Κυριάκος Μαργαρίτης

Δυο κουβέντες για τη Ρωξάνη Νικολάου

Τον Ιούνιο του 2025, χάρη σε μιαν ευφρόσυνη ασυνεννοησία, ανέλαβα να μιλήσω για τη Ρωξάνη Νικολάου (κατ’ εμέ την πιο σημαντική, αυτή τη στιγμή, Κύπρια συγγραφέα – και από τις πιο σημαντικές της νεότερης ελληνικής γραμματείας εν γένει), όχι σε μία, αλλά σε δύο εκδηλώσεις, που κατόπιν ανακάλυψα (και ιδού η ασυνεννοησία) ότι θα λάμβαναν χώρα με διαφορά λίγων ημερών, με αποτέλεσμα η δική μου συμμετοχή στην υπόθεση να συνιστά περίπου σύγκρουση συμφερόντων. Για να αποφύγουμε τα χειρότερα, θέλησα να μεταβάλω τη σύγκρουση σε συνέχεια ή συνέργεια, ή τέλος πάντων σε σχέση, κι έγραψα τα κείμενα που ακολουθούν υπό μορφήν δίπτυχου, που το παραθέτω εδώ με ορισμένες περικοπές (και χωρίς υποσημειώσεις), χάριν οικονομίας, αλλά διατηρώντας και κάποια στοιχεία επικαιρικά, που ελπίζω να μην τα πήρε ο αέρας μαζί με τη μόδα. Τα κείμενα τα έγραψα στην Πάφο τον Ιούλιο∙ διάβασα το πρώτο στη Λεμεσό, στο Κέντρο Λόγου και Τεχνών «Τεχνοδρόμιο», στις 23 Σεπτεμβρίου, και το δεύτερο στη Λευκωσία, στο Φεστιβάλ Βιβλίου, στις 11 Οκτωβρίου. Εκτός νυμφώνος έμεινε, επομένως, η Λάρνακα, αλλά δεν αμφιβάλλω ότι κάτι θα γίνει κι εκεί, στο εγγύς μέλλον. (Για Κερύνεια και Αμμόχωστο διατηρώ τις αμφιβολίες μου – θα μου πείτε: ας μην είμαστε άπληστοι.)

⸙⸙⸙

Επιμέλεια και διόρθωση.
Ο απίθανος ρόλος της Ρωξάνης Νικολάου

Όχι λογοτεχνία – αλλά αυτοπυρπόληση.
Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το διάστημα 2018-2024 η Ρωξάνη Νικολάου κατέθεσε τρία από τα σημαντικότερα βιβλία της νεότερης ελληνικής γραμματείας, που πέρασαν εν πολλοίς απαρατήρητα, και που θα ήθελα να τα παρουσιάσω απόψε υπό τύπον μιας άτυπης, και ασφαλώς μυθιστορηματικής τριλογίας, με τη διευκρίνιση ότι η παρουσίασή μου αποτελείται από δύο μέρη, σαν mini series, και θα ολοκληρωθεί τον επόμενο μήνα, στις 11 Οκτωβρίου, στο Φεστιβάλ Βιβλίου της Λευκωσίας. Για να μη μείνετε με την αγωνία, είστε υποχρεωμένοι να έρθετε και εκεί.

Για να βεβαιωθώ ότι αυτό θα συμβεί, θα διαγράψω σήμερα το γενικό πλαίσιο της υπόθεσης, εστιάζοντας όμως σε ένα ειδικό στοιχείο, που συνοψίζει τον τόπο και τρόπο ή την ποίηση και ποιητική της Νικολάου, και θα αναπτύξω τις λεπτομέρειες στη Λευκωσία, όπου θα μιλήσουμε αποκλειστικά για το τελευταίο βιβλίο της συγγραφέα, που έχει τίτλο προφητικό, Οι ερχόμενοι (Τεχνοδρόμιον, 2024).

Οι άλλοι δύο τόμοι είναι βέβαια ο Ψαλιδιστής (Τεχνοδρόμιον, 2018) και ο Σαλός μαγνήτης (Φαρφουλάς, 2022), και αρχίζω αμέσως από τον δεύτερο, για να εντοπίσω το χαμένο κέντρο ή την καρδιά του σκότους, που ανασαίνει στο τέλος του βιβλίου, σ’ ένα κείμενο απολύτως καθοριστικό, το οποίο συνοψίζει, όχι μόνο τον τόπο και τρόπο της Νικολάου, δηλαδή τη γραφή της, αλλά και τη ζωή της όλη – είναι η αυτοβιογραφία της.

Ακούστε: «Διορθώνω τις ειδήσεις που φτάνουν από τον έξω κόσμο διασχίζοντας τα αλτ των δέντρων (φέρε στο νου ένα ξεχασμένο εργοστάσιο και στο βάθος κάποιον να φτιάχνει παιχνίδια από άχυρα και κουρέλια) και δυνατή χαρά με ξυπνά το πρωί, τι ρόλος κι αυτός, τι απίθανος ρόλος».

Η Νικολάου μιλά εδώ για μιαν αποστολή, για την προσωπική συμβολή της (για το μερτικό, δηλαδή) στον αγώνα που έχουν από καταβολής αναλάβει λίγοι άνθρωποι, και που ολοένα λιγότεροι τον συνεχίζουν έως σήμερα, ενάντια στον ζόφο, ενάντια στις αρχές και εξουσίες του κόσμου και του αιώνος τούτου.

Πρόκειται για τους αληθινούς καλλιτέχνες, προτελευταία γραμμή άμυνας κατά της καλπάζουσας και κυρίαρχης Κακίας, καθότι στην τελευταία γραμμή στέκονται οι Πατέρες της Εκκλησίας – κι αν δεν το καταλαβαίνετε, δεν έχω διάθεση να το εξηγήσω.

Ο Φρειδερίκος Νίτσε, από τους ταξιάρχες του τάγματος, λίγο προτού γκρεμιστεί, βροντοφώναξε: «Μιαν απ’ αυτές τις μέρες θα τα διορθώσω όλα!» Η Νικολάου πιστεύω πέραν πάση αμφιβολίας ότι ανταποκρίνεται στο αίμα (και στο όνειρο) αυτής της φωνής.

Προτού, όμως, σας το αποδείξω και επιστημονικά, θα ήθελα να σταθώ ή να μπω στην παρένθεση του κειμένου που ακούσαμε, να περιηγηθώ στο ξεχασμένο εργοστάσιο, στο εργαστήρι ή στην κουζίνα της συγγραφέα, και να δω κατά το δυνατόν διεξοδικά πώς κατασκευάζει τα μαγεμένα παιχνίδια της από κουρέλια και άχυρα.

Με άλλα λόγια: προτού δούμε τον τόπο-θέμα της Νικολάου, θα ήθελα να δούμε τον τρόπο της, τη μορφή των βιβλίων στην εξέλιξή της, με σημείο αναφοράς το κείμενο που κλείνει τον Σαλό μαγνήτη, που ξέχασα ν’ αναφέρω ότι δεν είναι ποίημα∙ είναι πεζό.

Συγκεκριμένα, είναι ένα από τα 16 πεζά θραύσματα που διασκορπίζει η Νικολάου στην τρίτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου, η οποία περιέχει άλλα 12 θραύσματα, ποιητικά όμως, καίτοι τέσσερα εξ αυτών υποψιάζομαι ότι είναι πεζά, αλλά δεν παίρνω κι όρκο, γιατί με προβληματίζει η «βαθιά» παράγραφος στην τελευταία αράδα του καθενός.

Σε κάθε περίπτωση, η συμπαράθεση ποιημάτων και πεζών καθιστά την τελευταία ενότητα, που έχει τίτλο «Ψεύτης ύπνος», ένα σώμα κειμένου υβριδικό, για να μην πω ένα είδος μεικτό και νόμιμο, και μου επιβάλλει να περιγράψω τις εφτά έντιτλες και επιμέρους ενότητες που τη συγκροτούν ως κεφάλαια και όχι ως ποιήματα – και να διαφωνήσω, έτσι, με τη Δέσποινα Πυρκεττή, που μιλά για εφτά ποιήματα σε μιαν ωραία παρουσίασή της.

Επιπλέον, από τα εφτά κεφάλαια της ενότητας, που είναι όλα κατακερματισμένα, υπό την έννοια ότι τα 28 εν συνόλω κείμενά τους, είτε πεζά είτε ποιητικά, διακρίνονται τυπογραφικά με αστερίσκο, εντοπίζουμε δύο (κεφάλαια), το πέμπτο και το έβδομο, που είναι και τα ίδια υβριδικά, κατά το ότι περιέχουν κείμενα ανάμεικτα, και ποίηση και πεζό.

Ο λόγος που γίνομαι τόσο σχολαστικός, δεν είναι μόνο για να κάνω τον έξυπνο, και να εντυπωσιάσω το φιλοθεάμον κοινό∙ είναι επειδή η τελευταία ενότητα του Σαλού μαγνήτη, χάρη στις ως άνω ιδιαιτερότητες,αποτελεί εξίσου σημείο καμπής αλλά και τον αρμό ή τον συνδετικό κρίκο ολόκληρης της τριλογίας. Και δεν θα είναι τυχαίο που η εν λόγω ενότητα είναι η πιο σύντομη στο βιβλίο: ένα άλμα ισοδυναμεί με δεκάδες βήματα.

Αλλά θα μπορούσα επίσης να πω ότι ένα άλμα προϋποθέτει δεκάδες βήματα, φέρ’ ειπείν για να πάρουμε φόρα. Στην περίπτωση της Νικολάου, ο βηματισμός, ο περίπατος, ξεκινά το 2008, όταν γράφει τα πρώτα ποιήματα σ’ ένα σώμα έργου που θα ολοκληρωθεί δέκα χρόνια μετά, και θα δώσει τον εναρκτήριο τόμο της τριλογίας μας, τον Ψαλιδιστή.

Εκεί, η πάλη της Νικολάου με τη μορφή είναι συνταρακτική, μαρτυρική σχεδόν, και σαν να εκτυλίσσεται ενώπιον του αναγνώστη, σε πραγματικό χρόνο, σε μια διαρκώς in progress συνθήκη, που πιστεύω ότι πυροδοτεί και την πανίσχυρη γοητεία του βιβλίου.

Θα μου επιτρέψετε όμως να διευκρινίσω το εξής: αυτό που μας γοητεύει στον Ψαλιδιστή δεν είναι το χάος ή η αναρχία της σύνθεσης (της μορφής), όχι καθαυτά∙ ο πραγματικός συντελεστής της σαγήνης εδώ είναι, ακριβώς, η πάλη της Νικολάου να τιθασεύσει το υλικό της, και να παροχετεύσει το χάος σε μια δυναμική εναρμόνιση.

Η αποτυχία να τα καταφέρει μετρά τον θρίαμβό της να συνθέ[σει] ένα σπασμένο πρόσωπο (το δικό της), και να καταθέσει ένα κατασπαραγμένο βιβλίο, που μας μαγεύει και μας διεγείρει όπως η κουλή Κύπριδα της Μήλου ή η ακέφαλη Νίκη της Σαμοθράκης.

Ας θυμίσω, παρεμπιπτόντως, ότι ο πιο αποτυχημένος συγγραφέας της νεότερης ελληνικής γραμματείας ήταν ο ουσιαστικός ιδρυτής της, ο κόντες Διονύσιος Σολωμός.

Τούτων δοθέντων, θα ήταν μέγα σφάλμα, νομίζω, να φετιχοποιούμε τα σπασμένα αγάλματα, και να τα αναπαράγουμε προγραμματικά και εκ προθέσεως, εν ονόματι βολικού πειραματισμού και πρόχειρης πρωτοπορίας. Θέλω να πω, η ορισμένη, μορφική αποτυχία του Ψαλιδιστή μάς γοητεύει επειδή δεν έγινε επίτηδες – το βιβλίο δεν είναι αξιοθαύμαστο επειδή είναι ερειπιώνας∙ είναι αξιοθαύμαστο επειδή είναι εργοτάξιο.

Ας προσέξουμε: στη σελίδα υπ’ αριθμόν 9 διακρίνονται τέσσερις στίχοι που λες κι έχουν πέσει ή ξεπέσει στον πάτο, και μόνο κατόπιν διαβάζουμε την αφιέρωση∙ ακολουθεί ένα τρίστιχο, σαν τίτλος ενότητας, η οποία περιέχει εφτά έντιτλα ποιήματα και δίνει την εντύπωση κάποιας ροής∙ αλλά η ροή διακόπτεται με άλλους τρεις στίχους σε θέση τίτλου ενότητας, κι έπονται τρία έντιτλα ποιήματα∙ και αρχίζει έτσι να σχηματίζεται ένα μοτίβο, ένας ρυθμός ξεχαρβαλωμένης κιθάρας, με στίχους αντί τίτλων ενότητας, και με λιγοστά έντιτλα ποιήματα κάθε φορά, αντιστοίχως οχτώ, έξι, πέντε, εφτά και έξι (ποιήματα), για να φτάσουμε στα τέσσερα τελευταία, που όμως είναι άτιτλα, ενώ παρατίθενται στην ίδια σελίδα, επομένως μοιάζουν με θραύσματα, και διακρίνονται τυπογραφικά μ’ ένα στάχυ.

Φαίνεται λοιπόν ότι η κατορθωμένη μορφή του Ψαλιδιστή είναι κατά το πλείστον η αναζήτηση της μορφής (του), και, ως προς αυτό, πιστεύω ότι το βιβλίο είναι όνομα και πράγμα, καθότι, και όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, «Περιοριστής ή Ψαλιδιστής είναι ένα κύκλωμα που απομακρύνει είτε τα θετικά είτε τα αρνητικά κύματα μιας κυματομορφής. Αυτού του είδους η επεξεργασία χρησιμεύει στη διαμόρφωση σήματος».

Έτσι έχουν τα πράγματα: περισσότερο κι από έργο, ο Ψαλιδιστής είναι η εργώδης επεξεργασία ενός υλικού εξόχως βιωματικού, και γι’ αυτό απέραντα δύσκολου, ωραίου, και απαιτητικού, που πρέπει να βρει την οικεία μορφή του, αφενός τη ρευστή και ζώσα μορφή των κυμάτων, αφετέρου τη στέρεα και αθάνατη μορφή ενός σήματος – και θα ξέρετε ότι, στα αρχαία ελληνικά, σήμα είναι ο τάφος: μνημείο και μνήμα, κτήμα εσαεί.

Στον Ψαλιδιστή, πάντως, η αναζήτηση της μορφής, τουτέστιν η διαμόρφωσή της, δεν ευοδώνεται, ή ευοδώνεται εν μέρει, κατά τη ρευστότητα και τη ζωτική ένταση των στοιχείων, κατά τον κυματισμό τους, που μένει ακόμη να εκπέμψει ένα μαρμάρινο σήμα εις αιώνας αιώνων, με όλο το φως και το σκοτάδι της κλασικότητας.

Για την ώρα, η κυρίαρχη κίνηση του βιβλίου είναι φυγόκεντρος, και αυτό νομίζω ότι εξακολουθεί να ισχύει στον Σαλό μαγνήτη, αλλά μόνο κατά το ήμισυ (άρα: εν μέρει), στην πρώτη από τις τρεις ενότητες του τόμου, την πιο εκτενή, αλλά και μόνη άτιτλη, που περιέχει 31 ποιήματα, τρία εκ των οποίων αξιοποιούν και τον αστερίσκο, εντείνοντας τη διάκριση των στροφών, που εδώ μοιάζει με διαδοχή θραυσμάτων και αλλαγή αφήγησης.

Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτή την άτιτλη ενότητα σαν να την προλογίζει ένας αδέσποτος στίχος, που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως μότο όλου του βιβλίου, καίτοι τοποθετείται στην αριστερή σελίδα, και γειτνιάζει οπτικά με το εναρκτήριο ποίημα της ενότητας – και όλου του τόμου. Εγώ λέω ότι πρόκειται για έναν στίχο που ευθέως μας συνδέει με τον Ψαλιδιστή, σαν γραμμή κυκλώματος, καθώς είναι πανομοιότυπος με τους αδέσποτους στίχους οι οποίοι λειτουργούσαν, στο πρώτο βιβλίο, ως τίτλοι ενοτήτων.

Ο εν λόγω στίχος, για να το θέσω διαφορετικά, είναι η σκυτάλη (και η δυναμική∙ και η φόρα), μόνο που ο προορισμός δεν είναι το τέρμα, αλλά η αφετηρία και απαρχή – μια καινούργια εκκίνηση, που θα τη σηματοδοτήσουν η εύρεση και ανάδυση της μορφής.

Καθοδόν προς τα κει, η Νικολάου αλλάζει στρατηγική στη δεύτερη ενότητα του Σαλού μαγνήτη, που της δίνει έναν ξεκάθαρο τίτλο, «Εξ αίματος», και την προλογίζει μ’ ένα πεζό, που θα το παραθέσω εδώ, γιατί το βρίσκω ενδεικτικό της αυτοσυνειδησίας με την οποία εργάζεται η συγγραφέας: «Κάποιος κάθεται στο σταυροδρόμι, λέει: “διάλεξε, δεν είναι αργά να ξεγίνεις, να ξεμάθεις, να πάρεις τα πράγματα από ένα τέλος”».

Η ακρίβεια της Νικολάου είναι επιστημονική, όπως σε χειρουργεία, εργαστήρια και κήπους, και όπως στην των ονομάτων επίσκεψη∙ και όπως, κυρίως, στην προσευχή.

Η δεύτερη ενότητα του Σαλού μαγνήτη είναι κυριολεκτικώς σταυροδρόμι, είναι το κέντρο (μορφολογικά) όλης της τριλογίας που μας απασχολεί. Η συγγραφέας αποφασίζει να ξεγίνει και να ξεμάθει τα πράγματα, και να τα πάρει από το τέλος, που ο Έλιοτ έλεγε ότι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε. Ουσιαστικά, λοιπόν, εδώ ολοκληρώνεται ο Ψαλιδιστής, στη δεύτερη ενότητα του Σαλού μαγνήτη. Εδώ τελεσφορεί η φυγόκεντρος κίνηση, και αρχίζει η κεντρομόλος, που είναι αυτονόητο, εφόσον μιλάμε για μαγνήτη – όλα τα βιβλία της Νικολάου είναι ονόματα και πράγματα, τουτέστιν: τέχνη και ζωή, πνεύμα και σώμα, λόγος και σάρκα∙ δεν υφίσταται διχοτόμηση. Η Ένωση είναι καθοδόν∙ είναι η ερχόμενη.

Το γεγονός, τώρα, ότι η συγγραφέας μας δεν σχεδίασε εκ των προτέρων τα τρία βιβλία της, και άρα δεν θα μπορούσε να ξέρει κάτι από τα παραπάνω όταν έγραφε τον Σαλό μαγνήτη, ενισχύει την ανάγνωση που προτείνω, σύμφωνα με την οποία η ενότητα της μορφής επιτυγχάνεται και τεχνητά, σαν υπό ανέγερση κτήριο, αλλά και φυσικά (ή φυτικά), σαν ανθώνας υπό καλλιέργεια – η αλλαγή στρατηγικής από τη Νικολάου είναι απλώς η φυσική τροπή των πραγμάτων. Γι’ αυτό και το έργο είναι αληθινό.

Για τον τρόπο του έργου, για την εύρεση και κατάκτηση της μορφής, πριν και από το κρίσιμο κείμενο που ακούσατε στην αρχή της παρουσίασης, η Νικολάου μιλά σε αυτή τη δεύτερη ενότητα του Σαλού μαγνήτη, στο έκτο από τα 15 συνολικά ποιήματα, που έχει τίτλο «Αίνιγμα», και που το προλογίζουν οι ακόλουθοι τρεις στίχοι: Με ένταση υπόγεια κι αδιάλειπτη μάχομαι να το λύσω∙ / αισθάνομαι ότι είμαι πολύ κοντά, αρκεί να τραβήξω / τις γραμμές προς το σωστό αντίστοιχό τους.

Η ανέγερση και καλλιέργεια είναι εντέλει συναρμολόγηση, είναι η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, η ενοποίηση και αποκατάστασή της σε διαστάσεις πραγματικές, στην αληθινή της μορφή, με λογισμό και μ’ όνειρο, με τρόπο μεικτό, γνήσιο – είπε ο Σολωμός.

Μετά τους στίχους που διάβασα, η Νικολάου προσθέτει κι έναν τέταρτο, ως εξής: Ένα πρόχειρο παράδειγμα – κι αυτό είναι το ποίημα που ακολουθεί, που είναι πεζόμορφο, καθότι η συγγραφέας προτιμά τις καθέτους αντί για τη στιχουργική, και που αποτελείται από πολλές θεματικές φράσεις ή τίτλους, προσομοιάζοντας έτσι με πίνακα περιεχομένων.

Στην τελευταία φράση-στίχο του ποιήματος βρίσκεται και η λύση του αινίγματος, η λύση όλων των αινιγμάτων του κόσμου, εφόσον εδώ, κι αν δεν μου έχει διαφύγει κάτι, απαντά για πρώτη φορά στο βιβλίο, αλλά και σε όλη την τριλογία, μια λέξη-κλειδί, το κρίσιμο όνομα του τόμου, που είναι επίσης το όνομα του τρόπου της Νικολάου, και που τίθεται σε γένος θηλυκό, σωστά και σοφά, και αναπόφευκτα: Η σ α λ ή μου ψαλμωδία.

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, ο πρώτος διά Χριστόν σαλός Άγιος δεν ήταν Άγιος∙ ήταν Αγία, μια ανώνυμη γυναίκα που ασκήτεψε στις ερήμους του Σινά, και την τιμούμε σήμερα με το γενικό όνομα Αμμά, που είναι απολύτως ειδικό και συγκεκριμένο, διότι ερμηνεύεται Μάμμα. Αυτή είναι μία, αυτή είναι κάθε άνθρωπος που έχει ταχθεί να ψάλλει τον Θεό του έως υπάρχει – τι ρόλος κι αυτός, τι απίθανος ρόλος.

Η Νικολάου, ιδιοφυώς επιλέγοντας ο μαγνήτης της να είναι σαλός, διασχίζει τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, την ενότητα «Εξ αίματος», ευλαβικά μεταλαβαίνοντας το αίμα της φωνής, εκείνο που ολοένα πλησίαζε στον Ψαλιδιστή, και σκαρφαλώνει σε μιαν άκρη των ακρών, στην τρίτη και τελευταία ενότητα, ενδεχομένως στο πρώτο σκαλί της ουρανοδρόμου κλίμακος, και ξέρει ότι η ισορροπία έχει αποκατασταθεί, κατά το ότι η σαλότητα, και μόνον αυτή, μπορεί να ενώσει την κεντρομόλο με τη φυγόκεντρο δύναμη. 

Θα το έχετε μαντέψει κι εσείς: αν ο μαγνήτης ήταν συμβατικός και ορθολογιστής, η Νικολάου δεν θα έβρισκε καμιά ζώσα και αθάνατη μορφή, παρά άλλο ένα καλούπι του Προκρούστη, απ’ αυτά που τόσο σαγηνεύουν τους κριτικούς της λογοτεχνίας, που είναι κι εύλογο, καθότι είμαστε αυτό που μας σαγηνεύει. Έτσι πάει: όπως τη βρίσκει ο καθένας.

Η Νικολάου τη βρίσκει στο τέλος (μιλώ για τη μορφή), στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, με τίτλο (θυμίζω) «Ψεύτης ύπνος», δύο αρνήσεις δηλαδή, που κάνουν μία κατάφαση, μάλιστα τριαδική, την αλήθεια, την ανάσταση, τη ζωή. Η εναρκτήρια φράση, στον πεζό πρόλογο της ενότητας, είναι η ακόλουθη: «Γεννήθηκα μόλις σήμερα […]».

Έτσι άρχισαν όλα: στο πρώτο κεφάλαιο της τελευταίας ενότητας, στον τίτλο του, που είναι μια προσευχή, ακούμε για πρώτη φορά τον τίτλο του βιβλίου, το σχήμα σαλός μαγνήτης, που είπα ήδη ότι ονομάζει και τον τρόπο της Νικολάου, έναν τρόπο γραφής και ζωής, τη φυγόκεντρο και κεντρομόλο εργασία της, τη σκόρπια και συσπειρωμένη δύναμή της, εντέλει την αεικίνητο στάση της: «ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ».

Αμήν, γένοιτο, προσθέτω εγώ, και αντιλαμβάνομαι ότι ο σαλός μαγνήτης, αυτό το εργαλείο και εξάρτημα, αυτό το όπλο, είναι ένα σκεύος εκλογής, η ηρωίδα και αφηγήτρια Ρωξάνη, και η συγγραφέας Νικολάου, που επιτέλους ενώνονται, για ν’ ανταποκριθούν, εν ενί στόματι και μία φωνή, στη φωνή που τόλμησε να πει: Μόνο τρελός, ποιητής μονάχα.

Τάδε έφη Ζαρατούστρα, ο ίδιος που σκόνταψε κι έπεσε, και δεν πρόλαβε να πράξει την υπόσχεση και απειλή, την πολεμική κραυγή που ακούσαμε στην αρχή της παρουσίασης: «Μιαν απ’ αυτές τις μέρες θα τα διορθώσω όλα!»

Η μέρα ήρθε, και έχει τα μάτια της, όπως τα είχε εξαρχής, στη σελίδα υπ’ αριθμόν εννέα του Ψαλιδιστή, εκεί που ακούμε παρόμοια κραυγή, αλλά με άλλη διατύπωση, ένα σήμα κινδύνου, μιαν επείγουσα κλήση διάσωσης: –Έναν ποιητή / και ολάκερο το βασίλειό μου! / Φώναξε εκείνος ο βασιλιάς / γιατί χανόταν.

Ο ποιητής, εν προκειμένω, και όπως μεθ’ όρκου σας διαβεβαιώ, δεν είναι κανένας από τους ριμαδόρους που συνωστίζονται στα λογοτεχνικά μονόστηλα, πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες∙ αυτός εδώ είναι ο Τρελός της Αυλής, είναι ο Γελωτοποιός, στον οποίο εναποθέτει ο βασιλιάς την πάσαν ελπίδα του, μήπως σωθεί η Βασιλεύουσα Πόλις.

Θα έχετε ακούσει το παραδειγματικό εκείνο συμβάν, όταν ένας διά Χριστόν σαλός Άγιος, νομίζω ο Ανδρέας, κατέβηκε από τα βουνά και μπήκε στην Πόλη, και έλεγξε, και διόρθωσε τον αυτοκράτορα, ο οποίος έκανε ταπεινά υπακοή στον Τρελό.

Στην Παλαιά Διαθήκη αυτόν τον απίθανο ρόλο τον είχαν αναλάβει οι Κριτές και Προφήτες, πρώτος εκ των οποίων ήταν ο έσχατος, ο Τίμιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, που δεν δίστασε να ελέγξει τον Ηρώδη, την επιτομή της ατιμίας. Εκείνος, που ήταν ηλίθιος, τον αποκεφάλισε – κι αν σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά, καλά κάνουν∙ δεν είναι σύμπτωση.

Με προφητικό οίστρο, λοιπόν, και με αγία σαλότητα, που ο δύστυχος Κλάιστ την έλεγε αστραποβόλημα χάριτος, η Ρωξάνη Νικολάου αναλαμβάνει τον απίθανο ρόλο, μιαν αποστολή επιμέλειας και διόρθωσης, που την εξειδικεύει, στην προσευχή που ακούσαμε, «ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ». Με αυτούς τους αυτούς θ’ ασχοληθούμε σε λίγο, μόλις η Νικολάου αρχίσει το μεγάλο ξεπάστρεμα.

Προς το παρόν, καταλαβαίνετε ότι τα σκουπίδια και χνούδια δεν διαφέρουν από τα κουρέλια και άχυρα με τα οποία φτιάχνει κάποιος τα παιχνίδια του σ’ ένα ξεχασμένο εργοστάσιο, εικόνα που θέτει η συγγραφέας στην παρένθεση, για να παρομοιάσει ή να ταυτίσει με αυτόν τον κάποιον τον εαυτό της, και επαρκώς να εκφράσει τον ρόλο της.

Η Αυγή Λίλλη, παρουσιάζοντας τον Σαλό μαγνήτη, κάνει μιαν άλλη ταύτιση, και περιγράφει το εργοστάσιο ως κήπο και ξέφωτο, κι έτσι επιτρέπει σε μένα να σας θυμίσω ότι η επιμέλεια ήταν κατ’ αρχήν η αποστολή, ο ρόλος του Αδάμ στην Εδέμ, εκεί όπου όχι μόνο φρόντιζε την Κτίση, αλλά, και κυρίως, απέδιδε σε κτήνη και δέντρα, και ανθούς, τα ονόματά τους, και τα καλούσε στην ύπαρξη.

Αυτή η διπλή κίνηση, η επιμέλεια ως κυριολεκτική, έμπρακτη φροντίδα, αλλά και ως απόδοση ονομάτων και λογικής υποστάσεως, αντιστοιχεί (προφανώς) προς την ένωση των όρων τέχνη-ζωή, πνεύμα-σώμα, λόγος-σάρκα κ.ο.κ. Το ένα χωρίς το άλλο δεν γίνεται.

Βεβαίως, ο Αδάμ δρούσε σε κόσμο προ-πτωτικό, που θα τον παρομοιάσω τώρα, εντελώς αυθαίρετα, με το πρώτο βιβλίο της Νικολάου, με τίτλο Ποιήματα 1991-1999, που εκδόθηκε σε ένα σημείο μηδέν, το σημαδιακό έτος 2000. Ιδέαν δεν έχω τι γράφει.

Έτσι, πάντως, τέλειωσε ο 20ός αιώνας, που τα χαΐρια του είναι γνωστά: Άουσβιτς, Γκουλάγκ, Χιροσίμα. Κάποιοι ίσως θυμούνται ακόμα και το νούμερο 1974. Λέμε τώρα.

Και τι να πούμε για τον Αδάμ; Αλίμονο: κάποτε ήρθε ο πονηρός, ο κουτοπόνηρος άρχων του κόσμου και αιώνος τούτου, και ο κήπος γέμισε ληστές – έτσι άρχισε ο κόσμος και αιώνας τούτος, που δεν θα τελειώσει μ’ έναν λυγμό, αλλά με τον χαμό και τον γάμο, με τη σφαγή και τη γιορτή της Αποκαλύψεως, όταν θα έρθει ο Ερχόμενος εν ονόματι του Εαυτού του και πάντων ημών. Αυτά θα τα διηγηθώ στη Λευκωσία, μάλιστα λεπτομερώς.

Στο μεταξύ, και σύμφωνα με τις φήμες που ξέρουμε ως Ευαγγέλιο, ο Ερχόμενος ήρθε, και όλοι οι αυτοί επί ξύλου τον κρέμασαν, στον Σταυρό, που καλείται και Δέντρο. Το έργο του Ερχόμενου εκεί, όταν ενώνει τα το πριν διεστώτα, οι Πατέρες το ιστορούν με έναν όρο συναφή της επιμέλειας και διόρθωσης, αυτόν εδώ: Αναδημιουργία – κι ένα από τα ποικίλα ονόματα του εν λόγω Ερχόμενου είναι βέβαια το ακόλουθο: Νέος Αδάμ.

Ο κόσμος, λοιπόν, και παρά τις ανοησίες των ειδήσεων, έχει ήδη τελειώσει – έχει τελειοποιηθεί. Αν δεν το βλέπουμε (αν δεν το ζούμε), φταίει που λερώνουν την τελειότητα οι αυτοί, που κατά καιρούς είμαστε όλοι, με πρώτον εμένα που σας τα ιστορώ. Ήμαρτον.

Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη τον Προφήτη, τον Σαλό και τον Άγιο, και τον Ποιητή∙ γι’ αυτό έχουμε κατεπειγόντως ανάγκη έναν αληθινό καλλιτέχνη, αντί για τους καριερίστες που μας έχουν πνίξει, προσβάλλοντας την ημερήσια διάταξη. Γι’ αυτό: γιατί χανόμαστε.

Κάποιος απεγνωσμένος βασιλιάς θα τον κάλεσε, κι έτσι γεννήθηκε (μόλις σήμερα) ο σαλός μαγνήτης Ρωξάνη Νικολάου, για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, για να μεταστοιχειώσει και να αποκαταστήσει τον έκπτωτο κόσμο μας στο σωστό του το ύψος.

Για να ανταποκριθεί, ωστόσο, στην αποστολή (στο ύψος του ρόλου), η Νικολάου οφείλει, ταυτόχρονα με τον σύμπαντα κόσμο, να επιμεληθεί και να διορθώσει το ούτως ή άλλως βιωματικό υλικό των ίδιων των βιβλίων της, μια περιπέτεια που θεωρώ ότι αρχίζει στην τελευταία ενότητα του δεύτερου τόμου, εκεί όπου η συγγραφέας δοκιμάζει για πρώτη φορά τη χρήση και τις δυνατότητες του σαλού μαγνήτη, ήτοι του νέου εαυτού της.

Το αποτέλεσμα της δοκιμής, της δοκιμασίας αυτής, άκρως επιτυχημένο, είναι το υβριδικό σώμα της ενότητας, η φυσική και αρμονική ένωση ποιητικού και πεζού λόγου, που θριαμβευτικά ολοκληρώνεται στον τρίτο τόμο της τριλογίας, τους Ερχόμενους, που ισχυρίζομαι μάλιστα ότι αρχίζουν ήδη από τον Σαλό μαγνήτη, από την τελευταία ενότητα, όπως ο Ψαλιδιστής συνεχίστηκε στον Μαγνήτη, σε όλη την πρώτη ενότητα του βιβλίου.

Δεν πρόκειται για μεταμοντέρνες φιοριτούρες, ούτε για πειραματικές εξυπνάδες∙ είναι η φυσική τάξη και εξέλιξη των πραγμάτων, σαν την ωρίμανση των καρπών και τη ζωή των δέντρων, ή σαν την ηλικία του ανθρώπου. Η περιχώρηση των στοιχείων, στα τρία βιβλία που διαβάζουμε, θυμίζει ότι ο έφηβος περιέχει το παιδί, και ότι ο ενήλικας περιέχει και το παιδί και τον έφηβο, και προχωρεί στην υπέρβαση, στην τελειότητά του.

Με τη δύναμη, λοιπόν, του μαγνήτη, που είναι κυρίως η σαλότητα, η Νικολάου αρχίζει να τραβά τις γραμμές προς το σωστό αντίστοιχό τους, να συναρμολογεί τα ερείπια, έτσι όπως το είχε προβλέψει στην ενότητα «Εξ αίματος», στο ποίημα «Αίνιγμα».

Η λύση, η μόνη απάντηση, είναι ένας Ερχόμενος στον πληθυντικό, το ομώνυμο βιβλίο, που δεν πειράζει να το πω και αντικειμενική συστοιχία, κατά τον όρο του Έλιοτ, εφόσον εδώ, στο τρίτο βιβλίο, αναδύεται (κατορθώνεται) η κατεξοχήν οικεία μορφή για το εγχείρημα της Νικολάου, που είναι μεικτή και γνήσια, ποιητική και πεζή, λυρική και αφηγηματική, ανοιχτή και ολοκληρωμένη, συμπαγής και ρευστή, στέρεα και αέρινη.

Αυτά, και άλλα παράδοξα ζεύγη, περιγράφουν το τελείως άλλο και νέο γένος που κομίζει η Νικολάου στην πανελλήνια γραμματεία, που είναι επίσης αρχέγονο, και που το φυλάω για έκπληξη στη Λευκωσία, αλλά από τώρα μπορώ να σας πω ότι είναι το ΕΠΟΣ.

Στους Ερχόμενους, το νέο κρασί της Νικολάου μπαίνει στον αντίστοιχο νέο ασκό του, και δεν πιστεύω να πιστεύει κανείς ότι η εμφιάλωση, δηλαδή η άρτια μορφοποίηση του υλικού, αναιρεί τη ρευστότητα και την ορμή του – εκτός αν πιστεύετε ότι το σώμα είναι φυλακή του πνεύματος, οπότε προτείνω να ξαναδείτε την αρχή της Νέας Διαθήκης.

Τα 45 κείμενα των Ερχόμενων, όλα έντιτλα, κατανέμονται (πλην ενός) σε τρεις επίσης έντιτλες ενότητες ή κεφάλαια, με τα δύο πρώτα να συλλειτουργούν, με 11 συν 12 κείμενα, και να τίθενται σε μιαν ιδιαίτερη, ερωτική και γόνιμη σύγκρουση με το τρίτο κεφάλαιο, που περιέχει 21 κείμενα, σχεδόν όσα περιέχουν μαζί τα δύο πρώτα.

Όλα αυτά, τώρα, τα 44 κείμενα, είναι κατά το πλείστον πεζά, με εξαίρεση εννέα υβρίδια, σε κάποια εκ των οποίων οι στίχοι λειτουργούν απλώς ως άτυπο μότο, ενώ τα προλογίζει (όλα) το μοναδικό αμιγές ποίημα του βιβλίου, που τίθεται εκτός ενοτήτων, σαν προοίμιο έπους, κι έχει τίτλο «Βασιλεία της μοναξιάς», παραπέμποντας ξεκάθαρα στο εναρκτήριο τετράστιχο του Ψαλιδιστή, στην έκκληση του βασιλιά προς τον ποιητή.

Ο ποιητής έρχεται, ως σαλός μαγνήτης, και πιάνει την επιμέλεια και διόρθωση, αρχής γενομένης, το είπαμε, από τα ίδια τα βιβλία. Στον Ψαλιδιστή, οι στίχοι-τίτλος της πρώτης ενότητας αναφέρουν ότι ο ερειπωμένος κήπος φωνάζει τη συγγραφέα. Στους Ερχόμενους, η πρώτη ενότητα ονομάζεται «Τόπος», και το ομώνυμο κείμενο ξεκινά με το δίστιχο: Αν είχες φωνή, Τόπε, / αν μιλούσες με ανθρώπινες λέξεις, εννοώ. Και ακολουθεί μια αφήγηση τριών σελίδων, ας πούμε μία για κάθε έναν στίχο από τον τρίστιχο τίτλο στην πρώτη ενότητα του Ψαλιδιστή. Οι γραμμές βρίσκουν το σωστό αντίστοιχό τους.

Δεν μιλάμε για μοτίβα ή θεματικές που επανέρχονται, αλλά για επίμονη επίσκεψη και επεξεργασία, διεύρυνση και εμβάθυνση, εμπλουτισμό και ουσιώδη αναδημιουργία – η ζητιανιά και τα κέρματα, τα πιο λυπημένα μάτια του κόσμου, ο Ραψωδός και η ιδιωτική ραψωδία, η Πολυξένη, οι φωνές των νεκρών, τα αποδημητικά πουλιά, οι αέρηδες, η μάχη για τη σωτηρία των πραγμάτων, όλα αυτά, και τόσα άλλα στοιχεία, διαγράφουν ένα τόξο από τον Ψαλιδιστή στους Ερχόμενους, μια γραμμή σαν γενεαλογική, ενώ δεν αποκλείεται η συσχέτιση να ανήκει στην τάξη σπόρου και άνθους ή εμβρυακής και ώριμης μορφής, καθώς η Νικολάου οδοιπορεί σε ένα πλήρωμα χρόνου, στη συγγραφική της ενηλικίωση.

Τόσο επιμελώς επιμελείται αυτή η γυναίκα τα κείμενά της, τον εαυτό της δηλαδή, ώστε δεν διστάζει να θέσει τον ίδιο τίτλο, «Βρύση θνητή», από ένα ποίημα του Σαλού μαγνήτη, σε ένα πεζό των Ερχόμενων, η θεματική του οποίου, εκ πρώτης όψεως, είναι τελείως διαφορετική. Ο τίτλος-δείκτης, όμως, επιβάλλει μια πιο προσεκτική ανάγνωση.

Για λόγους οικονομίας, δεν θα επιμείνω με παραδείγματα, και πάω αμέσως στο άλλο επίπεδο της επιμέλειας και διόρθωσης, το τοπικό ή θεματικό, την αναδημιουργία, από τη Νικολάου, του σύμπαντος κόσμου της, ο οποίος, καθότι σύμπας, τυχαίνει να είναι και δικός μας, τουλάχιστον αν τον θελήσουμε.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να ξαναδιαβάσω το τελευταίο κείμενο από τον Σαλό μαγνήτη, για ν’ αρχίσει η σφαγή, που ο Νίκος Καρούζος την απέδιδε στον Θεό, δηλαδή στον Ερχόμενο, που σφάζει αλλά και σμίγει – που εγώ λέω ότι είναι το ίδιο πράγμα.

Για δείτε: «Διορθώνω τις ειδήσεις που φτάνουν από τον έξω κόσμο διασχίζοντας τα αλτ των δέντρων (φέρε στο νου ένα ξεχασμένο εργοστάσιο και στο βάθος κάποιον να φτιάχνει παιχνίδια από άχυρα και κουρέλια) και δυνατή χαρά με ξυπνά το πρωί, τι ρόλος κι αυτός, τι απίθανος ρόλος».

Για την παρένθεση έχω μιλήσει πολύ. Για τ’ άλλα θα είμαι πιο σύντομος. Το αλτ των δέντρων δεν αποκλείεται να είναι ο Σταυρός, το κατεξοχήν Δέντρο, που παλιά κρατούσε μακριά τους βρικόλακες. Στις μέρες μας, οι βρικόλακες έχουν αποθρασυνθεί, επειδή δεν έχουν τον Θεό τους, και διασχίζουν το δάσος, και φτάνουν στην προτελευταία γραμμή της αμύνης, εκεί που έχει σταθεί η αφηγήτρια, που είπαμε ότι τη λένε Ρωξάνη.

Ο ρόλος της, η διόρθωση των ειδήσεων (του είδους και γένους, εξίσου για γραφή και ζωή), είναι όντως απίθανος, διότι προσιδιάζει της Buffy, της Vampire Slayer, που δεν μασάει από βαμπίρ και κυνόδοντες, για να μην αναφέρω τον Blade, τον Daywalker, που σφάζει και μαχαιρώνει – ποιους άλλους; ΑΥΤΟΥΣ. Ο χαμός τους θα γίνει ο γάμος μας.

Μια άλλη λέξη για τη διόρθωση είναι βεβαίως η δικαίωση, και μια άλλη λέξη για τη δικαίωση είναι η εκδίκηση, που όλοι ξέρουν ότι ανήκει στον Ερχόμενο και στους τύπους του, τον Προφήτη, τον Σαλό, τον Ποιητή. Η παρουσίασή τους στη Λευκωσία (των Ερχόμενων) θα είναι ένα λουτρό αίματος, που δεν πρέπει να τo χάσετε. Πώς θα πλυθείτε;

Στη Λεμεσό αρκεί ν’ ανοίξω τη βρύση, αθάνατη και ζωοδόχο πηγή, εκεί απ’ όπου μεταλαβαίνει η αφηγήτρια αίμα φωνής, πιθανότατα Κουμανταρία από το Κολόσσι, έδρα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, του Τιμίου και Βαπτιστή, του τελευταίου Προφήτη, κι έτσι γεννιέται ολόπρωτα ως σαλός μαγνήτης, με όλα τα παιχνίδια και τα όπλα της, με τ’ άρματα και τα χαϊμαλιά των ερώτων, και γίνεται ένας τιμωρός και κριτής, ένας μαύρος καβαλάρης και άγγελος του θανάτου, ένας ιππότης εκδικητής. Κι όποιον πάρει η Χάρις.

Στην τελευταία ενότητα του Σαλού μαγνήτη, το προοίμιο λέει: «Γεννήθηκα μόλις σήμερα, στο μέσο παγωμένης στέπας, γκρίζος ορίζοντας, ακατανόητος ουρανός, λύκοι ουρλιάζουν. Φτιάχνω ένα σπαθί από λάσπη (αίμα και όνειρο)∙ και προχωρώ». Θα είναι η μητέρα των μαχών, ή ο πατέρας πόλεμος. Με αίμα και όνειρο∙ με λογισμό και μ’ όνειρο.

Ο Κώστας Ρεούσης, σε μια παρουσίαση του Σαλού μαγνήτη, γράφει ότι, παρά τις ορισμένες ενδείξεις, η Νικολάου δεν έχει «εκδικητικές τάσεις», αλλά εγώ νομίζω ότι έχει και παραέχει, και ακριβώς γι’ αυτό είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στον κατάλληλο ρόλο, θέση, πόστο, δουλειά. Έκαστος στο είδος του, έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Μου κάνει εντύπωση, ξέρετε, πώς στα λιγοστά κείμενα που έχουν καταθέτει έως τώρα για τη Νικολάου, εγκωμιάζονται η τρυφερότητα και ο λυρισμός, και η άκρα ευαισθησία, δίκαια μεν, αλλά αποκλειστικά και μονομερώς. Λες κι η Νικολάου (μάλλον: η Ρωξάνη – της) είναι κανένα λουλουδάκι θερμοκηπίου∙ λες και δεν έχει ΑΓΡΙΟΤΗΤΑ.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά, κι όχι επειδή το λέω εγώ. Η ίδια το ξεκαθαρίζει, ακονίζοντας δρέπανα στον Ψαλιδιστή, κι από τότε ετοιμάζοντας το καυτό σπαθί της, που θα το σφυρηλατήσει στον Σαλό μαγνήτη, για να το δώσει, ανίκητο, στον ανώνυμο ήρωα των Ερχόμενων, έναν εκείνον, στη «Βασιλεία της μοναξιάς», που ίσως είναι κι ο πρώτος βασιλιάς (ο βασιλιάς στον Ψαλιδιστή), ου μην κι ο τελευταίος αυτοκράτωρ εν γένει.

Θα πρέπει, λοιπόν, να επιμείνω: η τρυφερότητα της Ρωξάνης Νικολάου δεν είναι κανένα βολικό σουξεδάκι της εποχής∙ είναι σκληρή και ανελέητη, σε όψη και κόψη, στο αλτ των δέντρων όταν γίνεται δίστομο, όπως στο ποίημα «Τρυφερά μου κλωνιά», εκεί που η αφηγήτρια μιλά στον καθένα προσωπικά, και προπαντός στον εαυτό της, και προφητεύει μιαν ώρα που θα ’ρθει, μιαν ερχόμενη ώρα, όταν θα κόψεις / τα καλώδια της εξουσίας τους / και θα τους στείλεις στο διάολο / δίχως να λυπάσαι πια.

Λυπάμαι αν θίγεται η νοσηρή και ποιητικίζουσα υπερευαισθησία μας, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Το άι σιχτίρ, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, είναι μια έκφραση έρωτα – και η Νικολάου το ξέρει καλά, κι έχει ακονίσει προ πολλού τη σταυρόσχημη μάχαιρα, εκεί που καθρεφτίζεται, αίφνης, η Αμμά, η σαλή Μάμμα, η πιο Φοβερά Τρυφερότητα.

Μιλώ για το Άξιον Εστί: Σκουριάζουν τα σίδερα και τιμωρώ τον αιώνα τους / Εγώ που δοκίμασα τις μυριάδες αιχμές / Κι από γιούλια και ναρκίσσους το καινούριο / Μαχαίρι ετοιμάζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Ο Σαίξπηρ έγραψε ότι τα λούλουδα έχουν οι νεράιδες για γραφή. Το πιστεύω κι εγώ, και προσθέτω ότι τα λούλουδα έχουν οι νεράιδες για σπαθί. Κι οι μάγισσες, κι οι ηρωίδες, κι οι ιππότιδες – λέξη υπαρκτή. Αυτές θα λάβουν εκδίκηση. Αυτά τα ζωντανά όνειρα, αυτά τα κρούσματα και στοιχειά. Τα πρώτα και τελευταία μας ξαφνιάσματα.

Το παρόν κείμενο γράφτηκε στις 26 Ιουλίου 2025, όταν η ορεινή Λεμεσός έγινε στάχτη. Εδώ είμαστε να το διορθώσουμε. Εδώ είναι η ηρωίδα και αφηγήτρια Ρωξάνη.

 Σε μια παρουσίαση με τίτλο «Το αίμα της φωνής», ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γράφει ότι «μια άλλη λέξη με σημαντική συμβολική σημασία στο ποιητικό σύμπαν του Ψαλιδιστή είναι η στάχτη, σύμβολο καταστροφής, άλωσης, και βέβαια λήθης».

Πράγματι∙ στον Σαλό μαγνήτη, όμως, στην τελευταία ενότητα, και καθοδόν στους Ερχόμενους, το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο: «ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ». Αυτό θα μας ενώσει για πάντα, όταν η ζυγαριά γείρει οριστικά, και χωρίς ενοχλητικές υποσημειώσεις, εξαιρέσεις, διακρίσεις και διχασμούς, υπέρ της πόλεως και χώρας ταύτης, υπέρ ζώντων και τεθνεώτων, υπέρ των μισούντων και αγαπώντων ημάς.

Οι μισούντες (την ομορφιά, την αλήθεια, τη ζωή) είναι οι αυτοί, που απόψε τους ενσαρκώνω εγώ, και ζητώ στη Ρωξάνη συγγνώμη. And she’s killing me softly, με το βαμβάκι και το σπαθί. Και με λυτρώνει. Αν βλέπετε αντίφαση, κακώς έχετε έρθει ως εδώ. 

Το σπαθί που κρατούν οι Τρελοί είναι ο σταυρός που κουβαλούν για λογαριασμό του ενός γένους. Η σφαγή είναι η θυσία τους (η αυτοθυσία τους), την ώρα που οι αυτοί αναιμικά φωνασκούν σε κάτι ανέμελες, ανέραστες εκδηλώσεις πολιτισμού. Δεν πειράζει.

Η δική μας εκδήλωση θέλω να κλείσει όπως άνοιξε, με έναν λόγο της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, που πήγε και κρεμάστηκε (η Τρελή), για να μας θυμίσει ότι τον γάμο τον λέμε χαϊδευτικά και κρεμάλα – κι αυτοί ας λένε ό,τι θέλουν.

«Η στάχτη μου», είπε η Μαρίνα, διορθώνοντας έναν στίχο της Άννας ντε Νοάιγ, και εξηγώντας όλους τους στίχους, όλο το έργο της Ρωξάνης Νικολάου, «η στάχτη μου θα είναι πιο ζεστή απ’ τη ζωή τους».

Μαράν αθά.
Η μυριστική σκοτεινιά της Ρωξάνης Νικολάου

Γιατί τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι:
ζω και γράφω, αλλά ζω-γράφω και γράφω-ζω.
Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το τελευταίο βιβλίο της Ρωξάνης Νικολάου, με τίτλο Οι ερχόμενοι (Τεχνοδρόμιον, 2024), θεωρώ ότι ανήκει σε μιαν άτυπη, μυθιστορηματική τριλογία, που αρχίζει με τον Ψαλιδιστή (Τεχνοδρόμιον, 2018), συνεχίζεται με τον Σαλό μαγνήτη (Φαρφουλάς, 2022), και ασφαλώς κλείνει με τον τόμο που μας απασχολεί σήμερα, αν και δεν αποκλείεται η συγγραφέας να επανέλθει, και να δώσει ένα ολόκληρο σίριαλ, σαν τα μυθιστορήματα επιφυλλίδων ή σαν τα χαμένα εκείνα κεφάλαια των Τρωικών, τα Κύπρια έπη.

Στη Λεμεσό, πριν από είκοσι μέρες, επιχείρησα μια πανοραμική παρουσίαση της τριλογίας, και υποσχέθηκα να επικεντρωθώ εδώ στους Ερχόμενους, για να δείξω πώς η Νικολάου, αναλαμβάνοντας, στο τελευταίο (και πεζό) κείμενο του Σαλού μαγνήτη, τον απίθανο ρόλο να διορθώνει τις ειδήσεις που έρχονται από τον έξω κόσμο, φτάνει σε έναν νέο, κατορθωμένο τρόπο έκφρασης, μεικτό και νόμιμο, και κομίζει στη νεότερη ελληνική γραμματεία ένα σύγχρονο έπος, ένα έπος εν ετέρα και ζώσα μορφή.

Δεν αγνοώ την κυρίαρχη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το έργο της Νικολάου ανήκει στη λυρική ποίηση, αλλά θα ήθελα να την εμπλουτίσω (την αντίληψη∙ μπορεί και την ποίηση), επισημαίνοντας την αφηγηματικότητα, δραστικά παρούσα στον Ψαλιδιστή, καθώς και στις δύο πρώτες, αμιγώς ποιητικές ενότητες του Σαλού μαγνήτη, και μάλιστα με αυξανόμενη ένταση, που βρίσκει διέξοδο στην τελευταία ενότητα του Μαγνήτη, όταν η Νικολάου δοκιμάζει τη στροφή στο πεζό, και φτάνει έτσι στο κατώφλι των Ερχόμενων.

Εδώ, η υπέρβαση της ποιητικής σύμβασης δεν οδηγεί σε αντίστοιχη πεζογραφική σύμβαση, παρά στον γνησίως μεικτό τρόπο της σύνθεσης, στην οποία, πάντως, δεσπόζει ο πεζός λόγος, και εύλογα, διότι μόνον αυτός μπορεί να ανταποκριθεί με τόσην ευελιξία στις ολοένα υψηλότερες αφηγηματικές απαιτήσεις που εγείρει η εργασία της Νικολάου – γεγονός που επιβάλλει να αναγνωρίσουμε την πρωτίστως αφηγηματική μέριμνά της, να αναθεωρήσουμε τα περί λυρικής ποίησης, και να δούμε το πιο ουσιώδες στοιχείο που η συγγραφέας κομίζει στη γραμματεία μας, που είναι η αναβίωση και ανανέωση του έπους.

Η Νικολάου, για να το θέσω αλλιώς, και στα τρία βιβλία της, και όταν γράφει σε πιο ορθόδοξα ποιητική φόρμα (στην οποία είμαι βέβαιος ότι θα επιστρέψει μελλοντικά), δεν καταθέτει αυτοτελή και απομονωμένα λυρικά στιγμιότυπα, παρά τις ψηφίδες σε ένα μεγαλειώδες μωσαϊκό, σε έναν νέο και κοινό μύθο, κύπριο, πανελλήνιο και οικουμενικό.

Τον ενοποιητικό συντελεστή τον υπαινίχθηκα στην αρχή, όταν είπα την τριλογία μυθιστορηματική, που δεν σημαίνει αυτό που νομίζουμε, καθότι το μυθιστόρημα δεν είναι άλλο ένα λογοτεχνικό είδος, παρά μια υπερ-ειδολογική κατηγορία τρόπου (έκφρασης), με αποστολή (με ρόλο) τη διόρθωση των ειδήσεων, αλλά και των ειδών, διά της ένωσης μύθου και ιστορίας, ή πνεύματος και σώματος, ή τέχνης και ζωής – ή: Λόγου και σάρκας.

Βεβαίως, η συγγραφέας αντιστέκεται στην ανάγνωση που προτείνω, για να μου κάνει τη ζωή δύσκολη, και αποδίδει στο βιβλίο της μιαν οιονεί ειδολογική ταυτότητα, γράφοντας στο εσώφυλλο, κάτω απ’ τον τίτλο, το γαλλικό σχήμα: «45 tableaux vivants». Προσωπικά, και με όλο τον σεβασμό στη Νικολάου (που έτσι κι αλλιώς μας περιπαίζει), δεν θα μου έκανε καμιά διαφορά κι αν έγραφε κάτω απ’ τον τίτλο: «45 Γιάννηδες».

Μ’ ενός κοκόρου γνώση, λοιπόν, συγκεκριμένα εκείνου που λάλησε όταν τρις ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό, επιμένω στην ανάγνωσή μου, και πάω στο προοίμιο των Ερχόμενων, στο ποίημα «Βασιλεία της μοναξιάς», που τίθεται εκτός ενοτήτων, και που εγώ το διαβάζω σαν υπόσχεση και απειλή, ευχή και κατάρα, ευλογία και ανάθεμα∙ σαν μια φρικτή προφητεία, που θα εκπληρωθεί στη συνέχεια, μετ’ έρωτος και θείας οργής.

Στη Λεμεσό, μιλώντας για τη Νικολάου, ανέφερα, από τους 45 Γιάννηδες, τον Τίμιο Πρόδρομο, τον τελευταίο προφήτη πριν τον Χριστό∙ εδώ θα ήθελα ν’ αναφέρω τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, τον τελευταίο μετά Χριστόν προφήτη, που τα είπε όλα, από το άλφα ως το ωμέγα, και μακρύτερα. Η Πάτμος είναι ένα αόρατο παγκόσμιο νησί.

Σε ένα άλλο, στην Κρήτη, τον Απρίλιο του 1967, ο Γιώργος Σεφέρης μίλησε στο Λύκειο Ελληνίδων, και είπε ότι η γλώσσα μας είναι ενιαία, ενωμένη δηλαδή, κι ότι θα βρούμε την αρμονία στην ποίηση, αλλά τους αρμούς και τις κλειδώσεις στον πεζό λόγο.

Και το πρώτο σχετικό παράδειγμα ήταν από την Αποκάλυψη, που του ήρθε στον νου «γιατί δείχνει», λέει ο ποιητής, «πόσο δύσκολο είναι, καμιά φορά, να προσδιορίσει κανείς χωριστικά όρια ανάμεσα στην ποίηση και στην πρόζα».

Τα μεγάλα έργα το κάνουν αυτό, καταργούν τον διχασμό, μόνο που απαιτούν και μεγάλους αναγνώστες, και φοβάμαι ότι το έργο της Νικολάου δεν έχει βρει ακόμη τους δικούς του – εγώ κάνω ό,τι μπορώ, αλλά μην περιμένετε μεγάλα πράγματα. Το βέβαιο είναι ότι η Αποκάλυψη γράφτηκε πριν από δυο χιλιετίες. Δεν βαρεθήκατε τις ταυτότητες;

Οι Ερχόμενοι ξεκινούν με τον ακόλουθο στίχο: Κατάγομαι από γενιά ανθρώπων ολομόναχων.

Η αλήθεια είναι ότι μόνον οι μόνοι (οι ολομόναχοι) μπορούν να συγκροτήσουν γενιά. Τα υπόλοιπα, έθνη, τάξεις, λαούς και θρησκείες, την ιδεολογία και ειδολογία, τα αφόρητα φύλα και τις φυλές, τόσες στείρες ταυτότητες, ας τ’ αφήσουμε στους πολλούς.

Το πλήθος, έλεγε ο Κίρκεγκωρ, είναι ψέματα. Η φιλία, έλεγε ο Καμύ, θέλει τη μοναξιά.

Μας έκανε λίγους, γράφει αίφνης κι ο Μόντης, γιατί έχει πολλούς που είναι πολλοί. Ο Μόντης μιλά για τους Έλληνες. Εγώ μιλώ για την κοινή και πανανθρώπινη ελίτ – τους εκλεκτούς της οδύνης και της απόγνωσης∙ τα σκεύη της πιο εύθυμης και ιερής εκλογής.

Όλοι αυτοί, τώρα, τη μοναξιά την έχουν στο αίμα τους, γράφει αμέσως πιο κάτω η Νικολάου, και εκλέγει έναν απ’ όλους, τον πιο, ας πούμε, ξεχωριστό, που θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε (εφόσον όλοι αυτοί είναι ξεχωριστοί), κι έτσι προοιωνίζεται επί της ουσίας την αφήγηση, ου μην την επίθεση, την έφοδο του γένους στον ουρανό, που είναι η καλύτερη άμυνα απέναντι στην επέλαση των βαρβάρων – ακούστε: Μα εκείνος πρέπει να σωθεί από τη δυναστεία / του αίματός του, που δόλιοι και θρασείς καπηλεύονται

Ο κίνδυνος που διατρέχει αυτός ο Εκείνος με παραπέμπει στην απαρχή όλου του έπους, στο εναρκτήριο τετράστιχο του Ψαλιδιστή, όταν ένας βασιλιάς εκκαλεί τον ποιητή, σαν Αϊ-Γιώργη, σαν ιππότη / τιμωρό / εκδικητή, να έρθει και να τον σώσει από τον χαμό.

Ο βασιλιάς, ως λέξη-δείκτης, πληροφορεί για ένα από τα πιο αποτελεσματικά και προσφιλή στρατηγήματα της Νικολάου, το στοιχείο του λαϊκού παραμυθιού, που πολλοί έχουν επισημάνει ότι η συγγραφέας το αξιοποιεί για να υπονομεύσει τον ιστορικό χρόνο και τόπο, και να στήσει την αφήγησή της σε έναν κόσμο μυθικό ή μαγικό, ή μαγεμένο.

Δεν έχω αντίρρηση, αλλά θα ήθελα να προσθέσω ότι αυτός ο μυθικός ή μαγικός κόσμος, στο έργο της συγγραφέα μας, είναι απολύτως συγκεκριμένος και πραγματικός, είναι (κυρίως) η Κύπρος, μάλιστα σε ένα εξίσου συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, στον 21ο αιώνα, που φωτίζεται ολοένα πιο έντονα, από βιβλίο σε βιβλίο, ως τους Ερχόμενους.

Εκεί, για παράδειγμα, στην πρώτη ενότητα, που ονομάζεται «Τόπος», και ήδη στο πρώτο κείμενο, με τίτλο «Διανομέας», το πράγμα διασαφηνίζεται, καθώς ο διανομέας, ο ντελιβεράς του τίτλου (στοιχείο των καιρών μας), λέει στην αφηγήτρια ένα παραμύθι που υπονομεύει τον συμβατικό χρόνο, αλλά εκτυλίσσεται εδώ παρακάτω, στον Πικρόκρεμμο.

Και στον Ψαλιδιστή, όμως, το όντως κυρίαρχο κλίμα του παραμυθιού αραιώνει (ή γειώνεται) με την απλή αναφορά σ’ ένα φροντιστήριο της Λεμεσού ή στον Πεντάδρομο.

Η Νικολάου, με άλλα λόγια, ανακινεί το παραμύθι με τρόπο ρεαλιστικό, αν και όχι κατά την έννοια του κλασικού ή, πολύ λιγότερο, του μαγικού λεγόμενου ρεαλισμού, παρά με τη ρεαλιστική εκείνη αντίληψη της ζωής ως τέχνης (και αντίστροφα), με έναν ρεαλισμό που κατά καιρούς τον έχω ονομάσει ησυχαστικό, εκκλησιαστικό και γαμήλιο, και άλλα πολλά, και που ειδικά για την περίπτωση της Νικολάου θα τον πω προφητικό, βιβλικό και επικό, αλλά και αποκαλυπτικό, όπως το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής.

Αυτή η ιδιόμορφη αξιοποίηση του παραμυθιού, με την προβολή των μοτίβων του σε σκηνές της καθ’ ημέραν ζωής, υποβάλλει κι ένα στοιχείο πνευματικής τάξεως, που εκ του προχείρου το αποκαλώ Υψηλό ή Sublime, που η συγγραφέας μας δεν το ψαρεύει από τη στερεότυπη σχετική μορφή της ρομαντικής παραδόσεως, διότι το βρίσκει στη διπλανή πόρτα, φέρ’ ειπείν στην Παναγία τη Βουναρκώτισσα, εδώ όπου το Υψηλό, παραμένοντας κατακόρυφο και απρόσιτο, είναι ταυτόχρονα πλησίον και εγγύτατο, και συγγενές.

Σε εμάς εδώ, εννοώ, είτε μας αρέσει είτε όχι, το Υψηλό έχει προ αιώνων κατεβεί, έχει συγκαταβεί, κι έχει κατασκηνώσει κατάσαρκα, υπό την ελάχιστη μορφή του Παιδιού, ως Υιός του Ανθρώπου, ως Γιος της Κόρης του.

Το συνταρακτικό αυτό γεγονός, το πιο ερωτικό όλων των εποχών, επιτρέπει στη Νικολάου να συνθέτει το έπος της με ταπεινά υλικά, όχι από μεταμοντέρνο φετιχισμό για το χθαμαλό ή το θραύσμα, αλλά κατά τον ίδιο τρόπο που τα στοιχειώδη γεννήματα και ανθρώπινα εργόχειρα, το ψωμί και το κρασί, γίνονται ο Θεός στον κόσμο της Εκκλησίας.

Η μεταστοιχείωση, η μετουσίωση των υλικών, που μοιάζει με εργασία διόρθωσης, αφορά εξίσου στο πρωτογενές, βιωματικό υλικό του έργου, ήτοι στον αυτοβιογραφισμό της Νικολάου, και στο δευτερογενές, πολιτισμικό και γραμματειακό υλικό που ανακινεί, που είναι κυρίως το παραμύθι και ο θρύλος, και η εν γένει λαϊκή προφορική παράδοση.

Το παραμύθι, λοιπόν, μέσα σε αυτό το αφηγηματικό και πνευματικό πλαίσιο, δεν λειτουργεί ως απόδραση ή παρηγοριά, ούτε βέβαια ως εναλλακτική πραγματικότητα, παρά αρθρώνεται σε έναν διπλό άξονα, αφενός ως συντελεστής μυθοποίησης χρόνου και τόπου, αφετέρου ως σήμα κινδύνου, όπως εκείνο που σήμανε η Παραμυθία Παναγιά στη Μονή Βατοπαιδίου, σώζοντας τους αμελείς μοναχούς από την επιδρομή των πειρατών.

Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας, στο οπισθόφυλλο, διαβάζουμε ότι ο Ψαλιδιστής είναι ένα κύκλωμα, ένας τρόπος επεξεργασίας της λεγόμενης κυματομορφής, που χρησιμεύει στη διαμόρφωση σήματος, ίσως εκείνου που εκπέμπει ο βασιλιάς στην αρχή του βιβλίου. Αμέσως μετά το σήμα (κινδύνου), σε ένα τρίστιχο, που είναι κι ο τίτλος της πρώτης ενότητας, μαθαίνουμε ποιος είναι ο βασιλιάς που φωνάζει, και ποιος είναι ο ποιητής που ανταποκρίνεται, που αναλαμβάνει την αποστολή (τον ρόλο) της διάσωσης: Με φώναξε ο ερειπωμένος κήπος σου. / Πιάστηκε απ’ τα πόδια μου. // Δεν μ’ άφηνε.

Ώστε ο ποιητής είναι ποιήτρια, μια ηρωίδα και αφηγήτρια που θα τη λέω Ρωξάνη, κατά το παράδειγμα του ήρωα-αφηγητή Μαρσέλ, από το τιτάνιο επίτευγμα του Προυστ, με τη διαφορά ότι εδώ, και όπως θα δούμε, η αναζήτηση του χαμένου χρόνου και τόπου είναι ήδη η εύρεση και ανάκτηση, η επιμέλεια και η αποκατάστασή τους σε αιώνιο κήπο.

Στους Ερχόμενους, στην ενότητα «Τόπος», το πέμπτο από τα έντεκα κείμενα, που είναι όλα πεζά (τέσσερα έχουν και στίχους), φέρει επίσης τον τίτλο «Τόπος», και ξεκινά με ένα δίστιχο, ως ακολούθως: Αν είχες φωνή, Τόπε, / αν μιλούσες με ανθρώπινες λέξεις, εννοώ. Ασφαλώς, ο Τόπος έχει φωνή, αυτός είναι ο ουσιαστικός ήρωας και αφηγητής του έπους, που έχει πιαστεί από τα πόδια ή την ποδιά της Ρωξάνης, σαν χαμένο παιδί, που η ηρωίδα το υιοθετεί, και τελικά το ενσαρκώνει, και γίνεται Κόρη του Γιου της, κατά το ότι θα μιλά εφεξής με τη δική του φωνή, που είναι το σήμα και ο λόγος του, που είναι, όπως καταλαβαίνετε, ο εαυτός του: ο Λόγος αυτοπροσώπως – ο Ων και ο Ην, και ο Ερχόμενος.

Η Ρωξάνη, λοιπόν, θα μπορούσε να διακηρύξει ευθαρσώς: «Εγώ είμαι ο Τόπος!», και να προσθέσει, απευθυνόμενη σε όλους εμάς, και στον καθένα προσωπικά: «Γνώριμη η φωνή που ακούεις». Αστειεύομαι, επειδή τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.

Σε όλο τον Ψαλιδιστή, και στο μεγαλύτερο μέρος του Σαλού μαγνήτη, η ηρωίδα της Νικολάου εναγωνίως αναζητά και ανακτά τη φωνή της, μέσα από μιαν επίμονη και επίπονη επίσκεψη σε πρόσωπα και τοπία της μνήμης, καθώς περιπολεί στην ερείπωση και περισυλλέγει αίμα φωνής, φωνή ομίχλης, φωνή δυο λογιών, συριγμό των ονείρων, κρωγμούς των πουλιών, και άλλα γράμματα, και προπάντων τις πνοές των νεκρών της.

Με αυτή την πολύτιμη προίκα, η αφηγήτρια Ρωξάνη ενώνεται με τη συγγραφέα Νικολάου στην τελευταία ενότητα του Μαγνήτη, και όλα τα χωριστικά όρια αίρονται, καθώς ο ποιητής, που είναι επίσης ποιήτρια, γεννιέται «μόλις σήμερα», αναγεννιέται δηλαδή, βρίσκει τον πιο ακέραιο εαυτό του, τον Άγιο Τρελό, και σφυρηλατεί ένα σπαθί από αίμα και όνειρο∙ και προχωρεί στο τέλος του τόμου, στην απαρχή των Ερχόμενων.

Εκεί, στο προοίμιο, η αφηγήτρια εύχεται να ήταν γύπας και λιοντάρι, και όχι ένα ακίνδυνο σκυλί, αλλά νομίζω ότι μας παραπλανά, για να μας δαγκώσει στην καρωτίδα ή να μας βρει στο δόξα Πατρί, με ένα, ας πούμε, σαρανταπεντάρι πιστόλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω στη συγκαιρινή μας γραμματεία πιο επικίνδυνη φωνή από της Νικολάου.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι η υπόθεση που διατυπώνει πιο κάτω (για Εκείνον), είναι επί της ουσίας μια ευχή (και κατάρα), που επιτελείται όμως αυτοστιγμεί, με την εκφώνηση, άμα λήψει παρούσης: Να εμπλουτίσω τη μοίρα του / μ’ ανίκητο σπαθί κι αλύγιστη ασπίδα. / Να ηγηθεί της επανάστασης. / Ν’ αποδοθούν μια για πάντα / τα άθλια στους αθλίους.

Με τους πιο πάνω στίχους τελειώνει το προοίμιο και αρχίζει το έπος, που ίσως να είναι η επανάσταση καθαυτήν, η εξέγερση (ή η διέγερση) του κόσμου, του ανθρώπου και των πραγμάτων, όλου του Τόπου, ενάντια στον άρχοντα του κόσμου και αιώνος τούτου, τον πονηρό ή το πονηρόν, που ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης έλεγε ότι είναι ο χρόνος.

Προφανώς, ο Πεντζίκης εννοούσε τον συμβατικό και γραμμικό ή ιστορικό χρόνο, τον υπουργό της φθοράς και απώλειας, και εντέλει, και προπάντων, της λήθης. Η νίκη εναντίον του δεν ισοδυναμεί με εκμηδένιση, αλλά με την περισυλλογή, τουτέστιν με την ανάκτηση και τη δυναμική υπέρβασή του, κι όχι σε κάποιο επέκεινα, παρά εδώ και τώρα (και πάντοτε), στο πεδίο της καθ’ ημέραν ζωής.

Αυτό είναι το πεδίο της μάχης στο έπος της Νικολάου: ο τόπος και χρόνος, ήτοι ο χρονότοπος του καθημερινού βίου, πρωτίστως (αλλά όχι μόνον) του κυπριακού, που τον επιβουλεύονται οι δόλιοι και θρασείς, οι άθλιοι, που θα τους έλεγα μνηστήρες, αλλά προτιμώ να τους πω εφήμερους, που είναι το αντίθετο των ερχόμενων. Ο χρονότοπος δεν τους χωράει και τους δυο, επομένως θα έχουμε πόλεμο. Αυτά έχει η ζωή.

Η αθανασία, από την άλλη, επιτελεί τον πόλεμο μυστηριακά, ερωτευμένα, κατά τον τρόπο της αναιμάκτου θυσίας, της αυτοθυσίας που τελεσιουργεί η Νικολάου με τη σκοτεινή τελετή του βιβλίου της, και που μου θυμίζει έναν στίχο από τον Ψαλιδιστή, τον ακόλουθο: Φάγετε τη φωνή μου. Εγώ θα έλεγα: Κοπιάστε. Κι ο Μπωντλαίρ: Μεθύστε!

            ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΣΤΕ ΟΙ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.

Τη φωνή, λοιπόν, κοινωνώντας του Τόπου, η ηρωίδα τον επισκέπτεται μέσα στο ομώνυμο κείμενο, στον δρόμο για το Κάστρο, την Παναγία τη Βουναρκώτισσα και τον Άγιο Γεώργιο – και ακούστε να δείτε: «Η σκουριασμένη καγκελόπορτα μιας πάλαι ποτέ φυτείας οπωροφόρων είναι κλειδωμένη ενώ η περίφραξη έχει γκρεμιστεί και τα δέντρα είναι κατάξερα. Περνώ από τον εγκαταλελειμμένο ελαιώνα που είναι σφηνωμένος ανάμεσα στα δυο οικιστικά τετράγωνα. Το φως από τις λάμπες του δρόμου φτάνει μέχρι τα πρώτα δέντρα. Κοντά τους πεταμένα μπάζα από τη μοντέρνα κατοικία που χτίστηκε δίπλα. Πίσω τους η ήσυχη, μυριστική (από χόρτα, χώμα και χρόνο) σκοτεινιά».

Ο τόπος που περιγράφεται εδώ, που συνεκδοχικά είναι όλη η πατρίδα μας (αν δεν είναι κι όλος ο Γαλάζιος Πλανήτης), προφανώς συνιστά μιαν έρημη χώρα, με μόνο ίχνος ζωής τη μυριστική σκοτεινιά, από χόρτα, χώμα και χρόνο. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο χρόνος μυρίζει, σαν χόρτα και χώμα, και γίνεται υλικός ή χειροπιαστός, βρίσκω να δηλώνει την εσχατολογική προοπτική της Νικολάου, συναφή και προς την οικεία, δική μας αντίληψη περί το Υψηλό, που δεν μετατίθεται στο υπερπέραν, αλλά ξεροσταλιάζει εδώ δίπλα μας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, εννοώ, που αναγνωρίζουμε τον άγνωστο Θεό στον καθέναν, εμείς εδώ, εμείς η ελίτ, αναγνωρίζουμε το τέλος των ημερών στην κάθε μας μέρα, και δεν αναζητούμε τον χαμένο χρόνο στο τέλος ενός έργου 3.000 σελίδων, παρά τον ανακτούμε σε κάθε σελίδα, σε κάθε αράδα και λέξη, εσαεί, ζώντας και γράφοντας εσχατολογικά, και όχι τελεολογικά. Γι’ αυτό η δική μας τελειότητα είναι ασυντέλεστη.

Γι’ αυτό, επίσης, η δική μας τελειότητα, ο χρονότοπος της Αποκαλύψεως, που η Νικολάου τον εγκαθιδρύει ως Κύπρο του σύμπαντος κόσμου, δεν αναβάλλεται: η εργασία, η καθ’ ημέραν επιστροφή στην πατρίδα (στην τελειότητα), είναι κατεπείγουσα.

Η μυρωδιά, αυτή η θρυαλλίδα νόστου και μνήμης, με οδηγεί στον Ψαλιδιστή, όχι στο κύκλωμα, αλλά στο ομώνυμο ποίημα, αναφορικά με τον μπαρμπέρη που μετέβαλλε το παιδικό κεφάλι της Ρωξάνης σε δεσποσύνης, αλλά τώρα γέρασε κι έχει χαθεί, σαν τα μαλλάκια του γράφοντος – κι έτσι διακρίνω, ανάμεσα στους στίχους της Νικολάου, τον αθάνατο στίχο του Νερούδα, που ο Κουμανταρέας τον έκανε τίτλο μυθιστορήματος για τα κουρεία των Αθηνών, Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω.

Το δεύτερο ποίημα του Ψαλιδιστή έχει τίτλο «Πλήρης δακρύων», και για υπότιτλο έναν στίχο από την εξόδιο ακολουθία της Εκκλησίας μας: «Προς τάφον επείγεται». Ιδού, λοιπόν, ο χρονότοπος. Στα αρχαία ελληνικά ο τάφος λέγεται σήμα. Κι αν ο μπαρμπέρης είναι το κύκλωμα; Το ποίημα, πάντως, έτσι αρχίζει: Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του.

Το ίδιο κι εγώ, γι’ αυτό ακολουθώ τη Νικολάου στην επείγουσα και μεγάλη της έξοδο, και πάω στους Ερχόμενους, στη Βουναρκώτισσα, σε μια παραμόνιμη στιγμή κινδύνου, τώρα που πλησιάζει ο νέος κατακτητής του τόπου, ο Κύπρου κάπηλος, για να αποτελειώσει ό,τι απόμεινε, ό,τι δεν έχει ακόμη χαθεί – το άρωμα, τη φωνή και τη μνήμη∙ ένα σήμα σαν προ αιώνων αναλαμπή.

Μοιραία, κι εφόσον μας βρήκε το κακό της καπήλευσης, το χειρότερο απ’ όλα, η ηρωίδα επικαλείται Παπαδιαμάντη, και συνεχίζει την περιπολία της ως σκοτεινό τρυγόνι∙ και φτάνει στο προτελευταίο κείμενο της ενότητας, με τίτλο «Κλαδί φωνής», και φυσικά το αρπάζει, κι ας πέφτει στον λάκκο της ύπαρξης – η Ρωξάνη εξηγεί: «Εντούτοις, θα ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να πιστέψω πως μπορώ ν’ απλώσω μέχρι σ’ εσένα τη φωνή μου. Ίσως ο καλός Θεός της οργής να με συντρέξει».

Η οργή του καλού Θεού γνωστό ότι είναι η φωνή του λαού, αλλά μένει ακόμη να δούμε για ποιον λαό μιλάμε – δηλαδή: για ποιον τόπο. Η Νικολάου το λέει πεντακάθαρα, σαν Πυθία, στο μεικτό κείμενο «Η Κύπρος του Αύριο», με επωδό, μετά τα ταρατατζούμ (Luxury villas for rent! / Properties for sale! / Gold holidays!), τη διερώτηση: Κι ο τόπος;

Και να η απάντηση, να ο χρονότοπος, κι όποιος αντέξει: «Σκέφτομαι τους τάφους τους. Κάποιος θα πρέπει να τους πηγαίνει λίγο νερό. Και γίνεται ο τόπος μικρό παιδί που σφίγγει την άκρη του ρούχου μου». Είναι πάντα Εκείνος, ο Γιος της Γυναίκας, που είπε τις πιο ανθρώπινες λέξεις του, κνιζί, Καφκάλλα, κακομάζαλη, που είπε και τις πιο θεϊκές, Καίτη, Ευδοκία, Τριανταφυλλιά∙ που έπεσε στον λάκκο της ύπαρξης, και στάθηκε «πάνω από έναν λάκκο ξέχειλο λέξεις»∙ κι έδωσε στην έρημο έναν όρκο ζωής: «Χρυσή μου γη!»

Εκεί θα πηγαίνουμε, πλήρεις δακρύων, περνώντας από το τελευταίο κείμενο της πρώτης ενότητας, που έχει τίτλο «Ιχνογραφία», και κλείνει ως εξής: «Ήταν ολόγυρα πάγοι γλιστεροί, χαμένα τα ίχνη ενός φίλου, σφύριζαν σφαίρες μέσα απ’ τα κενά, σχεδόν τυφλή, γύρευα κάτι που ξέχασα, που έπρεπε πάση θυσία να το βρω. Στα δόντια μου ήταν σφηνωμένη φωτογραφία πατρίδας. Μισοκαμένη, μισολιωμένη, αγνώριστη».

Θα τη γνωρίσουμε στη δεύτερη ενότητα, που περιέχει 12 κείμενα, πέντε εκ των οποίων έχουν και στίχους (κι ένα ενδέχεται να είναι αμιγές ποίημα), απ’ όπου θέλω να παραθέσω ορισμένες αποστροφές που απευθύνει η αφηγήτρια στη γενιά της, στη γενιά των ολομόναχων ανθρώπων από τους οποίους κατάγεται – και στους οποίους καταφεύγει.

Ο τίτλος της ενότητας είναι βέβαια εκκλησιαστικός: «Γονέων και συγγενών». Να ο λαός, αν και όχι αυτός που νομίζουμε∙ αυτός εδώ είναι το υποκείμενο της συλλογικής δημιουργίας, το πρόσωπο που στεγάζεται στη λέξη λειτουργία, που σημαίνει: έργο λαού.

«Μητέρα», λέει η Ρωξάνη, «θυμάσαι τη μητέρα σου;» Επίσης: «Πατέρα, σε μένα είναι που μιλάς;» Κι ακόμα: «Μάνα, μην κλαις, μην κλαις, τίποτα δεν χάνεται!» Και πιο κάτω: «Χαθήκαμε, κι ο Παναγιώτης δεν ξέρω πώς είναι σήμερα, μητέρα». Και πάνω απ’ όλα, επειδή είναι πάνω απ’ τον τάφο: «Τίποτε δεν έμεινε απ’ τον κόσμο σου, γιαγιά μου».

Αυτή η γιαγιά υποθέτω πως είναι η απεριόριστη εκείνη γριά, που στον Ψαλιδιστή μάθαμε ότι μιλούσε και στον θάνατο ευγενικά – έτσι τελειώνει το ποίημα που περιέχει τον στίχο: Φάγετε τη φωνή μου. Αυτός ο λαός είναι αριστοκράτης, που θα πει: ΕΥΓΕΝΗΣ.

Δεν θα ήταν λοιπόν σωστό ν’ απελπίζεστε: Μητέρα, λέει ο Μόντης, θα επανέλθει, σου λέω, το θέμα των νεκρών / θα επανεισαχθεί. Θα έρθει, εννοεί ο Μόντης∙ το θέμα των νεκρών θα έρθει ξανά, γιατί δεν υπάρχει κανένα άλλο θέμα – οι νεκροί είναι αθάνατοι∙ οι νεκροί είναι οι Ερχόμενοι.

Με τη φωνή τους αρχίζει η τρίτη και τελευταία ενότητα, με κείμενο ομώνυμο του βιβλίου, «Οι ερχόμενοι», που θα το παραθέσω όλο: «Υπήρξαμε κι εμείς. Οι ερχόμενοι. Κάποιων από εμάς τα οστά ανακαλύφθηκαν σε εμβρυακή στάση, αγκαλιασμένα με τον εαυτό που αποδέχτηκαν την ύστατη στιγμή. Την ώρα αυτή που γράφω, το κρανίο μου βαστούν χέρια που θα γεννηθούν. Στις μαύρες τρύπες των ματιών του περιδιαβάζει φως από βλέμμα στοργικό κι απορημένο. Τους εμφυσά απαλά δροσιά. Ακούγονται στρατιώτες που τραγουδούν, θαμώνες πυκνοί καφενείου στον Άγιο Ερμόλαο. Πριν τον πόλεμο».

Ας προσέξουμε: οι ερχόμενοι υπήρξαν. Τώρα που γράφει η αφηγήτρια, το κρανίο της το κρατά κάποιος που θα γεννηθεί. Στις κόγχες περιδιαβάζει φως, κι αυτός ο κάποιος τούς εμφυσά δροσιά. Οι στρατιώτες τραγουδούν στο χωριό – πριν τον πόλεμο.

Το κείμενο, ένας νηφάλια μεθυσμένος χορός αορίστου, ενεστώτα και μέλλοντα, ή παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, είναι παραδειγματικό της εσχατολογικής ματιάς με την οποία η Νικολάου ανακτά τον χρόνο, δυναμικά, εδώ και τώρα, και πάντοτε. Αντί για την απελπισία του Άμλετ, που αναστενάζει ότι Time is out of joint, ότι ο χρόνος έχει εξαρθρωθεί, η συγγραφέας μας αναδιαρθρώνει τον χρόνο, στερεώνοντας τον οριζόντιο, γραμμικό ή συμβατικό άξονά του στην κάθετη και κατακόρυφη δοκό της αιωνιότητας.

Το σχήμα που προκύπτει ανήκει στο ανίκητο σπαθί, που το καρφώνει η γενιά μας στους τάφους, εκφράζοντας το μοναδικό θέμα της τέχνης, την Ανάσταση. Αυτή έγινε, μια φορά και για πάντα, αλλά μένει ακόμη να γίνει για όλους, όπερ και εγένετο, στο έσχατο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, στο αιματηρό και ερωτευμένο έπος της Αποκαλύψεως, που έχει happy end, τους γάμους του Γιου με την Κόρη του. Το σήμα είναι ο νυμφώνας.

Στο τελευταίο κείμενο του δικού μας βιβλίου, η Νικολάου ιστορεί ένα τραγικό μέλλον, ανακινώντας επιστημονική φαντασία, το (υπο)είδος postapocalyptic, όταν οι άνθρωποι αυτοβούλως αποποιούνται τον χρόνο τους, και φουντάρουν σε έναν σπιράλ σωλήνα, που σαν να υπομνηματίζει την αποχέτευση.

«Κάποιοι», διαβάζω την τελευταία παράγραφο, «μιλούν για έτοιμη καταπακτή φωτιάς, ενώ οι πιο ρομαντικοί πιστεύουν πως ο άνθρωπος, απελευθερωμένος από την αθέλητη σύμβασή του με τον χρόνο, στεφανωμένος από την καθαγιασμένη πράξη του, εξακολουθεί να ζει στην καλή μεριά της Γης».

Η τελευταία φράση, «στην καλή μεριά της Γης», δίνει και τον τίτλο του κειμένου, και όλης της τελευταίας ενότητας, που είναι η εκτενέστερη, περιέχει 21 κείμενα (σε 28 σελίδες), τη στιγμή που οι πρώτες δύο αθροίζουν 23 κείμενα και καλύπτουν 30 σελίδες.

Αυτή η παράδοξη ισορροπία, και η πρόδηλα ειρωνική χρήση του σχήματος «καλή μεριά της Γης», με βάζει στον πειρασμό να πω ότι η Νικολάου σαν να αναποδογυρίζει το πρώτο μισό του βιβλίου της, ή σαν να προβάλλει εδώ το αρνητικό είδωλό του, ιδιοφυώς πετυχαίνοντας έναν διπλό στόχο, αφενός να τιμήσει εξ αντιδιαστολής τον τόπο και τους ανθρώπους του, αποδίδοντας τ’ άγια τοις αγίοις και τα άθλια στους αθλίους (θεματικός άξονας), αφετέρου, και κυρίως, να αρτιώσει την αφήγησή της χωρίς να την κλείσει στην ασφυξία της οριστικής και συντελεσμένης μορφής, όπως επιτάσσει η τελεολογία.

Η Νικολάου, με άλλα λόγια, πραγματώνει την εντελή της αφήγηση με μια μορφή ανοιχτή, και με αφήνει να φτάσω (να γυρίσω) στην άλλη μεριά της Γης, στο βαθύ σήμα, στον τάφο, εδώ που αγρυπνούν οι νεκροί και γίνονται αθάνατοι, και δεν τους θαμβώνει πάθος κανένα – προσπαθώ να πω ότι η Νικολάου με αφήνει στον Τόπο, όπως θ’ αφήσει και εσάς, αν την αφήσετε∙ αν τη διαβάσετε, δηλαδή, με τους όρους της δικής της φωνής.

Τη φωνή την είδαμε, ίσως την ακούσαμε κιόλας, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι την έχουμε γευτεί, γι’ αυτό θα σας την παραδώσω και θα φύγω, με μια παρατήρηση σχετικά με το πρώτο κείμενο του βιβλίου, που θυμίζω ότι έχει τίτλο «Διανομέας». Εδώ, λοιπόν, επισκέπτεται τη Ρωξάνη ο ομώνυμος ήρωας, ένας ανώνυμος διανομέας, που πιστεύω ότι είναι μια ακόμα μορφοποίηση του Εκείνου από το προοίμιο – του Τόπου, του Λόγου, του Γιου. (Ο διανομέας, άλλωστε, είναι ένα παιδί του λαού – που θα πει: Υιός του Ανθρώπου.)

Προηγουμένως, η Ρωξάνη είχε φτιάξει γλυκό, και το πρόσφερε ήδη σε κάποιον, ο οποίος το ταύτισε, λέει, με μια φωνή που δεν τη θυμόταν. Αν αυτός ο τύπος ήμουν εγώ, δεν αποκλείεται να ταύτιζα το γλυκό με το βιβλίο – με όλη την τριλογία. Λάβετε, φάγετε.

Σε κάθε περίπτωση, η Ρωξάνη πάει να κεράσει γλυκό τον διανομέα, αλλά εκείνος την προλαβαίνει, και της διηγείται ένα σκοτεινό παραμύθι, που ξεπερνά και τον ίδιο, και σε τέτοιο βαθμό, ώστε αμήχανα, στο τέλος, το παιδί ομολογεί: «Ίσως σας φαίνονται παράξενα όλ’ αυτά όσο και σ’ εμένα, σαν να ήταν της φαντασίας, δεν ξέρω αν της δικής σας, της δικής μου ή του τόπου». Κι αν δεν υφίσταται κανένα χωριστικό όριο;

Προσέξτε: ο πρώτος που δοκίμασε το γλυκό, το ένιωσε σαν φωνή ξεχασμένη. Ο δεύτερος, προτού το δοκιμάσει, ίσως μίλησε αυτήν ακριβώς τη φωνή. Εγώ την κοινωνώ, και διακηρύσσω ότι είναι η φωνή της πατρίδας μου – βοώσα, προφανώς, εν τη ερήμω.

Αλλά η αφηγήτρια τη λαμβάνει σαν δώρο, κι ακούει από το βάθος τον στίχο: Μα θα γυρίσουν οι καιροί, κι αίμα να πιει δεν θα μπορεί η Πικραγαπημένη, που τον έγραψε ο Γκάτσος, προσκυνώντας τη δημοτική μας παράδοση, που βγήκε από τη μήτρα του έπους.

Με αυτή την αντήχηση, το έργο της Ρωξάνης (το έργο της Νικολάου) αποκτά τον χαρακτήρα του επείγοντος: προτού γυρίσουν οι καιροί, ή επειδή έχουν κιόλας γυρίσει, η αφηγήτρια πρέπει να παραλάβει τη φωνή, και να την παραδώσει κατόπιν, φέρ’ ειπείν σε όλους εμάς∙ πρέπει να δωρίσει τα δώρα που έλαβε, να προσφέρει τα σα εκ των σων, γιατί μόνον έτσι μπορεί να τα κάνει δικά της – μόνον έτσι μπορεί να τα κερδίσει πραγματικά.

«Ο τόπος μας είναι όμορφος», γράφει ο Σεφέρης από τους Δελφούς, ομφαλό της Γης και κατοικία της Πυθίας, στις 6 Φεβρουαρίου 1967. «Μόνο που δεν είναι δικός μας. Πρέπει να τον κερδίζουμε κάθε μέρα».

Κι επειδή τώρα τελευταία ο τόπος έχει γεμίσει ληστές, δόλιους και θρασείς που τον καπηλεύονται, οφείλω ν’ αναφέρω εδώ και τον στίχο του Ώντεν, που σαν αλύγιστη ασπίδα τον προτάσσει ο Σεφέρης στα «Περίχωρα της Κερύνειας», σε ένα ειδύλλιο, στα περίχωρα της ψυχής μας: Homers world, not ours.

Ο τόπος αυτός έρχεται από πολύ μακριά. Η γενιά επίσης. Ο διανομέας καλείται (θυμίζω) και ντελιβεράς, επειδή ασκεί την υψηλή τέχνη του ντελίβερι, την υψηλή τέχνη της παραδόσεως. Άραγε καταλαβαίνετε πού το πάω; Άραγε βλέπετε τόσο μακριά;

Ας το κάνω λιανά: το εναρκτήριο πεζό στο βιβλίο της Νικολάου είναι μια εξαίσια παραλλαγή του ιστορικού εκείνου συμβάντος, όταν ο κόντες Διονύσιος Σολωμός περνά από τον καφενέ, κι ακούει μια μαντινάδα από τον τυφλό ζητιάνο Νικόλαο Κοκονδρή, και ορμά μαγεμένος στον χώρο, και κερνά όλο το μαγαζί∙ κι έτσι, με ένα κέρασμα, ο κόντες παραλαμβάνει τη δωρεά του ζητιάνου, την πανελλήνια δημοτική μας παράδοση, αυτό το όνειρο, για να το μπολιάσει με λογισμό, και να το μεταβάλει στον ωραιότερο ερειπιώνα της παγκόσμιας γραμματείας, σε οικουμενικό αριστούργημα, και μόνος και μετά πολλών.

Και όπως ξέρετε, και όπως δεν θα κουραστώ ποτέ να θυμίζω, ο καημός του κόντε, ο πόθος του, που πραγματώθηκε στα πατρογονικά μας συντρίμμια, στους Ελεύθερους πολιορκημένους και στη Γυναίκα της Ζάκυθος, ήταν για ένα είδος μεικτό και νόμιμο ή, και ακριβέστερα, για μια γραφή in modo misto genuino, μια γραφή σε ΤΡΟΠΟ μεικτό γνήσιο.

Αυτός ο τρόπος είναι ο τόπος μας∙ αυτή η γραφή είναι η ζωή μας.

«Μυστήριος τόπος», λέει κι ο διανομέας στο τέλος, σαν να ξέρει ότι ο τόπος τον οιστρηλατεί, ο τόπος τον οδήγησε στο κατώφλι της αφηγήτριας, καθ’ ύλην αρμόδιας να λάβει τη λαϊκή παράδοση και να τη μετουσιώσει σε μυθολογία προσωπική, που γι’ αυτό ακριβώς, επειδή είναι προσωπική, μπορεί να είναι επίσης καθολική και κοινή, να είναι γενική υπό την έννοια του γένους – των μόνων και απολύτως συγκεκριμένων ανθρώπων.

Η Νικολάου είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ένας κόκκος άμμου (δική της εικόνα) που σηκώνει στους ώμους του όλη την αμμουδιά, γι’ αυτό αισθάνομαι ασφαλής να πω ότι η εργασία της, η αναβίωση και ανανέωση του έπους, ανταποκρίνεται στην ακόλουθη και αποκαλυπτική περιγραφή του Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου. […] Γιατί ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά σαν νικητής του αντίχριστου. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας έχει εκείνος μόνον ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι ούτε οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει».

Αλλά ο εχθρός δεν θα νικήσει, επειδή ποτέ του δεν νίκησε∙ νίκησαν, πάντα ήδη και όχι ακόμα, οι αθάνατοι νεκροί, οι ολομόναχοι Ερχόμενοι, με πρώτη μεταξύ ίσων τη μεγάλη συγγραφέα Ρωξάνη Νικολάου, για να μην πω τη Βουναρκώτισσα και τρομάξετε.

Εδώ που τα λέμε, όμως, θα την πω, κι ας τρομάξετε – θα πω πάλι το Άξιον Εστί: Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση. / Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα / τους χρόνους της οργής πίσω απ’ τα σίδερα. / Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο / τον βυθό της Μαρίνας. / Όπου αγνός θα περπατήσω. / Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας / γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά: / Ωσαννά σημαίνοvτας ο ερχόμενος! / Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.

Ο τίτλος του δικού μου κειμένου, «Μαράν αθά», ξέρετε ότι ανήκει στον Παύλο, στην επιστολή προς τους Κορινθίους, κι ότι ερμηνεύεται, χονδρικά, ο Κύριος εγγύς. Η πλήρης ερμηνεία βρίσκεται στην άκρη της Αποκάλυψης, είναι οι τελευταίοι στίχοι, που έτσι τους γράφει ο Σεφέρης: Λέει εκείνος που μαρτυρά ετούτα: «Ναι, έρχομαι γρήγορα». «Αμήν, έλα, Κύριε Ιησού». Είναι μια κλήση ερωτική, είναι καντάδα και σήμα αγάπης.

Η φωτιά της Αποκαλύψεως, αντίθετα με την ανόητη εκείνη φωτιά, στην οποία φουντάρουν οι άνθρωποι του χαμένου χρόνου, στο τελευταίο κείμενο των Ερχόμενων, είναι τσ’ αγάπης το καμίνι, όπως στον Ερωτόκριτο – είναι μια ακαταστάλακτη δρόσος, που με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει∙ με χίλιες γλώσσες φωτιάς.

Η μαντινάδα που ίδρυσε τη νέα ελληνική γραμματεία, το δώρο του ζητιάνου προς τον ποιητή, εκπέμπει ένα σήμα, ιστορεί τον κατεξοχήν γαμήλιο τόπο και τρόπο, ως εξής: Ο Άγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη / εκεί που πάει το Άγιο Φως, άλλη φωτιά δεν πάει.

Αυτό το Φως είναι όλη η σκοτεινιά της Ρωξάνης Νικολάου, στα χείλη της οποίας θα ήθελα να βάλω τώρα την κατακλείδα της παρουσίασης, την αλησμόνητη φωνή της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, από την παγωμένη στέπα: «Τι όμορφο να ζεις μες στη φωτιά!»

Κύλιση στην κορυφή