Σε ένα εκτεταμένο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε το 2024, ο Νέστορας της ελληνικής ιστοριογραφίας Βασίλης Παναγιωτόπουλος επιχειρεί μια σύνοψη της ιστορικής σκέψης για τη νεοελληνική πορεία.[1] Στο πρώτο μέρος της μελέτης του, η εθνορομαντική ιστορία, στο δεύτερο η μαρξιστική και η απόληξή της στη Νέα Ιστορία, και στο τρίτο ο μεταμοντερνισμός. Το σχήμα του αποδίδει με αδρές γραμμές τη σχέση ιστορίας και ιστοριογραφίας. Πρώτα η εθνορομαντική ιστοριογραφία ανταποκρίνεται στον σχηματισμό του έθνους και συμβάλλει σε αυτήν, ακολουθεί η μαρξιστική ιστοριογραφία που ανταποκρίνεται στην άνοδο του κοινωνικού ζητήματος στον 20ό αιώνα, και με τη σειρά της συμβάλλει στην ανάλυση της κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας. Στη συνέχεια, μετά τις πρώτες, μάλλον δογματικές και πάντως αδέξιες ερμηνείες, η Νέα Ιστορία ήρθε να δώσει για πρώτη φορά μια επιστημονικά θεμελιωμένη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, ο μεταμοντερνισμός, ένας όρος που χρησιμοποιείται γενικευτικά από τον συγγραφέα, αποδεικνύεται πως και αχρείαστος ήταν και απέτυχε να δώσει ένα σχήμα της ελληνικής ιστορίας, διαφορετικό από τα άλλα.
Πολλά θα είχε να παρατηρήσει κανείς πάνω στο σχήμα αυτό, το οποίο, όπως συχνά συμβαίνει με τις μεγάλης πνοής ερμηνευτικές αφηγήσεις, έχει και χαρακτήρα αυτο-αναφορικό, θέτοντας το ιστορούν υποκείμενο στο επίκεντρο της εξιστόρησης. Ωστόσο, εκείνο που απουσιάζει, κραυγαλέα θα έλεγε κανείς, από αυτό το σχήμα εξιστόρησης, είναι το ρεύμα διχοτομικών ερμηνειών της ελληνικής ιστορίας. Δεν περιορίστηκε μόνο σε ιστοριογραφικά άρθρα, υπερβαίνει ιστορικές σχολές, είχε ισχυρότατη παρουσία στη δημόσια σφαίρα, σε άρθρα πολιτικής και κοινωνικής ανάλυσης, καθόρισε ιδεολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις και έγινε πλαίσιο αναφορών για την πορεία της Ελλάδας. Επίσης, στη δημιουργία του συνέβαλαν και οι Έλληνες που παρατηρούσαν τον εαυτό τους, αλλά και οι παρατηρητές των Ελλήνων: φιλέλληνες, μελετητές και λόγιοι επισκέπτες της Ελλάδας.
H αντοχή παρόμοιων διχοτομικών ερμηνειών αποδείχθηκε ισχυρή στον χρόνο και μεγάλη σε επιρροή. Μια από τις πρώτες παρόμοιες διακρίσεις, η οποία αναφέρεται στις αρχικές δεκαετίες ζωής του ελληνικού κράτους και έκτοτε χρησιμοποιείται παραδειγματικά, ανήκει στις Ιστορικές Αναμνήσεις του Νικόλαου Δραγούμη. Η προϊούσα υιοθέτηση δυτικών θεσμών και τρόπου ζωής των ευρωπαϊκών κρατών κατά τις πρώτες δεκαετίες ζωής του ελληνικού κράτους, δημιουργούσε ορατές και έντονες διαχωριστικές γραμμές. Ο Δραγούμης αναφέρεται σε ένα ζεύγος πολιτικών προσωπικοτήτων, οι οποίες έκτοτε χρησιμοποιήθηκαν ως αντιθετικά στερεότυπα αφενός του μεγαλοϊδεατισμού και του πελατειακού συστήματος, αφετέρου του εκδυτικισμού και των φιλελεύθερων θεσμών: στον Ιωάννη Κωλέττη και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Αρχικά παρουσιάζει δυο εικόνες. Ποιους συναναστρέφονταν οι δυο πολιτικοί; Ο Μαυροκορδάτος, «ανθρώπους φορούντας βελάδας, ομιλούντας αγγλικά και γαλλικά», τους οποίους εκλάμβανε, κατά τον αντίπαλό του, ως το ελληνικόν έθνος. Εξ αντιθέτου, στο περιβάλλον του Κωλέττη, «το ελληνικόν έθνος ούτε βελλάδας φορεί, ούτε αγγλικά και γαλλικά ομιλεί· φορεί φουστανέλλας, ομιλεί ενίοτε και αλβανικά και κουτσοβλάχικα και σώζει τα ήθη της τυραννίας [δηλαδή της τουρκοκρατίας]». Και οι δυο γνώριζαν εξίσου καλά την Ευρώπη και είχαν ζήσει αρκετά χρόνια στην Ιταλία και στη Γαλλία. Απλώς σκέφτονταν διαφορετικά την Ελλάδα. Ο Μαυροκορδάτος ξέχασε την Ελλάδα, και «εξέλαβε την Ελλάδαν Ευρώπην», λέει ο Κωλέττης, ενώ ο ίδιος έμαθε στην Ευρώπη να την εννοεί «κάλλιον ή πρότερον».[2] Την κατάλαβε δηλαδή καλύτερα, μέσα από τη διαφορετικότητά της.
Και για τους δύο, η Ελλάδα ετεροκαθορίζεται από την Ευρώπη, η οποία λειτουργεί ως κανόνας ορθοπραξίας. Η διαφορά τους έγκειται στη μέθοδο. Ο μεν Κωλέττης θα προτιμούσε να συναναστρέφεται το εξευρωπαϊσμένο περιβάλλον του Μαυροκορδάτου, καταλαβαίνει όμως ότι «όσον κι αν φωνάζουν οι λογιώτατοι, τα έθνη δεν αυτοσχεδιάζονται». Αντιλαμβάνεται θαυμάσια την έννοια του κανόνα, θεωρεί όμως ότι η κοραϊκή μετακένωσις έχει τα όριά της. Για να συντελεστεί, οφείλει να είναι έτοιμη η κοινωνία. Το ζήτημα τη συγκριμένη στιγμή, δηλαδή έναν χρόνο μετά την 3η Σεπτεμβρίου 1843, αφορούσε το σύνταγμα. Το σύνταγμα είναι γραμματική, και γραμματική είναι οι κανόνες. Δεν μπορείς να γράψεις στην ομιλουμένη με τους κανόνες της αρχαίας, δηλώνει ο ίδιος. [3]
Το ερώτημα των ορίων προσαρμογής στη Δύση, συνοδευόταν με το δίλημμα: πού ανήκει η Ελλάδα; Στην Ανατολή ή στη Δύση; Ζήτημα με πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις. O Μάρκος Ρενιέρης έγραψε το 1842 το δοκίμιο «Τί είναι η Ελλάς, Ανατολή ή Δύσις». Βασιζόταν στη διάκριση Ανατολής-Δύσης του Χέγκελ, η οποία, εκτός από την Ελλάδα, άσκησε βαθιά και υπαρξιακή επίδραση και στη Ρωσία. Υποστήριζε λοιπόν ότι η Ελλάδα μετέχει του δυτικού πολιτισμού, αλλά λόγω της ιστορίας και της κουλτούρας της, που περιείχαν ισχυρά ανατολικά στοιχεία, καθώς επίσης και λόγω της γεωγραφικής ανάπτυξης του ελληνισμού, ήταν προορισμένη (από τη Θεία Πρόνοια ή τη λογική της Ιστορίας) να συντελέσει στην υπέρβαση της αντίθεσης. Πρόκειται λίγο-πολύ για το σχήμα που επαναλαμβάνει και ο Κωλέττης, στον λόγο του περί Μεγάλης Ιδέας το 1844, και γίνεται ένα είδος κανόνα στις ιστορικές συνειδήσεις της εποχής, ότι η Ελλάς δια της πτώσεώς της φώτισε τη Δύση, επομένως με την Παλιγγενεσία της θα φώτιζε και την Ανατολή, μεταφέροντας εκεί τα δυτικά φώτα, δηλαδή εκπολιτίζοντάς την. Βέβαια οι απόψεις αυτές βασίζονταν σε δύο ψευδαισθήσεις. Η πρώτη ότι ο Ελληνισμός ήταν ήδη, και θα γινόταν μια μεγάλη αφανής δύναμη, ισοδύναμη της Δύσης, η οποία θα μπορούσε να ηγεμονεύσει στην Ανατολή, και η δεύτερη ότι η Ανατολή περιοριζόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ ο Χέγκελ θεωρούσε ως Ανατολή κατεξοχήν την Ινδία και την Κίνα.
Είναι ενδιαφέρον ότι στις ελληνικές συζητήσεις περί Ανατολής, ή σε εκείνες που έθεταν το δίλημμα Ανατολή ή Δύση, ουδείς υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να ανήκει στην Ανατολή. Άλλωστε η Δύση, αν και δεν ήταν ποτέ ένας γεωγραφικός ορισμός, ήταν ανέκαθεν σαφέστερη εννοιολογικά έναντι της Ανατολής. Όπως συνέβη και στη Ρωσία κατά τις ίδιες ακριβώς δεκαετίες, η συζήτηση αν ανήκει στη Δύση ή την Ανατολή, ήταν κεντρική ανάμεσα στους διανοούμενούς της.
Ο 19ος αιώνας όμως ήταν μια εποχή που οι ελληνικές αυταπάτες μεγαλείου άρχισαν, προϊόντος του χρόνου, να συρρικνώνονται. Μια τέτοια στιγμή ήταν και ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856), στον οποίο αντιπαρατίθετο η Ρωσική και η Οθωμανική αυτοκρατορία με αφορμή τα δικαιώματα στους Αγίους Τόπους. Η ελληνική κοινή γνώμη και ο βασιλιάς είδαν τον πόλεμο ως ευκαιρία να προωθήσουν τη Μεγάλη Ιδέα. Σύμμαχες όμως της Τουρκίας ήταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις. Επομένως η διαμάχη έγινε μια παράξενη, σημειολογικά, αναμέτρηση Ανατολής και Δύσης. Και η Ρωσία και η Ελλάδα βρέθηκαν στο στρατόπεδο των ηττημένων. Στην Ελλάδα, απέναντι σε μια κοινή γνώμη που ήταν αναφανδόν αντιτουρκική και φιλορωσική, διατυπώθηκε ένας μαχητικός φιλοδυτικισμός, που απέρριπτε την όποια σύνθεση Δύσης-Ανατολής, και συντασσόταν με τον δυτικό οριενταλισμό του 19ου αιώνα, αποδίδοντας στην Ανατολή αμιγώς αρνητικά χαρακτηριστικά. «Ο ιδιάζων χαρακτήρ της Ευρώπης είναι η κίνησις, η μεταβολή, η πρόοδος. Το προσόν της Ασίας ήτο έκπαλαι, να είναι ακίνητος, ν’ αποστρέφεται παν είδος νεωτερισμού, να μένει αμετάβλητος, αναλλοίωτος, πάντοτε η αυτή». Το παράθεμα ανήκει σε ένα φυλλάδιο, που στην εποχή εκείνη έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί πήγαινε κόντρα στο γενικό πνεύμα. Τίτλος του Ελληνισμός ή Ρωσισμός, ήτοι η μεταξύ Αγγλίας και Ρωσσίας απόρρητος και εμπιστευτική διαπραγματεία περί του Ανατολικού Ζητήματος, Αθήνα 1854. Συγγραφέας του ο Κωνσταντίνος Δόσιος, γερμανοσπουδαγμένος νομικός και πολιτικός. Η Ελλάδα, υποστήριζε, ανήκει στη Δύση. Εχθρός της είναι η Τουρκία που ανήκει στην Ασία/Ανατολή. Αλλά αν ηττηθούν οι Τούρκοι από τους Ρώσους, πάλι η Ανατολή θα κυριαρχήσει. Μόνο όταν θα γίνουν ικανοί οι Έλληνες ως δυτική δύναμη να αντικαταστήσουν οι ίδιοι τους Τούρκους υπάρχει ελπίδα πολιτισμού. Η συζήτηση ήταν σαφής: Αυτοσυγκράτηση ως προς τις εθνικές διεκδικήσεις και ένταξη στη Δύση, η οποία οριζόταν με όρους πολιτισμός/βαρβαρότητα, κίνηση/ακινησία.
Το όνομα του συγγραφέα μας παραπέμπει σε μια άλλη παράλληλη διαμάχη. Εκείνη για την τύχη της ελληνικής εκκλησίας. Θα ήταν αυτόνομη ή θα ανήκε στο Πατριαρχείο; Θα ακολουθούσε μια πορεία παρόμοια με τις κρατικά ρυθμιζόμενες προτεσταντικές εκκλησίες ή μια αμιγώς βυζαντινή παράδοση; Τα διλλήματα της εποχής ήταν ομόλογα και αναδύονταν από μια διχοτομική αντίληψη της πραγματικότητας.
Το υποκείμενο ερώτημα σε όλες αυτές τις συζητήσεις ήταν πάνω σε ποια παράδοση όφειλε να βασιστεί το νεότευκτο κράτος. Στον ζωγραφικό διάκοσμο της εισόδου των προπυλαίων του Πανεπιστημίου Αθηνών εικονίζεται ο βασιλιάς Όθων επί θρόνου, περιστοιχισμένος από τις επιστήμες που θα υπηρετούσε το μόλις ιδρυμένο πανεπιστήμιο. Μια παρόμοια εικόνα θα ήταν αδιανόητη και θα θεωρούνταν βλασφημία στη βυζαντινή παράδοση, στην οποία ο αυτοκράτωρ θα βρισκόταν σε θέση δέησης απέναντι στον θεϊκό θρόνο. Το νεότευκτο ελληνικό κράτος, όμως, θεμελιώθηκε σε μια διαφορετική παράδοση, εκείνη του νεοκλασικισμού, θιασώτες της οποίας ήταν η βαυαρική αυλή και ο κλώνος της στην Ελλάδα. Αυτός ο ελληνισμός, με τα χαρακτηριστικά που είχε αποκτήσει τον 19ο αιώνα, ήταν μέρος και συστατικό στοιχείο του δυτικού κανόνα ιστορίας. Η ελληνική πολιτισμική αναγέννηση βασίστηκε στην ακύρωση ή περιθωριοποίηση των προηγούμενων πολιτισμικών στοιχείων. Δεν υπήρχε τότε ο όρος cancel culture, αλλά ταιριάζει στην υποβάθμιση, περιφρόνηση και εγκατάλειψη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης. Αλλά αυτή η ακυρωτική κουλτούρα ποτέ δεν κατήγαγε μια οριστική και αναμφισβήτητή νίκη. Πάνω σε αυτό το πεδίο έντασης δημιουργούνταν και αναπαράγονταν διαδοχικά και συνεχώς διχοτομικά σχήματα αντίληψης της ελληνικής πραγματικότητας.
Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε δύο Ελλάδες, όπου η μία ταυτίζεται με την Ευρώπη, και η άλλη αποτελεί την ετερότητα ή τον προθάλαμό της, η μεταιχμιακότητα ή η εκκρεμότητα της Ελλάδας ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, θα ταξιδέψει μέσα από διαφορετικές εκφράσεις και λογοτεχνικούς τόπους ως τον 21ο αιώνα. Η εξωτερική και η εσωτερική Ευρώπη, η ευρωπαϊκή και η όχι-ακόμη-ευρωπαϊκή Ελλάδα, αποτελούν φόρμες (templates) πολιτισμικής και πολιτικής διένεξης που διαπερνούν την ελληνική ιστορία σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Στο βάθος της συζήτησης υπάρχει το ζήτημα της μεγάλης κοινωνικής, πολιτισμικής και πολιτικής αλλαγής: η μετάβαση στη νεωτερικότητα. Αυτή η μετάβαση έγινε η έμμονη ιδέα κάθε εθνικής ιστορίας. Περάσαμε ή δεν περάσαμε στη νεωτερικότητα; Κι αν περάσαμε, ποια μορφή είχε η μετάβαση; Μήπως δεν ολοκληρώθηκε; Το ερώτημα αν είμαστε ή όχι νεωτερικοί (μοντέρνοι) συνδυάζεται με εκείνο που επιμένει να ρωτά, τον ένα αιώνα έπειτα από τον άλλο, αν είμαστε Δυτικοί ή μήπως παραμένουμε ακόμη Ανατολίτες; «Τελικά ποιοι είμαστε;» αναρωτιέται ο Νίκος Δήμου το 1975 (ενάμιση αιώνα περίπου μετά τον Δραγούμη): «Οι ευρωπαίοι της Ανατολής, ή οι ανατολίτες της Ευρώπης;». [4] Η γεωγραφία παρουσιάζεται ως μετωνυμία του χρόνου. Η Ανατολή σημαίνει την καθυστέρηση, η Ευρώπη την πρόοδο και τον πολιτισμό. Επομένως, είμαστε οι πιο καθυστερημένοι των πολιτισμένων ή οι πιο πολιτισμένοι των καθυστερημένων;
Οι αναλύσεις για αυτά τα συλλογικά συνειδησιακά φαινόμενα έχουν πάρει πολλές μορφές και ονομασίες, όπως «διπλή συνείδηση» και «πολιτισμικός δυϊσμός». Σύμφωνα με τον Benedict Anderson, η διπλή συνείδηση είναι εκείνη που προκαλείται από τις συγκρίσεις, οι οποίες γίνονται συνεχώς ανάμεσα στα δικά μας και τα ξένα· όχι τα οποιαδήποτε αποσπασματικά ξένα, αλλά τα διακεκριμένα ξένα, εκείνα που συνιστούν ένα είδος ενιαίου οράματος για τον κόσμο. Αυτή η διπλή συνείδηση δεν γεννιέται στους επαρχιώτες αλλά στους κοσμοπολίτες. Δεν δημιουργείται σ’ εκείνους που δεν βγαίνουν από το χωριό και την επαρχία τους, αλλά σ’ αυτούς που ταξιδεύουν, και στους υπόλοιπους μέσα από την τεχνολογία της πληροφόρησης, τα καινούργια προϊόντα κ.λπ. [5] Η διπλή συνείδηση, δηλαδή, γεννιέται μέσα από τη σύγκριση και κάθε σύγκριση εμπεριέχει την ιδέα της Ευρώπης ή της Δύσης ως «τέλος», ως τελικό στόχο μίμησης. Από αυτό γεννιέται και η αρνητική συνείδηση, ως η διαφορά, η υστέρηση, η αδυναμία να προσεγγιστεί αυτό το τέλος. Ο όρος «διπλή συνείδηση» χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην ανάλυση των στάσεων των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, και της μαύρης μετανάστευσης στην Ευρώπη. Οι συμπεριφορές τους, τα λόγια και οι σκέψεις τους καθορίζονταν από το βλέμμα του λευκού πάνω τους. Σ’ αυτούς ήθελαν να μοιάσουν ή καλύτερα φοβούνταν μην τυχόν και δεν τους μοιάσουν.[6]
Μια συνέπεια των διχοτομικών σχημάτων είναι ότι στο εσωτερικό των κοινωνιών που δεν αυτο-τοποθετούνται στο κέντρο του κανόνα αναπτύσσεται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο νεωτερικό και το παραδοσιακό, την ανανέωση και την βραδυπορία, την καθυστέρηση, την απροθυμία και την άρνηση. Δεν διαχωρίζονται πράγματα που υπάρχουν. Πρώτα επινοείται ο διαχωρισμός και μετά κατασκευάζεται το περιεχόμενό του. Η παράδοση λ.χ. κατασκευάζεται όταν εγκαταλείπεται και επομένως όταν την κοιτάζουμε απέξω. Για να χρησιμοποιήσουμε το προηγούμενο παράδειγμα, η ταυτότητα της αίθουσας αναμονής του Κωλέττη κατασκευάζεται μέσω της διαφοράς της με την αίθουσα αναμονής του Μαυροκορδάτου. Από την άποψη αυτή, η κοινωνική αλλαγή αντιμετωπίζεται ως σύγκρουση ανάμεσα στις νεωτερικές ελίτ και στις αδρανείς μάζες. Το πλαίσιο αυτό εμπλουτίστηκε και επεκτάθηκε με την πάροδο του χρόνου από μια σειρά αλληλένδετων εννοιών: από τη μια μεριά, ανανέωση, εξευρωπαϊσμός, εκδυτικισμός, εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός και από την άλλη μεριά, παραδοσιακότητα, αδράνεια, συντηρητισμός, αντι-δυτικισμός, λαϊκισμός. Πρόκειται για πολιτισμικό δυϊσμό, που διακρίνει ανάμεσα σε μια εκσυγχρονιστική και κυρίαρχη, και σε μια οπισθοδρομική και underdog κουλτούρα. Για τη διάκριση αυτή χρησιμοποιούνται πολλές και διαφορετικές έννοιες. Λ.χ. η έννοια της εκκοσμίκευσης, ή της κοινωνίας των πολιτών αποτελούν κριτήρια αν μια κοινωνία είναι όμοια ή διαφορετική με τη Δύση. Κι αυτό δεν περιορίστηκε μόνο στην Ελλάδα. Αυτή η διχοτομία διείσδυσε με διάφορους τρόπους στη διανοητική, πολιτική και οικονομική ιστορία από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα και στην κεντροανατολική Ευρώπη.[7]
Η παράδοση και η νεωτερικότητα μετατράπηκαν σε θεμελιακές έννοιες που αναδιέταξαν τα ιστορικά γεγονότα και τα αναδιαμόρφωσαν σε δυαδική λογική. Αυτή η διχοτόμηση συγκροτεί τις κοινωνικές και ιστορικές πειθαρχίες, τη μέθοδο και τη θεωρία τους. Έχει διαπεράσει τη διανοητική, την πολιτική και την οικονομική ιστορία από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα σε πολλά επίπεδα. Το κεντρικό ερώτημα «πού οφείλεται η ελληνική οπισθοδρόμηση» υποδεικνύει μια ιστορία ελλείψεων, τη σύγκριση ενός μοντέλου με τη σκιά του, και καθορίζεται από τους όρους, τις μεθόδους και το σύστημα αξιών του μοντέλου που λειτουργεί ως πρότυπο.
Ο όρος «πολιτισμικός δυισμός» ήταν και συνεχίζει να είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα στην ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για την αναζήτηση, στη σφαίρα του πολιτισμού και της κουλτούρας, των αιτιών της ελληνικής υστέρησης και της αμφιθυμίας της προς τον εκσυγχρονισμό και την Ευρώπη. Τον όρο εισήγαγε στα καθ’ ημάς ο Νικηφόρος Διαμαντούρος.[8] Στο ομότιτλο δοκίμιό του υποστηρίζει ότι στην ελληνική ιστορία, από την επανάσταση έως σήμερα, έδρασαν δυο αντίρροπες δυνάμεις, δυο διαφορετικές αντιλήψεις των πραγμάτων, οι οποίες διαπερνούσαν εγκαρσίως πολιτικές δυνάμεις και θεσμούς, με ένα συνεχώς αμφίρροπο αποτέλεσμα. Η μία είναι εκσυγχρονιστική, μεταρρυθμιστική, ρασιοναλιστική και επιδιώκει τον εξευρωπαϊσμό της χώρας, τη συμπόρευσή της με τον πολιτισμένο κόσμο. Η άλλη ορίζεται ως το αντίθετο της πρώτης, δείχνει πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία στην παραδοσιακή διαχείριση της κοινωνίας μέσω προσωπικών διευθετήσεων που συχνά έχουν πελατειακό χαρακτήρα, αντιδρά συναισθηματικά, φοβάται τις αλλαγές, είναι περισσότερο προσκολλημένη στην Ορθοδοξία και στον εθνικισμό. Την ονομάζει underdog και έχει αποδοθεί ως παρωχημένη ή υποτελής κουλτούρα.[9] Η πρώτη εκφράζει τις ανώτερες τάξεις και τους δυτικοσπουδαγμένους διανοούμενους και πολιτικούς, η δεύτερη τα λαϊκά στρώματα. Στην ελληνική ιστορία υπάρχουν περίοδοι μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού, καθώς και περίοδοι που επικρατεί ένα πνεύμα αντίστασης και υποστήριξης της ελληνικής ιδιοτυπίας, ή εθνικής εξαίρεσης. Η ελληνική κοινωνία υιοθετεί δυτικούς θεσμούς, αλλά ο τρόπος λειτουργίας τους δεν συνάδει με τις αρχές της δημιουργίας τους. Αυτός ο πολιτισμικός δυϊσμός φαλκιδεύει την πορεία της ελληνικής κοινωνίας προς τον εξευρωπαϊσμό της και συχνά την οδηγεί σε αδιέξοδα. Πάνω σε αυτόν τον άξονα συγκροτήθηκε, από τη δεκαετία του 1990, το ρεύμα του εκσυγχρονισμού. Βασικός όρος πάντως που το χαρακτηρίζει, είναι ο όρος «υστέρηση». Ο όρος αυτός, ή καλύτερα το δίπολο υστέρηση-εκσυγχρονισμός, είναι κεντρικό σε όλα τα βιβλία του Κώστα Σημίτη και του κύκλου πολιτικών και διανοουμένων που μοιράστηκαν στην εικοσαετία 1990-2020 τις ιδέες, τις προτάσεις της και την κριτική του. Η σύγκρουση εκσυγχρονισμού-παρωχημένης κουλτούρας εμπλουτίστηκε όταν η χρήση του όρου «λαϊκισμός» μπήκε στο πολιτικό λεξιλόγιο και η underdog κουλτούρα ταυτίστηκε με τον λαϊκισμό. [10]
Η φράση «δυο Ελλάδες» καθιερώθηκε στην οκταετία της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη (1996-2004). Στο ψηφιοποιημένο αρχείο του υπάρχει ένα δακτυλόγραφο με χειρόγραφες σημειώσεις. Τίτλος του «Οι δύο Ελλάδες, διάγραμμα ομιλίας» και υπογραφή «ΝΔ 10.1.2001». Ο Σημίτης, πρωθυπουργός τότε, έγραφε τους λόγους του σε συνεργασία με τον Νίκο Θέμελη. Συνήθως, αναλόγως του θέματος, ζητούσαν από φιλικά προσκείμενους ειδικούς να τους στείλουν ένα διάγραμμα, το οποίο μελετούσαν και εμπλούτιζαν, ενώ ο δεύτερος αναλάμβανε να του δώσει την τελική μορφή, η οποία πάντα περνούσε από την ενδελεχή εξέταση του κειμένου από τον πρωθυπουργό. Συγγραφέας του εγγράφου αυτού είναι ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, και οι χειρόγραφες σημειώσεις στο περιθώριο ανήκουν στον ίδιο τον Σημίτη, ο οποίος υποδεικνύει και ποιες άλλες ιδέες θα μπορούσαν να ενταχθούν στην επιχειρηματολογία του κειμένου. Η βασική ιδέα του είναι ότι η Ελλάδα του 2000 «διαφέρει ποιοτικά με την Ελλάδα του 1950 ή και του 1974-75» και περνάει μέσα από συμπυκνωμένες μεταβολές. Βρισκόμαστε άλλωστε ένα δεκαήμερο από την κατάργηση του εθνικού νομίσματος και την υιοθέτηση του ευρώ. Ωστόσο, συνεχίζει το κείμενο, οι νοοτροπίες και οι πολιτικές συμπεριφορές δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις αλλαγές αυτές. Εκφράζουν μια άλλη Ελλάδα, η οποία έχει μεν παρέλθει αλλά συνεχίζει να φαλκιδεύει τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού. Οι νοοτροπίες καθυστερούν και αντιτίθενται στις νέες πραγματικότητες, το υποκειμενικό επίπεδο της μιας Ελλάδας βρίσκεται σε αντίφαση με τις αντικειμενικές πραγματικότητες της άλλης. Η Ελλάδα της καθυστέρησης αντιτίθεται στην Ελλάδα της προόδου. Γι’ αυτό, καταλήγει το κείμενο, εκείνο που είναι αναγκαίο είναι να συνειδητοποιηθεί η ιστορική ρήξη που έχει συντελεστεί και να ασκηθεί «ηθική ηγεσία» σε εκείνο το μέρος του πληθυσμού, το οποίο αξιακά και πολιτισμικά ζει στη σφαίρα της άλλης, της καθυστερημένης και παλιάς Ελλάδας.
Στο κείμενο η διχοτομική γραμμή αναφέρεται σε αξίες που αντλούνται από την επέκταση των θεωριών του οικονομικού εκσυγχρονισμού στο επίπεδο της κουλτούρας. Στην ίδια εποχή, όμως, εξαιτίας της έξαρσης του Μακεδονικού, των αντιδράσεων εναντίον των μεταναστών που έφταναν στην Ελλάδα, του αιτήματος ορατότητας που έθεταν οι γλωσσικές, θρησκευτικές και ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες, η διαχωριστική γραμμή εμπλουτίστηκε με μια σειρά χαρακτηριστικών που αναφέρονταν στην εθνική ταυτότητα. Αποδοχή ή όχι των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων; Αντιπαλότητα ή προσέγγιση με την Τουρκία για τη λύση των διαφορών; Συμβιβασμός ή αδιαλλαξία στο ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας; Έλληνας γίνεσαι ή γεννιέσαι; Μπορείς να έχεις πολλαπλές ταυτότητες; Ελληνισμός και Ορθοδοξία ή πολυπολιτισμική χώρα; Έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού οι δηλωμένες ή αδήλωτες μειονότητες; Η κουλτούρα των δικαιωμάτων διεύρυνε αυτή την εννοιολογική αντίστιξη, αλλά και δημιούργησε διαφοροποιήσεις στο στρατόπεδο του εκσυγχρονισμού. Η παραδοσιακή διαίρεση Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά, η οποία ήταν ισχυρή στη δεκαετία του 1960, απέκτησε μια πρόσθετη εγκάρσια τομή ως προς τα ζητήματα αυτά, με κριτήριο την αποδοχή ή την απόρριψη των ζητημάτων που έθετε ο εκσυγχρονισμός. Αλλά και στο ίδιο το διακομματικό στρατόπεδο του εκσυγχρονισμού δημιουργήθηκαν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην αποδοχή του οικονομικού εκσυγχρονισμού, η οποία σήμαινε αποδοχή των αλλαγών της νεοφιλελεύθερης ατζέντας από τον σοσιαλδημοκρατικό «τρίτο δρόμο» και στον δικαιωματισμό της Αριστεράς ως προς τις μειονότητες, μετανάστες και εθνικά ζητήματα. Στο εσωτερικό της Αριστεράς αυτή η διαφορά εκφράστηκε με τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτισμική Αριστερά, που πρόβαλλε τα δικαιώματα, και στην κοινωνική Αριστερά, που επέμενε στα συλλογικά οικονομικά και κοινωνικά αιτήματα.
Όπως είπαμε στην αρχή, η διχοτομική συζήτηση για την Ελλάδα, έχει μια ιστορία που συνοδεύει την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας ήδη από τη δημιουργία του κράτους. Θα έλεγα μάλιστα ότι η διχοτομική αντίληψη σμιλεύτηκε πάνω στην νεοελληνική ιστορία του 19ου αιώνα. Το ζήτημα που έθεταν πολλοί συγγραφείς ήταν ότι εισήχθησαν θεσμοί των δυτικών κρατών χωρίς τις ανάλογες προϋποθέσεις στην κοινωνική δομή της χώρας (ταξική ασάφεια) και στην ευρύτερη παιδεία της, δηλαδή η χώρα δεν είχε διέλθει ούτε από Αναγέννηση, ούτε από Διαφωτισμό όπως οι δυτικές χώρες, στις οποίες οι θεσμοί ήταν το επιστέγασμα των κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων. [11]
Πού βρισκόταν η συζήτηση αυτή στη δεκαετία του 1960, στην οποία αναφέρεται το παρόν αφιέρωμα του περιοδικού; Το 1961, ο Romilly Jenkins, Βρετανός βυζαντινολόγος και καθηγητής στην έδρα Κοραή στο Λονδίνο, έγραψε το βιβλίο Οι δολοφόνοι του Δήλεσι (The Dilessi Murders).[12] Αφορούσε μια διάσημη περίπτωση απαγωγής και φόνου Βρετανών περιηγητών από ληστές, το 1872 στο Δήλεσι. Η υπόθεση αυτή είχε προκαλέσει μια μεγάλη διπλωματική κρίση ανάμεσα στην Βρετανία και την Ελλάδα. Στο βιβλίο του ο Jenkins τιτλοφόρησε ένα από τα κεφάλαια «Αλήθεια και εθνική αλήθεια». Ο τίτλος έγινε έκτοτε διάσημος, δηλώνοντας επιγραμματικά, ότι η εκδοχή των γεγονότων από τους Έλληνες (έτσι γενικευτικά) και οι πεποιθήσεις που υπερασπίζονται ως την αλήθεια των πραγμάτων, είναι διαφορετική από αυτήν που πιστεύει όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Οι Έλληνες του 19ου αιώνα, υποστήριζε, ζουν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα συνείδησης: το ένα είναι το επίπεδο της εμπειρικής αλήθειας, στην οποία βασίζουν την καθημερινή τους ζωή, και το δεύτερο είναι το επίπεδο της ιδεώδους αλήθειας, στο οποίο υποστηρίζουν πως ανήκουν προς τον έξω κόσμο. Αυτά τα επίπεδα σπανίως πλησιάζουν το ένα το άλλο, ενώ συχνά αποκλίνουν δραματικά, πράγμα που προκαλεί τη διχοτόμηση του ελληνικού νου, την οποία δεν μπορεί να καταλάβει η σύγχρονη εκκοσμικευμένη Ευρώπη, αποδίδοντας τη συμπεριφορά τους σε μια ενδιάθετη διάθεση εξαπάτησης. Ο Jenkins μιλούσε για διπλά κριτήρια της ελληνικής συνείδησης, και τα τοποθετούσε εκτός της ευρωπαϊκής εμπειρίας. Προλογίζοντας την έκδοση του 1998, ο Sir Brooks Richards, πρεσβευτής της Βρετανίας στην Ελλάδα το 1974, πρότεινε μια περισσότερο συνεπή με τα οριενταλιστικά πρότυπα ανάγνωση του βιβλίου, συγκρίνοντάς την απαγωγή στην Ελλάδα του 19ου αιώνα με ανάλογα σύγχρονά του επεισόδιά στην Καμπότζη, στην Τσετσενία και στο Κασμίρ, και τους ληστές με τους κομμουνιστές αντάρτες του ελληνικού εμφυλίου!
Παράλληλα με τον Jenkins, ο Patrick Leigh Fermor, ο γνωστός Βρετανός συγγραφέας, βετεράνος του πολέμου, εγκατεστημένος στην Ελλάδα όπου είχε πάρει μέρος στην αντίσταση κατά των Γερμανών, διατύπωσε τη θεωρία του για τον ελληνικό πολιτισμικό δυϊσμό στο βιβλίο του Ρούμελη, το 1966, ως την αντιπαράθεση δύο ιδεότυπων, του Έλληνα και του Ρωμιού. Ο Έλληνας σχηματίστηκε από τα αρχαία ελληνικά ιδεώδη και αναφέρεται σε αυτά. Ο Ρωμιός σχηματίστηκε από το Βυζάντιο και την τουρκοκρατία. Ο πρώτος ευνοεί τη θεωρητική άποψη των πραγμάτων, ο δεύτερος την πρακτική. Ο πρώτος τη λογική, ο δεύτερος το ένστικτο. Ο πρώτος αισθάνεται ανετότερα με την καθαρεύουσα, ο δεύτερος με τη δημοτική. Πάντως ούτε ένα, ούτε δυο, αλλά εξήντα τέσσερα χαρακτηριστικά απαριθμεί ο Fermor, για να εικονογραφήσει τους δυο ιδεότυπους, οι οποίοι αποτελούν τις δυο ψυχές των Ελλήνων και εκφράζονται στη νοοτροπία τους.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1972, ο David Holden, κορυφαίος εξωτερικός αναλυτής των Sunday Times, ο οποίος δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στο Κάιρο πέντε χρόνια μετά, στο βιβλίο του Η Ελλάδα χωρίς κολώνες. Η δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας (Greece Without Columns: The Making of the Modern Greeks), υποστήριζε πως ο χαρακτήρας των Ελλήνων είναι ασύμβατος με τον δυτικό κόσμο. Η Δύση κατηγοριοποιεί τα γεγονότα και τις ιδέες. Στην Ελλάδααντίθετα υπάρχει μια διαρκής τάση τα γεγονότα και οι ιδέες να αλλάζουν σχήμα και ορισμούς, να γίνονται ρευστά.[13]
Δημοφιλές στην ίδια δεκαετία έγινε το δίπολο Έλληνας/Ρωμιός. Οι αναφορές του πρώτου ήταν στην Αρχαία Ελλάδα και στη Δύση, ενώ του δεύτερου στο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία. Ο πρώτος είναι κοσμοπολίτης, μορφωμένος και ορθολογιστής, ο δεύτερος αισθάνεται καλά στον τόπο του, είναι ολιγογράμματος αλλά ευφυής, και απέναντι στη λογική δίνει έμφαση στο συναίσθημα. Μια συμφιλιωτική ανάγνωση αυτής της διχοτομικής ερμηνείας έδωσε ο κοινωνικός ανθρωπολόγος M. Herzfeld (1987). Δεν πρόκειται, μας λέει, για δυο διαφορετικούς τύπους αλλά για διαφορετικές ρητορικές οι οποίες απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια. Προς τους ξένους, επιδεικνύεται η επίσημη και εξειδικευμένη ταυτότητα, ενώ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς, οι Έλληνες γίνονται Ρωμιοί. Πρόκειται για δυο διαφορετικές γλώσσες, η μία επίσημη και στη δημόσια σφαίρα, η άλλη προσωπική και στη σφαίρα της οικειότητας. [14]
Στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης οι διχοτομικές ερμηνείες ανανεώθηκαν και διατυπώθηκαν κατηγορηματικά. Οι Έλληνες υποτίθεται ότι ακροβατούσαν ανάμεσα στις σύγχρονες ευρωπαϊκές απαιτήσεις και στα αρχαϊκά πολιτισμικά τους ρεφλέξ.[15] Και ποιος ευθυνόταν για την κρίση; Αυτό ήταν το ερώτημα που ανέσυρε νέες αναγνώσεις του ελληνικού παρελθόντος. Δύο ήταν οι σπουδαιότεροι τόποι όπου συγκεντρώνονταν οι διχαστικές ερμηνείες. Στην μακρά ελληνική ιστορία, από την εποχή της Επανάστασης του 1821, και στην εποχή της Μεταπολίτευσης. Ένα παρόμοιο παράδειγμα της πρώτης ήταν η τηλεοπτική ιστορική σειρά στον SKY, σε επιμέλεια Θάνου Βερέμη. Η Επανάσταση ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στους νεωτεριστές και στους παραδοσιακούς, ανάμεσα στους ρεαλιστές που επιδίωκαν προσαρμογή στην ευρωπαϊκή κρατική οργάνωση και στους εκπροσώπους των κοτζαμπάσηδων ή της ορθόδοξης-βυζαντινής κουλτούρας. Αυτή η διχοτομία εμπόδισε τον εξορθολογισμό, τον εκδυτικισμό και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, με αποτέλεσμα την κρίση, ως κρίση προσαρμογής. Η κατακερματισμένη και πελατειακή ελληνική κοινωνία, η δυσπιστία προς το κράτος, η προβολή των ίδιων συμφερόντων απέναντι στα γενικά, ήταν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο έδρασε η οικονομική κρίση και έγινε κοινωνική και ηθική. Ως προς τη Μεταπολίτευση, στοχοποιήθηκε ο εκδημοκρατισμός χωρίς εκσυγχρονισμό, και η ισχύς του λαϊκισμού έναντι του εκσυγχρονισμού. Η έννοια της υστέρησης, η εικόνα μιας χώρας που έρχεται αργοπορημένα σε κάθε εποχή, που βλέπει τα τρένα της προόδου να περνάνε και μόλις προλαβαίνει το τελευταίο βαγόνι του τελευταίου συρμού, σχεδόν ταυτίστηκε με την ελληνική ιστορία. Ακόμη περισσότερο, δημιούργησε έναν εσωτερικευμένο οριενταλισμό, καθώς πολλοί διανοούμενοι διατύπωναν τον λόγο τους με τη μορφή μετάνοιας και αυτομαστίγωσης επειδή δεν ανήκαν στην ευρωπαϊκή κανονικότητα ή γιατί το περιβάλλον τους θεωρούσε ότι η χώρα αποτελεί μια δυστυχισμένη ή υπερήφανη εξαίρεση. [16]
Αυτό το διχοτομικό σχήμα και η τοποθέτηση της Ελλάδας εκτός κανόνα, δεν ανήκαν μόνο στους Ελληνες, αλλά και σε εκείνους που τους παρατηρούσαν ή καθόριζαν τις τύχες τους. «Δεν σκέπτονται σαν εμάς», άκουσε ο Πρόεδρος Ομπάμα κάποιον να λέει, νίπτοντας τας χείρας του κυριολεκτικά, σε μια από τις αποφασιστικές συζητήσεις για την Ελλάδα, στην αιχμή της κρίσης, το 2011.[17] Αυτό το «δεν σκέπτονται σαν εμάς» έχει επίσης μια μακρά γενεαλογία και έχει γίνει αντικείμενο μελέτης στη νεοελληνική φιλολογία και ιστορία. Παρά την αποδόμηση, όμως, υπάρχει μια αξιοθαύμαστη επιμονή.
Την ανθεκτικότητα παρόμοιων διχοτομικών σχημάτων δείχνει και το παρακάτω απόσπασμα. Το 2023, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του Οι Έλληνες. Μια παγκόσμια ιστορία (Αθήνα 2023), ο Roderick Beaton, συγγραφέας του επίσης δημοφιλούς έργου Ελλάδα. Βιογραφία ενός έθνους, είπε σε μια συνέντευξή του:
«Κατά την Επανάσταση του ’21 διαμορφώνονται δύο τάσεις που θα προκαλέσουν μάλιστα και δύο εμφύλιους: η μία πρεσβεύει την αυτάρκεια και τον απομονωτισμό, λέγοντας ότι είμαστε ένας σπουδαίος και υπερήφανος λαός που μπορεί να καταφέρει τα πάντα μόνος του, για τις δε κακοδαιμονίες μας φταίνε οι ξένοι, η δεύτερη ότι ο καλύτερος δρόμος για να πετύχουμε τους στόχους μας είναι η εξωστρέφεια, η διαπραγμάτευση και η συναλλαγή – οι Έλληνες άλλωστε πάντοτε διακρίνονταν ως έμποροι και μεσίτες. Επικράτησαν αυτοί που σήμερα θα ονομάζαμε εκσυγχρονιστές, όπως κατ’ αναλογία συνέβη και την προηγούμενη δεκαετία, όταν τέθηκε το δίλημμα μέσα ή έξω από την Ε.Ε.!»[18]
Το παράθεμα αυτό, που συνοψίζει την εξέλιξη της ελληνικής ταυτότητας και την πολιτική διαιρετική γραμμή δύο αιώνων ανάμεσα σε δυο στάσεις με αξιοσημείωτη επιμονή, είναι κλειδί στη Βιογραφία της Νεότερης Ελλάδας, η οποία κυκλοφόρησε αγγλικά και ελληνικά[19] Οι απόψεις αυτές θα μπορούσαν να ελεγχθούν ως προς την ακρίβεια των ιστορικών δεδομένων. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα που θα μας απασχολήσει, αλλά η δυαδικότητα η οποία κατά τον συγγραφέα συγκροτεί τον άξονα της νεοελληνικής ιστορίας. Θα μπορούσε βέβαια να μιλήσει κανείς για μια σύγχρονη οριενταλιστική προσέγγιση, δεν την εξορίζει βέβαια εξολοκλήρου στη σφαίρα της ετερότητας ως προς τη Δύση, αλλά της αναγνωρίζει ότι στέκεται στο μεταίχμιο και προσπαθεί να δυτικοποιηθεί παρά τις αντίρροπες δυνάμεις. Παρόμοιες αντιλήψεις, με την αδιάκοπη επανάληψή τους, συγκροτούν έναν κανόνα της ελληνικής ιστορίας, ο οποίος αποκρυσταλλώθηκε με μεγάλη σαφήνεια στα 200 χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Από τον Κολοκοτρώνη ως τον Άρη Βελουχιώτη και τον Αλέξη Τσίπρα, από τη μία πλευρά, και από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ως τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Κώστα Σημίτη, από την άλλη πλευρά, δημιουργούνται γενεαλογίες πού άλλοτε εκφράζονται με αφέλεια και πολιτική πρόθεση, τοποθετώντας και τη σημερινή κυβέρνηση στη φωτεινή πλευρά της ιστορίας, και άλλοτε με μεγαλύτερη εκλέπτυνση, όχι όμως με λιγότερη πολιτική βούληση, όπως στα βιβλία που χαρακτηρίστηκαν στα 200 χρόνια της ελληνικής ιστορίας ότι συγκροτούν την αλλαγή ιστοριογραφικού παραδείγματος. [20]
Εν κατακλείδι, η δυαδικότητα, είτε ως προς την κουλτούρα είτε ως προς τη συνείδηση, δεν αφορά μόνο όσους υφίστανται τη σύγκριση με τη Δύση ή όσους συγκρίνουν τον εαυτό τους μαζί της για να τη φτάσουν. Πρόκειται για μια θεμελιακή αντίφαση ανάμεσα στο έθνος και στην ιστορία. Γιατί αν το έθνος πραγματοποιείται στη βάση της ιστορίας, το εθνικό κράτος συγκροτείται στη βάση του εκμοντερνισμού. Αλλά ο εκμοντερνισμός σημαίνει την αποδέσμευση από την ιστορία. Επομένως; Ως υποκείμενο της ιστορίας το έθνος πρέπει να αναπαράγει καθημερινά την εθνική του ουσία (ή ό,τι θεωρεί ως εθνική ουσία), την οποία βλέπει να κινδυνεύει από την επιβαλλόμενη ανάγκη να συνταχθεί με τη νεωτερικότητα, επειδή τα χαρακτηριστικά προβάλλονται, και βεβαίως αποκτούν κύρος και ισχύ, ως οικουμενικά. Από δω απορρέει και ο κίνδυνος του αφελληνισμού που αντιπροσωπεύει η παγκοσμιοποίηση (κατά τον προηγούμενο Αρχιεπίσκοπο). Έτσι, ενώ τα έθνη-κράτη δοξάζουν τον αιώνιο χαρακτήρα του έθνους, επιζητούν επίσης να δίνουν παράλληλα έμφαση στον νεωτερισμό του έθνους-κράτους γιατί μόνο μέσω αυτού μπορεί το έθνος να πραγματοποιήσει τον εαυτό του ως υποκείμενο της ιστορίας. Να το διατυπώσω αλλιώς: Για να αναγνωριστεί το έθνος και να αποκτήσει υπόσταση, πρέπει να ενδυθεί κρατική μορφή. Η κρατική μορφή ανήκει στις μορφές οργάνωσης των κοινωνιών που επιβάλλει το καθεστώς της νεωτερικότητας. Αν μια κοινωνία θέλει να είναι νεωτερική πρέπει να αποκτήσει κρατική οργάνωση, γιατί η οικουμένη αποτελείται από κράτη. Η νεωτερικότητα λοιπόν αποτελείται από οικουμενικά χαρακτηριστικά. Το να είσαι νεωτερικός πρέπει να συμμορφώνεσαι με αυτά τα χαρακτηριστικά, να μη δηλώνεσαι ως εξαίρεση. Αλλά το έθνος είναι η ιδιαιτερότητα. Αν η νεωτερικότητα γίνεται αντιληπτή ως ένα μεταβαλλόμενο παρόν, το έθνος πρέπει να συλλαμβάνεται ως σταθερή διάρκεια. Αν η πρώτη καλεί σε συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα και εγκατάλειψη της ιδιαιτερότητας, το έθνος επαναβεβαιώνεται ακριβώς πάνω στην ιδιοπροσωπία του. Αυτός ο εννοιολογικός δυαδισμός παρελθόν/παρόν, ιδιαιτερότητα/οικουμενικότητα δεν γεφυρώνεται, δεν καταργείται, αλλά αναπαράγεται.
Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτό το κείμενο με την εικόνα του Σίσυφου ή των Δαναΐδων που όσο κι αν διαπιστώνουν το ατελέσφορο των προσπάθειών τους είναι αναγκασμένες να τις επαναλαμβάνουν εις το διηνεκές. Επομένως το ερώτημά μου είναι, μπορούμε να σκεφτούμε την ελληνική ιστορία χωρίς αυτές τις διχοτομικές ερμηνείες για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας;
[1] Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Οι μεγάλες αφηγήσεις της ελληνικής ιστοριογραφίας», The Books’ Journal, τχ. 153 (15.5.2024)
[2] Νικόλαος Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις (Επιμ. Αλκη Αγγέλου), ΝΕΒ, Ερμής, 1973, 89.
[3] Στο ίδιο, σ. 90
[4] Νίκος Δήμου, Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας, Αθήνα, Ίκαρος, 1975, σ. 69
[5] Benedict Anderson, Specters of Comparison, and Ground of Comparison, Nationalism, Southeast Asia and the World, Verso Books, 1998, 1-21.
[6] Paul Gilroy, The Black Atlantic: Modernity and Double Consciousness, Harvard: Harvard University Press, 1993 . Η διαδρομή του όρου ξεκίνησε από τις αρχές του 20ού αιώνα, και οφείλεται στον γενάρχη της ιστοριογραφίας των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ William Edward Burghardt Du Bois, στο The Souls of Black Folk (1903).
[7] Attila Pόk, “Eastern European Historiography in the Twentieth Century”, Schriftenreihe des Europa Institutes Budapest, 2011, Band 9:143–156.
[8] Νικηφόρος Διαμαντούρος, Πολιτισμικός δυϊσμός και πολιτική στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (μτφρ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2000,
[9] Σε πρόσφατη τιμητική εκδήλωση (Ιούνιος 2024), ο ΝΔ δήλωσε ότι θα μετέφραζε τον όρο underdog με το «κουλτούρα των μη προνομιούχων», αλλά θα προκαλούσε πολιτικές αντιδράσεις.
[10] Ν. Διαμαντούρος «Επανεξετάζοντας τον πολιτισμικό δυϊσμό» στο Α. Τριανταφυλλίδου, Χ. Κούκη και Ρ. Γρώπα (επιμ.), Ελληνική κρίση και ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, Αθήνα, Κριτική, 2013, 305-338.
[11] A. Liakos, ‘Modern Greek Historiography (1974-2000): The Era of Tradition from Dictatorship to Democracy’, in U. Brunbauer (ed.) (Re)Writing History: Historiography in Southeast Europe after Socialism (Münster, 2004), pp. 351–378. Επίσης, Dimitris Tziovas, 2017, «From junta to crisis: modernization, consumerism and cultural dualisms in Greece», Byzantine and Modern Greek Studies 41 (2) 278 -299
[12] Romilly Jenkins, The Dilessi Murders, Longmans 1961 (Επανέκδοση Prion Lost Treasures,1998)
[13] David Holden, Greece Without Columns: The Making of the Modern Greeks. London: Faber and Faber, 1972, σ. 31.
[14] Mixhael Herzfeld, Anthropology Through the Looking-Glass: Critical Ethnography in the Margins of Europe. Cambridge: Cambridge University Press, 1987.
[15] Panayis Panagiotopoulos και Vassilis Vamvakas, Acrobats on a Rope. Greek Society between Contemporary European Demands and Archaic Cultural Reflexes, Lexington Books 2014
[16] Hara Kouki and Antonis Liakos (2015), “Narrating the story of a failed national transition: discourses on the Greek crisis, 2010–2014” Historein, 15(1), 49–61. https://doi.org/10.12681/historein.318
[17] Barack Obama, A Promised Land, London, Allen Lane, 2020, 531
[18] https://www.lifo.gr/…/rontrik-mpiton-i-ennoia-toy…
[19] Roderick Beaton, Ελλάδα, Bιογραφία ενός έθνους, Αθήνα, Πατάκης, 2019.
[20] Αναλυτικότερα: Αντ. Λιάκος και Χρ. Χατζηιωσήφ, «Διάλογος για τις πρόσφατες ιστορίες της Νεότερης Ελλάδας», Ιστορικά 75 (Οκτ. 2022)

