Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Βασίλης Παπαδόπουλος

De gustibus non est disputandum

Ο Richard Le Gallienne γράφει στα απομνημονεύματά του πως στην αρχή της δεκαετίας του 1890 είχε ακούσει τον Oscar Wilde να διηγείται την παρακάτω ιστορία: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μαγνήτης, και σε απόσταση όχι μεγάλη από αυτόν ζούσαν κάποια ρινίσματα σιδήρου. Μια μέρα, δυο τρία από αυτά τα ρινίσματα ένιωσαν μια ξαφνική επιθυμία να επισκεφτούν τον μαγνήτη και άρχισαν να συζητάνε για το πόσο ευχάριστη θα ήταν μια τέτοια επίσκεψη. Κάποια ρινίσματα που βρίσκονταν εκεί κοντά, άκουσαν τυχαία τη συζήτηση και βρήκαν εξαιρετική την ιδέα. Κι άλλα ρινίσματα σύντομα μπήκαν στη κουβέντα κι έτσι η αρχική τους παρόρμηση άρχισε να γίνεται μια πολύ έντονη επιθυμία. Εν τω μεταξύ, χωρίς να το παρατηρήσουν, τα ρινίσματα είχαν αρχίσει αθέλητα να κινούνται προς τον μαγνήτη ο οποίος στεκόταν ακίνητος χωρίς να δίνει σημασία στο τι γινόταν γύρω του. Κάποια ρινίσματα στο μεταξύ άρχισαν να λένε πως ήταν καθήκον τους να επισκεφτούν τον μαγνήτη, η επιθυμία τους έγινε γρήγορα ξέφρενος ενθουσιασμός και σύντομα ρινίσματα από κάθε κατεύθυνση κινούνταν με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα προς τον μαγνήτη παρασύροντας κι όσα ρινίσματα βρίσκονταν στο δρόμο τους. Ο μαγνήτης στεκόταν ακίνητος χαμογελώντας αδιάφορα, ενώ τα ρινίσματα δεν είχαν καμιά αμφιβολία πως η επιθυμία τους να επισκεφτούν τον μαγνήτη δεν ήταν παρά προϊόν της ελεύθερής τους βούλησης και μόνο.

Δεν έχει τόση σημασία αν όντως ο Ουάιλντ διηγήθηκε ή όχι αυτή την ιστορία. Ας δούμε για λίγο αυτή τη παραβολή κάτω από ένα άλλο πρίσμα, ας την διαβάσουμε σαν να αναφέρεται στον τρόπο που οι άνθρωποι διαμορφώνουν τα μουσικά τους γούστα, τις μουσικές τους προτιμήσεις και, γιατί όχι, όλες τους τις προτιμήσεις (άλλωστε ο Ουάιλντ θα μπορούσε να εννοεί πολλά περισσότερα, παρότι η θέση του στην αγγλική κοινωνία δεν θα του επέτρεπε να μιλήσει και τόσο ανοιχτά, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα). Γι’ αυτό θα χρειαστεί να «ανοίξουμε» κάπως το πλάνο και να δούμε, πέρα από το επεισόδιο που περιγράφεται εδώ, τη γενικότερη συμπεριφορά των «ρινισμάτων».

Αρχικά, ας δεχτούμε πως τα ρινίσματα διαχωρίζονται σε ομάδες ανάλογα με το πόσα χρήματα έχουν, το πόσο μορφωμένα είναι και το ποια είναι η θέση τους μέσα στην κοινωνία που έχουν σχηματίσει. Τα ρινίσματα με τα περισσότερα χρήματα συγκροτούν μια ομάδα που στέκεται ψηλότερα, ελέγχοντας εν πολλοίς την κοινωνία, με τις άλλες ομάδες να βρίσκονται χαμηλότερα, θα είναι ας πούμε η άρχουσα τάξη των ρινισμάτων, με τα υπόλοιπα ρινίσματα να είναι τα κυριαρχούμενα. Προφανώς, η ομάδα που βρίσκεται σε θέση ελέγχου θέλει να διατηρήσει την κυριαρχική της θέση χρησιμοποιώντας κάθε μέσο.

Ας σκεφτούμε για λίγο την κατάσταση που επικρατούσε λίγο πριν διαμορφωθούν οι ομάδες ή περίπου τον καιρό που πρωτοδιαμορφώθηκαν. Καθώς όλα τα ρινίσματα ήταν σχεδόν στην ίδια κατάσταση, λειτουργώντας grosso modo με παρόμοιο τρόπο, θα κοινωνικοποιούνταν με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, θα διασκέδαζαν, θα φέρονταν κ.τ.λ. με τον ίδιο πάνω κάτω τρόπο και καθώς η πιο σημαντική και πρώτη χρονικά σχέση όλων των ρινισμάτων είναι η σχέση με το σώμα τους το ίδιο, θα το χρησιμοποιούσαν πολύ –σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο– σε κάθε τους εκδήλωση (κοινωνική, θρησκευτική κ.λπ.). Έτσι, θα χόρευαν, θα τραγουδούσαν όλα μαζί, θα γλεντούσαν όλα μαζί, θα έπαιρναν μέρος μαζικά σε λατρευτικές τελετές.

Η ομάδα όμως που θα διαφοροποιούνταν ως προς τα οικονομικά μέσα και που θα είχε αποκτήσει τον έλεγχο του συνόλου θα γνώριζε καλά πως τα διαφορετικά πράγματα διαφοροποιούνται σ’ εκείνο μέσω του οποίου μοιάζουν, επομένως αν ήθελε να κάνει φανερή τη διαφορά της σε σχέση με τις άλλες ομάδες, θα έπρεπε να διαφοροποιηθεί σε όλους τους τομείς τόσο ώστε κανένας να μην ξεχνά την απόσταση που τη χωρίζει από αυτές και η οποία θα πρέπει να διακρίνεται ξεκάθαρα και να διατηρείται σε κάθε περίπτωση. Έτσι, σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής από τον τρόπο που ντύνεται, χτενίζεται, τρώει κανείς, μέχρι τον τρόπο που διασκεδάζει, μιλάει, συμπεριφέρεται κ.τ.λ., η ομάδα κυριαρχίας διαφοροποίησε τον τρόπο που λειτουργούσε. Ας σκεφτούμε τις «λαϊκές» διασκεδάσεις σε περιοχές μακριά από τις μεγάλες πόλεις, τις γιορτές στις οποίες παίρνει μέρος πλήθος κόσμου, χορεύοντας και τραγουδώντας, τα υπαίθρια πανηγύρια που συνδυάζονται με θρησκευτικές τοπικές γιορτές και που ακόμα κρατάνε κάποιο μικρό κομμάτι του παλιού τους χαρακτήρα. Και την ίδια στιγμή ας αναλογιστούμε πώς διασκέδαζαν οι «αριστοκράτες» και αργότερα οι μεγαλοαστοί, οι οποίοι κρατούσαν τη βασική δομή των λειτουργιών των χαμηλών τάξεων διαφοροποιώντας τες όμως τόσο ώστε οι «δικές» τους να μην συγχέονται με αυτές. Έτσι, για παράδειγμα στους λαϊκούς, μαζικής συμμετοχής χορούς με τις τολμηρές κινήσεις, που παραλλάσσονταν κατά το δοκούν και στους οποίους ενεργό ρόλο είχαν και όσοι με ζωηρές φωνές παρότρυναν τους χορευτές να συνεχίσουν ή τους πείραζαν με αθυρόστομα σχόλια, οι «ευγενείς»-ιδιοκτήτες γης αντέτασσαν χορούς πιο «κόσμιους», λιγότερο «χυδαίους», χορούς με αυστηρά προσεγμένες κινήσεις και φιγούρες∙ στα πειραχτικά, συχνά σεξουαλικού περιεχομένου τραγούδια του λαού, αντιπαράθεταν τραγούδια με θέματα πιο «υψηλά», στις λαϊκές παραστάσεις με τα χοντροκομμένα αστεία παραστάσεις σε κλειστό κύκλο, στην αυλή ενδεχομένως κάποιου ευγενή, «μαικήνα», αριστοκράτη κ.τ.λ. Με τα χρόνια οι διαχωριστικές αυτές γραμμές εμπεδώθηκαν και έγιναν μάλλον πιο έντονες –στη συμπεριφορά, στο ντύσιμο, ως και στον τρόπο που έτρωγαν– διατηρώντας την αρχική τους στόχευση, να ξεχωρίζουν δηλαδή από τους «άλλους».

Οι διαφοροποιήσεις επεκτάθηκαν σε κάθε κομμάτι της ζωής, ούτως ώστε τα όρια μεταξύ των ομάδων να είναι διακριτά –και να θεωρούνται με τον καιρό «φυσικά» από όλους. Οι κατώτερες ομάδες, οι «λαϊκές» τάξεις, «έμαθαν» να «προτιμούν» «ελεύθερα» τον τρόπο διασκέδασής τους, τις μουσικές που «αγαπούσαν» ή που έμαθαν να αγαπούν, στοιχεία που έμαθαν να ταυτίζουν με την τάξη τους, ενώ ταυτόχρονα καλλιέργησαν μια αδιαφορία για τους τρόπους των «άλλων» τάξεων, αποκλείοντας εκούσια τον εαυτό τους από αυτούς, καθώς τους απέδιδαν ιδιότητες που –βολικά, καθώς η ανάγκη μετατράπηκε σε φιλοτιμία– φαίνονταν απωθητικές.

Παρομοίως, η κυρίαρχη τάξη καλλιέργησε τις μουσικές της προτιμήσεις αποδίδοντάς τους ιδιότητες στον αντίποδα των «λαϊκών» προτιμήσεων. Η μουσική τους ήταν πιο «σοβαρή», πιο «βαριά», πιο «αναιμική», πιο «εξευγενισμένη», πιο «πνευματική» –είναι σημαντικό να αποδίδονται ιδιότητες ΚΑΙ θετικής απόχρωσης προκειμένου να διατηρείται ευδιάκριτα η απόσταση, ενώ παράλληλα αποδίδονται στους «άλλους» αρνητικές ιδιότητες, όπως π.χ. χυδαίος, βάρβαρος, χοντροκομμένος κ.τ.λ.

Και μπορεί στη δυτική Ευρώπη, κυρίως, οι κοινωνίες να αναπτύχθηκαν με μια σχετική συνέχεια –οπότε αυτές οι διαδικασίες προχώρησαν σχεδόν χωρίς διακοπή έως σήμερα– αλλά στον Ελλαδικό χώρο τα πράγματα έμειναν για καιρό σε μια άτυπη «κατάψυξη», ουσιαστικά σε μια φεουδαρχικού τύπου συνθήκη μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα (ίσως και λίγο αργότερα). Έτσι η ελληνική «άρχουσα» τάξη του ελληνικού βρέφους-κράτους –με αμιγώς οικονομικά στοιχεία υπεροχής, αφού στην Ελλάδα ούτε αριστοκρατία γαλλικού ή αγγλικού τύπου υπήρξε ποτέ, ούτε φυσικά «ευγενείς», «γαλαζοαίματοι» ή «ελέω Θεού» άρχοντες– έπρεπε να καλύψει σε λίγα χρόνια απόσταση που οι δυτικοευρωπαίοι κάλυψαν σε αιώνες ολόκληρους. Παρόλα αυτά η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε –αν και πολύ πρόχειρα– με την ίδια στόχευση. Η ανερχόμενη αστική τάξη φρόντισε να κάνει σαφείς τις διαφορετικές ιδιότητες της δικής της κουλτούρας, της δικής της μουσικής, του «ευρωπαϊκού» τραγουδιού, του «αστικού» τραγουδιού πρωτίστως και σε πολύ μικρό βαθμό της «σοβαρής» (ξενόφερτης «κλασικής») μουσικής που, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε προλάβει ή δεν μπορούσε να αφομοιώσει, η οποία όμως χρησιμοποιήθηκε όπως-όπως μιας και έπρεπε να υπάρχει για να είναι ευδιάκριτη η αντίθεση με τη «λαϊκή» μουσική, που όφειλε να απευθύνεται σε «λούμπεν» στοιχεία της κοινωνίας και μόνο (λαϊκά, ρεμπέτικα κ.λπ.).

 Βασική προϋπόθεση για να διατηρηθεί αυτή η «σχέση» ανάμεσα στις διαφορετικές κουλτούρες είναι και η παρουσία του στοιχείου της ηθικής που πάντα βοηθάει στη διατήρηση των ισορροπιών. Η «λούμπεν», «λαϊκή» τάξη ήταν φυσικά μια ολωσδιόλου διαφορετική ομάδα –και έτσι έπρεπε να είναι– όμως είχε κάποια στοιχεία καλοσύνης, είχε έναν «κώδικα τιμής» και διατηρούσε μια «ηθική» καθαρότητα που εκφραζόταν με τη μουσική της, με την ατόφια (ακατέργαστη και βάρβαρη εννοείται, αλλά και προικισμένη με μια πρωτογονική αθωότητα) «λαϊκή» ψυχή που μιλούσε μέσα από αυτήν. Έτσι θα συνέχιζε να έχει τη θέση που είχε, όμως τώρα θα είχε επιπλέον το «φωτοστέφανο» του «καλόψυχου» κ.τ.λ.

Βέβαια, στην ελληνική πραγματικότητα, που όπως είπαμε, τάξη «ευγενών», «αριστοκρατών» κ.λπ. δεν υπήρξε παρά μόνο άρχουσα τάξη οικονομικού χαρακτήρα, παρατηρεί σήμερα κανείς πως και αυτή η νεότευκτη «ανώτερη» τάξη προσεταιρίζεται «λαϊκούς» τρόπους διασκέδασης και «λαϊκά» ακούσματα, ακριβώς διότι στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κομμάτι της «λούμπεν» τάξης από την οποία αποσπάστηκε κερδίζοντας χρήματα με διάφορους τρόπους: κατάφερε μέσω «βραχυκυκλώματος» (sic) –κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και στις γεμάτες με οικονομικές «ευκαιρίες» δεκαετίες του 1950 και του 1960– να βρεθεί (και αυτή) στο οικονομικό τιμόνι της χώρας, διατηρώντας όμως τις ιδιότητες της τάξης από την οποία προερχόταν, χωρίς να αλλάξει το μορφωτικό της φορτίο (παρότι προσπαθεί να «πιθηκίσει» τις επιφανειακές ιδιότητες μιας κάποιας «άρχουσας» τάξης ή, τέλος πάντων, τη στρεβλωμένη εικόνα μιας «άρχουσας τάξης» όπως την προσλαμβάνει μέσα από τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ που αλληθωρίζουν μεταφέροντας στα ελληνικά μάτια την εικόνα της αντίστοιχης οικονομικής ελίτ του εξωτερικού, οι οποίες όμως –και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ– έχουν πάρα πολύ μεγάλη συμβολική δύναμη και ως εκ τούτου τεράστια ψυχολογική και επομένως πραγματική δύναμη). Αυτό φυσικά έχει περιορίσει αισθητά την «παλιότερη» (έτσι κι αλλιώς εξαιρετικά ολιγάριθμη) «αστική» τάξη, μαζί και τις ιδιότητες/προτιμήσεις της καθώς και την «κουλτούρα» της που την ξεχώριζαν από τις υπόλοιπες τάξεις.

Έτσι, τα ρινίσματα συνεχίζουν να κινούνται με φρενήρεις ρυθμούς νομίζοντας πως κινούνται ιδία βουλήσει, η κουλτούρα τους –την οποία έχουν μάθει να αγαπάνε σαν καλά ρινίσματα– είναι κάτι που υπερασπίζονται με πάθος, απέναντι στο «άλλο» που έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν με ένα μείγμα αδιαφορίας και απέχθειας χωρίς να αντιλαμβάνονται πως οι μαγνήτες στέκονται αδιάφοροι και χαμογελαστοί βλέποντας τα πράγματα να λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι.

Κύλιση στην κορυφή