Ζωγραφική: Ιωάννα Λημνιού

Κωνσταντίνος Λερούνης

Δεσμώτες του Χρόνου

 Christopher Clark, Prisoners of Time. Prussians, Germans and Other Humans, Allen Lane-Penguin, 2021.

«Τα σενάρια εξάρθρωσης των θεσμών που φαντάζεται μία νέα γενιά ειδικών συμβούλων έχουν σκοπό την επαύξηση και όχι την υπονόμευση της ισχύος και της ανεξαρτησίας της εκτελεστικής εξουσίας. Μία νέα γενιά επιθετικών, επιβλητικών προσωπικοτήτων έχει αναδυθεί, φτάνοντας στην κορυφή πολλών πολιτικών δομών ανά τον κόσμο. Η εσκεμμένη πρόκληση κρίσεων, η χρήση της προκλητικότητας για τη συμπαγή συσπείρωση της βάσης πολιτικής στήριξης, η εντατική και αδιάκοπη διαχείριση των μέσων επικοινωνίας και η προσωποποίηση της πολιτικής εξουσίας έχουν καταστεί τα διακριτικά στοιχεία της διακυβέρνησης στις αρχές του 21ου αι.» [σ. 77]. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει το δοκίμιο του Κρίστοφερ Κλαρκ για την σχέση του Dominic Cummings, του ισχυρότερου ―με την πιθανή εξαίρεση του Jacques Attali, Ειδικού Συμβούλου του Μιττεράν― πολιτικού συμβούλου των τελευταίων δεκαετιών, με το πολιτικό του πρότυπο, τον Γερμανό Καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ. Οι ομοιότητες με την τρέχουσα πραγματικότητα των περισσοτέρων ευρωπαϊκών χωρών μόνο τυχαίες δεν είναι.

Ο Αυστραλός ιστορικός Sir Christopher Clark, Βασιλικός Καθηγητής Ιστορίας (Regius Professor of History) στο Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ έγινε διάσημος και ταυτόχρονα διαβόητος για το βιβλίο του Sleepwalkers. How Europe went to War in 1914[1], στο οποίο αναθεωρεί κάποιες από τις καθιερωμένες αντιλήψεις για την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρεί μία αναδιανομή της πολιτικής ευθύνης.

Το προεξάρχον χαρακτηριστικό των δοκιμίων που συμπεριλήφθηκαν στον τόμο αυτό είναι διττό: η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η συμβολική μορφοποίηση του χρόνου επιδρά στην ιστοριογραφία, σε συνδυασμό με την ανατομία της πολιτικής απόφασης. Παραφράζοντας ένα βρετανικό ρητό θα λέγαμε ότι οι διπλωματικοί και πολιτικοί σύμβουλοι είναι τα αγαπημένα ανθρώπινα όντα του καθηγητή Κλαρκ. Ο σπονδυλωτός αυτός τόμος, με τη φυγόκεντρη ποικιλία ύφους ιστορικής γραφής, είναι το δεύτερο καλύτερο έργο του Κλαρκ για το ζήτημα της συμβολικής υπόστασης του χρόνου αλλά σε μία τουλάχιστον περίπτωση (το, κατά τα άλλα, εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο για τον επιστράτηγο[2] Johannes Blaskowitz), η σύνδεση του κειμένου με τη βασική θεματική του βιβλίου δεν είναι εμφανής. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα από εκείνα τα σχετικά σπάνια ιστορικά βιβλία που εμφορούνται από μια πραγματική αίσθηση της πολιτικής και ταυτόχρονα φέρουν ανάγλυφη την φιλοσοφικοθεωρητκή επάρκεια της σκέψης του συγγραφέα τους.

«Το όνειρο του Ναβουχοδονόσορα», το εναρκτήριο κεφάλαιο του βιβλίου, είναι ένα από τα δύο καλύτερά του. Ο Κλαρκ ανατέμνει το Β΄ Κεφ. του παλαιοδιαθηκικού βιβλίου του Δανιήλ επισημαίνοντας τον βαθμό στον οποίο είμαστε ακόμη δεσμώτες του φαντασιακού πλαισίου που εγκαθιδρύεται με την ερμηνεία του Ονείρου του Ναβουχοδονόσορα από τον Δανιήλ. Ακόμη και σήμερα ιστορικοί και μη-ιστορικοί, «ταπεινοί» ιδιώτες και δημοσιολογούντες αρθρώνουν τον ιστορικό χρόνο ως μία διαδοχή ηγεμονιών, στην οποία κάποια αόρατη ―βεβαίως όχι πλέον Θεία― πρόνοια ή κοσμική ενδελέχεια παίζει έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο. Και εδώ έγκειται η διαφοροποίησή μας από τον Κρίστοφερ Κλαρκ που συμπεραίνει «Η ιδέα του ανταγωνισμού των δυνάμεων για την εξασφάλιση ισχύος ή αν μη τι άλλο ασφάλειας συνέβαλε στη θεμελίωση της ανθρώπινης ιστορίας ως αυτόνομο είδος λόγου, διακριτό από την historia divina, η οποία επικυρώνεται από την προφητεία» [σ. 8]. Σε πείσμα του απογαλακτισμού της ιστορίας των ανθρωπίνων πεπραγμένων (gesta) από την divina historia, το όραμα μιας ιστορίας δομημένης σύμφωνα με την θεϊκώς προκαθορισμένη διαδοχή των ηγεμονιών δεν έχει πάψει ποτέ να ασκεί την επίδρασή του, παρά το μπόλιασμά της με άλλα ιστορικά πρότυπα, όπως αυτό της ενεργητικής διεκδίκησης της καθολικής ηγεμονίας που εισηγήθηκε ο νομικός, ιστορικός και αντίπαλος του Λάιμπνιτς βαρώνος Samuel von Pufendorf, όπως παρατηρεί ο Κλαρκ. Η απώλεια της υπερβατολογικής του αναφοράς εξισορροπήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις από τη διατήρηση μιας άτεγκτης και πλήρως εκκοσμικευμένης εσχατολογίας τύπου Φουκουγιάμα ή από την υπόρρητη παρουσία ενός αόρατου αλλά αποτελεσματικού μηχανισμού που ρυθμίζει τη μετάβαση από τη μία ιστορική περίοδο στην άλλη, πάντοτε με όρους αυτοκρατορικής ή οιονεί αυτοκρατορικής ηγεμονίας. Η εκδοχή αυτή της translatio imperii αποτελούσε το υπόστρωμα των θεωριών περί επαναφοράς του κέντρου βάρους της ιστορικής εξέλιξης από την Ευρώπη στην Ασία και μετάβασης από μία αμερικανική σε μία ιαπωνική (ιδέα της δεκαετίας του 1980) ή σε μία κινεζική ηγεμονία (από τη δεκαετία του 1980 και δώθε). Οι τελεολογικές ερμηνείες της ιστορίας είναι ακόμη μέρος του πνευματικού μας οπλισμού και ίσως αυτό να μην είναι απαραίτητα κακό.

Δεν προσπαθούμε να ισχυριστούμε ότι η κοσμική ιστορία ως μια αφήγηση για τη διεκδίκηση της ηγεμονίας από κρατικές οντότητες δεν έχει αποδεσμευθεί από την historia divina ως προς τα μέσα και τους στόχους της, όμως αυτό συνάδει με την εκκοσμίκευση της θεολογικής τελεολογίας. Όπως με ιδιαίτερη διορατικότητα παρατηρεί ο Κλαρκ, η προφητεία αποτελεί εγγύηση της πρωταρχικής θέση του Ναβουχοδονόσορα στην ιστορική διαδοχή των ηγεμονιών και ταυτόχρονα μία απόπειρα άμβλυνσης του άγχους της θνητότητας, η οποία και αποτελεί το απώτατο όριο οποιασδήποτε μορφής ισχύος. Στη σύντομη αφήγηση της ιστορίας της ισχύος που ο Κλαρκ επιχειρεί στο υπόλοιπο του δοκιμίου επιβάλλεται το δίπολο της συγκέντρωσης και της διάχυσης της εξουσίας ως διηγητική αρχή. Όπως μας υπενθυμίζει, η συγκέντρωση της εξουσίας είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, μόλις του 19ου αι., αφού ακόμη και τα απολυταρχικά καθεστώτα που είχαν προηγηθεί δεν είχαν άλλη επιλογή από την de facto αναγνώριση της ισχύος των τοπικών αριστοκρατικών ελίτ.

Το δεύτερο καλύτερο δοκίμιο της συλλογής, «Από την Πρωσσία με αγάπη: Ζηλωτισμός, φιλελευθερισμός και η δημόσια σφαίρα στην Καινιξβέργη της δεκαετίας του 1830» [σσ. 80-104] μας υπενθυμίζει ότι το παγιωμένο έθος αυθαίρετης κρατικής παρέμβασης στα εκκλησιαστικά πράγματα έλαβε νέες διαστάσεις με την συγχώνευση της Λουθηρανικής με τη Μεταρρυθμισμένη Καλβινιστική Εκκλησία το 1817. Άλλωστε, το κίνημα της Οξφόρδης στην Αγγλία λίγο αργότερα, το 1829-1830, πυροδοτήθηκε από την κρατική εντολή συγχώνευσης έξι επισκοπών. Ο Κλαρκ δεν επεκτείνεται σε θεολογικά ζητήματα, όμως ένας θεολογικά υποψιασμένος αναγνώστης με ορισμένες γνώσεις για την εξέλιξη του Χριστιανισμού στη μη-Ορθόδοξη Ευρώπη μπορεί να διακρίνει αρκετά πράγματα. Η βίαιη ένωση, από έναν μάλλον μέτριο μονάρχη όπως ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄, των δύο μεγάλων Προτεσταντικών Εκκλησιών του Βασιλείου της Πρωσσίας με ελάχιστη προετοιμασία και με δογματικά κείμενα που προέκυψαν από πρόχειρες συρραφές χωρίων της Αγίας Γραφής, θεολογικών κειμένων και δογματικών αποφάνσεων άλλων Εκκλησιών δημιούργησε το ιδανικό πεδίο εκτροφής σεκταριστικών κινημάτων και αυτή η απουσία οργανικής εξέλιξης φαίνεται να μην έχει επισημανθεί με την προσήκουσα ενάργεια. Οι δογματικοί συμβιβασμοί που χρειάστηκαν για να επιτευχθεί η ένωση μπορούσαν να γίνουν ανεκτοί μόνο στον βαθμό που η βασιλική, κρατική εξουσία συνέχιζε να ασκεί πολιτική ενιαία και συνεπή στη βιαιότητά της, ώστε να περιοριστούν οι κεντρόφυγες δυνάμεις. Η άκρατη θεσμοποιημένη λογοκρατία που ενισχύθηκε μέσα από την ένωση δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την πνευματική δίψα των πιστών. Μία μορφή παρέμβασης που θύμιζε μάλλον το είδος καισαροπαπισμού που ευδοκίμησε τον 18ο αι.

Το δοκίμιο είναι ένας στοχασμός στη σύντομη ιστορία του εκκλησιαστικού σεκταριστικού κινήματος των εκκλησιαστικών ιεροκηρύκων Johann Wilhelm Ebel και Georg Heinrich Diestel στην ανατολική Πρωσσία, μία δεκαετία περίπου μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων. Οι δύο ιεροκήρυκες διέδωσαν τις διδαχές του δασκάλου τους Johann Heinrich Schönherr, ο οποίος κήρυττε ότι ολόκληρο το σύμπαν μπορεί να αναχθεί στην αρσενική αρχή του πυρώδους φωτός και στη θηλυκή αρχή του υγρού σκότους. Επισκέφθηκε μάλιστα τον Ιμμάνουελ Καντ ο οποίος τον παρακίνησε ειρωνικά και όχι δίχως κακία να προσπαθήσει να επιβιώσει μόνο με φως και νερό, ώστε να αποδείξει την ορθότητα της θεωρίας του. Ο δύσμοιρος Schönherr προσπάθησε επί αρκετές ημέρες να επιβιώσει χωρίς τροφή, αλλά τελικά υπέκυψε στον πειρασμό. Ο Ebel υιοθέτησε μεγάλο μέρος της διδασκαλίας του έστω και αν αργότερα, κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, κατέθεσε ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί η διδασκαλία του Schönherr δογματική απόφανση και όχι ένα από τα κλειδιά της φυσικής αποκάλυψης.

Η σέκτα των Ebel και Diestel είχε τη μοίρα των πάμπολλων σεκτών από την Αναγέννηση και δώθε: κατέρρευσε υπό το βάρος σεξουαλικών σκανδάλων, πραγματικών ή φανταστικών, τα οποία προσέλκυσαν την προσοχή των Αρχών. Οι πάντοτε άτακτοι φοιτητές βρήκαν την ευκαιρία να απαιτούν «σεραφικούς ασπασμούς» από τις κυρίες. Οι φήμες πλήθαιναν συνεχώς και ακόμη και το δόγμα των δύο αρχών του αρσενικού πυρώδους φωτός και του θηλυκού υγρού σκότους θεωρήθηκαν απλές προκαλύψεις έκνομων και έκλυτων πρακτικών. Το Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο του Βερολίνου απάλλαξε τελικά τους δύο πρωταγωνιστές από τις κατηγορίες αυτές.

Δεν ίσχυε το ίδιο για τις εκκλησιαστικές κατηγορίες. Ο διοικητής της Καινιξβέργης Theodor von Schön, ήδη πριν την εκκίνηση της ποινικής διαδικασίας ονόμαζε σέκτα και παραφυάδα του πιετισμού την ομάδα αριστοκρατικών κυριών, κυρίως, αλλά και κυρίων, που είχε συμπηχθεί γύρω από τους δύο ιεροκήρυκες. Ίσως να μην είχε εντελώς άδικο. Μία από τις διδαχές του κινήματος ―σύμφωνα με το ελαττωματικό κατηγορητήριο εν πάση περιπτώσει― ήταν ότι ο κόσμος προήλθε από δύο κοσμικά αυγά που ενώθηκαν στο κενό.

Η αφήγηση του κινήματος των δύο ιεροκηρύκων της Καινιξβέργης, μία προσπάθεια συμβιβασμού της θείας Αποκάλυψης με τον φιλοσοφικό στοχασμό, εκτυλίσσεται στη σκηνή της σημαντικότερης θρησκευτικής ανανέωσης των τελευταίων 300 ετών: την απο-λογοκρατικοποίηση του Χριστιανισμού. Η επανερμηνεία της γνωστής ρήσης «ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα» ώστε να σημαίνει ότι τα ίδια τα όνειρα της λογικής είναι τερατώδη και όχι ότι όταν η λογική απουσιάζει γεννώνται τερατώδη φαινόμενα, αποτελεί το επιστέγασμα του δοκιμίου.

Από τα υπόλοιπα δοκίμια εκείνο που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το σχετικό με τον ειδικό σύμβουλο Dominic Cummings, eminence grise του Ηνωμένου Βασιλείου. O Dominic Cummings συμβούλευσε τον Boris Johnson να αναστείλει περαιτέρω τη λειτουργία του Κοινοβουλίου (prorogation of Parliament) ώστε να καταστεί δυνατή η έξοδος της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κίνηση αυτή έφερε ανάγλυφη την επιρροή της βισμάρκειας παράκαμψης της νομοθετικής εξουσίας, ενώ η σχέση του Κάμινγκς με τον Τζόνσον δεν ήταν λιγότερο επεισοδιακή από εκείνη του Μπίσμαρκ με τον Βασιλιά της Πρωσίας και μετέπειτα Αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμο Α΄. Εξίσου εμφανής είναι η επιδίωξη να οδηγηθεί το χάος σε μία «ώριμη» κατάσταση, ώστε η λήψη ριζικών μέτρων να φαίνεται αιτιολογημένη. Κατά τη γνώμη μας, όμως, η τόσο εμφανής και θεληματική υιοθέτηση πολιτικών προτύπων ταυτόχρονα φανερώνει και αποκρύπτει τις πραγματικές προθέσεις του πολιτικού άνδρα.

Το δοκίμιο για τον Επιστράτηγο Γιοχάνες Μπλάσκοβιτς (από τους ελάχιστους επιδραστικούς στρατιωτικούς του Γ΄ Ράιχ που, μαζί με τον Χάιντς Γκουντέριαν, δεν έγινε στρατάρχης) επισημαίνει την ποικιλότητα των μορφών αντιπαράθεσης και συνέργειας με την ηγεσία του Γ΄ Ράιχ, απορρίπτοντας διάφορες υπεραπλουστεύσεις που γνωρίζουν ιδιαίτερη πέραση. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στο γεγονός ότι ενώ ο Μπλάσκοβιτς υπέβαλε επανειλημμένα αναφορές για τα εγκλήματα των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ποτέ δεν συμμετείχε ενεργητικά στην αντίσταση κατά του Χίτλερ.

Η ίδια τακτική μερικής αποκωδικοποίησης αντιφατικών μηνυμάτων υπάρχει και στο δοκίμιο «Το πολλαπλό μέλλον του πολέμου» [σ. 179-190], στο οποίο θίγονται οι ηθικές και πολιτικές συνέπειες της τελειοποίησης των οπλικών συστημάτων, η μεταμόρφωση του πολέμου που καθιστά σχετική την στρατιωτική νίκη και η μετακύλιση του βάρους των απωλειών στον άμαχο πληθυσμό. Το δοκίμιο εμμέσως πλην σαφώς αμφισβητεί την παγιωμένη αισιοδοξία ότι τα πυρηνικά όπλα θα συνεχίσουν να αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες μιας γενικής σύρραξης αντιπαραθέτοντας στην οπλισμένη με σκυρόδεμα αισιοδοξία των αναλυτών την ιστορική ενδεχομενικότητα και την ανικανότητα και των ικανότερων αναλυτών να προβλέψουν το μέλλον.

Ο Κλαρκ διατείνεται ότι έννοια της απόφασης για μάχη, στην οποία δίνει μια αρκετά ικανοποιητική έμφαση ο Κλαούζεβιτς, έχει περάσει πλέον σε δεύτερη μοίρα αν αναλογιστούμε τον μετασχηματισμό της πολεμικής σύρραξης σε εμφύλιο πόλεμο με πολλά διαφορετικά στρατόπεδα, όπως τόσες φορές έχει γίνει στη Μέση Ανατολή. Αυτό βεβαίως, υπό τη μορφή που έχει διατυπωθεί σε κάθε περίπτωση, ισχύει αλλά αδικεί σε κάποιον βαθμό τον Κλαούζεβιτς. Την καλύτερη απάντηση στην αιτίαση του Κλαρκ έχει δώσει προκαταβολικά ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης της Σχολής Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου Christopher Coker. Σε ένα φανταστικό διάλογο μεταξύ του Κλαούζεβιτς, ενός Αμερικανού στρατηγού, του συγγραφέα Bill Lowry και του συγκαλούντος δημοσιογράφου της Washington Post, ο Κλαούζεβιτς φέρεται να επιμένει ότι ακριβώς η πολιτική, όχι φυσικά ως προβολή αξιακών αξιώσεων αλλά ως συνθετική παράμετρος των ροπών και επιδιώξεων ισχύος των ανθρώπινων κοινωνιών, οφείλει να είναι «το σημείο εκκίνησης κάθε στρατηγικού σχεδιασμού». Απαντά ο Κλαούζεβιτς: «Γιατί εισβάλατε στο Ιράκ; Αν ήθελα να ασκήσω κριτική στο στρατιωτικό σχέδιο του στρατηγού Φρανκς κατά την προετοιμασία του πολέμου, θα ρωτούσα την ίδια ερώτηση που είχε θέσει τo 1827 στον Karl von Roeder, έναν νεαρό επιτελικό αξιωματικό. […] Ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι στρατηγικοί στόχοι: κατάκτηση, αρπαγή εδάφους ή απλώς μία προσπάθεια μεταβολής της ισορροπίας ισχύος;» (Christopher Coker,Rebooting Clauzewitz. On War in the 21st century, Hurst & Company, Λονδίνο 2017, σσ. 96-97). 

Παρά τις επιμέρους διαφωνίες μας και την αποπροσανατολιστική ποικιλότητα των κειμένων του τόμου, το βιβλίο του Κλαρκ αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο επίτευγμα. Αρνούμενος την ιδεολογική στράτευση και τις τελεολογικές εμμονές, ο Κλαρκ προσφέρει ένα ιστορικό πανόραμα της ανθρώπινης δράσης όπου το κάθε στοιχείο, όχι μόνον η πράξη ή η παράλειψη αλλά ακόμη και το σφάλμα, εντίθεται σε ένα πλέγμα δυνατοτήτων και ενδεχομενικότητας, ενώ η ίδια η ενδεχομενικότητα αναδύεται ως στοιχείο της ίδιας της κρίσης μας. Ο Κλαρκ είναι από μια άποψη το απαραίτητο αντίδοτο ή ίσως αντίβαρο στον Μπήβορ. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για την ιστορία ως πλέγμα και για την ιστορία ως πράξη. Κλείνουμε την δοκιμιακή μας κριτική εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα βρεθεί ο τολμηρός εκείνος εκδότης που θα αναλάβει τη μετάφραση του έργου, καθιστώντας το μέρος του ευρύτερου ιστορικού διαλόγου στη χώρα μας.


[1] Το βιβλίο έχει μεταφραστεί επαρκέστατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Christopher Clark, Υπνοβάτες. Πώς η Ευρώπη πήγε στον Πόλεμο το 1914, μετάφραση: Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014.

[2] Χρησιμοποιώ ―και εξ όσων γνωρίζω καινοτομώ ως προς αυτό― τον ελληνιστικό όρο «επιστράτηγος» όχι για να δηλώσω τον διοικητή μιας μεγάλης περιφέρειας, όπως στην ελληνιστική Αίγυπτο, αλλά για να μεταφράσω τον γερμανικό όρο «Generaloberst». Η χρήση της πρόθεσης επί- για να δηλωθεί βαθμός ανώτερος από αυτόν που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό του όρου (βλ. επιλοχίας, επισμηναγός και ούτω καθεξής). Πρόκειται για βαθμό που ήταν σε χρήση στη Γερμανία και την αυτοκρατορική Ρωσία, αλλά όχι στη Βρετανία ή τη Γαλλία. Βρισκόταν μεταξύ του στρατηγού και του στρατάρχη. Η απόδοση του όρου ως «αρχιστράτηγος» είναι εντελώς λανθασμένη, διότι προέρχεται από μία σύγχυση βαθμού και διοικητικής θέσης. Ο αρχιστράτηγος, με την έννοια του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, μπορεί φυσικά να φέρει τον βαθμό του επιστρατήγου-Generaloberst, αλλά μπορούσε να είναι επίσης στρατάρχης: και ενώ υπήρχε μόνον ένας αρχιστράτηγος, υπήρχαν αρκετοί επιστράτηγοι και στρατάρχες. Η δεύτερη και αρκετά άκομψη επιλογή θα ήταν να μεταφράσουμε τον όρο κυριολεκτικά ως συνταγματαρχιστρατηγό ή Συνταγματάρχη-Στρατηγό, με οδηγό άλλωστε και την αγγλική απόδοση του όρου ως Colonel-General. Επέλεξα συνειδητά να αποφύγω αυτή τη λύση.

Κύλιση στην κορυφή