Αντώνης Γεωργίου

Δεκέμβριος 1999

Στα μήστραφα / Μιλλένιουμ*

Που να ψυχομασ̆εί τζ̌αι να μεν ι-φκαίννει η ψυσ̌ή του, να πεθάνει τζ̌αι να μεν ησυχάσει πάλε, την κατάραν μου να ’σ̆ει, που να ψοφήσει τζ̆αι να μεν ι-βρεθεί χώμαν να τον σ̆σ̆επάσουσιν, που να τον φάσιν οι σ̆σ̆ύλλοι, να κρούσει στην κόλασην, σκοτωμένον να τον δω, βουττημένον μες στο γαίμαν σαν τα αρνιά στο ματζ̌ελλειόν, να ‘ν’ μες στο χώμαν τζ̌αι να μεν ι-λιώννει

κάθε τόσο έπαιρνε από την Κύπρο γράμματα με κατάρες, έρχονταν στο όνομά της στη διεύθυνση της Μάρως, συνέχισαν να τα στέλνουν ακόμα και όταν έφυγε και πήγε σε δικό της σπίτι∙ το πρώτο που άνοιξε ήταν μια κάρτα τουριστική, απ’ εκείνες που στο νησί πωλούνται στα περίπτερα, στη μια πλευρά μια Αφροδίτη, μια εκκλησία, κάτι κολώνες κι ένα παραλιακό ξενοδοχείο, Cyprus: The Island of the Love, έγραφε και από την άλλη μεριά: στο ανάθθεμαν να πάει τζ̆αι στα μήστραφα ο σατανάς σου που μας έκαψεν, χοροπηδούσαν τα γράμματα στα σαστισμένα μάτια της, τα χέρια της ίδρωσαν, έχασε το χρώμα της, το μυαλό της πήγε αμέσως στη μεγάλη της αδελφή, όχι πως αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα, πού να ξέρει πώς έγραφε, δεν θυμάται να την είχε δει ποτέ την Κλειού να γράφει, απλώς το διαισθάνθηκε καθώς τα διάβασε∙ μεγάλα γράμματα, έντονα, τόσο που αυτός που τα ’γραψε σχεδόν χάραξε την κάρτα, τρεμάμενα γράμματα, αυτός ή μάλλον αυτή που τα ’γραψε, ήταν πλημμυρισμένη από οργή και μίσος

ήταν λίγοι μήνες από τότε που πήγε στο Λονδίνο∙ έραβε δίπλα στη θεία Μάρω, πολλή δουλειά, έπρεπε να είχαν ήδη τελειώσει τρεις μεγάλες σακούλες γεμάτες κομμάτια υφάσματα, από διαφορετικά φάκτορι ρούχων και παρέλαβαν άλλες δύο, η θεία Μάρω δεν έλεγε ποτέ όχι σε δουλειά, «εννά τα καταφέρουμεν, πρώτα ο Θεός»∙ οι διάφοροι ιδιοκτήτες των φάκτορι την πίεζαν συνεχώς, πάντα βιαζόντουσαν, με τη σειρά της η θεία πίεζε την Άνθη, που την έστρωσε από νωρίς στη δουλειά, να ξεχαστεί, να βγάζει και τα προς τα ζην, ήθελε κι εκείνη με κάτι να απασχολείται, έπαιρναν τα υφάσματα, έραβαν τα κομμάτια, γέμιζαν τις σακούλες παντελόνια, φουστάνια, μπλούζες, περνούσε ο μάστρος στο τέλος της βδομάδας και τα ’παιρνε, έφερνε άλλα, εν ελείφκαν ποττέ, «ώσπου να με φκάλουν τζ̆αι εμέναν που δαμέσα μέσα σε καμιάν σακκούλαν να ησυχάσω», ανατρίχιαζε η Άνθη στην αρχή ακούγοντάς την, θυμόταν τη μάνα της και τα «πότε εννά πεθάνω να ησυχάσω» της, που έλεγε συχνά, έτσι ξεσπούσε μέσα-μέσα η θεία Μάρω κι ανέβαζε τον ήχο στο ραδιούιν της, στον LGR[1] πάντα, όπως έκανε και τότε, ήταν η «Αχάριστη» του Τσιτσάνη, το θυμάται καλά η Άνθη, διότι από τότε, όποτε άκουγε το τραγούδι τής ερχόταν στο μυαλό εκείνη η στιγμή, η Μάρω, το καμαράκι, η κάρτα, οι κατάρες, «κι αυτό το βρίσκω να ’ναι άδικο» σιγοτραγουδούσε αναστενάζοντας η θεία, αλλά παρατήρησε που ταράχτηκε, «ίνταμπου έγινεν πάλε; ποιος σου γράφει, εν’ που το χωρκόν; Ε, μίλα, εβώβωσες;», «έννεν τίποτε», «ε καλό μεν ι-τσαρκάς, είμαστεν πολλά πίσω, τζ̆αι έχω ακόμα να πάω στην μαρκέτταν να ψουμνίσω, τζ̆αι το μπάσον ούλλο αρκεί τελευταία», της έβαλε τις φωνές και συνέχισε ράψιμο και τραγούδι, «μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει», ρίχνοντας στην Άνθη κλεφτές ματιές, την έβλεπε που ήταν ακόμα χλωμή και ταραγμένη, καθώς συνέχιζε να πιάνει υφάσματα και να συναρμολογεί τα κομμάτια της

θα περνούσαν μέρες, μήνες, χρόνια, θα συνέχιζαν να φτάνουν τα γράμματα με τις κατάρες, κάρτες τις περισσότερες φορές, με τοπία τουριστικά, αρχαίες κολώνες, εκκλησίες, κοπάδια αρνιά και παραλίες ή με λουλούδια και γατιά, Cats of Cyprus σε όλα τα χρώματα, τις πόζες, από τότε πρόσεχε, δεν τα άνοιγε αμέσως, τα αναγνώριζε πια, τα μάζευε, δεν τα πέταγε,

δεν ήξερε γιατί μα προτιμούσε να τα διαβάζει, να ποτίζει τις ενοχές της, να αρρωσταίνει από το μίσος τους που ξεχείλιζε και την πλημμύριζε

τα άνοιγε στο φως της ημέρας, ποτέ στο σπίτι, πάντα έξω, συνήθως εδώ στον Κήπο, πετάγονταν στο φως οι κατάρες, τρομακτικές στην όψη, μάγισσες, Ερινύες αγριεμένες, τρέχανε στα λασάνια με τα τριαντάφυλλα, στα δέντρα, στον ήλιο, στη συννεφιά, στο κρύο όπως τώρα, μέχρι να εξαντληθούν, να μερώσουν, να καταλαγιάσουν, όλες οι κατάρες απευθύνονταν σε εκείνον, όμως ένιωθε πως την αφορούσαν προσωπικά, τις αισθανόταν σε όλο το κορμί της, σε μια μόνο έγραφε στον πληθυντικό αριθμό να κρούσουν στην κόλασην όσοι τα κάμασιν, ένιωσε να παίρνει φωτιά και να κρούζει εκεί, στη μέση του Κήπου, ανάμεσα σε περαστικούς, ντόπιους και τουρίστες

Σήμερα ήρθε φέρνοντας μόνο ένα γράμμα,

ελάχιστους συνάντησε στο πάρκο, κι έπειτα σχεδόν κανέναν στον Κήπο, Δεκέμβρης, ψύχρα ήδη, τα δέντρα γυμνά, κάποια με κλαδιά στραμμένα στον ουρανό σαν χέρια ικετών που ξέμειναν να παρακαλούν για έλεος, είχε ρίξει χιονόνερο που πάγωσε τα πάντα, γυρόφερνε το γράμμα, του άλλαζε χέρι, έφτασε, όχι τυχαία μάλλον, κάποιες βδομάδες μετά που σκοτώθηκε ο Αθανάσιος, σίγουρα θα ’χε με αυτόν να κάνει, δεν το άνοιξε, το κουβαλούσε πάνω της όλον αυτό τον καιρό, ώσπου σήμερα, σχεδόν οκτώ μήνες μετά, το άνοιξε στον Κήπο, μια απλή άσπρη κόλλα με μικρά, τακτοποιημένα αυτήν τη φορά, γράμματα, μικρά λες και δεν ήθελαν να γραφτούν, έντονα όμως πάντα, εψόφησεν, στ’ ανάθθεμαν να πάει, αλλά εν ησύχασα, ούτε εννά ησυχάσω ποττέ μου, εν’ μάναν που ΄χασα τζ̆αι αρφήν

«αρφήν»!, η Κλειού υπέγραφε πια τις κατάρες της, κατάλαβε πως θα ήταν οι τελευταίες,

την είδε μπροστά της, συνοφρυωμένη, αγέλαστη να βασανίζεται, να πνίγεται μέσα στην ίδια την οργή, είχε δίκιο όμως, η Κλειού είχε δίκιο, προχωράς, νομίζεις, αλλάζεις ζωή, νομίζεις, αφήνεις πίσω ό,τι πέρασε, έτσι νομίζεις, ότι είσαι καλά, ότι ξεχνάς, ότι ξέχασες, νομίζεις ότι ησυχάζεις, εν ησύχασα ούτε εννά ησυχάσω ποττέ, «Κλειού μου, ησύχασε», ήθελε να φωνάξει

οι τριανταφυλλιές ήταν γυμνές από άνθη, χωρίς φύλλα, τα κλαδιά φαινομενικά ξερά, μέσα τους ωστόσο κυλούσε νερό μαζί με διάφορα θρεπτικά στοιχεία που οι ρίζες στο χώμα είχαν απορροφήσει, σε ένα σημείο πρόσεξε πως είχαν απομείνει τρία τριαντάφυλλα, ξεχώριζαν έτσι που ήταν δίπλα-δίπλα, πλησίασε, τρία κόκκινα τριαντάφυλλα που ξέμειναν με το λευκό του πάγου πάνω τους, καμένα από το χιόνι, σημαδεμένα, κάποια πέταλα νόμιζες θα θρυμματιστούν, κάποια με σκούρες άκρες είχαν συρρικνωθεί, άλλα ήταν έτοιμα να πέσουν

Το έμαθε σχεδόν αμέσως ότι πέθανε, την ίδια κιόλας μέρα, ήταν είδηση ακόμα και εδώ στο Λονδίνο, στον LGR, βρέθηκε σκοτωμένος στη φυλακή, το άκουσε ατάραχη, μετά, το ίδιο ανέκφραστη, το διάβασε, υπό τα εξεταστικά βλέμματα της θείας και του θείου, σε μια κυπριακή εφημερίδα που βρήκε πεταμένη στο σαλόνι τους, ξεφύλλισε προσεκτικά το ρεπορτάζ σαν να μην την αφορούσε, είχε λεπτομέρειες για τη ζωή του διαβόητου εγκληματία, τον φόνο της μάνας της, τη δίκη, τα όσα έκανε αργότερα, τα ρούφηξε όλα, «στο ανάθθεμαν ο γαμόσ̆σ̆ιστος», έβρισε ο Κυριάκος, τον αγνόησε, όπως και την Ελπίδα που πήγε να ανοίξει κουβέντα σε ένα τηλεφώνημά τους, δεν την άφησε∙ το γνώριζε πως είχε σκοτωθεί πριν από οκτώ περίπου μήνες, τώρα όμως, όπως διάβαζε την κάρτα, λες και μαζί με το παράπονο της Κλειούς, εν ησύχασα ούτε εννά ησυχάσω, αναδύθηκε ξανά όλη η ιστορία της μαζί του, από τότε που τον πρωτοείδε

«θκεια, εν’ ωραίος ο ανιψ̆ιός μου»[2] είχε από τον ενθουσιασμό της ξεστομίσει τότε, πριν από χίλια χρόνια, στη Γιωργούλλα, «θκεια, ήρτεν ο ανιψ̆ιός μου, εν’ ωραίος ο ανιψ̆ιός μου, θκεια», «εν’ ανιψ̆ιός σου, κόρη, ίνταλος μιλάς έτσι», είχε θυμώσει η Γιωργούλλα, της έβαλε τις φωνές, αλλά αυτό, βέβαια, δεν ήταν αρκετό να αποτρέψει ό,τι θα ακολουθούσε, ήταν ωραίος ο ξάδελφός της, ξετυλίχτηκε ξαφνικά το κουβάρι, με ιλιγγιώδη ταχύτητα πέρασαν εκεί μπροστά της η Γιωργούλλα, ο ανιψ̆ιός της ο Αθανάσιος, «κόρη, εν’ ανιψ̆ιός σου», «εν’ ωραίος, θκεια», η μάνα της, οι αρφάες της, η Κλειού, η Ελπίδα, η Δέσποινα, ο παπάς της, το χωρκόν ολόκληρο, η μάνα της, μια κουννιά, η μάνα της και πάλι, με τον Αθανάσιο μαζί, μαζί στο χωράφι με τις λαλέδες, λαλέδες, λαλέδες, μύρια άνθη, το όνομά της Μυριάνθη, όπως η μάνα της και η γιαγιά της, μαζί του σε εκείνο το σπιτάκι στην εγκαταλελειμμένη μάντρα, η μάνα της, τι γύρευε εκεί η μάνα της, άρπαξεν την κουννιάν τζ̆αι εγύρισεν της την, η κακιά η ώρα, η κακιά η ώρα, ο Αθανάσιος, ο Βασίλης, ο Βασίλης της, που δεν θα μάθει ποτέ για τον παπάν του, όπως δεν έμαθε ποτέ ο Αθανάσιος ότι είχε γιο, δεν την ενόχλησε, δεν της έγραψε, δεν της τηλεφώνησε τόσα χρόνια, ούτε εκείνη τον αναζήτησε, μόνο μια φορά η Ελπίδα τη ρώτησε ευθέως για τον Βασίλη, αν εν’ του Αθανάσιου, την έπιασε εξ απροόπτου αλλά της το αρνήθηκε, ψύχραιμα και τάχα εκνευρισμένη για την ερώτηση, της εξήγησε τότε η Ελπίδα ότι ο Αθανάσιος έστειλε έναν γνωστό τους να τη βρει, να της πει ότι έμαθε πως η Μύρια γέννησε, να ρωτήσει αν είναι δικό του, ήθελε, λέει, απλώς να ξέρει, «να ξέρει αν εν’ δικόν του το μωρόν», τίποτε άλλο, δεν θα την ενοχλούσε, «εν έσ̆ει καμιάν απαίτησην», ήθελε μόνο να ξέρει αν έχει γιο, τον έστειλε στον θκιάολον, «η αρφή μου ήβρεν ευτυχώς έναν καλόν άθρωπον, εκάμαν τζ̆̀αι μωρόν μαζίν, τζ̆αι εγλίτωσεν που τζείνον, να του πεις», η Ελπίδα ένιωσε την ανάγκη να της μεταφέρει κατά λέξη τη στιχομυθία τους,

Ο Αθανάσιος επέθανεν

άρπαξε το κλαρί ενός τριαντάφυλλου, το λύγισε, κι έπειτα το έκοψε με δυσκολία, το άνθος είχε παγετό στα κόκκινα πέταλά του, τ’ αγκάθια την τρύπησαν, ένιωθε το αίμα της, περίεργα ζεστό, να τρέχει αργά στο χέρι, στο κομμένο τριαντάφυλλο, το άφησε, έσταξε και στο έδαφος, απομακρύνθηκε με γοργό βήμα αφήνοντας πίσω της ίχνη αίματος, θα πήγαινε να ψάξει για τα δώρα του Βασίλη, από πέρσι της είχε ξεκαθαρίσει πως βαριόταν να καμώνεται ότι πιστεύει στον Santa Claus, θα της ζητούσε πια ξεκάθαρα αυτό που θέλει, η Άνθη δεν μπορούσε να πει ποιος από τους δύο λυπήθηκε περισσότερο που το παραμύθι του Άγιου Βασίλη τέλειωσε, προσπαθούσε πάντα να είναι πολύ όμορφα τα Χριστούγεννά τους, φέτος περίμεναν και το Μιλλένιουμ, για το οποίο ο εντεκάχρονος Βασίλης τής μιλούσε με έξαρση, αναγγέλλοντας το τέλος του κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή την καθησύχαζε με ύφος ειδικού, δεν θα γινόταν ακριβώς αυτό, απλώς οι επιστήμονες, της εξηγούσε, αγωνιούσαν πόσο έξυπνοι είναι τελικά οι υπολογιστές που έφτιαξαν κι αν θα μπορούσαν να διαβάσουν σωστά το έτος «00», όταν η χρονιά θα άλλαζε, αν θα αναγνώριζαν το 2000 δηλαδή ή αν θα χασκιάζονταν και θα το ερμήνευαν ως 1000 ή 1900, ή ίσως τα συστήματα να νόμιζαν πως επιστρέφαμε στο απόλυτο μηδέν, δόθηκαν εκατομμύρια για αυτό το μηδέν, για να προλάβει η ανθρωπότητα μια υποτιθέμενη καταστροφή, παρ’ όλα αυτά τής επαναλάμβανε τα μύρια κακά τα οποία, με έναν άρρωστο ενθουσιασμό, ειδήμονες και μη προέβλεπαν σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά: τράπεζες να καταρρέουν εξανεμίζοντας τις καταθέσεις του κόσμου, αεροπλάνα να πέφτουν, η παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος να σταματά «με τρομερές συνέπειες», «και ποιος μας αποκλείει ότι δεν θα υπάρξουν πυρηνικά ατυχήματα;» ούρλιαζαν στην τηλεόραση, ο Βασίλης τής έλεγε όμως να μην αγωνιά και η Ανθή καταλάβαινε πως εκείνος είχε εμπιστοσύνη στις μηχανές, περισσότερη από όση φαινόταν να έχει στους ανθρώπους

η ίδια πάντως δεν είχε χρόνο να αναστατώνεται με μια πιθανή καταστροφή του κόσμου, της αρκούσε το άγχος του κόσμου όπως ήδη υπήρχε

Από τις σκέψεις της την έβγαλε μια φύλακας του πάρκου και οι φωνές της, καθώς την είδε να περιφέρεται ματωμένη με το κομμένο τριαντάφυλλο στο χέρι, παρά τις διαμαρτυρίες της, την οδήγησε στο γραφείο της και της περιποιήθηκε την παλάμη, καθάρισε τα τρυπήματα με νερό και σαπούνι, της έβαλε αντισηπτικό που την έκαψε, ευτυχώς δεν ήταν βαθιές οι πληγές, το έδεσε απαλά με ένα επίδεσμο, τη ρωτούσε επανειλημμένα αν είχε κάνει εμβόλιο τετάνου, αλλιώς να πάει «αμέσως!», να το παρακολουθεί για τυχόν σημάδια μόλυνσης, «πύο, πρήξιμο, πόνο», και μετά αυστηρά της επέστησε την προσοχή στο αδίκημα της κοπής λουλουδιών από το πάρκο, σύμφωνα με τον Νόμο τάδε, Άρθρο τάδε, Κανονισμός, Διάταξη τάδε, «ήθελε να πει κάτι;»

«έμαθα πως πέθανε ένας δικός μου, ένας αγαπημένος μου άνθρωπος στην πατρίδα», άκουσε τον εαυτό της να απαντά και να της δείχνει την τσαλακωμένη κόλλα με τις κατάρες, «ένας αγαπημένος», αυτή η λέξη τής έφερε δάκρυα και έκλαψε, πρώτη φορά για τον θάνατο του Αθανάσιου, μπροστά στην άγνωστη γυναίκα, με αναφιλητά

η φύλακας, εντελώς αναπάντεχα, ακούμπησε τρυφερά το τραυματισμένο της χέρι, το άφησε εκεί όσο η Άνθη έκλαιγε, της είπε και δυο λόγια παρηγορητικά, τα στερεοτυπικά για τον θάνατο και τη ζωή, περίμενε να ηρεμήσει και ακολούθως της ανέφερε ξανά όλους τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς, την προειδοποίησε να μην επαναλάβει το «αδίκημα» και της έκοψε κι ένα πρόστιμο, πληρωτέο αμέσως∙ αντάλλαξαν και ευχές πριν την αφήσει να φύγει για να προλάβει τα ψώνια∙ βγήκε στη θορυβώδη Marylebone Road, κατευθύνθηκε σχεδόν τρέχοντας προς τη στάση Regent Park Station.

⸙⸙⸙

*Απόσπασμα από το υπό εξέλιξη μυθιστόρημα Μυριάνθη. Για διευκόλυνση των αναγνωστών του αποσπάσματος σημειώνεται ότι η Άνθη (Μυριάνθη) η Κλειού, η Ελπίδα και η Δέσποινα είναι αδελφές. Η μητέρα τους Ανθούλα (Μυριάνθη) δολοφονήθηκε από τον Αθανάσιο, ανηψιό του άντρα της, ο οποίος είχε σχέση με την πρώτη κόρη Ανθή. Η Γιωργούλλα που αναφέρεται ήταν γειτόνισσα και φίλη της οικογένειας

    Γλωσσάρι

    (Αναγράφεται η λέξη όπως απαντάται στο κείμενο και δίνεται μόνο η σημασία που έχουν σε αυτό)

    ανάθθεμαν: ανάθεμα
    ανιψ̆ιός: ξάδελφος
    αρφήν: αδελφή
    άσπρη κόλλα: άσπρη σελίδα
    γαίμαν: αίμα
    γαμόσ̆σ̆ιστος: γαμημένο μουνί
    δαμέσα: εδώ μέσα
    εβώβωσες: έχασες τη φωνή σου
    εν ελείφκαν ποττέ: δεν τέλειωναν ποτέ
    εννά: θα
    έννεν: δεν είναι
    ε καλό: ε τότε
    εψόφησεν: ψόφησε
    θκεια: θεία
    ίνταλος: πως
    κόρη: κόρη, χρησιμοποιείται ως προσφώνηση
    κρούσουν: καούν
    κουννιά: τσεκούρι
    λαλέδες: ανεμώνες
    λασάνια: πλαίσια τμήματος χωραφιού, μικρά μέρη γης φυτεμένα (στους κήπους)
    μαρκέτταν: κατάστημα (χρησιμοποιείται από Κύπριους της Αγγλίας)
    ματζ̌ελλειόν:
    μάστρος: εργοδότης
    μεν ι-βρεθεί: μη βρεθεί
    μήστραφα: εκεί που δεν έχει επιστροφή
    μπάσον: λεωφορείο (χρησιμοποιείται από Κύπριους της Αγγλίας)
    να ’σ̆ει: να έχει
    να μερώσουν: να συμφιλιωθούν
    σ̆σ̆επάσουσιν: σκεπάσουν
    σ̆σ̆ύλλοι: σκύλοι
    τσαρκάς: καθυστερείς
    τζείνον: εκείνον
    φάσιν: φάνε
    φκαίννει/ φκάλουν: βγαίνει / βγάζουν
    χασκιάζονταν: μπερδεύονταν
    ψυχομασ̆εί: ψυχομαχεί
    ψυσ̌ή: ψυχή
    ψουμνίσω: ψωνίσω


    [1] London Greek Radio.

    [2] Σ.τ.Ε.: Στην κυπριακή διάλεκτο η λέξη ανιψ̆ιός σημαίνει ξάδελφος.

    Κύλιση στην κορυφή