Σάκης Παπαδημητρίου

Δύο ιστορίες από το γυμνάσιο

Το θέμα με έβαλε σε σκέψεις που δεν με είχαν απασχολήσει ή ίσως έτσι νόμιζα. Ενηλικίωση στους μαθητές του εξαταξίου γυμνασίου της δεκαετίας του ’50 σήμαινε το εικοστό πρώτο έτος. Τότε είχες το δικαίωμα να ψηφίζεις στις εκλογές και ταυτοχρόνως σε περίμενε στη γωνία η απειλή της στρατιωτικής θητείας 24-30 μηνών.

Δύο ιστορίες από το γυμνάσιο σε ηλικία 16-17 ετών. Δεν τις θεωρώ ενδεικτικές φάσεις ή δείγματα ενηλικίωσης, αλλά μάλλον ως παρεκκλίσεις και αντιδράσεις στις γενικές συνθήκες της εποχής. Το 1952, πρώτη τάξη στο Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης. Πολλά μαθήματα αγγλικών. Σε ένα από αυτά, το θέμα του Αμερικανού καθηγητή ήταν «How to Deliver a Speech» και επίσης το «Debate». Ο ίδιος θα έπρεπε να είχε τρομερή υπομονή για να πείσει τα ατίθασα παιδιά να ασχοληθούν με το μάθημά του. Στο «Debate» o καθηγητής αναλύει πρώτα μια κατάσταση και μετά εμείς είτε θα υποστηρίζαμε τη θέση του είτε θα την απορρίπταμε. Εννοείται στα αγγλικά και με επιχειρήματα. Περισσότερο όμως θυμάμαι τις οδηγίες του για το πώς να κάνουμε μια ομιλία. Έμπαινε στην τάξη με μία τσάντα, μας χαιρετούσε επίσημα, έβαζε προσεκτικά τις σημειώσεις του στο αναλόγιο και εξηγούσε τι πρέπει να κάνουμε. Να κοιτάμε το ακροατήριο στα μάτια, πρώτα στο κέντρο της αίθουσας και εναλλάξ δεξιά και αριστερά. Να μιλούμε χωρίς βιασύνη και οι προτάσεις να μην είναι πολύ μεγάλες. Να προσέχουμε τους ακροατές ώστε να καταλάβουμε αν μια φράση χρειάζεται επανάληψη και να την κάνουμε. Τα χέρια μας να μην κρέμονται αμήχανα. Καλύτερα να στηρίζονται στο αναλόγιο. Να μην σκύβουμε διαρκώς το κεφάλι διαβάζοντας τις σημειώσεις και άλλα.

Τώρα, τι μ’ έπιασε όταν ήρθε η σειρά μου και μπήκα στην τάξη με τη διάθεση να τα κάνω όλα λάθος; Εισέρχομαι λοιπόν με έναν τεράστιο πάκο χαρτιά στα χέρια. Τότε δεν υπήρχε το Α4, αλλά οι λεγόμενες κόλλες αναφοράς. Είχα γράψει διάφορες φράσεις και είχα αντιγράψει κείμενα από εφημερίδες. Πλησιάζω το αναλόγιο, ενώ αφήνω να πέφτουν τα χαρτιά στο πάτωμα. Χαιρετώ πολύ σοβαρός, αλλά τάχα δυσκολεύομαι να τακτοποιήσω τη σειρά των σημειώσεων. Δεν κοιτώ τους συμμαθητές μου και κουνώ δήθεν με απελπισία τα χέρια μου. Μαζεύω από κάτω τα χαρτιά και διαβάζω ό,τι βρίσκω μπροστά μου. Το βλέμμα μου στρέφεται στην οροφή για να αποφύγω ίσως και τα πρώτα χαμόγελα. Ο καθηγητής δεν με διακόπτει. Τώρα σκέφτομαι μήπως ήταν γνώστης της έννοιας της performance, έννοια φυσικά άγνωστη σε εμάς.

Πριν περάσω στη δεύτερη ιστορία έχω να αντιμετωπίσω το ερώτημα της γενιάς. Και δεν ξέρω πώς. Δεν αισθάνομαι κατάλληλος να συμπυκνώσω τα κοινά χαρακτηριστικά –πράγματι, ποια είναι αυτά; Αν αναλογιστώ σχολείο, πανεπιστήμιο, εργασία, δεν βρίσκω και τόσα πολλά κοινά σημεία με τους συνομηλίκους μου. Αντίθετα, πιο ισχυρούς δεσμούς και ομαδικούς στόχους έχω ζήσει ως μέλος μιας παρέας όχι απαραιτήτως συνομηλίκων μου. Παρέες λογοτεχνικές, μουσικές με συνεργάτες σε καλλιτεχνικές δράσεις.

Η δεύτερη ιστορία και πάλι στο γυμνάσιο, λίγους μήνες μετά την πρώτη. Είναι η περίοδος που είχα αρχίσει να διαβάζω ελληνική πεζογραφία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 συζητιόταν το θέμα αν ο Καραγάτσης ήταν λογοτέχνης ή πορνογράφος, αλλά είχα ήδη πάρει την απόφασή μου: ήταν λογοτέχνης. Εκείνα τα χρόνια λειτούργησε σαν διέξοδος στις εφηβικές ανησυχίες: ερωτικές, κοινωνικές, ηθικές. Οι περιγραφές ερωτικών σκηνών, οι ανατροπές των δεδομένων της τρέχουσας ηθικής, οι παρακαμπτήριες στα περιθώρια των συμβατικών πλαισίων. Αυτά έβρισκα ότι μου ταιριάζουν. Μια φορά μάλιστα αποβλήθηκα από το σχολείο με την κατηγορία ότι «διάβαζα στην τάξη πορνογραφήματα του Καραγάτση». Μάταια προσπάθησα να υποστηρίξω και γραπτώς ότι ο Καραγάτσης ήταν πιο σπουδαίος από άλλους που μας δίδασκαν – Βενέζη, Μυριβήλη, Τερζάκη, ακόμα και από τον «αιρετικό» Καζαντζάκη. Νομίζω ότι ήταν τότε που έδωσα την πρώτη λογοτεχνική μάχη και μου γεννήθηκε η επιθυμία να γράψω περισσότερα πεζά.

Υστερόγραφο. Κι όμως το 2008 ήταν «έτος Καραγάτση». Εκατό χρόνια από τη γέννησή του το Κράτος γιορτάζει. Επισήμως, με υπουργούς και αφιερώματα. Φαίνεται ότι σ’ αυτήν την περίπτωση το Κράτος ενηλικιώθηκε.

Κύλιση στην κορυφή