Η συνεισφορά μου στην ιδιαίτερη αυτή εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας αποτελεί βιωματική κατάθεση, όπως κι ο τίτλος της δηλώνει.
Δίδαξα, λοιπόν, για οκτώ εξάμηνα Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό σε ξένους φοιτητές και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο του Άαχεν στη Γερμανία. Ήταν ένα ελληνοευρωπαϊκό πρόγραμμα – απάντηση στα αιτήματα ξένων ΑΕΙ για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης γλώσσας. Η Νεοελληνική γλώσσα διδάχτηκε έτσι σε διάφορα Πανεπιστήμια της Ευρώπης – από το Λονδίνο και το Ελσίνκι μέχρι το Κίεβο και τη Μόσχα – και σε ΑΕΙ της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας (μέχρι το Πεκίνο και τη Σαγκάη).
Στα οκτώ εξάμηνα των παραδόσεών μου φοίτησαν 233 φοιτητές. Μεγάλος αριθμός, αν λάβουμε υπόψη ότι το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο δεν περιελάμβανε στα τμήματά του Φιλολογικές Σπουδές. Πρόκειται για ένα πολύ γνωστό Πολυτεχνείο, ανήκει μάλιστα στην ομάδα των ελίτ Πανεπιστημίων της Γερμανίας, το RWTH Aachen. Από το σύνολο των φοιτησάντων μόνο εννέα είχαν ελληνική καταγωγή και πέντε είχαν συναισθηματικούς λόγους. Γιατί, λοιπόν, αυτοί οι νέοι Γερμανοί επέλεξαν – το μάθημα ήταν μάθημα επιλογής – τα Νέα Ελληνικά από τις προσφερόμενες ξένες γλώσσες, μια γλώσσα ομιλούμενη μόνο σε μια μικρή χώρα ή έστω σε δύο, αν συναριθμήσουμε και την Κύπρο;
Το ερώτημα το έθετα στους νεοεγγραφόμενους φοιτητές κάθε εξάμηνο και τις απαντήσεις τους τις ομαδοποίησα, τις κατέγραψα και τις μοιράζομαι σήμερα μαζί σας. Επέλεξαν, λοιπόν, τη Νέα Ελληνική:
- Για το πολιτιστικό της φορτίο: γνώριζαν από τις εγκύκλιες σπουδές τους τους μεγάλους δημιουργούς της αρχαιότητας από τον Όμηρο, τους μεγάλους τραγικούς ποιητές, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, μέχρι τον Ιπποκράτη, τον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη. Όπως γνώριζαν επίσης τον Περικλή και την Αθηναϊκή Δημοκρατία, τον Μέγα Αλέξανδρο. Προσωπικότητες που εκφράστηκαν μέσω αυτής της γλώσσας. Κάποιος από τους φοιτητές, αναφερόμενος στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, τη χαρακτήρισε «συγκομιδή αριστουργημάτων».
- Γιατί οι φοιτητές ήξεραν ότι οι μεγάλοι Γερμανοί διανοητές, περασμένων αιώνων αλλά και σύγχρονοι, φιλόσοφοι, λογοτέχνες, ιστορικοί, μαθηματικοί και αρχιτέκτονες στηρίζονταν και αντλούσαν στοιχεία για τις επιστήμες τους από την ελληνική σκέψη, εκφρασμένη μέσω της ελληνικής γλώσσας π.χ. οι Γκαίτε, Σίλερ, Χέλντερλιν, Φρόιντ, Γιούνγκ, Χάιζενμπεργκ.
- Την επέλεξαν για τη διείσδυσή της ως λεξιλογίου στη γλώσσα τους σε όλους τους τομείς, από την καθημερινότητα μέχρι τις επιστήμες, την πολιτική, τον πολιτισμό (π.χ. λέξεις όπως Problem, Theater, Thema, Theorie, Mathematik, Museum, Psychiatrie, Psychologie, Diabetes κ.λπ. βρίσκονταν κάθε μέρα σε χρήση.) Αυτό το κριτήριο επιλογής συναντά την άποψη της μεγάλης ελληνίστριας Jacqueline de Romilly, η οποία σημειώνει: «τα ελληνικά μάς μιλούσαν για την καθημερινή ζωή, αντίθετα από τα λατινικά, που μας έστελναν να περάσουμε τις Άλπεις σε πλάτη ελέφαντα με τον Αννίβα, σε κάθε είδους μεγαλειώδεις αλλά και μακρινές εποποιίες, ενώ ο Σωκράτης απευθυνόταν σε μας κι ο καθένας μας μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στους συνομιλητές του». Επίσης, στο λεξιλόγιο της μητρικής τους γλώσσας υπήρχαν πολλές λέξεις σε χρήση με α’ συνθετικό τα poly-, philo-, mono-, tele-, pro- κ.λπ. Το δε επίθημα – ικός, έχει κληροδοτηθεί ακριβώς στη γερμανική γλώσσα, είναι η κατάληξη – isch των επιθέτων τους, π.χ. fanatisch, pragmatisch κ.ά. με πολύ διαδεδομένη τη χρήση του. Την ελληνική συναντούσαν επίσης στις μεγάλες εφευρέσεις των τελευταίων 200 ετών π.χ. Telephon, αλλά και στη γλώσσα του διαδικτύου με τα megabyte, mikrobyte, gigabyte, terabyte.
- Επέλεξαν την Ελληνική γλώσσα για την ικανότητά της να ονομάζει νοηματοδοτώντας, πρόκειται δηλαδή για αρκετά εννοιολογική γλώσσα όχι απλώς σημειολογική, όπου όλοι συμφωνήσαμε να λέμε, για παράδειγμα, το αυτοκίνητο car. Έτσι, λόγου χάρη, η λέξη «πρόβλημα» έχει συγκεκριμένο νόημα λόγω της σύνθεσής της, είναι αυτό που «βάζω» «μπροστά» μου και θέλει να ασχοληθώ μαζί του, θέλει να το αντιμετωπίσω. Παρατηρούσαν ότι το ίδιο συμβαίνει με τις λέξεις «δημοκρατία», «πρόγραμμα», «πρόλογος» ή «επίλογος» και πλήθος άλλες. Στη συνέχεια εντυπωσιάζονταν όταν μάθαιναν την ετυμολογία της λέξης «ωραίος», αυτός που είναι στην ώρα του, ή της λέξης «βοηθός» από το βοή+θέω και ακόμη περισσότερο της λέξης «ελευθερία» από το ἐλεύσομαι και το ἐρῶ, δηλ. να πηγαίνεις εκεί που αγαπάς.
- Την επέλεξαν γιατί γνώριζαν καλά ότι η γλώσσα τους έχει επηρεαστεί από την ελληνική και κατά το κλιτικό σύστημα (οι πτώσεις και τα ονόματά των πτώσεων) όπου κάθε πτώση έχει συγκεκριμένη λειτουργία που προσδιορίζεται μάλιστα από την κατάληξη. Έτσι, η ονομαστική υποδηλώνει το υποκείμενο, η αιτιατική το αντικείμενο, η γενική προσδιορισμό, γεγονός που συνεπάγεται γλωσσική ελευθερία κατά τη διάταξη των λέξεων μέσα στη φράση. Αλλά και το ουδέτερο γένος, που υπάρχει κληροδοτημένο και στα γερμανικά από την ελληνική γλώσσα, γνώριζαν ότι βοηθάει να διαχωρίσουμε το πρόσωπο που ενεργεί από το αποτέλεσμα της ενέργειας που βρίσκεται σε ουδέτερο γένος. Έτσι υπάρχει ο ποιητής, η ποίηση, το ποίημα. Επιπλέον, το ουδέτερο μπορεί να ουσιαστικοποιήσει οποιαδήποτε έννοια, μετατρέποντάς την σε αφηρημένη ιδέα: π.χ. το δίκαιο, το χρήσιμο, το ον, το μη ον, το λέγειν, το πράττειν κ.λπ. Επ’ αυτού, και η Jacqueline de Romilly σημειώνει: «το ουδέτερο γένος μάς επιτρέπει να απομονώνουμε τις έννοιες και να τις χειριζόμαστε σαν μαθηματικές ποσότητες». Αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει πια στη γαλλική γλώσσα.
- Υπήρχαν και κάποιοι που επεσήμαναν τη μελωδικότητα της γλώσσας και την ποικιλία του τονισμού, οξύτονες, παροξύτονες, προπαροξύτονες λέξεις. Στη γλώσσα τους οι λέξεις είναι μόνο παροξύτονες Το ίδιο άλλωστε περιέγραφε και ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ, όταν έγραφε μετά το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, «άκουγα τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική και ακατάληπτα μελωδική».
- Με εντυπωσίασε, επίσης, το γεγονός ότι γνώριζαν, από τη βασική τους εκπαίδευση στο Γυμνάσιο, την προσφορά, σε γενικές γραμμές, των Σοφιστών στη γλώσσα, του Ιππία στη γραμματική, του Πρόδικου στη διάκριση μεταξύ των συνωνύμων λέξεων.
Αυτά ισχυρίστηκαν οι νεαροί Γερμανοί φοιτητές και σε αυτά τα κριτήρια στήριξαν την απόφασή τους να επιλέξουν να γνωρίσουν καλύτερα την Νεοελληνική γλώσσα.
Τα δικά μου ερωτήματα από τότε είναι κατά πόσο οι δικοί μας μαθητές και φοιτητές και γενικότερα η ελληνική κοινωνία, γνωρίζουν τις δυνατότητες αυτής της γλώσσας, πώς την αξιολογούν και πολύ περισσότερο πόσο είναι έτοιμοι πνευματικά να την υπερασπιστούν και να την καλλιεργήσουν. Η θολή απάντηση στα ερωτήματα αναδεικνύει την ευθύνη όλων μας και κυρίως του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

