Έλενα Πέγκα

«Δεν γίνεται όλα να φτιάχνονται στο νου ή στο χαρτί ή μόνο με αφαιρέσεις»

Ξεκίνησα να γράφω θεατρικά έργα μέσα από μεγάλο ενθουσιασμό για όλο το θέατρο, τη σκηνή, τις πρόβες, τις παραστάσεις. Το γνώρισα μικρή. Μαθήτρια στην Θεσσαλονίκη, στο Ανατόλια, είχαμε θίασο στο σχολείο, καθόμασταν πολλές ώρες αφού τέλειωναν τα μαθήματα μέσα στο θέατρο του σχολείου και κάναμε πρόβες, φτιάχναμε παραστάσεις. Είχαμε μία υπέροχη καθηγήτρια Ελληνοαμερικάνα που μας σκηνοθετούσε και μας καθοδηγούσε. H Sandy Charanis μας μετέδωσε την αγάπη της για το θέατρο, και λέω «μας», γιατί ήμασταν πολλά παιδιά που πέρασαν από την ομάδα της και μετά ασχοληθήκαμε με το θέατρο επαγγελματικά. Θυμάμαι, πως είχαμε φτιάξει ένα μιούζικαλ με τραγούδια των Μπήτλς.

Στη συνέχεια πήγα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σπούδασα θέατρο και φιλοσοφία. Οι σπουδές του θεάτρου εκεί ήταν κυρίως πρακτικές, με μαθήματα υποκριτικής, σκηνοθεσίας, σκηνογραφίας, φωτισμού. Τα φοιτητικά μου χρόνια πέρασα ατελείωτες ώρες μέσα στο θέατρο. Το θέατρο ήταν το σπίτι μου. Το πανεπιστήμιό μου ήταν κοντά στη Νέα Υόρκη και έτσι είδα πολλές συναρπαστικές παραστάσεις της Αμερικάνικης πρωτοπορίας, που σίγουρα διαμόρφωσαν την αισθητική μου, όπως των Wooster Group. Όταν τέλειωσα τις σπουδές μου μετακόμισα στη Νέα Υόρκη και άρχισα να εργάζομαι στα γραφεία ενός off-broadway θεάτρου, αλλά και σε δημόσια σχολεία της πόλης, όπου δίδασκα θεατρική γραφή. Τότε άρχισα και να γράφω και ανέβηκαν τα πρώτα μου μονόπρακτα, μετά ένας μονόλογος, μετά ένα έργο με περισσότερα πρόσωπα, όλα γραμμένα στα αγγλικά. Στη Νέα Υόρκη γνώρισα την Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα Anne Bogart, τη μέντορά μου. Διδάχτηκα τον τρόπο δουλειάς της που πατούσε σε βάσεις χοροθεάτρου. Έχει μία προσέγγιση ανάλογη με εκείνη της Pina Bausch, αλλά με ηθοποιούς αντί για χορευτές.

Όταν ήρθα στην Ελλάδα μετά από δέκα χρόνια στις ΗΠΑ, δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ, καθώς δεν είχα κοινά σημεία αναφοράς. Η Αμερική είναι πολύ μακριά από την Ελλάδα και ελάχιστοι αμερικανικοί θίασοι έρχονται. Είχε έρθει το Living Theatre, η Martha Graham. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, άρχισα αμέσως να δουλεύω. Την πρώτη μου σκηνοθεσία μου την έδωσε ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Αμόρε. Ήταν μία διασκευή του Οθέλλου: Έξι Νούμερα Ζήλιας. Όπως και την πρώτη μου ανάθεση έργου μου έκανε πάλι ο Γιάννης Χουβαρδάς για το Αμόρε: το Βαλς Εξιτασιόν. Αυτές οι πρώτες δουλειές με βοήθησαν. Συνέχισα όλα τα χρόνια και να γράφω και να σκηνοθετώ και είχα την τύχη να συνεργαστώ με πολλούς και διαφορετικούς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Κάποιες φορές οι συνεργασίες λειτουργούσαν ευεργετικά και απογειωτικά, άλλοτε προσγειωτικά. Δεν μου αρέσει η προσγείωση, πιστεύω πως οι κακές εμπειρίες μας τραυματίζουν, μας πάνε πίσω. Πιστεύω στην εργατικότητα, σίγουρα αποδίδει, αλλά όχι στην πίεση, στο να κινήσω γη και ουρανό για να κάνω τη δουλειά μου. Συνάντησα αδηφάγους χαρακτήρες, αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Το θέατρο ελκύει ατίθασες προσωπικότητες.

Πρέπει να τιμούμε τη διαδρομή μας και να την υπερασπιζόμαστε. Εγώ για παράδειγμα έχω ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές. Και το κάθε έργο μου, όπως και η παράσταση του, είναι διαφορετικό, είναι ένας άλλος κόσμος που διαμορφώνεται από την ομάδα, τον χώρο, τη χρονική στιγμή και τα ερωτήματα που θέτει το έργο. Από τα πρόσφατα χρόνια ξεχωρίζω δύο δουλειές. Η μία είναι το Γυναίκα και λύκος, ένα έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε στα Θεατρικά Αναλόγια, στη συνέχεια παίχτηκε στα γαλλικά στην Κάεν της Γαλλίας σε σκηνοθεσία Έλλης Παπακωνσταντίνου με γαλλικό θίασο, και μετά στα ελληνικά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με την ίδια σκηνοθέτιδα, το 2014. Είχε μία ενδιαφέρουσα διαδρομή αυτό το σύνθετο και σκοτεινό έργο με μία δυνατή γυναίκα ηρωίδα στο κέντρο του που «εξαγριώνεται» και γίνεται τιμωρός. Η άλλη δουλειά που ξεχωρίζω είναι το Πορνοστάρ – Η αόρατη βιομηχανία του σεξ που ανέβηκε στον χώρο Δ της Πειραιώς 260 σε παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου το 2018. Αυτή η παράσταση λειτουργούσε και σαν κονσέρτο, καθώς ανάμεσα στις πράξεις του έργου έπαιζε ζωντανά στο πιάνο ο θαυμάσιος πιανίστας Στέφανος Θωμόπουλος πρελούδια του Rachmaninov, τα οποία έρχονταν σε αντίστιξη με το δράμα των ηρώων. Αυτό το έργο ήταν ένα οικογενειακό δράμα με πρόσωπα κατεστραμμένα από τη βιομηχανία του σεξ. Άνοιγε μία συζήτηση για το πορνό, ένα φαινόμενο που κατά τη γνώμη μου δεν συζητιέται, είναι ακόμη ταμπού.

Όταν ήρθε η πανδημία και τα θέατρα έκλεισαν, η πλειονότητα των ανθρώπων του θεάτρου, μαζί και εγώ, μείναμε μετέωροι. Τα χρόνια της πανδημίας δεν μπορούσα να γράψω, ένιωθα σα θηρίο σε κλουβί, χωρίς φαντασία, και ακόμη συνέρχομαι από το σοκ.

Τώρα ετοιμάζουμε έναν συγκεντρωτικό τόμο με τα πρώτα μου έργα, επτά, γραμμένα έως το 2000. Θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τις Εκδόσεις Αιγόκερως. Είμαι χαρούμενη που τα ξαναεπισκέφτηκα αυτά τα πρώτα έργα και ανυπομονώ να τα διαβάσουν οι άνθρωποι του χώρου, αλλά και το κοινό, έτσι όλα μαζί.

Το θέατρο περνάει μία κρίση, παρ’ όλο που γίνονται πάρα πολλές παραστάσεις και υπάρχει κοινό που πηγαίνει. Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι στερούμαστε τη δυνατότητα να φτιάξουμε παραστάσεις που θέλουνε καλές συνθήκες, φροντίδα, χώρο, χρόνο, διαθεσιμότητα, χρήματα. Τα θέατρα κλείνουν τις σκηνές τους κάθε μέρα και κάθε ώρα, οι θίασοι πληρώνουν πολλά σε ενοίκιο και παρατηρείται μία αίσθηση βιασύνης και προχειρότητας. Ειδικά οι χώροι πρόβας συχνά είναι ακατάλληλοι και άθλιοι. Οι ωραίοι χώροι που μπορεί ένας θίασος να έχει στην διάθεση του για μεγάλο χρονικό διάστημα σπανίζουν. Όλα αυτά είναι εμπόδια, καθώς ο ίδιος ο χώρος του θεάτρου με τα εξασκημένα σώματα των ηθοποιών στη σκηνή είναι μεγάλη πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς στο θέατρο. Δεν γίνεται όλα να φτιάχνονται στο νου ή στο χαρτί ή μόνο με αφαιρέσεις.

Ιούλιος ʼ23

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή