Νίκος Ὀρφανίδης

Δύο ποιήματα

Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Ἔρχεται καὶ πάλι
μέσα ἀπὸ τὶς ἀνθισμένες ἀμυγδαλιές,
ὁ Γρηγόρης
ἀκολουθώντας τὸ κρυφὸ μονοπάτι,
ἀνοίγει τὴν πίσω πορτούλα τοῦ μοναστηριοῦ,
μπαίνει στὴν ἀόρατη αὐλή,
δίπλα ἡ βρύση,
τὸ νερὸ ποὺ τρέχει
στὸ πετρόκτιστο αὐλάκι,
τὰ πουλιὰ ποὺ κάθονται
στὴ χαραμάδα τοῦ ὀνείρου,
φεύγουν ὅλα τρομαγμένα,
τινάζοντας τὰ φτερά τους,
ἕνα νέφος τὸν σκεπάζει,
καθὼς πάει νὰ μπεῖ στὴν ἐκκλησία
τῆς Παναγίας τοῦ Μαχαιρᾶ,
στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς,
μισοσκόταδο εἶναι,
τινάζει ἀπὸ τὸ κεφάλι τὰ κλαδιά,
τοὺς κάτασπρους ἀνθοὺς ἀπὸ τὸ πρόσωπό του,
τὰ χώματα καὶ τὰ φύλλα ἀπὸ τὰ χέρια του,
ἔτσι χοντρὰ ποὺ εἶναι,
καὶ μπαίνει ὄρθιος καὶ περήφανος
μὲ ἐκείνη τὴ στολὴ τοῦ ἀντάρτη.
Κι ἄλλοτε εἰσέρχεται ταπεινός,
μὲ τὸ κοντόρασό του,
ὡς δόκιμος μοναχός
παίρνει κεράκι,
ἀτόφιο καὶ ἁγνὸ ἀπὸ τὸ κερὶ τῶν μελισσῶν,
στὸ δάσος ἄλλωστε εἴμαστε,
τὸ ἀνάβει, προσκυνᾶ τὸ εἰκόνισμα,
εἰσέρχεται στὸ ἱερό,
καθὼς κτυποῦν οἱ κάμπάνες,
καὶ χάνεται.
Κάποιοι λένε πὼς κατεβαίνει τὰ ἀόρατα σκαλιά,
καθὼς παραμερίζει τὸ Ἅγιο Βῆμα,
κι ἄλλοι πὼς κατεβαίνει
μιὰ φωτεινὴ σκάλα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
καὶ τὸν παίρνει μαζί της ψηλά,
ἐνῶ τὸν συνοδεύουν ἄγγελοι
καὶ ἕνας ὁλόλαμπρος σταυραετός.

Μάρτιος 2023

ΤΟ ΤΡΕΧΑΝΤΗΡΙ

Ἕνα πλοῖο κατεβαίνει ξαφνικὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴ ράχη τοῦ βουνοῦ
ἕνα τρεχαντήρι εἶναι
μὲ ὅλη τὴν ἀρματωσιά του
ἔτσι ὅπως λέγαμε κάποτε
στὰ τραγούδια τοῦ Δημοτικοῦ
ἀπὸ τὰ σύννεφα ἔρχεται
ποὺ ἀστράφτουν μαζί του
μὲς στὰ λευκὰ εἶναι ντυμένο
φτάνει στὴ γειτονιά μου
μαζεύει ὅλους τοὺς ἀπολειφθέντες
πατέρες καὶ ἀδελφούς μας
ὅλους ἐκείνους ποὺ ξέμειναν
ἐκεῖνο τὸ καλοκαίρι
τὴ μάνα μου τὶς γυναῖκες τῆς γεινονιᾶς
μὲ τὰ μαντήλια τους ποὺ ἀνεμίζουν
τὰ φορέματά τους τὰ πένθιμα
τὰ παιδάκια ποὺ κλαίγανε φοβισμένα
μὲ τὰ κοντά τους παντελονάκια
τὸν πατέρα
περνᾶ πάνω ἀπὸ τοὺς ἐλαιῶνες
καὶ τὸν κάμπο πέρα
μὲ τὰ θερισμένα σπαρτὰ
καὶ τὰ πηγάδια μὲ τοὺς νεκροὺς
μαζεύει κι ὅλους τοὺς ξεχασμένους στρατιῶτες
ποὺ τὸ βλέπουν σαστισμένοι
τὰ πυροβόλα μαζεύει
καὶ τὰ σαράβαλα ρυμουλκά
κι ἀνεβαίνει ψηλὰ
μέσα ἀπὸ τὰ ἀεροπλάνα
ποὺ ἔκαναν τὶς βυθίσεις τους
μὲ τοὺς κωπηλάτες του ἀνεβαίνει
κι ἐκεῖνο τὸν βαρκάρη ποὺ πάντοτε περιμένει
«τὴν τρεχαντήρα μου πουλῶ
μὲ τὴν ἀρματωσιά της»
τραγουδοῦσα κάποτε παιδάκι τὶς γιορτὲς
ποῦ βρέθηκε τώρα τὸ τρεχαντήρι
στοὺς ἐλαιῶνες τῆς Κυθρέας
καὶ στὶς γιορτὲς
ἀνεβαίνει μέσα ἀπὸ τοὺς καπνοὺς
καὶ χάνεται
μὲ τὰ λευκά του πανιὰ
καὶ τὶς σημαῖες του.

7-8 Σεπτεμβρίου 2025

Κύλιση στην κορυφή