Νομίζω η αξίωση νηφαλιότητας είναι ανώφελη, όταν καλείσαι να ανασυγκροτήσεις το κατεξοχήν συγκεχυμένο. Ας πούμε ότι κάθε φορά που υποκρίνομαι πως μπορώ να με αντιληφθώ εντός μιας περιχαρακωμένης, χρονικά και χαρακτηρολογικά, γενιάς, αυτοδιαψεύδομαι με τρόπο δυσφορικό· ενώ κάθε φορά που φαντασιώνομαι κάποια απόλυτη απόσχιση, ο καθημερινός κομφορμισμός, η προφορική και διαδικτυακή ομοιογένεια και οι ιλιγγιωδώς ανανεούμενοι κοινοί τόποι, αναποδογυρίζουν με κακεντρέχεια το εγωτικό συννεφάκι μου. Για τη γενιά μου, εν ολίγοις, άλλοτε είμαι πεπεισμένος πως υπάρχει και απλώς δεν μπορώ να το αποδείξω (όπως ο Μπόρχες για την Uqbar και τον Tlön) και άλλοτε, παρά τα στοιχεία που κατά καιρούς παρουσιάζονται και αναλύονται, αρνούμαι πεισματικά την υπόστασή της, με πάθος αμετανόητου θετικιστή. Σ’ αυτήν την κατά φαντασίαν γενιά ίσως να ταίριαζε το βαρύγδουπο «γενιά του χάους», αλλά πρόλαβε και το κατοχύρωσε ήδη από τα 80s η γνωστή ελληνόφωνη πανκ μπάντα. Μπουρδουκλώματα προς την αποφυγή της παραδοχής πως αντιμετωπίζω την όποια «ενηλικίωση» ως έργο εν προόδω, όχι γιατί αρνούμαι ότι είναι δυνατόν να συντελεστεί, αλλά επειδή, στα 29 μου, δεν αισθάνομαι ότι έχει συντελεστεί ακόμα. Συνεπώς, η όποια απόπειρα θεωρητικολογίας θα εξώκειλε γρήγορα σε κεκαλυμμένη αυτοπροσωπογραφία: παιδική ηλικία, μυθολογία των κινουμένων σχεδίων και των video-games, πρώτες ετερόκλητες ταραχές, αλληλοσπαρασσόμενες αμφισβητήσεις, άκριτο διάβασμα, διαισθητικές εκλάμψεις, ακαδημαϊκά πάρεργα, περιφερειακές ή πυρηνικές εμπλοκές με ανθρώπους γράφοντες, ανέξοδες και πολυέξοδες φιλίες, δύο βιβλία, τρεις έρωτες. Αφού, λοιπόν, παραείναι νωρίς για αυτοβιογραφίζουσες καταθέσεις, επιταχύνω τη διαδικασία και, ταυτόχρονα, την αποφεύγω ελίγδην, επιστρατεύοντας μία εν προόδω λίστα καθοριστικών (;) για τη διαμόρφωσή μου παιδικών και εφηβικών αναγνωσμάτων (ελαφρώς και κατά τόπους σχολιασμένη) και δύο σχετικά ποιήματα από ένα εν προόδω βιβλίο.
Ι.
- Είμαι ένα βάτραχος μικρούλης, ο Εμμανουήλ Α. Μπακακούλης, στιχάκια: Μαριανίνα Κριεζή. Αθήνα: Άμμος, 1993.
Η Μαριανίνα Κριεζή υπήρξε μάλλον ο πρώτος μου αναγνωστικός έρωτας, πριν μάθω τι εστί Μαριανίνα Κριεζή, ανάγνωση και έρωτας. Όταν η μητέρα μου μού διάβαζε τον Εμμανουήλ Μπακακούλη, δοκίμαζα ένα δείγμα από τη διάνοια μιας γυναίκας που, από τότε, δε σταμάτησε να με ενθουσιάζει, να με καταπραΰνει και να με σαγηνεύει· από τη φαντασιοκοπική Λιλιπούπολη μέχρι τη δαιμόνια εξτραβαγκάνζα του Σαμποτάζ της Λένας Πλάτωνος και τον αιθέριο νταλκά της επίκλησης στον «περιπτερά» δια στόματος Στράτου Διονυσίου. Πιο πρόσφατα, κατάφερα να αποκτήσω τη μετάφρασή της, του σκοτεινού παραδοξογράφου Κρίστιαν Μόργκενστερν και το πρώτο ποιητικό βιβλίο της υπό τον τίτλο Σχήματα και ρυθμοί (1961). Στο μεν, η ντελικάτη ρυθμική φλόγα και η παιγνιώδης της μαστοριά συνεργούν για να παραδώσουν σε «παιδικό περιτύλιγμα» απηχήσεις της ποίησης ενός Λαφόργκ. Στο δε, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι αποκαλύπτει πρόωρα τον καλοσχηματισμένο πυρήνα της με λαμπυρίζοντα ελληνικά.
- Ευγένιος Τριβιζάς, Τα 88 ντολμαδάκια, Αθήνα: Καλέντης, 1997.
Πολλά χρόνια πριν απολαύσω τους πειραματισμούς των OuLiPo και το Κουτσό του Κορτάσαρ, επιδιδόμουν στη μανιακή επανάγνωση των nonsense «εργοδικών» 88 ντολμαδακίων του Τριβιζά. Κι αν ανακάλυψα αργότερα ότι κάθε καλό βιβλίο μπορεί να ξαναδιαβαστεί αλλιώς, ανάποδα ή και θραυσματικά, πείστηκα αμετακλήτως πως τα εφέ, τα καρυκεύματα και, εν γένει, το μάξιμαλ μπορούν να υφίστανται χωρίς να καταντούν κιτς ή πόζα.
- Ντον Ρόσα, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Αθήνα: Νέα Ακτίνα, 2004.
- Γιόακιμ Μάσανεκ, Οι άπαιχτοι μπαλαδόροι (σειρά 13 βιβλίων), μτφ: Μαρία Αγγελίδου, Αθήνα: Ψυχογιός, 2007.
- Άλκη Ζέη, Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, Αθήνα: Κέδρος, 2002.
Για την «βιβλιοθήκη του παιδικού δωματίου» έχει γράψει με αξιοθαύμαστη ευστοχία ο Τσέστερτον[1]. Ακολουθώντας τη σκέψη του, φαντάζομαι ότι τα άνωθεν τρία βιβλία που με είχαν συνεπάρει στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού θα εμπεριείχαν οπωσδήποτε πληθώρα ηθικοδιδακτικών προταγμάτων· ιδίως για της Ζέη, είναι γνωστό ότι πρόκειται για μια ιστορία που πρόθεσή της είναι να μιλήσει στα παιδιά για τη «μαύρη τρύπα» των ναρκωτικών. Δε θυμάμαι τίποτα από όλα αυτά — αλλά μπορώ να ανακαλέσω με ευφορική ευκολία τον τρόπο με τον οποίον επιδρούσαν πάνω μου τα έντονα χρώματα και ακόμα περισσότερο οι περιγραφές τους, οι τραβηγμένες μεταφορές, οι εκρηκτικές εικόνες, τα ευρηματικά παρατσούκλια. Η ανασύνθεση του υλικού κόσμου όπως επιτυγχάνεται σε τέτοιου είδους βιβλία (υπερενισχυμένη δηλαδή), νομίζω πως είναι απείρως ουσιωδέστερη για την φαντασιακή τροφοδότηση ενός δεκάχρονου απ’ όσο οι, άμεσα ή μη εκπεφρασμένες, ηθικοπλαστικές ιδέες, που προσπερνώνται με την ταχύτητα ενός χασμουρητού. Εξυπακούεται πως δεν έχω αποτολμήσει να ξαναδιαβάσω τώρα οποιοδήποτε εξ αυτών, αλλά επίσης δε θα διανοούμουν την τρέχουσα βιβλιοθήκη μου χωρίς αυτά τα φυλαχτά μιας παρελθούσας μάγευσης.
- Νικόλας Άσιμος, Αναζητώντας κροκανθρώπους, Αθήνα: Βιβλιοπέλαγος, 2000.
- Γιώργος Ι. Αλλαμανής, Δίχως καβάτζα καμιά, Αθήνα: Λιβάνης, 2000.
- Κ. Γ. Καρυωτάκης, ποιήματα και πεζά, εισαγωγή-σχόλια: Δημήτρης Ελευθεράκης, Αθήνα: Πατάκης, 2009.
Ο, κατά τα άλλα, όχι και φανατικά φιλόμουσος πατέρας μου, μού κληροδότησε δύο μουσικές αγάπες. Τη μία ευθέως, απλώς με χρονοκαθυστέρηση, και την άλλη πλαγίως, άκων. Η πρώτη είναι ο Δημήτρης Μητροπάνος· μέχρι και τα 19 μου αρνούμουν να αποδεχτώ το ανατρίχιασμα που μου προκαλούσε αυτή η οξεία, μεστή και σχεδόν ατάσθαλη χροιά, με τα παροιμιώδη της γυρίσματα, ισχυριζόμενος πως «δε με νοιάζουν καθόλου τα λαϊκά» — πεντέξι χρόνια μετά, διονυσιαζόμουν σε σκυλέ πίστες… Όπως μου συμβαίνει και με την Αρλέτα, ή με τον Αργύρη Μπακιρτζή, έτσι και με τον Μητροπάνο: η ιδιοσυγκρασιακή εκφορά τους με μαγνητίζει καθαυτή σε τέτοιον βαθμό που, ακόμα κι αν τραγουδάνε τις πιο αφόρητες κοινοτοπίες, κατορθώνουν να με διαπερνούν σύγκορμο.
Η γυμνασιακή εμμονή μου, ωστόσο (η δεύτερη περίπτωση, της ακούσιας πατρικής συνεισφοράς), υπήρξε ο Νικόλας Άσιμος. Γύρω στην έκτη δημοτικού, ο μπαμπάς μου είχε την ιδιοφυή σύλληψη να μου χαρίσει ένα cd του «αγαπημένου» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το Πες μου ένα ψέμα ν’ αποκοιμηθώ (1997). Μυήθηκα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο παρεκκλίνον νεο-διογενικό σύμπαν του αυτόχειρα Άσιμου, κάνοντας τους γονείς μου να το μετανιώνουν που με εξέθεσαν κατά λάθος σε ένα τέτοιο περιθωριακό αντιπρότυπο. Έτσι πρωτοσυνάντησα (ακούγοντάς τους, δηλαδή, και μετά διαβάζοντάς τους στο συνοδευτικό booklet) και στίχους του Σκαρίμπα, από το οραματικό και ιδιότροπο Ουλαλούμ και η «χρυσή κουβέντα» με κυρίευσε. Το κακό, όμως, παραέγινε με την καρυωτακική Πρέβεζα· «θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται / καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια» και «Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. / Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.» Αναρωτιόμουν, ζαλισμένος, πώς τόσο ειρωνικό δηλητήριο χωρούσε σε τόσο λίγες και απλές λέξεις συναρμοσμένες. Με το που ξαναβρέθηκα στα Public Συντάγματος, εκτός από παιχνίδια για το DS και το Playstation, πήρα και την παραπάνω έκδοση του Πατάκη (την προτίμησα, πιθανώς, χάρη στην περίφημη σκοτεινή φωτογραφία του ποιητή από εκδρομή του στα Κιούρκα), η οποία κατέστη, εις το εξής, το μυστικό μου προσκέφαλο. Τον μεγαλύτερο νταμπλά τον έπαθα με τις Σάτιρες: «Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ’ αρέσω.» Ώστε ο μαύρος σαρκασμός μπορεί να βάλλει προς πάσα κατεύθυνση, άρα να απευθύνεται εξίσου και εις εαυτόν… Έκτοτε, η σχέση μου με τον Άσιμο προφανώς ατόνησε, αλλά ο Καρυωτάκης παραμένει το πρωτεύουν στοίχειωμα της ποιητικής που με αφορά.
- Αριστοφάνης, Πλούτος, μτφ: Κ. Χ. Μύρης, Αθήνα: Πατάκης, 2004.
- Αριστοφάνης, Όρνιθες, μτφ: Βασίλης Ρώτας, Αθήνα: Επικαιρότητα, 2007.
Ενώ υποτίθεται ότι, εντός της σχολικής τάξης, ερχόμασταν αντιμέτωποι με «μεγάλα» κείμενα, η πρώτη φορά που αισθάνθηκα πως ήρθα όντως αντιμέτωπος με «μεγάλα» κείμενα ήταν εντός του σχολικού περιβάλλοντος μεν, πλην εκτός της τάξης: στο πλαίσιο της θεατρικής ομάδας της Ιονίου Σχολής, υπό τη γενική εποπτεία και καθοδήγηση του σπουδαίου ηθοποιού Μπάμπη Χατζηδάκη. Και αυτό διότι εξαναγκαζόμουν να καταλάβωεπακριβώς, αράδα-αράδα, το κείμενο, να εισχωρήσω εντός του, ώστε, ακολούθως, να το εκστομίσω επί σκηνής. Θυμάμαι τον «κύριο Μπάμπη» να ενίσταται τακτικά: «Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό που λες;» Αυτή η τρομερά ευεργετική διαδικασία, που τότε παρερμήνευσα ως κλίση μου στην υποκριτική, μού αποκάλυψε, στην πραγματικότητα, την ανάγνωση· ως συνολική εμπειρία πλέον, διανοητική και σωματική, πέρα από αντανακλαστικές κι ενστικτώδικες αντιδράσεις.
- Χανς Ρίχτερ, Νταντά, μτφ: Ανδρέας Ρικάκης, Αθήνα: Υποδομή, 1983.
- Τριστάν Τζαρά, Μανιφέστα του Ντανταϊσμού, μτφ: Αντρέας Κανελλίδης, Αθήνα: Αιγόκερως, 1998.
- Marcel Duchamp, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου, Συζητήσεις με τον Pierre Cabanne, K. Σαρρής (επ.), μτφ: Λ. S.-Δασκαλοπούλου, Αθήνα: Άγρα, 2008.
Το νήμα των ενδιαφερόντων μου στις τελευταίες δύο τάξεις του λυκείου με είχε οδηγήσει στο να διαβάζω κρυφά, κάτω από το βιβλίο Ιστορίας «κατεύθυνσης», τα μανιφέστα του DADA ή να περνάω ώρες ξεφυλλίζοντας Taschen με πίνακες του Μαγκρίτ και του Νταλί. Τη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, μου είχε προξενήσει η περίπτωση του Ντυσάν — η ριζοσπαστικότητα της κριτικής του σε συνδυασμό με την απολίτικη στάση του, η διακριτική του απόσταση από τις σχολές και τα κινήματα, το μυστηριώδες του μειδίαμα, το «τέλος της τέχνης» που μού φαινόταν ότι συνόψιζε. Παρασυρμένος από τις εικαστικοκεντρικές αναδιφήσεις μου και με την συμπαράσταση των γονιών μου, έκανα τότε το μέγα λάθος να δηλώσω ως πρώτη επιλογή μου στο μηχανογραφικό, το τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ — δεν ήξερα ότι «σπουδές» τέτοιας φύσης δεν χρειάζονται επικύρωση του Υπουργείου Παιδείας και, βέβαια, ότι με μια συνετότερη επιλογή θα είχα ίσως ξεμπερδέψει σήμερα με το ακανθώδες ζήτημα του βιοπορισμού. Όπως και να ’χει, η πτυχιακή μου εργασία ήταν πάνω στο τελευταίο έργο του Ντυσάν[2], που αποκαλύφθηκε μεταθάνατια ως επισφράγισμα της διαρκούς αυτοεναντίωσης που προέκρινε, ενώ η επικείμενη διατριβή μου πάνω στην πρόσληψή του από τον Τιερρί ντε Ντουβ.
- Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 2007
Έμαθα από το σχολικό βιβλίο για τον ποιητή που αποκαλούσε τα ποιήματα «ενθύμια φρίκης» και έκανε τις λέξεις ό,τι ήθελε. Επί χρόνια κατανάλωνα υπερβολικές δόσεις αυτού του ντελιριακού χειμάρρου — τώρα τον ανοίγω εξαιρετικά σπάνια και ο οργανισμός μου μπορεί να τον δεχτεί μόνο στάγδην[3].
ΙΙ.
«ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΝΑΠΟΛΟΥΝ ΣΥΧΝΑ ΠΥΚΝΑ
ΑΣΗΜΑΝΤΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ AΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΑ»
Όταν η ζέστη κάνει κρούστα τον ιδρώτα σου,
δεν προλαβαίνεις να κάτσεις να μάθεις.
Σε τραβάνε τα τζόιστικ κι απ’ έξω
μυρωδιά εκδρομής στο τετράγωνο, που δεν έχει σχολείο.
Με το πατίνι διατρέχεις της βεράντας την όαση
και πέφτεις πάνω στ’ ολντ σκουλ ποδοσφαιράκι
και σου κρύβουν τη θέα οι πάπυροι·
κι όλα κανόνες θεόμουρλοι, που κατέβασες
για να νικάς και να χάνεις ταυτόχρονα.
Χρυσό, αργυρό και χάλκινο στους Ολυμπιακούς σπιτιού
και στο καινούριο δέκαθλο, από βελάκια δολοφονικά
κι αεροβόλα, με πολυμπάγκ κρεμασμένες για στόχο, γεμάτες νερό.
Μεγάλος αρχιτέκτονας, προοιωνίζουν οι κατασκευές
κι οι ευρεσιτεχνίες· οι playmobil βίλες, τ’ αυτοσχέδια κλάματα.
Πετάλι τώρα, έλκηθρο
τη μαύρη αχρηστευμένη αντίκα Singer
κι από τις διακλαδώσεις των ποδιών του τραπεζιού
στη σκουριασμένη κούνια και τα μαξιλάρια με τα ηλιοτρόπια
και τον φλάφι Πίκατσου,
με τη γιαγιά να προσπαθεί με τα γυαλιά πρεσβυωπίας να διακρίνει
τα μικρά γράμματα
με τα στατιστικά του 16χρονου τότε Μέσι, για να παίξετε «κάρτες».
❧
Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Περίμενες την έμμηνό σου ρύση
και μια μητέρα να σ’ αναγνωρίσει·
στις πιο γυναίκες μάντευες το ρίγος,
τις καυλωμένες ρώγες και το σφρίγος
των μηριαίων. Κάθοδος μυρίων
αυτοτελών αδιάστατων μορίων.
Περίμενες τη φύση να σε ορίσει
(παρωχημένο σύστημα προς κρίση
από την έφηβη βιαιότητά σου.
Όχι ; ) Σμίλευες την ταυτότητά σου
κι επέμενες πως θα ’μενες παρθένα.
Άκουγες μαλακίες απ’ τον καθένα,
βασίλισσα της αρνησικυρίας.
Αντέκρουες πύρινα, με τακτ κυρίας,
τις αντιρρήσεις μεγάλων αντρών. Ναι,
ήσουν μ’ αυτές που ξέρουν να τον τρώνε —
μα νοητά, για ν’ αναπτύσσουν μόνες
το αντίσωμα που είναι οι ορμόνες.
Τ’ αγόρια ακόμη παίζαμε PS3·
δεν ξέραμε άγχος, συντριβή,
λατρεία.
[1] βλ. Gilbert Keith Chesterton, Παράνοια, δημιουργικότητα, καλλιτεχνία, εισαγωγή-κείμενα-μετάφραση: Δάφνη Λιζάρδου-Χέλμη, Αθήνα: Ηρόδοτος, 2019, σσ. 123-127.

