Ήταν από κάποιο παραμύθι. Η κοπέλα πήγε να ξεριζώσει μια βρούβα και πετάχτηκε μπροστά της ένας γίγαντας –το χόρτο ήταν τα μαλλιά του. Την πήρε φυσικά μαζί του στο βασίλειο της γης, από κει όμως τη γλίτωσε ένα παλικάρι, στην ηλικία της. Δεν του το είχε πει αυτό το παραμύθι, δεν έτυχε, κι ας είχε κι αυτός πυκνά μαλλιά, κάτασπρα όμως. Δεν του είχε πει «χρόνια πολλά» στα τελευταία του γενέθλια, ούτε κι αυτός στα δικά της. Θυμάται τώρα τα μαλλιά του και τα χέρια του. Δεν μπορεί να τον φανταστεί σε κάποιο βουνό, γιατί η κόρη του της έγραψε πως τα πράγματα δεν πάνε καλά, αλλά αυτό ας μείνει μεταξύ μας. (Το έμαθε, άραγε, πως της έγραψε η κόρη του;) Αποκλείεται να βρισκόταν τώρα σε κάποιο βουνό, θα είχε όμως κρατήσει τη φωτογραφία από την τελευταία πεζοπορία της παρέας. Θα την είχε θάψει σ’ ένα συρτάρι. Με τους δυο τους να γυρίζουν την πλάτη στον φακό, με τους δυο τους όρθιους να ατενίζουν τις απέναντι κορφές. Τα δικά του μαλλιά κάτασπρα, τα δικά της να ανεμίζουν. Κι ας μη φαινόταν στη φωτογραφία, θα υπήρχε κι εκεί λίγο χορτάρι. Δεν είχαν ξαπλώσει δίπλα δίπλα στο χώμα, αλλιώς θα είχαν δει μαζί αυτό που έβλεπε μόνη της τώρα: τις μικρές λόγχες των χόρτων να φαντάζουν θεόρατες μπροστά στ’ απέναντι βουνά.

⸙⸙⸙
[Κείμενο εμπνευσμένο από τη φωτογραφία του Γιώργη Κουτεντάκη]

