Προχωράει τελευταία, αφήνει τους άλλους να την προσπεράσουν. Έχει λόγο να βιαστεί; Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον δει να «φεύγει». Κι ας ξέρει πως η ζωή δεν είναι σύνορο, στον ύπνο της μπορεί και να ξανάρθει. Το συνηθίζει. Και νάτην εδώ, σ’ αυτό το παρατημένο νεκροταφείο στην άκρη της πόλης. Ελάχιστοι άνθρωποι γύρω από τον τάφο, δεν περίμενε άλλωστε και πλήθη. Δίπλα της η μαμά, μοιάζει να είναι αλλού. Δυο-τρεις γειτόνισσες, κάποιες γριές μαυροντυμένες από υποχρέωση. Εκείνος δεν είχε φίλους, καθόλου παράξενο. Η γυναίκα του έφυγε από αυτή την αρρώστια που σε κατατρώει. Μόνο εκείνος άντεξε μέχρι τα ενενήντα. Πώς το λένε; Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει… Μάλιστα, έχασε και τον γιο του από την ίδια αρρώστια. Όλα εδώ δεν πληρώνονται;
Νοέμβριος. Βαριά σύννεφα, φορτωμένα από πάνω τους, δύο το μεσημέρι και νομίζεις πως είναι νύχτα. Από το πρωί λέει να βρέξει, και ούτε μία σταγόνα δεν τους έκανε τη χάρη. Δεν πλησιάζει το φέρετρο. Δεν είναι σίγουρη αν νεκρός είναι λιγότερο τρομακτικός απ’ ό,τι ζωντανός. Δεν θα του αφήσει λουλούδια, δεν είναι τόσο υπεράνω. Το τελετουργικό την καλεί να πάρει μια φούχτα χώμα, το νιώθει κρύο στα χέρια της. Το ρίχνει απαλά, φτιάχνει ένα χωμάτινο πάπλωμα που θα τον χωρίζει από τον κόσμο των ζωντανών.
Αναπνέει βαθιά. Το λιβάνι τής γρατζουνά τον λαιμό, της φέρνει βήχα. Η ταφή τελειώνει, οι ελάχιστοι παρευρισκόμενοι σκορπίζουν σιγά-σιγά.
«Δεν θα φύγεις;» αναρωτιέται η μαμά της.
«Σε λίγο».
Κλείνει τα μάτια και αφήνεται σε αυτή την αίσθηση εξαγνισμού που της δίνει ο χώρος. Απομακρύνεται, δεν φεύγει. Κάθεται στο καφενεδάκι με τις πράσινες, ξεχαρβαλωμένες καρέκλες. Παραγγέλνει ελληνικό σκέτο και παρατηρεί την επόμενη κηδεία. Ανάμεσά τους κι ένα χλωμό κορίτσι με μαύρα πίσσα μαλλιά. Δεν πρέπει να είναι πάνω από δεκατρία. Τόσο ήταν κι αυτή τότε. Η μνήμη γυρνάει πάντα εκεί, μα δεν έχει κουραστεί να επιμένει; Πότε θα το αφήσω πίσω μου, άραγε;
Γίνεται ξανά δεκατρία. Γεμάτη σπυριά, να μην ξέρει τι να κάνει με αυτό το σώμα που όλο και στρογγυλεύει. Κατακαλόκαιρο, σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά. Μόνη, με τον μπαμπά και τη μαμά. Αδέρφια, ξαδέρφια δεν έχει, μόνο θείες βαρετές μέχρι θανάτου. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Έχει πάει δώδεκα το μεσημέρι, οι μέρες δεν περνάνε με τίποτα, την κατατρώει η μοναξιά. Σε ένα παλιό σπίτι, με ξεχαρβαλωμένα ξύλινα παράθυρα. Μυρίζει μούχλα και μια απροσδιόριστη μυρωδιά που την έχει συνδέσει με τους γέρους.
Φοράει ένα σκισμένο τζιν σορτς, ένα ροζ ξεπλυμένο μπλουζάκι και ακούει τέρμα Pink Floyd στα ακουστικά. Ξαπλώνει σε μια σεζλόνγκ και ονειρεύεται πως είναι σε κάποιο φεστιβάλ όπως το Woodstock, ένα αγόρι τη φιλάει… Πώς θα φύγω από δω μέσα; Πώς θα βρω έναν τρόπο να ζήσω; Δεκατρία, πότε νιώθει παιδί και πότε γυναίκα, είναι δύσκολο, δύσκολο…
Οι συγγενείς κάθονται κάτω από την κληματαριά. Στην παρέα ήρθαν και οι γειτόνισσες. Μιλάνε για θανάτους και για τη Λίλα από το φαρμακείο που έχασε τον γιο της. Σκόρπιες κουβέντες: «Ακριβά τα αγγούρια φέτος», «Τίποτα δεν κάνουν στο σχολείο, Βάσω μου». Αραιά και πού της ρίχνουν ένα βλέφαρο και σιγοψιθυρίζουν: «Τεμπέλα. Δες την! Θα κουφαθεί με αυτά τα ακουστικά όλη μέρα. Μαρίλιααα… κλείστο!»… της φωνάζουν.
Την πλησιάζει ένας θείος, δεύτερος ξάδερφος του πατέρα της. Έλειπε στην Αυστραλία για χρόνια, δεν τον έχει ξαναδεί τα προηγούμενα καλοκαίρια. Ξερακιανός, με καράφλα και ελιές. Φοράει ένα γκρι παντελόνι και ένα μαύρο πουκάμισο γεμάτο νιφάδες από πιτυρίδα στους ώμους.
«Μαρίλια είπαμε; Ωραίο όνομα. Από πού βγαίνει;»
Δεν του απαντάει.
«Γιατί δεν πήρες το όνομα της γιαγιάς σου; Ιουλία. Τη θυμάμαι. Καλή γυναίκα, η συχωρεμένη… Με θυμάσαι; Πώς μεγάλωσες! Ολόκληρη γυναίκα…». Χαμογελάει, του λείπουν κάποια σημαντικά δόντια. Δεν πρέπει να είναι πάνω από εξήντα, κι όμως μοιάζει πολύ μεγαλύτερος.
«Να σε πάω μια βόλτα; Να σου δείξω το χωριό;» συνεχίζει εκείνος.
Βόλτα; Λυσσάει για βόλτα, αλλά όχι μαζί του. Από την άλλη, πρέπει να βγει, θα πεθάνει από αδράνεια εδώ μέσα.
Σηκώνεται.
«Θα πάω μια βόλτα τη μικρή. Να της δείξω το χωριό», ανακοινώνει στην ομήγυρη της κληματαριάς που πίνει τον καφέ της.
Τον κοιτάνε, δεν τους κάνει εντύπωση.
Τον βαριέται. Κι αν αρχίσει να της μιλάει στο αυτοκίνητο; Θα βάλει τα ακουστικά και θα κάνει ότι κοιμάται. Οτιδήποτε, φτάνει να φύγει από εδώ μέσα. Να πάρει καθαρό αέρα. Έχει λιώσει, έχει μουδιάσει τόση ώρα ακίνητη καλοκαιριάτικα.
Από το παράθυρο βλέπει τις ελιές, τους αμπελώνες, τις ατέλειωτες κίτρινες εκτάσεις. Είναι δεκατριών, πόσο να την ενδιαφέρουν τα χωράφια; Ευτυχώς εκείνος δεν μιλάει πολύ, μοιάζει βυθισμένος στις σκέψεις του.
«Έχουν ανακαινίσει ένα ξενοδοχείο παρακάτω. Με πισίνα. Να πιούμε εκεί μια παγωμένη λεμονάδα;»
Αυτό μάλιστα. Ξενοδοχείο. Να δει κάναν άνθρωπο, κατά προτίμηση στην ηλικία της. Πόσο θα ήθελε μια αδερφή, μια φίλη…
Παρκάρει. Ωραίο ξενοδοχείο, παλιό αλλά και καινούργιο μαζί. Με καμάρες, φτιαγμένο από πέτρα και ξύλο. Η μικρή το θαυμάζει, επιτέλους κάτι όμορφο. Περνάνε από τους λιθόστρωτους κήπους και φτάνουν στην πισίνα. Ένας άλλος κόσμος εκεί! Μια παρέα από εικοσάρηδες κάνει πάρτι μεσημεριάτικα. Χορεύουν, παίζουν μπουγέλο, γελάνε δυνατά, η μουσική παίζει ακόμα πιο δυνατά. Τους χαζεύει.
Ευτυχώς, φοράει μαγιό από κάτω. Γδύνεται στα γρήγορα και βουτάει.
Πόσο απολαμβάνει το νερό! Κολυμπάει αρκετή ώρα, εκείνος κάθεται κάτω από μια ομπρέλα, παράταιρος μες στο πάρτι. Τη βλέπει, την παρατηρεί όλη την ώρα.
Δεν της αρέσει που τη βλέπει. Το μάτι του γυαλίζει. Κάτι, κάτι τη χαλάει αλλά δεν θέλει να του δώσει σημασία. Δύσκολα αφήνεται στο νερό. Κάτι, κάτι δεν της αρέσει, από το πρωί έχει έναν κόμπο στο λαιμό.
Βγαίνει έξω από την πισίνα, δεν έχει μαζί της πετσέτα. Στέκεται όρθια για να στεγνώσει και νιώθει τα μάτια του πάνω της.
Μπαίνουν στο αυτοκίνητο και χάνονται μες τις καλαμιές. Ατέλειωτα χωράφια.
«Πού πάμε;» τον ρωτάει.
«Να σου δείξω τα χωράφια της μάνας μου. Τα αμπέλια».
Δεν θέλει να δει τα αμπέλια. Θέλει να γυρίσει σπίτι.
«Δεν χρειάζεται». Του μιλάει κοφτά. Ξερά. Δεν τον συμπαθεί, το αποφάσισε.
«Στον δρόμο μας είναι», επιμένει.
Προχωράνε αργά σε έναν χωματόδρομο. Καθόλου, καθόλου δεν θέλει να κάθεται δίπλα του, ίσα που κρατιέται να μην ανοίξει την πόρτα και να πεταχτεί έξω. Τι την ήθελε τη βόλτα;
Εκείνος σταματάει το αυτοκίνητο κάτω από ένα δέντρο. Συκιά. Χωράφια τριγύρω, μυρωδιά από ξερά χόρτα και μπόχα από φάρμες. Ψυχή δεν υπάρχει. Τον βλέπει που κατεβαίνει και έρχεται προς τη μεριά της. Κοκαλώνει. Σκύβει και τη φιλάει. Για την ακρίβεια, χώνει τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της. Της πιέζει το στόμα. Δεν την αφήνει να πάρει ανάσα. Παγώνει. Νομίζει πως θα πεθάνει με τη γλώσσα του χωμένη στο στόμα της. Δεν έχει ανάσα για να του πει να σταματήσει.
Της σηκώνει το μπλουζάκι και χώνει το τρεμάμενο χέρι του στο στήθος της. Βρώμικο, ροζιασμένο χέρι γεμάτο ελιές, τρέμει πάνω στο κατάλευκο στήθος. Εκείνη θέλει να κάνει εμετό. Δεν ανασαίνει. Δεν κουνιέται. Νομίζει ότι πεθαίνει. Πώς ξεψυχάει έτσι η αθωότητα…
Βάζει το ένα του χέρι στον λαιμό της. Την πιέζει. Έχει κατεβάσει το παντελόνι του και την αναγκάζει να τον βλέπει την ώρα που παλεύει να τελειώσει. Ένας αξιοθρήνητος γέρος που παλεύει με τις ορμές του κι εκείνη δεν έχει ανάσα. Η φωνή δεν βγαίνει για να ουρλιάξει: «Σε σιχαίνομαι!»
Καθόλου δεν μιλάνε στον γυρισμό. Ησυχία σαν κηδεία. Εκείνη κοιτάζει πέρα μακριά, απεχθάνεται αυτά τα βουνά, αυτό το χωριό, καταραμένο χωριό.
Θέλει να χωθεί στο μπάνιο και να πλένεται μέχρι να ματώσει από το τρίψιμο.
Γυρίζουν στο σπίτι. Εκείνος βρίσκει μια δικαιολογία και αποσύρεται. Η μαμά της μαγειρεύει, ο μπαμπάς επισκευάζει ένα παράθυρο. Νιώθει ένα βάρος, ένα βάρος…
Κλείνεται με τις ώρες στο μπάνιο. Τρίβει, τρίβει το δέρμα με μανία. Κοιτιέται στον καθρέφτη, θέλει να καταλάβει. Έχει πολλές απορίες και δεν έχει ποιον να ρωτήσει. Αφήνει το νερό να κυλήσει στο σώμα. Τρίψε τρίψε το σαπούνι μαζεύεται, μικραίνει, εξαφανίζεται στα χέρια της. Το δέρμα καθαρίζει, αστράφτει κι όμως ο λεκές είναι εκεί, μόνο απλώνεται όπως η ρίζα στο χώμα. Η μνήμη δεν μπορεί να διαγράψει.
Για τα επόμενα χρόνια θα δώσει μάχες με τον μπαμπά και τη μαμά για να μην πάνε στο χωριό. Δεν θέλει να τον βλέπει, δεν αντέχει. Και δεν θα μπορεί να δώσει ούτε ένα επιχείρημα. «Μα γιατί δεν σου αρέσει εκεί;» «Θα πάμε. Δεν ακούω κουβέντα. Ιδιοτροπίες…»
Δεκατρία… Ωραία ηλικία. Όχι για όλους. Για τα επόμενα χρόνια θα κουνάει την ονειροπαγίδα τα βράδια και θα της είναι εντελώς άχρηστη. Παντοδύναμοι εφιάλτες. Θα ανακατεύεται κάθε φορά που θα χώνεται στα ρουθούνια της η μυρωδιά της συκιάς. Ένας Ιούδας κρεμάστηκε από εκεί, τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Και δεν θα μπορέσει ποτέ να το πει. Ντρέπεται. Νομίζει πως εκείνη φταίει, ότι εκείνη τον προκάλεσε. Που δεν έφυγε. Που δεν είχε ανάσα να ουρλιάξει: «Μη με αγγίζεις!»
Πώς ξεψυχάει έτσι η αθωότητα…
Χρόνια ολόκληρα. Χρόνια χαμένα. Να την αγγίζουν τα αγόρια κι εκείνη να παγώνει. Να αισθάνεται πως κάτι έχει πεθάνει εκεί κάτω, ανάμεσα στα πόδια της. Το τινάζει από πάνω της και δεν φεύγει, δεν μπορεί να το διώξει, να το θάψει, να θρηνήσει. Και δεν μπορεί να μιλήσει, δεν έχει κανέναν.
Η επόμενη κηδεία τελειώνει. Οι άνθρωποι σκορπίζονται. Ερημιά. Ο κόσμος πάει στις κηδείες για να τιμήσει, λέει, τον νεκρό. Εκείνη ήρθε για να κλείσει μια πόρτα, αν κλείνει. Να θρηνήσει –έστω και τώρα- για τα χρόνια που σπαταλήθηκαν. Για τα βράδια που ξυπνούσε κάθιδρη, να νιώθει βρόμικη, πάντα βρόμικη, με τη γεύση της γλώσσας του στο στόμα. Και το τρεμάμενο χέρι να της λερώνει το στήθος.
Μια βροχή ξεσπάει. Δυνατή βροχή. Στέκεται όρθια. Βρέχεται. Ξεπαγιάζει. Δεν τη νοιάζει. Μια λυτρωτική βροχή… ξεπλένει τα κυπαρίσσια, τους τάφους, τα λουλούδια, τα πεζούλια. Ξεπλένει τα πάντα. Ή σχεδόν τα πάντα.

