Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Βρασίδας Καραλής

Διάλογος περί πολιτειακής ευδαιμονίας

Σύντομο σημείωμα περί Διαλόγου

Το κείμενο που ακολουθεί είναι το αρχικό κεφάλαιο ενός φιλοσοφικού διαλόγου που άρχισα να γράφω πριν είκοσι πέντε περίπου χρόνια περί πολιτειακής και συνεπώς ατομικής ευδαιμονίας. Στην αφετηρία του ο διάλογος αυτός συνιστά μια προσπάθεια να αναβιώσει η τέχνη της συζήτησης με κέντρο ορισμένα θεμελιακά ζητήματα της σύγχρονης σκέψης μέσα από τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφίας.

Οι μονολογικοί διαλογισμοί της σύγχρονης φιλοσοφικής πραγματείας, ιδιαίτερα όπως μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τη γερμανική και γαλλική σκέψη, έχουν καταστήσει τον νεοελληνικό στοχασμό υπομνηματιστικό και επεξηγηματικό, αφαιρώντας του την ικανότητα συνθέσεως προτάσεων ερμηνευτικής τάξεως.

Επιπλέον, το ισχυρό στοιχείο δογματισμού και απολυτοδοξίας που ενέχουν και συνήθως επιβάλλουν παρόμοιοι αυτοαναφερόμενοι μονόλογοι ακυρώνει τη δυνατότητα του φιλοσοφείν να αρθρώνει προτάσεις που επιτρέπουν την εκδίπλωση της ισοδοξίας και της ισογλωσσίας. Σημασία δεν έχει ποιος έχει δίκιο αλλά πώς μέσα από την παρρησία, το θάρρος της γνώμης εκάστου, αποτυπώνεται η περιπλοκότητα και το πολυδιάστατο του σκεπτόμενου υποκειμένου. Με τον διάλογο καταργείται η σιωπή του είναι και αρθρώνεται μια μέθοδος επιγνώσεως της ύπαρξης.

Ο διάλογος επιμερίζει τη σκέψη στην πρισματική της πολυμορφία και διερευνά τα όρια του σκέπτεσθαι και του εκφράζεσθαι χρησιμοποιώντας κάθε επίνοια της δραματουργικής φαντασίας. Κάνει συνεπώς χρήση όλων των στρατηγημάτων της αρχαίας σκέψης για να εντοπίσει το θέμα του: η διαλεκτική τέχνη είναι ταυτοχρόνως και μαιευτική, ενίοτε μάλιστα και εριστική. Κανένας από τους συνομιλητές δεν υποκρίνεται ότι γνωρίζει την οριστική αλήθεια ούτε καν την αλήθεια των προσωπικών του βιωμάτων. Το κείμενο επίσης δεν προτείνει μια συνολική ερμηνεία: εστιάζεται πάνω στη συναντίληψη του κοινού πεπρωμένου των συνομιλήτων και όχι στις βεβαιότητες που διαμόρφωσαν τη σκέψη τους. Από μια άποψη, ο παρών διάλογος συνεχίζει την παράδοση του Πλάτωνα που, ενώ εισέρχεται σε πολυσχιδείς διερευνήσεις πολλαπλών επιχειρημάτων, τελειώνει πάντα με την αισιόδοξη πρόταση ότι θα πρέπει να συναντηθούμε για να μιλήσουμε ξανά για τα ίδια ζητήματα. Για καιρό πίστευα ότι αυτό αποτελούσε μια υπεκφυγή. Στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ σοφή στάση του Πλάτωνα που γνώριζε πως τα ερωτήματα αλλάζουν και μεταμορφώνονται μαζί με εκείνους που τα θέτουν.

Επιπλέον, ο Αθηναίος ζούσε σε μια εποχή που υπήρχαν συλλογικές μυθοπλαστικές τέχνες, γι’ αυτό και απαντούσε με μύθους στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής του. Τώρα που οι μύθοι έχουν αποδομηθεί, επιχείρησα να τους αντικαταστήσω με ατομικές περιπέτειες και εμπειρίες, κείμενα βιογραφικά, εαυτομυθοπλαστικά και ποιητικά, που υποτυπώνουν τη σχέση εκάστου ανθρώπινου σώματος με την ιστορία και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο διάλογος είναι εξάλλου ένα σχήμα εκ φύσεως πολύρρυθμο και ετεροφθογγικό: ο κάθε συνομιλητής έχει τη δική του ιδιόλεκτο και μορφή, την ξεχωριστή του ειδωλοκτισία, μέσα από την οποία ταξιθετεί τον κόσμο και διερμηνεύει την εμπειρία. Προσπάθησα να διατηρήσω την προφορικότητα μιας φιλικής συζήτησης, μαζί με την ενσυνείδητη προσπάθεια για την αναβίωση της φιλοσοφικής γλώσσας που ξεκινάει από τους προσωκρατικούς, περνάει μέσα από τους στωϊκούς, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς στοχαστές και φτάνει, μέσα από τον Κωνσταντίνο Κούμα, και τον Θεόφιλο Καΐρη, στον Παναγιώτη Κονδύλη και κυρίως τον γονιμότερο φιλοσοφικό νου των τελευταίων δύο αιώνων, την Έλλη Λαμπρίδη.

Ο παρών διάλογος συνεχίζει μια προβληματική που ανάγεται στο έργο του Χρήστου Μαλεβίτση, του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Παναγιώτη Κανελόπουλου από τους νεότερους στοχαστές, ίσως μάλιστα σε αντίστοιχα κείμενα του Αδ. Κοραή, του Ιωάννη Ζερβού και του Νίκου Καζαντζάκη.

Τέλος, ο διάλογος αποτελεί μια προσπάθεια συναγωγής των φιλοδοξιών και ελπίδων που απασχόλησαν τη γενιά μου, όπως διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση, στα δέκα εκείνα χρόνια της πλέον δημιουργικής περιόδου της νεοελληνικής κοινωνίας μεταξύ 1975 και 1985. Οι συζητήσεις απηχούν τα ερωτήματα που θέσαμε τότε στον εαυτό μας, τις παλινωδίες, τις αρνήσεις, τις προδοσίες, τους συμβιβασμούς, τα ψέματα, τα λάθη, τις ελπίδες, τις απιστίες, τις βεβαιότητες, τις ψευδαισθήσεις, τις αμφιθυμίες και τους παραλογισμούς που έπλασαν τις δημιουργικές ανησυχίες μας, προτού μας αφοπλίσει η δημοσιοϋπαλληλική ασφάλεια, και μας εξουδενώσει η συμμετοχή στην εξουσία, στους θεσμούς και στα κέντρα αποφάσεων.

Ίσως μέσα από αυτές τις ευφρόσυνες και ετεροσύστατες συζητήσεις να μπορεί να περισωθεί μια ηχώ των προταγμάτων που τάραξαν τη συνείδησή μας και των παράδοξων αντιφάσεων που την γέννησαν.

⸙⸙⸙

ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ

από τους κρυφούς λόγους της μητέρας Αναστασίας
μνήμη Robert Meader

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Αφηγητής
ευδιάλογος, μυθοδίαιτος, μεταβάλλεται

Ξένος
νομάδας, εναντιοδρομεί, πόθος ολοκληρίας

Κωνσταντίνος
αισθαντικός, υποθέτει, ερασιθάνατος

Ελένη
απέδρασε, αλύτρωτη, νοσταλγεί

Κυριάκος
αυτοκατήγορος, μεσεύει, ανισορροπεί

Ουρανία
θαυμάζει, δελεάζεται, είρων

Αιμιλία
ιδεομάχος, χάνεται, ευελπιστεί

⸙⸙⸙

(Θησείο, νύχτα Αυγούστου 2004.
Η φωτισμένη Ακρόπολη απέναντι)

(Αφ) –Nόστος ηδύπικρος, στους πρόποδες της Ακροπόλεως. Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν με τελετές πυρολατρείας και ενθουσιασμού. Μα εμείς δεν πέφτουμε σε ομίχλη. Καιρό σχεδιάζαμε τη συνάντηση αυτή, για όσα δεν μπορέσαμε να δραματουργήσουμε προτού απολυθούμε στην αθυμία της ιστορίας. Έχουμε υπόθεση. Οι φίλοι άπαντες εδώ, ή καθ’ οδόν. Ο Κωνσταντίνος και ο Κυριάκος, οι επιχώριοι εμείς, πλήρεις θέσεων και βεβαιότητος. Ελένη εσύ, μέτοικος σε όριο ασημείωτο της Ινδικής, και εσύ ο ξένος, έποικος στη γη των Αντιπόδων. Άγαν ελλόγιμος, ως γνωστόν.

(Ελ) –Ναι, ναι, κορυφαίε και μυστήριε. Εδώ, όπως τότε, νέοι, έτη είκοσι πέντε πριν, πλήρεις αισθήσεων και ψευδαισθήσεων. Τώρα ανταμώνουμε, κάτω από τον βράχο που επόπτευσε τις λυτρωτικές μας ιαχές, να μιλήσουμε για τον λόγο, τη γνώση, την ύπαρξη και την πολιτεία που οραματιστήκαμε σαν ψηλαφίζαμε άπραγοι τον κόσμο. Ίσως, και για να εξηγήσουμε τον εαυτό μας, μέσα από τις λογοληψίες και τα έργα μας, που δεν επαρκούν και ποτέ δεν εξηγούν τίποτε, δυστυχώς, όπως λίαν καλώς όλοι ήδη γνωρίζουμε. Σε λίγο, καταφθάνει η Ουρανία, αισθησιοκράτις πάνυ. Αργότερα, η Αιμιλία, φλεγόμενη ορμή της πράξης, είπε ότι θα εμφανιστεί. Ίδομεν.

(Κων) –Ναι, φίλοι σημειολύτες, όπως και τότε, όταν δεν είχαμε σκορπίσει σε αλιδόνητες αποδημίες και αστικές μοναξιές: μια διαρκής απώλεια αθωότητας, αυτό υπήρξε η νεότητά μας, πτώση αδιάκοπη στην αχανή πολλαπλότητα των αμφιβολιών. Εσύ, Ελένη στην Ινδία, Κυριάκο εσύ, στις αγορές του κόσμου, εσύ φίλε στην άπολι γνώση της Αυστραλίας κι εδώ εγώ, αμετάθετος, να φρουρώ τις πύλες των Αθηναίων από αόρατους πολυθρύλητους εισβολείς.

(Αφ) –Υπάρχει κάτι ψυχοσωτήριο στα λόγια σου. Σαν να μας ανακαλείς όλους μέσα από διαδρομές που θυμόμαστε με τόση αμφιθυμία. Στο κοινό καταγωγικό σημείο, τα ίδια ονόματα, με άλλα πρόσωπα. Νοσταλγία αποκαταστάσεως θα μας ριγήσει απόψε. Τι άλλαξε στο μεταξύ;

(Κυρ) –Τι άλλο; Μεταξυλογία τα πάντα, μεταίχμια απολογία! Είμαστε τα ίδια πρόσωπα που θυμούνται τους εαυτούς τους όπως υπήρξαν κάποτε; Τι συνέβη τόσα χρόνια πριν, ασυνειδήτως, που μας δεσμεύει σήμερα σαν ενοχή, αρχέκακο δρώμενο;

(Ελ) –Άλλαξαν, πιθανώς, τα κίνητρά μας, μαζί με το έδαφος που τα εξέθρεψε. Γευτήκαμε την μεγάλη ευτυχία του να διασχίσουμε σύνορα, αποσχιστήκαμε από τη ληθηγόνο ενότητα της φυλής. Δεν απορρίψαμε απλώς την αθωότητα, αλλά δεν έχουμε πλέον δικαίωμα σε αυτήν. Δεν γυρνάμε ποτέ σπίτι μας. Δεν υπάρχει σπίτι να γυρίσουμε. Και ένα κτίσμα ακατοίκητο δεν είναι εστία. Ο Οδυσσέας που έφυγε από την Ιθάκη, δεν είναι ο Οδυσσέας που γυρίζει. Μιλούμε με την ένοχη γνώση πως τελικά διαπράξαμε μιαν ψυχώδυνη παράβαση, σε χρόνο ανυποψίαστο, ασυνείδητα και ανεπαίσθητα, σε τόπο που έχουμε ξεχάσει. Μπορούμε να συζητούμε περί αθωότητος, όταν τρέφουμε τόση καχυποψία μέσα μας;

(Κυρ) –Μην υπερβάλλουμε! Έχουμε πάντα δικαίωμα στο όραμα. Κυρίως μέσα από τις ελλείψεις μας. Άλλωστε, χαλεπόν το ευ γνώναι, ίσως και το απλώς γνωρίζειν. Αν χάθηκε κάτι είναι το αίσθημα και ίσως η βεβαιότητα του ανήκειν, η αφέλεια του ενσαρκωμένου ονείρου. Θέλαμε να είμαστε καλοί αγωγοί μιας πίστης: μα ιδού, καταλήξαμε σε αγριότατο σκεπτικισμό, στην απόγνωση των απωτάτων αφαιρέσεων. Αλλά η περιπέτεια δεν ήταν ασήμαντη: μας πρόσφερε τη θερμότητα της ενσυνείδητης ύπαρξης. Υπάρχει τίποτε φιλοσοφικότερο από τις παρανοήσεις μας;

(Ξεν) –Πάντα, ευτυχώς, γοητευόμαστε από τις αφαιρέσεις! Μας βοηθούν να χάσουμε τον δρόμο μας. Το μέγιστον μάθημα! Τι ήταν για μένα η Αυστραλία προτού συναντήσω Αυστραλούς και προτού ζήσω ανάμεσό τους; Μια άλλη αφαίρεση, εξ ετερηκοΐιας. Τι βρήκα σαν έζησα εκεί; Έναν ρυθμό, μια πορεία να το πω, προσανατολισμό; Ήταν σαν να έσπαγαν παντού γύρω μου οι δεσμοί μιας πρωτοπαγούς συγγένειας, σαν να αποδεσμευόμουν από κάποιες αόρατες, πανίσχυρες κλωστές.

(Κυρ) –Και τώρα; Τι συμβαίνει τώρα;

(Ξεν) –Τώρα; Τώρα, είμαι πλήρης. Κατέχω την ευφρόσυνη γνώση της αυτονόμησης. Έχω δημιουργήσει την ελευθερία μου. Εκείνος ο ξένος τόπος, οπού δεν είναι ξένος, με αποσυσχέτισε από τον επίκτητο αυτοματισμό που κάνει να θεωρείς τα πάντα δεδομένα.

(Αφ) –Λοιπόν εδώ και πάλι, τώρα, επιστροφή! Χώρα και νόμος, πόλις και τύπος. Σημεία σύγκλισης των μικρών μας περιπετειών. Θυμάστε; Μιλούσαμε τότε για την πολιτεία, τη γνώση, τη γλώσσα, τη θρησκεία και το πολυειδές ανθρώπειον. Μέσα από τέτοια αστάθμητα ερωτήματα, μείναμε αποσυνάγωγοι, η εξωτική μειονότης, γιατί δεν θελήσαμε ποτέ να διαλύσουμε την πολιτική κοινωνία σε μια ακοινώνητη αντίληψη σχέσεων, σε ιδιοτελή δικτύωση συσχετισμών ή, επί τα χείρω, σε αυτομυθολογήσεις και μονολογισμούς.

(Ξεν) –Ωστόσο, το ακόνι της εξατομίκευσης όξυνε την όρασή μας. Έπρεπε να πλάσουμε το πρόσωπό μας: όλα είναι προσωποποιΐα. Βαρυδάπανο, αρρητόρευτο μέλημα. Μέριμνα δαιμονιώδης. Έκτοτε μοχθούμε να ανασυγκροτήσουμε, αποσχισμένοι κι απόκληροι από την εστία, φερέοικοι: αυτό τούτο το τίμημα της αυτοσυνειδησίας. Ετερογνωμώ, ναι, όταν αρθρώνω λόγο ετεροίωσης, όταν γίνομαι άλλο, τότε μόνο είμαι εγώ και σώζομαι: σωτηρία η ετέρωσις.

(Κων) –Ας μη μιλάμε πλέον για απόσχιση ή σωτηρία, προς το παρόν, σε αυτόν τον φθαρτό κόσμο, τουλάχιστον. Νομίζω ότι αρκετά ζήσαμε διασκορπισμένοι εν σιωπή. Ίσως και να είμαστε πάντοτε ξένοι μέσα στην ίδια μας την εστία, ιδίως εκεί και ίσως μόνο εκεί.

(Ξεν) –Πόνο σπείρεις, αγαθών πέλαγος. Πιθανόν το μόνο αγαθόν γέννημα της ζωής να στάθηκε η εξορία μας! Μολονότι είναι, ομολογουμένως, δόνημα ταραχώδες να επιστρέφουμε στην πρωτογενή στιγμή της ρήξης και της απόσχισης, όταν αντιμετωπίσαμε την ιστορία, αγωνιστήκαμε, ηττηθήκαμε και έκτοτε βυθιστήκαμε σε δημιουργική και νοητική παράλυση.

(Ελ) –Βουλιάξαμε εκουσίως μάλλον χωρίς θέληση ανάστασης.

(Ξεν) –Ας επιστρέψουμε στις συγκλίσεις μας. Μιλούσαμε τότε για τον πολιτειακό λόγο, αν υπάρχει σήμερα, και αν μπορεί να εξηγήσει και να απολογηθεί για την καθημερινή περιπέτεια. Επιμένω: δεν δοξογνωμούμε και δεν δογματίζουμε περί «αρίστης πολιτείας» ή περί «ορθής πολιτείας» ή περί «βελτίστων νόμων». Τέτοιες ψευδογνώσεις και παραπληξίες ανήκουν σε πρωτόγονες μορφές σκέψης και ακατέργαστους τύπους φιλεξούσιου στοχασμού, αρχομανίας δέλεαρ.

(Αφ) –Υποδεικνύοντας κρίση προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας.

(Ξεν) –Ορθότατον! Αλλά μή διακόπτεις τον ειρμό των ρήσεών μου. Ευχαριστώ! Ως ιστορικά μορφώματα, όλες οι κοινωνίες συναπαρτίζονται εν ταυτώ από κεντρόφυγες και κεντρομόλες τάσεις, που δύσκολα μπορούν να συγχωνευτούν σε κομψές εξισώσεις συλλογικής ταυτοποίησης. Εδώ μιλάμε για τις μεθόδους διαμόρφωσης των τύπων συμπεριφοράς και αυτονοήσεως κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες και τα κυρίαρχα μορφώματα πολιτειακής συγκρότησης. Τονίζω τα υπάρχοντα και κυρίαρχα συστήματα πολιτειακής πρακτικής. Το υπάρχον έχει το μυστήριό του, τη διαλεύκανση του οποίου θέλουμε να επιχειρήσουμε και να αφηγηθούμε.

(Αφ) –Δεν αρνούμεθα, όχι, αποδεχόμαστε το υπάρχον, το πιθανό, τα πάντα. Δίνουμε λόγο ακόμα και σε αυτό που αναιρούμε. Και το αναιρούμε θετικά, αντιβάλλοντας το εν δυνάμει, στο προφανές. Μόνο μέσα από αυτή τη σύγκριση θα οδηγηθούμε προς τον μετασχηματισμό, τη μεταποίηση, στη μετακίνηση του πραγματικού προς το πλήρωμά του, αν επιτρέπετε. Αυτή η σημασία της ανθρώπινης πρωτοβουλίας: να βρίσκει κατεύθυνση σε μια ζωή χωρίς προκαθορισμένο σκοπό, να αρτιώνει το ημιτελές. Εκεί άλλωστε βρίσκεται και το ηθικό στοιχείο της ύπαρξης: να λαμβάνει ηθικές αποφάσεις, εφ’ όσον ενδέχεται, χωρίς να προγνωρίζει το αποτελέσμά τους.

(Κων) –Ανδρών σοφών πάσα γη βατή! Οφείλουμε να αποφεύγουμε την μαγγανεία της ουτοπίας και των ονειρικών αποκαταστάσεων. Παραφρονήσαμε καθ’ υπερβολήν κατά την πρώτη νεότητά μας με τη γλυκειά τους αοριστία.

(Αφ) –Επιθυμούμε μια πολιτεία ελευθερίας, ναι, αλλά η ελευθερία δεν είναι ζήτημα κυβερνήσεων και νόμων: είναι πραγμάτωση σχέσεων. Καμιά κυβέρνηση, ούτε και η πλέον φιλελεύθερη, δεν μπορεί να πλάσει ελεύθερους συμπολίτες.

(Ελ) –Όσοι μιλούν για λιγότερο κράτος, δεν εννοούν κατ’ ανάγκην και για λιγότερη εξουσία! Αντίθετα, όπως είδαμε παντού και πάντα, λιγότερο κράτος σήμαινε λιγότερο ορατό κράτος, ανάπτυξη ανεξέλεγκτων κέντρων εξουσίας, λιγότερη δημοκρατία!

(Αφ) –Και κανείς δεν φαίνεται να έμαθε τίποτε! Προτείνω λοιπόν να ερευνήσουμε τίνι τρόπω η κοινωνία αυτοπροσδιορίζεται και αυτορρυθμίζεται σε όλη της τη συνθετική πολυρρέπεια, ενόσω οι σχέσεις των πολιτών της αναπτύσσονται και αναδιαμορφώνονται εν χρόνω. Ας θέσουμε τον πολίτη στο κέντρο της πολιτειακής δομής, ας δούμε τις αρχές και τις εξουσίες ως συμβιβαστικές παραχωρήσεις εκ μέρους του πολίτη προς τον άλλο πολίτη: οι κυβερνώντες υφίστανται περιπιπτόντως, ως ατυχήματα, παράγωγα και ιδιότυπα. Το κράτος είναι αποτέλεσμα εκχωρήσεων δικαιωμάτων από πολίτες προς συμπολίτες.

(Ελ) –Εδώ πρέπει να εντοπίσουμε πού παύουν αυτές οι εκχωρήσεις.

(Κων) –Και πώς δίνονται και από ποιους αυτές οι εκχωρήσεις.

(Κυρ) –Και πώς διαμορφώνεται ο συν-πολίτης.

(Αφ) –Δηλαδή πώς η κοινωνία γίνεται πολιτεία, ποιοι ασύνειδοι και αδιόρατοι δεσμοί διέπουν την άρθρωση του εαυτού, της γλώσσας, των σκοπών του ζην, κάπως μακρύτερα, ποιοι είμεθα και γιατί και προς τι. Σε μια εποχή ρητορικών αμφισβητήσεων των σκοπών, των θεμελίων και των δεσμών είναι επιτέλους καιρός να αντιστρέψουμε τη λογοθεσία, να συνδεθούμε με το ον του Αριστοτέλη, που δυστυχώς ορεσείβιοι Τεύτονες θεώρησαν ότι είχε αποσβεσθεί, ενώ τόδε εκείνο εκινείτο πασιφανές πανταχόθεν.

(Κυρ) –Έχεις δίκιο επιτέλους. Η σιωπή περί το εν πράγμασιν ον έχει οδηγήσει στο να καταλήξουμε σε μια μεταφυσική δικαίωση της υποχειριότητας, της εκούσιας υποταγής στην εξουσία, σε μια απομάκρυνση από την ορμή των ζωντανών σωμάτων.

(Ξεν) –Λοιπόν και συνελόντι ειπείν, τέτοιες μεγάλες δηλώσεις δίνονται από ομάδες συμπολιτών κατόπιν διαβουλεύσεων και αμοιβαίων ανταλλαγών σε συνελεύσεις και συναντήσεις! Αν δεν επικρατεί αμοιβαιότης, η κοινωνία συγκροτείται από πολιορκημένες ψυχές, αιφνιδιαστικούς εχθρούς, ψυχοφθόρες δαιμονοπάθειες! Και πώς να ψυχολογήσεις ανθρώπους που ψηλαφούν την πραγματικότητα ενός σκοτεινού θαλάμου;

(Κων) –Ας αρχίσουμε λοιπόν την έρευνα του συλλογισμού και όπου μας παρασύρει η συζήτηση!

(Αφ) –Ναι, ακόμα και αν χαθούμε στη σύγχυση παλίνδρομων δεινολογιών!

(Ξεν) –Λοιπόν, μας ενδιαφέρει πρωτίστως ο πολιτειακός λόγος δια του οποίου αυτοκαθορίζονται και επικοινωνούν οι πολίτες, οι κώδικες δια των οποίων μιλούν για τον εαυτό τους και αρθρώνουν την εαυτότητά τους, και τέλος οι πολιτειακές εκείνες δομές που οπλίζουν κάθε άτομο με τη θέληση να στραφεί εναντίον των προϋποθέσεών του.

(Κυρ) –Αρχίζεις απότομα! Δεν παρακολουθώ το μηχάνευμα!

(Ξεν) –Θα έλεγα εξ υπαρχής ότι σκοπός κάθε πολιτειακής οργάνωσης είναι η αυτο-διάλυσή της! Σκοπός κάθε πολιτείας είναι να μεταπλαστεί σε κοινωνία ελευθερίας –όχι ευτυχίας αλλά ελευθερίας. Και συνεχίζω: η πρόθεση κάθε νομοθεσίας πρέπει να επικεντρώνεται στο πώς οι νόμοι μιας πολιτείας συν τω χρόνω καθίστανται ανεπαρκείς και απορριπτέοι, εφόσον η διαμόρφωση του κάθε πολίτη θα είναι τέτοια ώστε θα εφαρμόζονται χωρίς να υπάρχουν, ως προτάσεις επιβαλλόμενων αποφάσεων. Θα συμβαίνουν ως συνειδησιακά γεγονότα, ως νοητικές εκφάνσεις και επομένως η νομική τους άρθρωση και επιβολή θα είναι ένα δευτερογενές και κατ’ ουσίαν ένα γεγονός επουσιώδες, επικλητό σε οριακές περιπτώσεις, εξαιρέσεις και αμφιγνωμίες. Ενόσω οι πολίτες πράττουν το καλό και το δίκαιο επειδή φοβούνται ή αποφεύγουν τους νόμους, τότε η πολιτεία είναι άδικη και τυραννική. Μόνο εκεί όπου οι νόμοι είναι άχρηστοι, μόνο εκεί μπορούμε να μιλάμε για πολιτειακή ευδαιμονία, εφόσον η συνείδηση επιλέγει εκουσίως και όχι κατ’ ανάγκην εν κοινωνία.

(Αφ) –Αυτό και αν είναι ουτοπία! Ο αναστηθείς Κροπότκιν και οι συν αυτώ διονυσιάζονται αόρατοι επί των κεφαλών μας.

(Ξεν) –Βέβαια, χρειάζεται μόχθος νοητικός και σωματικός! Δεν επιτρέπουμε στην κρατική εξουσία να πλάθει πολίτες –η πρόταση του Hegel ότι το κράτος είναι μια ηθική ιδέα αποτελεί τον δηλητηριωδέστερο διαβολέα των ανθρωπίνων συνειδήσεων. Το κράτος συμβολίζει την ηθική πτώση από μια κοινωνία αμοιβαιότητας σε θεσμοκρατία, σε εθιμοκρατία. Τα κράτη εδραιώνονται σε συνήθειες και όχι σε αξίες –ιστοριογενείς στην εποχή μας, θρησκειογενείς στον μεσαίωνα, μυθοδίαιτες στην αρχαιότητα.

(Ελ) –Μα πώς φτάνουμε στη συνείδηση του πολίτη, δηλαδή του εκάστου εξ ημών;

(Κων) –Με τη γέννησή μας, με την οικογένεια, με τη γλώσσα, με τη γειτονιά, διαμορφώνουμε βούληση και λογική. Θέλουμε να ανήκουμε, σκεπτόμαστε γιατί ανήκουμε. Δι’ αυτών αναδύεται η αυτεξουσιότης. Δυστυχώς, επειδή τίποτα δεν αναπτύσσεται χωρίς αντιστάσεις, η κίνηση προς αυτεξουσιότητα διαλύεται ή εκτρέπεται. Οι νόμοι και οι κυβερνήσεις είναι απότοκα εκτροπών. Οι πολίτες αρθρώνουν και διαμορφώνουν μορφές εξουσίας που μεταλλάσσονται και μεταμορφώνονται, συμπορευόμενες με την αλλαγή του νου που τις δημιούργησε. Δεν υπάρχουν θεσμοί χωρίς ανθρώπους –και όταν οι θεσμοί ευημερούν, η συνείδηση εξουδενούται, ο νους καθίσταται πίθηκος τραγικός.

(Κυρ) –Ναι, αλλά και ενίοτε σώζονται χάρη στους θεσμούς!

(Ξεν) –Σωστό, αλλά οι κλοπές δεν είναι επαρκής δικαίωση για τις αρμοδιότητες της αστυνομίας, ούτε οι εξωτερικές απειλές για τον εξοπλισμό του στρατού, ούτε οι μισθοί του πολιτικών για τις δαπάνες του κράτους, ούτε οι επενδύσεις χρήματος για την εξουσία των τραπεζών, ούτε η ενημέρωση των πολιτών για την επιρροή των εφημερίδων, ούτε ο σκιώδης πατέρας για την κυριαρχία του χαρισματικού ηγέτη, ούτε ο θεός για την εγκυρότητα των νόμων.

(Κων) –Νομίζω ότι προτρέχουμε τα μάλα. Ας φυτέψουμε κάθετι στην εμπειρία μας, στον ιδιαίτερο πολίτη, αν προτιμάτε, και στον κόσμο των σχέσεών του. Εσύ, Ελένη, τι ανακάλυψες στην Ινδία;

(Ελ.) –Σε κάποιες μικρές, ακούσιες στιγμές, μια πρωτογενή διάσταση του εαυτού μου μέσα από μια ετερολογική αφήγηση για την παιδική μου ηλικία. Τι μπορούσα να περιμένω από την πόλη και τη χώρα μας, που με είχε διαμορφώσει ως πρόβατο επί σφαγήν, μέσα από τις εκκλησιαστικές της τελετές και τα άμφια παπάδων χωρίς ιερότητα; Μέσα από ζωή απατηλότητας, βίο ετεροφθογγίας; Μια θρησκεία έθιμο, είναι μια θρησκεία χωρίς ιερότητα που δεν μπορεί να καθοσιώσει την ατομική εμπειρία και έτσι φυλακίζει τη συνείδηση σε τύπους και τελετές παυσίλυπες και αλλοτριωτικές.

(Αφ) –Η Ελένη αρχίζει, όπως είχε δηλώσει ο Μαρξ, με την προϋπόθεση κάθε κριτικής, την κριτική της θρησκείας –ανοίγουμε θύρα σε πορεία αυτογνωσίας.

(Ελ) –Ας μη συγχέουμε πράγματα και πρακτικές. Δεν ξεκινάω με κριτική της θρησκείας, εφόσον δεν πιστεύω ότι υπάρχει θρησκευτική συνείδηση ή, τέλος πάντων, αυτό που γενικώς αποκαλούμε πνευματικότητα, στην πατρίδα μας. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι επιλύουν το πρόβλημα της πνευματικότητας εκκλησιαζόμενοι –και αυτό αρκεί στους ίδιους και την εκκλησία τους. Για τούτο πιστεύω ότι δεν μπορούμε να έχουμε πολιτειακό λόγο σήμερα: γιατί δεν έχουμε πνευματικότητα –και αυτό ισχύει για όλες τις όψεις του βίου. Ο πολιτειακός λογισμός διαμορφώνει τον τρόπο που πλησιάζουμε το θείο –ή αυτό που, μετά την εμπειρία της Ινδίας, θα αποκαλούσα ανώτατο ρυθμό της υπερσυνείδησης. Δεν έχουμε πολιτειακή ευδαιμονία επειδή δεν μεταφράζουμε την καθημερινή ζωή σε πνευματικούς όρους, σε όρους ιερότητας, με ηθουργικές αξιώσεις.

(Αφ) –Ορθώς λέγεις. Η κακοδαιμονία κυριαρχεί γιατί δεν βάλαμε ποτέ ένα ηθικό στοίχημα με την πολιτεία ή με τη ζωή μας –δεν τέθηκαν ποτέ ηθικά διλήμματα στην ελληνική ιστορία. Έρμαια των περιστάσεων, προσκυνώντας την αυτομυθολόγηση του θύματος που υποτίθεται ότι είμαστε, καταφύγαμε σε μια άχρονη λατρεία προπτωτικών ωραιοτήτων και χάσαμε την ιστορία με τη λάσπη, την φρίκη και την ανισορροπία της.

(Κων) –Δεν σας καταλαβαίνω. Έχοντας ζήσει όλη μου τη ζωή στην Αθήνα, δεν μπορώ να πω ότι παρακολουθώ τα λεγόμενά σας. Η Εκκλησία και η λειτουργική της είναι πνευματικότητα. Με τη δική σου μετοχή αναφέρεσαι και μεταφέρεσαι κάπου αλλού, στην εν θεώ ύπαρξη –εκεί που δεν θα μπορούσες να φθάσεις μόνη σου, Ελένη, με τον στοχασμό, το όνειρο, την αίσθηση ή, τέλος πάντων, την παραίσθηση, τη φαντασίωση, τη σωματομιξία ή τα ναρκωτικά.

(Ελ) –Κωνσταντίνε, αυτή την απάντηση θα περίμενα από ένα εξάρτημα άψυχου και άχρονου τοπίου και όχι από έναν σκεπτόμενο άνθρωπο! Είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι το θείο δηλώνεται μέσα από τις τελετουργικές χειρονομίες, τη συμβολική νεκροφαγία και τον ιερουργικό κανιβαλισμό αγνώστου θεϊκού προγόνου; Είναι η κατάργηση του ιστορικού χρόνου προϋπόθεση πνευματικότητας; Η αντίληψη του θείου στη γλώσσα μας παρουσιάζει μια συγκινητική αφέλεια, είναι τόσο αρχαιότυπη ώστε κανείς δεν μπορεί να αναιρέσει τη δυναμική της –διεγείρει αυθιγενώς το ερπετικό υπόστρωμα του εγκεφάλου!

(Ξεν) –Και μιλάμε βεβαίως για την αυθέκαστη γλώσσα του Γρηγόριου και του Νεμέσιου, για τα εύτροχα ονόματα του Φιλόπονου και του Πλήθωνα.

(Κων) –Ας μην καταφεύγουμε σε μοχθηρές και ακατάποτες υπερβολές!

(Ελ) –Συνεχίζω: μόνο μέσα από την απόσταση και την αταραξία μιας άλλης γλώσσας που μαθαίνεις ενσυνειδήτως και δεν σου επιβάλλεται από τις γλυκές παγίδες της παιδικής ηλικίας δύναται η αντίληψη περί θείου να δηλωθεί αδιαμεσολάβητη, αυθεντική, ουσιώδης. Θα έλεγα μάλιστα ότι το νόημα κάθε λέξης είναι καθαρό και διαυγές μόνο σε μια άλλη ουδέτερη και ασυγκίνητη λαλιά. Η σχέση σου με το θείο δεν μπορεί να διατυπωθεί από τη μητροδίδακτη γλώσσα γιατί τότε η συγκίνηση της συστοίχησης του κόσμου προς τη συνείδησή σου δεν μπορεί να συντονιστεί προς την απόλυτη ετεροχρονία του θείου, ή του πνεύματος, ή του νου. Το αποτέλεσμα είναι ότι μιλάς περισσότερο για τις ελλείψεις και τις στερήσεις της ενηλικίωσής σου παρά για το θείο, το ον, το έσχατον. Συνεπώς, θεσπίζεις την ειδωλοκτισία των λέξεων όπερ, αναπόφευκτα και συν τω χρόνω, καταλήγει σε σημασιακή αυτο-εξουδένωση, στο μηδέν μιας ασύνειδης ύπαρξης, όπως φυσικά εμείς οι Έλληνες πράττουμε εκ συστήματος και εξ εθισμού –και ουχί μόνον ημείς βεβαίως.

(Ξεν) –Παρόμοιες και οι δικές μου οδυνηρές διαπιστώσεις –και ελάχιστοι κατανοούν πόσο βαθιά πονάει η επίγνωση ότι ανήκεις σε μια πολιτισμική ομάδα χωρίς σημασιακές μήτρες, χωρίς νοηματογονία. Πολλοί ελαφροί νομίζουν τέτοιους λογισμούς ως ξιπασιά και ξενομανία, ενώ η αλήθεια τους είναι πολυώδυνη και δύσπορη. Τέτοια όμως τα χαρακτηριστικά ενός κόσμου που ποτέ δεν αναζήτησε το απόλυτο, που δεν κυνήγησε κανένα αλλόκοτο πουλί, ενός τόπου χωρίς νοσταλγία για ένα άπιαστο ιδανικό, για έναν ανεύρετο χρόνο, ενός νου χωρίς ιερά αντικείμενα και πραγματώσεις. Πόση αμετάφραστη αγωνία βλέπω στον τόπο μας! Χαμένη σε άναρθρο παράπονο ή απελπισμένες κραυγές, αλύτρωτο και εαυτοβόρο πάθος, τραγικές ονοματομαχίες, ατελέσφορες.

(Αφ) –Κωνσταντίνε, μην απαντάς! Ας αφήσουμε κατά μέρος τέτοιες ελεγειακές γενικεύσεις και ας δούμε ότι η Ελένη έθεσε και πάλι το καίριο πρόβλημα της γλώσσας και του τρόπου που διαπλάθει, αξιοθετεί ή περιφράσσει τον κόσμο μας.

(Ελ) –Δεν με ενδιαφέρει η γλώσσα αν δεν με οδηγεί στην πράξη, αν δεν δείχνει κατεύθυνση. Όλος αυτός ο αρχαϊκός πλούτος της ελληνικής, για τον οποίο τόσο ευτελιστικά και άκομψα επαίρονται οι δικοί σας διανοούμενοι ενώ τόσο δυναστικά νομοθετεί το κράτος, ίσως τελικά να μην είναι παρά η μεγάλη και αδιόρατη παγίδα της παγερής ακινησίας κατά του δημιουργικού νεωτερισμού. Η γλώσσα πρέπει να διασπάται, να διαλύεται, να απορρυθμίζεται κάτω από την πίεση της διανοητικής αναζήτησης και πάλι να αναδομείται μέσα από τις διαθλάσεις της επιθυμίας! Ο μεγάλος εχθρός της σκέψης είναι η γραμματική! Κάθε αλλαγή στη σκέψη υπήρξε απότοκο αντι-γραμματικότητας! Ο πρώτιστος εχθρός της σκέψης είναι η κανονιστική γραμματική: μόλις η ψευδαίσθηση περί ορθότητας διαλυθεί, ο νους απελευθερώνεται και ανακαλύπτει άγνωστες επικράτειες λογισμού, διευρύνοντας τα όρια του ρητού και του άρρητου.

(Αφ) –Αρνείσαι, λοιπόν, τη δύναμη της γλώσσας να διαμορφώνει κοσμογνωσία, κόσμους σε μικρογραφίες, μέσα από τις οποίες ο νους μπορεί να επιβάλει ισορροπία και τάξη στο χάος των πολύστροφων εμπειριών;

(Ελ) –Αρνούμαι τα κακέκτυπα! Αρνούμαι να θεωρήσω τον χάρτη ισόκυρο της πραγματικότητας. Δεν είναι δυνατόν να ικανοποιούμεθα με τη συναναστροφή κειμένων και λειψάνων! Αρνούμαι την οιανδήποτε βάσκανη επιρροή της γλώσσας στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης. Η φρενοβλάβεια των αναλυτικών φιλοσόφων περί «τέλειας» και «ευκρινούς» γλώσσας κατέληξε στην αδυναμία συντάξεως οιασδήποτε πρότασης και επομένως ερμηνευτικής κατάθεσης. Η αλαζονεία των Γάλλων δομιστών που διακήρυτταν γλωσσοκρατία και γλωσσονομία τελεσφόρησε στην απελπισία και την αυτοκτονία! Εφηβικές ανταρσίες ενάντια σε ό,τι αγάπησαν πολύ.

(Κυρ) –Συμφωνώ! Και κατά τρόπο παράδοξο μάλιστα ανακεφαλαιώθηκε στη συμπίληση αυτοβιογραφιών, οι οποίες, υποτίθεται, δεν έπρεπε να είχαν συγγραφικό υποκείμενο!

(Κων) –Ναι, αλλά τι επιδιώκεις με την οιστρομανή κατάλυση των πατροπαράδοτων εθίμων;

(Ελ) –Δεν πρόκειται περι εθίμων, φίλε, αλλά περί εθισμών. Θέλω μια γνώση προ-συμβολική και μια αυτοσυνείδηση μετα-λεκτική. Η γνώση είναι προγλωσσική. Οτιδήποτε αρθρώνεται λεκτικά είναι πτώση στη μερικότητα και το κλασματικό. Η γλώσσα μας δημιουργεί μόνο ψεύδη που παραπλανούν και συσκοτίζουν. Δεν υπάρχει πλέον λάμψη μέσα της, διαύγαση, δεν νοηματώνει, δεν ακεραιώνει μηνύματα –δεν μπορεί να αιχμαλωτίσει το θάμβος των πραγμάτων, το νόημα και το μήνυμα του χώρου, ή την έκπληξη που νιώθουμε μπροστά στα πράγματα. Μα κι εσύ φίλε, αντιχθόνιε, που ανάλωσες τα νιάτα σου, γυρνώντας σε μοναστήρια και γραφικά εκκλησάκια τι έχεις να πεις;

(Ξεν) –Είπες τη μοιραία, την κρίσιμη λέξη: ανάλωσα, αν και ερωτοτροπώ με την ιδέα ότι υπάρχουμε μόνο μέσα από ό,τι σπαταλήσαμε και ίσως, λέω ίσως, μια μέρα κατανοήσω ότι ο πραγματικός μου εαυτός ήταν αυτός που απέρριψα: επειδή τον απέρριψα. Μολαταύτα, ακόμα θυμάμαι τα μαγικά μοναστηρίσια δειλινά, τα θυμιατά, τις αγρυπνίες, τα τερερίσματα. Ολονύκτιες αγρυπνίες σκυμμένος στα μαγικά ξόρκια της παράδοσης, κάθυγρος από τα ιαματικά δάκρυα της προσευχής. Ήμουν νέος· νόμιζα ότι είχα καιρό να ξανακερδίσω τις αισθήσεις μου. Τελικά εγκατέλειψα τα πάντα –διαλύθηκα– ή μήπως διαλύθηκαν εκείνα; Τώρα ξέρω καθαρά: έζησα μέσα σε έναν παραισθησιακό κόσμο, που με ικανοποιούσε γιατί με γοήτευε και με εξιλέωνε. Είναι όμως ψεύδος κάτι που βρίσκεται μέσα μας για πάντα και δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας χωρίς εκείνο; Μα βλέπω ότι ο Κωνσταντίνος έχει αναστατωθεί.

(Κων) –Είστε μοχθηροί και ακαλαίσθητοι! Μεγαλώσατε με αυτήν την παράδοση και τα τελετουργικά της! Είναι τα παιδικά σας χρόνια, η ενηλικίωσή σας, ο κόσμος που μέσα του αποκτήσατε τη δύναμη να αρνείστε: αυτός ο κόσμος που αρνείστε, αυτός σας έδωσε τη δύναμη της άρνησης!

(Κυρ) –Μα, Κωνσταντίνε, πόσες φορές δεν οικτείραμε την παράδοσή μας για την επιδερμική, την σχεδόν εξωτική αντίληψη της θρησκευτικής εμπειρίας, μέσα από τα χαύνα λόγια και τις καπηλικές προτάσεις θεολόγων και πολιτισμολόγων που δεν είχαν βουτήξει ποτέ τα χέρια τους στη λάσπη; Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε εμείς οι ίδιοι ευτελείς από τα θρασύτατα κηρύγματα, την κακόπλαστη αμάθεια, την έλλειψη ευαισθησίας, ευπρέπειας και ευπραξίας από τους θλιβερούς επαγγελματίες ρασοφόρους που λυμαίνονται την ανάγκη της πίστης και μυκτηρίζουν την εμπειρία του μυστηρίου;

(Κων) –Δεν επιτρέπεται ωστόσο συγκινησιακά και γνωστικά να καταβαραθρώνεις τον κώδικα που διέπλασε την προσωπικότητά σου, που σου έδωσε τον ευαισθησιακό σου σκελετό, επειδή άλλοι τον παραμόρφωσαν! Εξαρτάται τι κάνεις εσύ με αυτόν, εσύ, στην ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητά σου.

(Ξεν) –Μιλάς σωστά αλλά προσπαθώ να κατανοήσω γιατί έγινε ούτως και γιατί φτάσαμε εκεί. Νομίζω ότι υπάρχουν δυο τύποι πολιτισμών, πολιτισμοί που μάχονται τον χρόνο και πολιτισμοί που συνεργάζονται μαζί του.

(Αφ) –Τι εννοείς;

 (Ξεν)—Πολιτισμοί που δεν ξεπερνούν την αλλαγή και πολιτισμοί που την επιταχύνουν, τουτέστιν, πολιτισμοί τραύματος και πολιτισμοί θεραπείας –όχι ενοχής και αιδούς, όπως προτάθηκε παλιά. Ο δικός μας είναι πολιτισμός τραύματος, που πονά και συσπάται, αλλά αδυνατεί να αυτοθεραπευτεί. Όθεν καταλήγει σε αμυντικές επίνοιες που τον αποκόπτουν νοητικώς από τη ρευστότητα και το ευμετάβολο των περιστάσεων. Μάχεται τη χρονική αλλαγή με απελπισία, που ενίοτε του δίνει ευγένεια, μα τελικώς τον οδηγεί σε σημασιακή αμηχανία.

(Κων) –Τι κάνουμε εμείς για να τον θεραπεύσουμε; Ματαιόπονες καταγγελίες και ασύστατους λόγους χωρίς αναφορά στο συγκεκριμένο και το απτό; Δεν είσαι απλώς άδικος αλλά και απάνθρωπος. Ο κόσμος που πονά δεν μπορεί να επιδίδεται στον αφιλοκερδή ετασμό της ωραιότητας των όντων ή της μαγείας των νοητικών συμμετριών.

(Ξεν) –Μα το πρόβλημα γεννάται όταν ο πολιτισμός του τραύματος γίνεται δημόσιο θέαμα και επίσημη ιδεολογία, μεταμορφούμενος σε μέθοδο σημασιακής εκμηδενίσεως. Δεν μπορούμε πλέον να αντικρύσουμε τα πράγματα και τα όντα πρόσωπο με πρόσωπο και έτσι επιστρέφουμε, με την ηδονή του αυτοεξόριστου, στην καταδίκη του έξω ανθρώπου, στη λατρεία του πόνου, χωρίς να ακούμε πλέον τον οδυνούντα άνθρωπο μέσα μας, ως συνειδησιακό ευαγγελισμό, ως μεταμόρφωση, ως έξοδο, ως ανάσταση. Κι έτσι, επί τα χείρω ρέποντες, αδιάλογοι, καταργούμε τον χρόνο, την ιστορία, τη μεταβολή, επειδή ζούμε στην αχρονία του μηδενός! Η αυταρέσκεια του θύματος, του πόνου και της απελπισίας, αυτός είναι ο κυρίαρχος λόγος που πυροδοτεί την αυτειδωλία μας.

(Ελ) –Δεν έχουμε ακόμα κατανοήσει πόσο τυχεροί υπήρξαμε από τότε που συγκροτηθήκαμε ως κοινωνία και πως, οποιαδήποτε συφορά μας βρήκε, ήταν έργο των δικών μας χεριών, απότοκο απουσίας κρίσης και αδυναμίας αυτοκριτικής, φόβος και αποφυγή των μεγίστων στοιχημάτων της ιστορίας.

(Αφ) –Φίλοι, φίλοι Αθηνιάζοντες, ας μην εντείνουμε την ατμόσφαιρα του νόστου μας! Ας λάβουμε την κριτική της θρησκείας σαν την αρχή μιας εξερεύνησης του κόσμου που μας διαμόρφωσε και όχι ως τον εγγυητή των διαφορών μας. Ιδού, κατέφθασε επιτέλους η Ουρανία! Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη –μα που γύριζες;

(Ουρ) –Τι τρέχει παίδες πολυμήχανοι και βρίσκεσθε σε αναβρασμό; Νιώθω την ένταση απ’ έξω! Πάλι για θρησκεία μιλούσατε;

Κύλιση στην κορυφή