι σαλεύει η επιφάνεια της λίμνης.

Στο αλσύλλιο, στα πιο χαμηλά του κλωνιά, τυλιγμένα καλώδια με φώτα σαν ώριμα φρούτα, τσαμπιά. Το βουητό της γεννήτριας το σκεπάζουν τα φύλλα: λευκός θόρυβος, ανήμπορος να λερώσει τον σιωπηλό στοχασμό του νερού∙ την ησυχία του.

Το ίδιο θα πω για τις φωνές των θαμώνων, τις μακρινές μηχανές, τη βοή των εντόμων. Ως επί το πλείστον, κουνούπια, που κάποτε απειλούσαν τον τόπον αυτό με μαλάρια. Τώρα χορεύουν στις λάμπες, δήθεν αθώα.

Τα σύρματα σχηματίζουν γιρλάντες, όπως τα στολίδια εκείνα για τα μαλλιά των Φλωρεντινών κοριτσιών, τα καλούμενα ghirlande, που τα εφηύρε κατά τον 15ο αιώνα ο καλός ζωγράφος Ντομένικο ντι Τομάζο. Τον είπαν, γι’ αυτό, Γκιρλαντάιο.

Στο δικό του εργαστήρι μαθήτευσε ο ενδοξότερος καλλιτέχνης της ανθρώπινης ιστορίας, ο αγγελικός Μικελάντζελο Μπουοναρόττι. Όταν γεννήθηκε, η μέρα ήταν Κυριακή, ή Ντομένικα, και μια συναστρία τού έταζε κάλλος και φως: ο Ερμής και η Αφροδίτη είχαν πλησιάσει τον Δία.

Επιπλέον, όταν ο Μπουοναρόττι γεννήθηκε, το έτος 1475, ήταν η 6ηΜαρτίου, μνήμη εύρεσης του Τιμίου Σταυρού από την αγία Ελένη «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα», καταπώς λέει ο χρονικογράφος μας Λεόντιος Μαχαιράς.

Έτσι έζησε κι ο Μικελάντζελο, με φοβέρες και κόπους, όλος αφοσιωμένος στην αναζήτηση της τελειότητας, ώσπου έγειρε να ξαποστάσει σε έναν νόστιμο τάφο, υπό τα αγάλματα της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής, στον ναό του Σάντα Κρότσε, του Τιμίου Σταυρού, στη Φλωρεντία. Στο Κέρας της αφθονίας του.

Σε άλλον, ταπεινότερο ναό της αναγεννησιακής μητροπόλεως άρχισε τη δική του σταδιοδρομία ο προαναφερθείς Γκιρλαντάιο, εικονογραφώντας θαυμάσιο Θρήνο για τον Χριστό πάνω από το τόξο του παρεκκλησίου. Το παρεκκλήσι το είχε ανεγείρει ο Οίκος Βεσπούτσι, παλαιά και ισχυρή γενεά της Φλωρεντίας, οπότε ο Γκιρλαντάιο, για να την τιμήσει, ιστόρησε στο πλαίσιο του Θρήνου ένα πορτρέτο του πιο διάσημου τέκνου της, που έλειπε τότε σε μεγάλο ταξίδι. Μιλάμε για τον Αμέριγκο Βεσπούτσι, θαλασσοπόρο, χαρτογράφο κι εξερευνητή, πιθανόν πλαστογράφο, και οπωσδήποτε κλέφτη της δόξας που θα έδρεπε ο Κολόμβος αν ήταν πιο προσεκτικός στις ανακαλύψεις του.

Ο Αμέριγκο, εννοώ, και όπως ξέρουμε, ταξίδεψε δις (μπορεί και τρις∙ μπορεί και τετράκις) στις ακτές που είχε εντοπίσει ο Κολόμβος, και ισχυρίστηκε πρώτος απ’ όλους ότι δεν επρόκειτο για τις Ινδίες αλλά για μιαν άγνωστη ήπειρο, μια νέα και εύφορη γη.

Συγκεκριμένα, ο Αμέριγκο ανακοίνωσε την ανακάλυψη του Κολόμβου με δύο επιστολές, που ίσως να τις είχε αντιγράψει από άλλους, και που η μία εξ αυτών έγινε γνωστή με τον τίτλο Mundus Novus, Νέος Κόσμος.

Καίτοι αμφιλεγόμενη, η συνεισφορά του Αμέριγκο είναι κατ’ εμέ καθοριστική, κυρίως διότι διδάσκει ότι τα γεγονότα, αν μείνουν δίχως αφήγηση, αν δεν αποκτήσουν άρτια έκφραση, τη συνείδηση και ειδή του εαυτού τους, δεν θα γίνουν γεγονότα ποτέ.

Του λόγου αυτού το αληθές κατεξοχήν το αντιλήφθηκε ένας ποιητής (και τι άλλο θα ήταν;), ο Γερμανός Ματίας Ρίνγκμαν, και το εξήγησε και στον συμπατριώτη και φίλο του, Μάρτιν Βάλντζεεμυλλερ, διαπρεπή χαρτογράφο στην Αυλή της Λωραίνης. Το έτος 1507, με εντολή του δούκα Ρενέ Β΄, ο Βάλντζεεμυλλερ σχεδίασε έναν παγκόσμιο χάρτη με τη βοήθεια του Ρίνγκμαν, και συμφώνησε με την πρόταση του ποιητή να δώσουν στη νέα ήπειρο, προς τιμήν του Βεσπούτσι, το όνομα: Αμερική.

Έτσι γεννήθηκε ουσιαστικά ο Νέος Κόσμος, στην καρδιά και εκ καρδίας του Παλαιού. Αν δεν τον είπαν Αμεριγκή, το οφείλουμε στα λατινικά, καθότι ο Αμέριγκο υπέγραφε τις επιστολές του ως Americus Vespucius.

Το 1950, οι δημοτικές αρχές του τόπου που με φιλοξενεί εισήγαγαν από την Αμερική μιαν ειδική ποικιλία ψαριών και τα σκόρπισαν κατόπιν στη λίμνη, για να καταβροχθίσουν τις προνύμφες των μολυσμένων εντόμων και να πάψει η μαλάρια.

Η λατινική λέξη για την προνύμφη, larva, παραπέμπει σε πολύτιμο έργο του πατρός Παύλου Φλωρένσκυ περί τη βυζαντινή εικονογραφία, η παράδοση και η πρακτική της οποίας εύχομαι να ενορχηστρώνουν το μυθιστόρημα που γράφω απόψε.

Στο κείμενο του Φλωρένσκυ διαβάζουμε ότι «η λέξη larva έλαβε ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή την έννοια του αστρικού πτώματος, του “κενού”: inanis: αποτύπωμα κενό ουσίας που αφήνει ένας νεκρός, δηλαδή μια σκοτεινή δύναμη, απρόσωπη, βρυκολακική, που γυρεύει να τραφεί με φρέσκο αίμα και το πρόσωπο ενός ζωντανού (όντος) που αυτή η αστρική μάσκα θα μπορούσε να προσλάβει απομυζώντας το και να το παρουσιάσει ως δική της υπόσταση».

Η προνύμφη, εδώ, κενή ουσίας, σαν κλούβιο αυγό, είναι μόνο μια μεμβράνη που καταπνίγει το πρόσωπο, ένα βαμπίρ που λειτουργεί ως εφιαλτικός συμβολισμός, εξισώνοντας το απέθαντο με το αγέννητο ή αγίνωτο, εντέλει με το ανείδεο πλάσμα.

Με τέτοια μάσκα, επί παραδείγματι, αφανίζεται το βασανισμένο πρόσωπο του Νικολάι Σταυρόγκιν, όνομα που παρασημαίνει τον Σταυροφόρο: άρον το Ξύλο κι έλα μαζί μου. Μόνο που ο Σταυρόγκιν δεν ήθελε, κι άφησε τον βρικόλακα Βερχοβένσκι να σπείρει στο κεφάλι του προνύμφες και δαίμονες, τον Λεγεώνα στη χοάνη του νου.

Έτσι τέλειωσε ο ταλαίπωρος Σταυρόγκιν, κυριολεκτικώς αγχωμένα, σαν τον αμετανόητο εξ ανατολών ληστή, και κυρίως σαν τον αμετανόητο νομικό Ισκαριώτη: στην άτιμη αγχόνη.

Τούτου δοθέντος, φαίνεται ότι τα ψάρια που ήρθαν από τον Νέο Κόσμο ως εδώ ανήκαν στο είδος ΙΧΘΥΣ: ο Κύριος Ιησούς που εις νίκος καταπίνει τον θάνατο, τον βρικόλακα, το ολέθριο και αιμοβόρο κουνούπι. Τόσο ασήμαντοι είναι οι δαίμονες. Τόσο ατσάλι θα φάνε.

Κι όμως∙ η μοχθηρή οχλοβοή των εντόμων στο αλσύλλιο μαρτυρεί ότι ο αγών των ιχθύων δεν είναι αρκετός. Τα κουνούπια εξακολουθούν να λυμαίνονται το τοπίο, χλευάζοντας την αμεριμνησία των θνητών, που τα περιμένουν όλα απ’ τα ψάρια, και με τα ψάρια αρνούνται να συσχηματισθούν∙ να σπαράξουν κι εκείνοι∙ και να σωθούν.

Η ανακαίνιση, συνεπώς, εκκρεμεί. Η αναστολή της δίνει στο βιβλίο μου ένα πικρό περιεχόμενο, το ρίχνει σε μια τεθλασμένη γραμμή. Εκεί θα βαδίσω απόψε, σε ύδωρ λιμνάζον, καθοδόν στην Αμερική. Mundus Novus, νέα ζωή∙ μέγα κτήμα εσαεί.

Θα είναι η Vita Nova, η Nova Cronaca: έξοδος πολλή, μια αρχή δίχως τέλος. Ο αέρας λικνίζει τις λάμπες σαν θηλιές στα ικριώματα. Το βιβλίο αυτό είναι ο τόμος υπ’ αριθμόν τέσσερα της ιστορίας μου, αριθμός που θυμίζει τον τίτλο στη δεύτερη επιστολή του Βεσπούτσι, Τα τέσσερα ταξίδια. Τα έκανε;, δεν τα έκανε; Και τι σημασία έχει;

Εκ δεξιών ο ληστής με εκκαλεί: Αμερική! Αμερική! Αυτή ήταν (by the way) η τέταρτη ήπειρος που εντοπίσαμε. Στην όχθη ξεδιπλώνω τον χάρτη, ένα τετράδιο, ένα τετράπτυχο, δυο φύλλα χαρτί. Τώρα θροΐζουν στην απαρτίωση. Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 1957: «Ανοίγει η πόρτα, όπως συνήθως, τρίζουν οι αμπάρες. Παίρνω τη σούπα μου, από λουβάνες, κρεμμύδια κ.λπ. Μετά από λίγο, ανοίγει ξανά η πόρτα και μου λένε να ετοιμαστώ. Μετά τις διατυπώσεις μού βάζουν τις χειροπέδες (με παίρνει το παράπονο), με ανεβάζουν στο αυτοκίνητο και με μεταφέρουν στην Κοκκινοτριμιθιά. Νέα ζωή. Γνωστοί και άγνωστοι. Έληξε το μαρτύριο. Αρχίζει νέο».

Αρχίζει εδώ, στην όχθη μιας λίμνης στην Ιταλία, στους λόφους της Ούμπρια, στο Λάγκο Τρασιμένο. Εδώ βρέθηκα πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2005, φιλοξενούμενος του φίλου και κατοπινού μου κουμπάρου Γιάννη Σακέλλη, που σπούδαζε τότε στη Σχολή Καλών Τεχνών της παρακείμενης πόλης Περούτζια. Εκεί έζησε ο Γιάννης τα πρώτα τρία χρόνια σπουδών, προτού πιάσει ένα σπίτι στη λίμνη, σε χωριό λεγόμενο Πασινιάνο, που ασφαλώς θα πει Πέρασμα, εβραΐστί Πεσσάχ, μέγα Πάσχα.

Το πλήρες όνομα του τόπου αυτού, Passignano sul Trasimeno, Πέρασμα από το Τρασιμένο, οφείλεται στον βασιλιά της Καρχηδόνας Αννίβα Βάρκα, ο οποίος διέσχισε τη λίμνη μετά που τσάκισε τις ρωμαϊκές λεγεώνες στη βόρεια όχθη της κατά το 217 π.Χ. Στον Αννίβα, βέβαια, στο επώνυμό του, οφείλεται και το όμορφο όνομα: Βαρκελώνη.

Πίσω στην Ούμπρια, ας αναφέρω ότι το πεδίο της μάχης δεν φαίνεται σήμερα, το σκέπασαν τρυφερά τα νερά. Στο διάβα του χρόνου η λίμνη εξαπλώθηκε: είναι πλέον η τέταρτη μεγαλύτερη στην Ιταλία. Ο Αννίβας τη διέσχισε μετά λόγου γνώσεως, με ένα όνειρο απατηλό και τρελό, να φτάσει (να εισέλθει) στη Ρώμη, στη νέα και αιώνια ζωή.

Αλλά η κορυφή, έλεγε ο Νίτσε, είναι αυτό στο οποίο φτάνουμε όσο είμαστε απασχολημένοι να κάνουμε κάτι άλλο. Να γιατί ο Κολόμβος δεν κατάλαβε ότι είχε ανακαλύψει την Αμερική: ήταν απασχολημένος να τη γυρεύει – ή να την ιστορεί.

Κι ο Αννίβας, όμως (και ουσιαστικά), την Αιωνιότητα την κατέκτησε προτού σταθεί στις πύλες της Ρώμης, όταν έφερε εις πέρας ένα πέρασμα απείρως πιο δύσκολο από της λίμνης Τρασιμένο, τη διάβαση των Πυρηναίων και των Άλπεων. Με 50.000 πεζούς, 9.000 ιππείς και 37 ελέφαντες, ο Αννίβας απέδειξε ότι η πίστη και όρη κινεί, που μέχρι κι οι Ρωμαίοι το κατάλαβαν, και άρχισαν να παραμιλούν στα λατινικά. Εκείνος νίκησε τον ανίκητό τους στρατό τρεις φορές: στο Τορίνο, στον ποταμό Τρεβία, στη λίμνη του Τρασιμένο, ελληνιστί λεγόμενη και Τρασιμένη.

Την κοιτάζω απόψε, και σκέφτομαι ότι οι Ρωμαίοι βρήκαν τον δάσκαλό τους στον Καρχηδόνιο πολέμαρχο. Καιρός να βρω κι εγώ τον δικό μου: τον δάσκαλο, τον πολεμιστή, τον ποιητή. Τριάδα αδιαίρετη – plus one, που την κοιτάζει και εξίσταται.

Εν αρχή βρίσκω την καταχώρηση που διαβάσαμε εδώ παραπάνω, τελευταία στο ημερολόγιο φυλακής του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Φώτη Πίττα. Η πρώτη είχε γίνει είκοσι μία μέρες νωρίτερα, επίσης Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 1957. Ήταν πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια ακριβώς: σήμερα που γράφω είναι Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2022. Έξω βρέχει. Μέσα μας φωλιάζει η ηρεμία. Εδώ και μερικές μέρες πέθανε προσφιλής ηθοποιός της παιδικής ηλικίας μας, ο Αμερικανός Σίδνεϊ Πουατιέ. Ο Θεός να τον αναπαύσει. Στο βίντεο είχαμε γράψει παλιά, για να τη βλέπουμε πάλι και πάλι, τη συγκινητική εκείνη ταινία του, που είχε τίτλο: Στον δάσκαλό μας με αγάπη∙ ακριβέστερα: Στον κύριό μας…

Έτσι ας αρχίσει η παρούσα αφήγηση: Ραββί, Ραββί! Δάσκαλος, βέβαια, ήταν κι ο Φώτης Πίττας. Το ημερολόγιό του φυλάσσεται στο βιβλίο του Σπύρου Παπαγεωργίου με τίτλο Διά χειρός ηρώων. Στο σχετικό κεφάλαιο προτάσσεται αυτή η φράση, από μιαν επιστολή του αγωνιστή προς τους φίλους του: «Ας βαδίσωμεν τον δρόμον του Γολγοθά». Via, λοιπόν, Dolorosa – ορθότερα: Nova Via Dolorosa.

Το κεφάλαιο για τον Φώτη αρχίζει στη σελίδα υπ’ αριθμόν 252. Στην αμέσως προηγούμενη ο Παπαγεωργίου ολοκληρώνει το εκτενέστερο κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο «Οι μάρτυρες της αγχόνης», από τη σελίδα 175 μέχρι και τη σελίδα 251. Εκεί διαβάζω τ’ ακόλουθα: «Λυπούμαι που θ’ αφήσω πίσω κάποια πρόσωπα αγαπημένα. Λυπούμαι που θα τα λυπήσω. Μα δεν πειράζει. Γεια σου, μεγάλη μου αδελφή. Δεν θα γελάσουμε ξανά, λέγοντας πελλάρες. Δεν θα μιλήσουμε ούτε και τα σοβαρά μας. Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει. Τι σήμερα, τι αύριο; Γεια σας for ever (?). Σας φιλώ όλους… γραπτώς και εξ αποστάσεως. Ευαγόρας».

Έτσι κλείνει όλο το κεφάλαιο, επειδή έτσι κλείνει η τελευταία επιστολή του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, γραμμένη την παραμονή της εκτέλεσης, τη νύχτα της 13ης Μαρτίου 1957. Στην αρχή ο Ευαγόρας γράφει: «Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου».

Προτού γυρίσω σελίδα, διακρίνω στο άσπρο χαρτί, κάτω από το όνομα αυτού του παιδιού, μια βινιέτα να εικονίζει πολύπτυχο πέπλο, κρεμασμένο σε οριζόντια δοκό∙ είναι μια κουρτίνα, μάλιστα κλειστή. Η αυλαία πέφτει, πέφτει.

Η συνθήκη αυτή σαν να υπαινίσσεται ότι όσα παρακολουθήσαμε στις σελίδες 175-251, στο κεφάλαιο «Οι μάρτυρες της αγχόνης», ήταν μια καλή παράσταση, ίσως βαριετέ ή μιούζικ χολ, εννιά νόστιμα νούμερα προς τέρψη και ψυχαγωγία του κοινού.

Μια αναλυτικότερη περιγραφή της εν λόγω παράστασης, του είδους ή γένους της, δημοσιεύθηκε σε τέσσερις συνέχειες, από τις 12 μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του έτους 1810, στη βραχύβια εφημερίδα Berliner Abendblätter, Τα νυχτερινά φύλλα του Βερολίνου.

Ο συντάκτης του άρθρου, αλλά και συνιδρυτής της εφημερίδας, ήταν ο μεγάλος ρομαντικός συγγραφέας Χάινριχ φον Κλάιστ, ο οποίος έμπαινε τότε, και πιθανότατα εν γνώσει του, στην τελική ευθεία μιας δυστυχισμένης ζωής: πέθανε τον άλλο χρόνο.

Το γερμανικό όνομα Χάινριχ, αγγλιστί Χένρι, ελληνιστί Ερρίκος, αποδίδεται στα μεσαιωνικά λατινικά ως Emericus, μια ιταλική μορφή του οποίου είναι βεβαίως το όνομα Amerigo, που ο πιο διάσημος κάτοχός του το εκλατίνισε ξανά ως Americus. Ανάμεσα στα πολλά ψέματα εκείνου, δεν ξέρω πιο όμορφο, πιο αληθινό, από τον ισχυρισμό ότι το πρώτο από τα τέσσερα ταξίδια του στον Νέο Κόσμο ξεκίνησε από το Κάδιξ κατά το έτος 1497, συγκεκριμένα τον Μάιο, στις 10 του μηνός.

Το έτος 1956, η 10η Μαΐου ήταν Πέμπτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος, όταν αρχίζει η καινή βιοτή. Εκείνη τη μέρα απαγχονίστηκαν ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου, οι πρωτομάρτυρες της αγχόνης. Αμερική! είπαν. Αμερική! Έτσι άνοιξε η αυλαία, που τώρα τη βλέπω κλειστή. Πάντως, κυματίζει.

Το κείμενο του Κλάιστ εκτυλίσσεται στον δημόσιο κήπο μια νύχτα του χειμώνα, όταν ο αφηγητής συναντά μέσα στο πλήθος τον κύριο Κ., πρώτο χορευτή της Όπερας, να παρακολουθεί κουκλοθέατρο: «Εκδήλωσα την απορία μου», γράφει, «καθώς τον έβλεπα να δίνει τόση σημασία σ’ ένα είδος τέχνης επινοημένο για τον όχλο∙ είδος που, όχι μόνο το θεωρούσε άξιο για εξελίξεις υψηλότερες, αλλά φαινόταν πως μια τέτοια προοπτική τον απασχολούσε και προσωπικά».

Το ενδιαφέρον είναι εύλογο, εφόσον νωρίτερα ο κύριος Κ. «με βεβαίωσε ότι η παντομίμα των ανδρεικέλων τού προξενούσε μεγάλη ευχαρίστηση, και μου έδωσε να καταλάβω ότι έχουν να διδάξουν πολλά στον χορευτή που επιζητεί την τελειότητα».

Το έργο του Κλάιστ γνωστό ότι φέρει έναν τίτλο που θαυμάσια θα μπορούσε να αντικαταστήσει το σχήμα «Οι μάρτυρες της αγχόνης» στο βιβλίο του Παπαγεωργίου, αυτόν εδώ: Οι μαριονέτες∙ ή, σε κατά λέξη απόδοση: Περί του θεάτρου των μαριονετών.

Περί αυτού εβουλήθηκα να εξηγηθώ προ διετίας, συντάσσοντας μυθιστόρημα με τίτλο Εννέα, το οποίο εκδόθηκε κιόλας, πριν από τέσσερις μήνες, φθινόπωρο του 2021. Αν κρίνω, ωστόσο, από τις αντιδράσεις κοινού και κριτών, το θέαμα δεν ήταν και τόσο τερπνό. Και τι να κάνουμε; Η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί, ας είναι και δίχως κοινό.

Τις Μαριονέτες του Κλάιστ τις ανακαλύψαμε έναν αιώνα μετά τη δημοσίευση στα Νυχτερινά φύλλα του Βερολίνου. Η νύχτα πήζει. Δεν νομίζω ότι έχουμε τόσο χρόνο.

Αλλά ο χρόνος έχει πάψει να με απασχολεί. Το μόνο που βλέπω είναι η κουρτίνα στη σελίδα υπ’ αριθμόν 251, κάτω από το όνομα του Ευαγόρα. Το θρόισμά της ανακαινίζει την παλαιά βούλησή μου, μου επιβάλλει να διακόψω εδώ την εξήγηση. Περί ουδενός δεν βούλομαι να εξηγηθώ τώρα πια∙ και εις ουδέναν. Ποτέ πια.

Το μόνο που βλέπω είναι η λίμνη του Τρασιμένο μπροστά μου, που ο ποιητής Τζορτζ Γκόρντον, ο κουτσός λόρδος Μπάιρον, την παρομοίασε κάποτε με ασημένιο πέπλο. Κατόπιν τη χάιδεψε, όπως εγώ την αυλαία του αγγελικού κουκλοθέατρου. Τι να εξηγώ; Ακαταπαύστως ας λέω: Δεν είναι το κυριώτερο οι λακκούβες με τα λασπόνερα πλάι στη λίμνη, αλλά η ίδια η λίμνη…

Μέσα εκεί θα χαθώ, στην αντανάκλαση του αγαπημένου, απροσίτου φωτός. Τη λαλώ και την πράττω: Ραββουνί, Δάσκαλέ μου! Μπαμπάκα, Μπάτιουσκα. Είπε μοι, Στάρετς∙ δεν μιλώ αφ’ εαυτού μου.

Η ώρα περνά, η νύχτα βαθαίνει με ρίγη. Η λίμνη σαλεύει στον άνεμο, καθώς ο άνεμος στα φύλλα σφυρίζει, θρηνεί. Τη λυπητερή αυτή μουσική οι ντόπιοι την έχουν ταυτίσει με το κλάμα μιας νύμφης που λέγεται ότι παρεπιδημεί στα νερά, καλουμένης Αγκίλα. Στη λατινική του μορφή, και σε παραλλαγές όπως ancilla ή αguila, το όνομα Agilla ερμηνεύεται ως θεραπαινίδα, αλλά και αετός, και κυρίως ως το κοίλο κάποιας ασπίδας. Εκεί φυλαγμένος, ο ιππότης αισθάνεται ότι η νύμφη του δεν είναι παρά μια αγκαλιά. Αυτή αντισταθμίζει για όλες τις μολυσμένες προνύμφες, αυτή αρκεί για να γιάνει η μαλάρια. Το πένθος της, ο λυπημένος σκοπός στην ακρολιμνιά, την ορίζει μαυρομαντηλού, μάταια καθώς περιμένει τον άντρα της, τον πνιγμένο πρίγκιπα Τρασιμένο. Ο θρύλος λέει ότι εκείνος την πήρε κάποτε απ’ το νερό, την παντρεύτηκε μ’ ένα φιλί, τη στόλισε μ’ ένα πέπλο ασημένιο. Ο πνιγμός του, κατόπιν, το μαύρισε.

Θεία Φλωρού, στέκεις ακόμη; Πάτερ ιερομάρτυς Φλωρένσκυ; Εσύ, Φλωρεντία, μητέρα μου; Αλίμονο: όχι πια Φλώρα, παιδί μου. Λάβρα με λένε. Larva λογίζομαι. Ένα αποτύπωμα κενό ουσίας!

Μαζί με τα φύλλα των δέντρων, η αύρα της κάνει να τρίζουν και κάτι φύλλα παρατημένης εφημερίδος στο διπλανό μου τραπέζι. Για να φυλαχτώ από το κρύο, τα τυλίγω στο σώμα μου, όπως σε ψάρι. Μια ζεστή αγκαλιά, μια ασημένια θωράκιση.

Με εφημερίδες για άμφια ξέρουμε ότι ο ποιητής Καρούζος παρίστανε τον παπά όταν ήταν παιδί, τελώντας τη λειτουργία στο σαλόνι, προς τέρψη του ιερέα παππού και της ευλαβούς του μητέρας. Τη μετοχή την αξιώθηκε αργότερα, με την ποίησή του.

Τα δύο αυτά στάδια μαθητείας, την παιδική μίμηση και τη συνειδητή μετοχή, τα παντρεύω απόψε στην όχθη της λίμνης, μπροστά στην κουρτίνα, σε ένα ασημένιο πουκάμισο. Το κενό του φουσκώνει με την πνοή της Αγκίλα, με την ανάσα από εννιά πνιγμένα παιδιά. Σας φιλώ όλους, γραπτώς και εξ αποστάσεως. Καμιά άλλη εξήγηση.

Η παράσταση θα είναι μυστική τελετή. Η εφημερίδα, που το πρωτοσέλιδό της το έχω πάρει και βάλει κατάκαρδα, δίνει τον τίτλο σ’ αυτή την αφήγηση, δίνει κυρίως τον τίτλο στον αφηγητή αυτού του βιβλίου. Με τα ρω του έρωτα: Corriere della Sera.

Πρόκειται για μιαν από τις παλαιότερες εφημερίδες της Ιταλίας, που κυκλοφορεί από τον 19ο αιώνα, και είναι ασφαλώς συντηρητική, φοβάμαι και με κάποιες φασιστικές παρεκκλίσεις κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μουσολίνι. Ύστερα ήρθε στα ίσα της.

Τον Μάρτιο του 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού, η Corriere della Sera άφησε να διαρρεύσει η είδηση ότι η ιταλική κυβέρνηση σκεφτόταν την επιβολή κατ’ οίκον περιορισμού, προκαλώντας πανικό, αλλά υποχρεώνοντας και την κυβέρνηση να εφαρμόσει το λοκντάουν μιαν ώρα αρχύτερα. Ίσως να ήταν σωτήριο.

Η διαρροή αυτή, σαν προφητεία που εκπληρώνει τον εαυτό της, ή σαν είδηση ενός γεγονότος που ακόμη δεν έχει συμβεί (αλλά συνέβη), με εμπνέει να διεκδικώ για λογαριασμό μου, ελπίζω με μιαν επαινετή αναίδεια, το ένδοξο όνομα της φυλλάδας.

Στα ελληνικά θα αποδίδαμε το όνομα ως ΝυχτερινόςΒραδινός ή Εσπερινός) Ανταποκριτής ή Αγγελιοφόρος ή Κήρυκας∙ ή: Μαντατοφόρος. Εναλλακτικά, και με πιο δραματική διάθεση, θα πρότεινα επίσης τον Άγγελο του Σκότους. Εκεί ανάβει το Φως.

Έπειτα, με τόσα λοκντάουν κατά την τελευταία διετία, πιστεύω να είναι σε όλους οικεία και η συγγενής του Corriere αγγλική λέξη κούριερ. Το ξέρω ότι κανείς δεν με κάλεσε – και ποιος σας είπε ότι ήρθα;

Στην όχθη ενώνω τα χέρια, στην ακτή αρχινώ την παράσταση. Ο αέρας φυσά, η σελίδα γυρίζει. Κεφάλαιο τέταρτο – τόμος, γραφή και ταξίδι. Ο Φώτης Πίττας. Ας βαδίσουμε τον δρόμο του Γολγοθά. Let’s go. Andiamo. Και ασφαλώς: Avanti, avanti!

Ευρίσκομαι, λοιπόν, επί ποδός πολέμου, μεγάλου, αόρατου. Επανευρίσκω τον εαυτόν μου διά χειρός ηρώων, μαρτύρων, παιδιών. Οι κούκλες γίνονται δάσκαλοι. Οι μαριονέτες γίνονται χειριστές. Ραββί: μάθε με τώρα να βαδίζω στα κύματα.

Στη βοή υδάτων πολλών∙ στη φωνή επί τόσων νερών: Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.

Έτσι τον ακολούθησε, πρώτη διδάξασα, η κούκλα και παρθένος μητέρα του, κοριτσάκι ακόμη, διεισδύοντας στο άδυτο του ναού, με το αδράχτι και την κλωστή που τον τύλιξε. Το Μέγα Ψάρι. Η πολλή είσοδός της τιμάται στις 21 Νοεμβρίου.

Τη αυτή ημέρα, το έτος 1811, ο Χάινριχ φον Κλάιστ αυτοκτόνησε στην όχθη της λίμνης Βάνζεε μαζί με την αγαπημένη του, Ενριέτα Βόγκελ, το όνομα της οποίας, Henrietta, θυμίζει την αγγλική εκδοχή του δικού του, Henry, ο Ερρίκος, η Έρρικα.

Αμέρικα, Αμέρικα, στενάζει ο ήρωας στην ομώνυμη ταινία του Ελία Καζάν, ένα Ελληνόπουλο που διασχίζει τη Μικρά Ασία αναζητώντας τη θάλασσα, να πάρει το πλοίο και να πάει στην Αμερική, να σωθεί, να ανασάνει. Τον λένε: Σταύρο.

Μετά που εκείνος πήγε στον Νέο Κόσμο, στον Παλαιό έσπασαν τον Σταυρό και τον έκαναν σβάστικα, προπαντός σ’ ένα κάστρο στην όχθη της λίμνης Βάνζεε, εκεί όπου επισημοποιήθηκε, στις 20 Ιανουαρίου 1942, επιχείρηση λεγόμενη Τελική Λύση.

Τον άλλο μήνα, στον Νέο Κόσμο, και συγκεκριμένα στη Βραζιλία, ο συγγραφεύς Στέφαν Τσβάιχ, ανήμπορος ν’ αντέξει την καταστροφή της Ευρώπης, έφυγε πρώτος, σαν πρωτομάρτυρας Στέφανος, αυτοκτονώντας μαζί με τη σύζυγό του Λότε Άλτμαν.

Τα βαρβιτουρικά που νανούρισαν το ζεύγος Τσβάιχ προσομοιάζουν με το άνευ στοιχείων σκοτεινό δηλητήριο που παρήγγειλε ο στρατηγός Αννίβας στη Βιθυνία, στην αυλή του βασιλιά Προυσία, εκεί όπου είχε καταφύγει για να σωθεί από τους Ρωμαίους. Στα εξήντα πέντε του χρόνια, κουρασμένος και μόνος, τόσο μόνος, ο Αννίβας σήκωσε το ποτήρι και είπε: «Ας απαλλάξουμε τους Ρωμαίους από την ανησυχία». Και ήπιε.

Αλήθεια: τι να εξηγήσει κανείς; Ας απαλλάξουμε το κοινό από την ανησυχία!

Ω άστρα και πράγματα, μη κοιτάτε εμένα αλλά τον Κύριο που έχει τα όμματα. Αυτός μόνον βλέπει. Αυτόν να κοιτάτε και θα δείτε τον εαυτό σας στην πατρίδα σας…

Κύριε, ωραίο μου μανδήλιο, στολισμένο με τα χρυσά Σεραφείμ! Σκέπασέ με, όπως το πέπλο τη χήρα, και μάζεψε τα δάκρυά μου. Μέσα τους κοχλάζει η λύπη όλων των πλασμάτων Σου…

Σε αυτό το μαντήλι αχνοφαίνεται κιόλας η μορφή που ζητώ, πλήρης ουσίας, ή η ίδια η ουσία, η απέραντη του γένους υπόσταση. Το αποτύπωμά της διαγράφεται στο πολύπτυχο πέπλο, στο μαύρο νερό∙ ένα κιαροσκούρο πορτρέτο, ατελές, ατελείωτο. Η χειρ των ηρώων περιπλέκεται με τη χείρα Κυρίου. Η κλωστή τεντώνεται, το νήμα χορεύει σε ξύλο σταυρόσχημο, μου φέρνει τα νέα της πιο όμορφης μέρας. Τόσα χέρια εργάζονται μέσα μου, τόσα με χρίζουν Corriere della Sera.

Τα άφθονα χέρια: Ετούτα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα / ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέραν…

Το μεσαιωνικό ρήμα αναθιβάλλω σημαίνει μιλώ και θυμάμαι, μνημονεύω και ανιστορώ. Παρόμοιο ρήμα το αντιβάλλω, εξ ου το ανθίβολο, που θα πει ίχνος ή χνάρι, που θα πει αποτύπωμα – κενό ουσίας; Αλίμονο: το αγγίζω, και διαπιστώνω υγρασία.

Η λέξη ανθίβολο απαντά για πρώτη φορά σε κρητικό έγγραφο του 1560, αλλά αθανατίζεται χάρη στον ιερομόναχο ζωγράφο Διονύσιο τον εκ Φουρνά, που εξηγεί την αληθινή σημασία της στο σύγγραμμά του με τίτλο Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης.

Στο πλαίσιο της βυζαντινής εικονογραφίας, τα ανθίβολα ήταν σκίτσα, σχέδια εικόνων με περιγράμματά τρύπια, ώστε από τις οπές να περνά η καρβουνόσκονη που σκόρπιζαν οι ζωγράφοι, κι έτσι να σχηματίζεται η μορφή πάνω στο ξύλο, εκεί όπου κατόπιν, με πινέλο και χρώματα, θα αναπτυσσόταν η τέλεια, αγία εικόνα προσώπου.

Η εν λόγω εικόνα, που ο πατήρ Φλωρένσκυ την αποκαλεί Lik, συνιστά την πιο κατακόρυφη υπέρβαση της larva, είναι η υπερχείλιση του κενού, και δεν περιορίζεται στα συμβατικά χαρακτηριστικά του προσώπου, παρά εκφράζει το ολόφωτο ύψος του. Ας πούμε ότι πρόκειται για μια προσωπογραφία της καρδιάς.

Κατά κει πηγαίνοντας (εννοώ: κατάκαρδα), ο καθηγητής Γκέροφ, επικεφαλής της Μεσαιωνικής και Αναγεννησιακής Ορθόδοξης Τέχνης στην Κρύπτη του Εθνικού Μουσείου Καλών Τεχνών Βουλγαρίας, επισημαίνει ότι τα βυζαντινά ανθίβολα «δεν προορίζονταν για το κοινό και πιθανότατα δεν έφευγαν παραέξω από το εργαστήρι».

Ο καθηγητής τα γράφει αυτά στον πρόλογο για την έκθεση με τίτλο Ανθίβολα. Άγια σχέδια από του Χιονιαδίτες ζωγράφους, που περιόδευσε σε ευρωπαϊκές πολιτείες προτού καταλήξει στο Μουσείο της Ύδρας το 2014, με νέο τίτλο, Ανθίβολα εκ του Ανεσπέρου Φωτός. Σχέδια για εικόνες και εκκλησίες από τους Χιονιάδες στην Ύδρα.

Στους Χιονιάδες, ένδοξο χωριό της Ηπείρου, έδρασαν τον 18ο και 19ο αιώνα οικογένειες ζωγράφων όπως οι Παπακωστάδες και οι Μαρινάδες, και τα δικά τους ανθίβολα φιλοξενήθηκαν στην έκθεση, πλάι σε πιο πρόσφατα, του Βασιλείου, του Εγγονόπουλου κ.ά., και του συνονόματου με τον δάσκαλο Πίττα Φώτη Κόντογλου.

Τα ανθίβολα, λέει ο Αθηνών Ιερώνυμος, ήταν ένας διάλογος των καλλιτεχνών με τον ίδιο τον εαυτό τους, με μόνο στόχο «να απαυγάσουν το θείο φως κατά τον καλύτερο τρόπο». Κι έτσι, συνεχίζει, οι ζωγράφοι από τους Χιονιάδες εισήλθαν στην «αλυσίδα των βυζαντινών τεχνιτών της εικονογραφίας και με τρόπο μοναδικό, στηριζόμενοι στην παραδοσιακή μεθοδολογία και διαλεγόμενοι με τα ρεύματα της νεωτερικότητας της εποχής τους, πέτυχαν να μας ανεβάσουν «από τα αισθητά στα νοητά, από εκείνα που βλέπουμε με τα μάτια μας, σε εκείνα που βλέπει όποιος έχει μάτια πνευματικά, δηλαδή από τα εφήμερα στα αιώνια», κατά την έκφραση του Φώτη Κόντογλου».

Για τη δική μου ανάβαση στην αιωνιότητα, η εφημερίδα θα είναι μια καλή βάση, αφετηρία, αρχή. Η συγκεκριμένη μάλιστα, η Corriere della Sera, μαθαίνω ότι είναι από τις εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ιταλία: τη διαβάζουν χιλιάδες. Εδώ δεν έχει μείνει κανείς. Κι έτσι, όμως, το δικό της εφήμερο είδος, μπορεί και το στιλ, με οδηγεί σε μιαν αιώνια μορφή, στη σελίδα 252 του βιβλίου που λέγαμε, του βιβλίου που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 1957. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά: το ανόμημα σβήνει, το μήνυμα γράφεται. Στα νερά.

«Με συνέλαβεν η αστυνομία (20 άτομα), στο σπίτι του Γεωργίου Χατζηγέρου στη Βατυλή, η ώρα 4 π.μ. Ξυλοκόπημα από τις 5 π.μ.-11 π.μ. στον σταθμόν Αμμοχώστου. Ντήαρ, Λίγκουϊτ, Ρόμαν (Μάριος), Οσμάν και άλλοι. Ημέρα φρίκης, αγωνίας, πόνου. Σπάσιμο πλευρών. Παράλυσις δυνάμεων. Ουραιμία. Κρύο».

Στην όχθη τελειώνω την μπίρα μου, τσαλακώνω το άδειο ποτήρι, κοιτάζω το άλσος που ερήμωσε. Οι θαμώνες έχουν γυρίσει στα σπίτια τους, τα κουνούπια επίσης. Τα ψάρια δεν κοιμούνται ποτέ. Το κορίτσι στον πάγκο μού δίνει άλλη μια μπίρα, και τα ρέστα σε κέρματα. Το τζουκ μποξ είναι ακόμη ανοιχτό. Ελένη, Βεατρίκη, Λενόρ;

Το κορίτσι χαμογελά νυσταγμένα, και όλα εξαίφνης φωτίζονται. Αυτή, μια μόνη, αρκεί για να διαβάσει το κείμενο, αρκεί για ν’ αναστήσει, μαζί με μένα, την πιο όμορφη μέρα. Την ευχαριστώ∙ σε ευχαριστώ μ’ ένα νεύμα: Βασικά, buona sera.

⸙⸙⸙

[Πρόκειται για το πρώτο αφήγημα του μυθιστορήματος με τίτλο Μπεφάνα (εναρκτήριο της δεύτερης τριλογίας και τέταρτο συνολικά στο εγχείρημα Νέα Κρόνακα), που θα εκδοθεί από τον Ίκαρο κατά το φθινόπωρο του 2026.]

Κύλιση στην κορυφή