Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν

Βίβιαν Στεργίου

Δε νομίζω ότι η συγγραφή είναι δουλειά για εκλεκτούς

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να επιλέξει τι θα διαβάσει κανείς. Άλλοι επηρεάζονται απ’ τις επιλογές του βιβλιοπωλείου όπου συχνάζουν. Άλλοι απ’ όσα είπε κάποιος/κάποια φίλος/φίλη ή κάποιος λογαριασμός στα σόσιαλ που ακολουθούν. Μερικοί ακούν τους συναδέλφους τους να ενθουσιάζονται με κάποιο βιβλίο, να μιλούν γι αυτό online και τελικά το παίρνουν. Κάποιοι εμπιστεύονται την κριτική που εμφανίζεται σε εφημερίδες και περιοδικά κι άλλοι όχι. Συχνά ζέχνουν μία κλειστότητα αυτού του είδους οι κριτικές ή «βιβλιοπαρουσιάσεις». Κοιτούν προς τα μέσα, προς τον «κόσμο του βιβλίου» και όχι προς τα έξω, προς τους ανθρώπους που θέλουν να διαβάσουν ένα βιβλίο στο διάλειμμα απ’ την εξοντωτική δουλειά ή το πρωί πριν πάνε στο γραφείο ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς που πρέπει κάπως να γίνουν υποφερτά. Αν πρέπει να διαλέξω τι κυριαρχεί τώρα, θα έλεγα πως μάλλον ο περισσότερος κόσμος διαλέγει τι θα διαβάσει απ’ αυτά που του λένε οι φίλοι κι οι γνωστοί του κι απ’ αυτά που βλέπει στα σόσιαλ (instagram/twitter οι νεότεροι, facebook οι μεγαλύτεροι). Δεν το αξιολογώ, απλώς νομίζω ότι έτσι είναι.

Κάποιοι εξασκημένοι καταναλωτές εφημερίδων, περιοδικών και κειμένων σε λογοτεχνικά σάιτ αφήνονται να επηρεαστούν από κριτικές που βγαίνουν, επειδή ξέρουν πότε διαβάζουν μια ειλικρινή πρόταση, πότε τους μεταδίδεται αληθινός ενθουσιασμός απ’ τον/την κριτικό για το βιβλίο που συζητείται και πότε απλώς γίνεται μια τυπική αναφορά που πασχίζει να φανεί ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν αξιόλογες αναφορές σε βιβλία στον τύπο και τα site. Συχνά γραμμένες από ανθρώπους που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως κριτικοί, αλλά απλώς ως μεσολαβητές ανάμεσα σ’ ένα καλό βιβλίο και το πιθανό κοινό του. Οι αγαπημένες μου είναι αυτές που έχουν κάτι προσωπικό. Εκεί που ο/η κριτικός δε φοβάται να εκτεθεί και να πει πώς ένιωσε διαβάζοντας το βιβλίο πραγματικά, να αποκαλύψει πράγματα για τη δική του/της ζωή και να αφήσει έτσι σ’ εμάς που διαβάζουμε την κριτική να ξεκλέψουμε ματιές όχι μόνο απ’ το βιβλίο που παρουσιάζεται αλλά κι απ’ τον εσωτερικό κόσμο του/της συντάκτη/συντάκτριας της κριτικής.

Μερικές φορές οι παρουσιάσεις βιβλίων, συγγραφέων, έργων στον τύπο (online και στο χαρτί) είναι σαν να απευθύνονται σε ένα κλειστό σύστημα μυημένων. Δεν αποκλείεται η ανάγνωση να απαιτεί μύηση, αλλά δουλειά όσων γράφουν για το βιβλίο είναι μάλλον να κάνουν ελκυστικό το ενδεχόμενο της μύησης σε μεγάλο αριθμό προσώπων, ενώ ταυτόχρονα βοηθούν τους συγγραφείς να βελτιώνονται. Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να δουλέψουν σκληρά ώστε να ξανακερδίσουν τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη των αναγνωστών και σ’ αυτό το πεδίο. Θέλει προσπάθεια, για να τραβήξουν επαρκώς την προσοχή του κοινού στο βιβλίο, γι αυτό πρέπει να βρίσκουν συνέχεια κάτι ειλικρινές και συναρπαστικό να πουν. Όταν οι στήλες του βιβλίου μυρίζουν αντρίλα, παλιά εποχή, πλήξη, περιττό ακαδημαισμό και αβάσιμες φιλοφρονήσεις μεταξύ φίλων ο κόσμος το καταλαβαίνει και στρέφεται αλλού. Οι άνθρωποι του χώρου του βιβλίου πρέπει να μεταδίδουν τη χαρά της ανακάλυψης. Αυτές τις διαρκείς συγκινήσεις που επιφυλάσσουν τα βιβλία σε όσους αφεθούν στη σαγήνη των καλών προτάσεων. Είμαι απολύτως αισιόδοξη ότι αυτό θα συμβεί. Νέοι αξιόλογοι άνθρωποι βρίσκουν τη θέση τους στα ήδη υπάρχοντα μέσα ενημέρωσης διαρκώς και η τεχνολογία δίνει άπειρες καινούργιες δυνατότητες (αυτό δε σημαίνει ότι μ’ αρέσει το goodreads, το οποίο μού φέρνει πάντα ένα αλλόκοτο κοκτέιλ συναισθημάτων: άγχος, απογοήτευση για την ανθρωπότητα, σύγχυση και, κατά κανόνα, πλήξη).

Φυσικά, το πρώτο βήμα είναι οι αναγνώστες πραγματικά να θέλουν να διαβάσουν. Να λαχταρούν να πάρουν στα χέρια τους τα βιβλία που θα τους βοηθήσουν να ζήσουν μια ζωή με νόημα. Το εάν οι αναγνώστες θέλουν να το κάνουν αυτό εξαρτάται από πολλά πράγματα. Παράγοντες εκτός του ελέγχου του κόσμου του βιβλίου επηρεάζουν την πρόσληψη των βιβλίων απ’ το κοινό. Για παράδειγμα, όταν το σχολείο κάνει το βιβλίο ξενέρωτο, ανκουλ, πληκτικό, χρειάζεται επιπλέον προσπάθεια απ’ τους νέους ενήλικες για να ξεμάθουν το μίσος για την ανάγνωση και να εθιστούν στην απόλαυση ενός προκλητικά εκτενούς βιβλίου, όπως η Άννα Καρένινα, που μοιάζει εξωτική τον 21ο αιώνα, με τη μεγάλη της έκταση και τη συγκεντρωμένη προσοχή που απαιτεί. Ή, όταν τα ωράρια εργασίας είναι γελοιωδώς ασαφή (το ελληνικό 9 με 5 μάλλον είναι 9 με 9), τότε και το βιβλίο χάνει.

Όσον αφορά τη συγγραφή δε νομίζω ότι είναι δουλειά για εκλεκτούς. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ιστορίες μέσα τους. Όλοι έχουν κάτι ν’ αφηγηθούν. Νομίζω, δεν είναι συγγραφέας αυτός/αυτή που τού/τής συμβαίνουν σπουδαία πράγματα ή που ζει κάτι συναρπαστικό, όπως το ήθελε αυτή η εξοντωτικά κουλ κι αρρενωπή μυθολογία άλλων εποχών. Μπορεί οι συγγραφείς να ζουν κάτι συναρπαστικό, αλλά κάτι συναρπαστικό ή πληκτικό μπορούν να ζήσουν (και μάλλον θα ζήσουν) όλοι οι άνθρωποι. Δουλειά του/της συγγραφέα είναι να βρει τις ιστορίες μέσα στους άλλους και να τις πει για το καλό όλων μας.  

Κύλιση στην κορυφή