Η συνάντηση είχε οριστεί για τις δέκα Φεβρουαρίου, στις εφτά και μισή το βράδι. Σε λίγο η πόρτα προσωπικού θα άνοιγε για να μας μπάσουνε μέσα. Έφτασα νωρίτερα με σκοπό να ηρεμήσω τη νευρικότητά μου με μερικά τσιγάρα. Η κεντρική είσοδος της Echo ήταν φωταγωγημένη έντονα, μπροστά της περίμεναν στην ουρά μερικοί τελευταίοι επισκέπτες. Μέσα στην ομίχλη και το ψιλόβροχο ο Πύργος της Τηλεόρασης έμοιαζε να αναβοσβήνει ολόκληρος στα όρια της Oranienburgerstraße. Άκαμπτος και οργουελικός.
Άναψα το πρώτο τσιγάρο και ύψωσα το βλέμμα στους ορόφους του κτιρίου. Πολύ σύντομα οι αίθουσες αυτές θα γεμίσουν με τα οράματα του καινούργιου αιώνα. Έχω επισκεφτεί στα τριάντα μου χρόνια τόσες γκαλερί και μουσεία σε όλο τον κόσμο που μπορώ να ονειρευτώ με ανοιχτά τα μάτια τα κάδρα που θα σκεπάσουν τους τοίχους, τις εγκαταστάσεις στις γωνίες, τα αντικείμενα να φωτίζονται στην κορυφή των βάθρων τους. Αν με διαλέξουν μαζί με τους άλλους, αυτή θα είναι η δουλειά μας για τους επόμενους μήνες: να φανταζόμαστε και να αναπαριστούμε το πρόσωπο του μέλλοντος. Όχι του δικού μας ή κάποιας συγκεκριμένης κοινωνίας, αλλά του ίδιου του είδους.
Τι επιλογές έχουμε στ’ αλήθεια; Οι πιο συναισθηματικοί ανάμεσά μας ίσως μετατρέψουν τα δωμάτια αυτά σε μαυσωλεία προδομένων ιδανικών και ξεσκεπασμένων ψευδαισθήσεων. Θα μοστράρουν όλα όσα ο προηγούμενος αιώνας καταβρόχθισε για να γίνουν τα περιττώματα του τωρινού: τις μεγάλες ιδέες και τις ανθρώπινες σχέσεις, τη λογική και το συναίσθημα, το παρελθόν και τις ελπίδες του. Σε μια διπλανή αίθουσα οι πιο αισιόδοξοι ίσως γίνουν, αντίθετα, διαφημιστές του αύριο. Αναπαραστάσεις από κόμικ σε στιλ Σταρ Τρεκ μοιάζουν πιθανές, φουτουριστικά κράνη και πανοπλίες από την ενδυμασία του αύριο ή εικόνες με ρομπότ που πολεμούν ή συνουσιάζονται. Και βεβαίως, δε γίνεται να λείπουν όσοι θα αφοσιωθούν στην καταθλιπτική πορνογραφία του Τέλους του Κόσμου – φωτογραφίες από τις ρημαγμένες πόλεις της Γης, προσωπογραφίες των τεσσάρων Καβαλάρηδων; –, εκείνοι που η τρίτη χιλιετία τούς βρίσκει αβοήθητους και μουδιασμένους, τόσο που η Αποκάλυψη να μοιάζει όχι μόνο πιθανή, αλλά και γεμάτη νόημα · ο μόνος εφικτός παράδεισος για τους απορριγμένους. Έμενε μόνο να καταλάβω με ποια ομάδα καλλιτεχνών θα συντασσόμουν ο ίδιος.
Η Στέφι και η Βερόνικα σουλάτσαραν ήδη από ώρα στο πεζοδρόμιο, παρακινημένες πιθανώς από παρόμοια ψυχολογικά κίνητρα. Ωστόσο καμία τους δεν κάπνιζε. Θα περνούσε ώρα μέχρι να συστηθούμε, κατάλαβα όμως αμέσως ότι ήταν καλλιτέχνες: η φράντζα που σκέπαζε το μέτωπο της Στέφι ήταν βαμμένη μπλε, η Βερόνικα φορούσε βραδιάτικα γυαλιά ηλίου και κάλυπτε το μεσήλικο σώμα της με μια καμπαρντίνα τύπου Μάτριξ. Ούτε η μελαγχολία του βλέμματος ούτε η στωική στάση του σώματος αρκούν στις μέρες μας για να προδώσουν τον καλλιτέχνη. Χρειάζεται τουλάχιστον μια κάποια απρόβλεπτη εκκεντρικότητα, ένα είδος χρωματικού σινιάλιου στο παρουσιαστικό προκειμένου ο καλλιτέχνης να ξεχωρίζει μέσα στη μουντάδα της ανωνυμίας του κόσμου. Τούτες οι δύο με την αμφίεσή τους είχαν μόλις ξεσκεπαστεί ως ιερουργοί της κρυμμένης αύρας. Δύο Πυθίες των άφατων της εποχής. Από φόβο μην εκτεθώ στα δικά τους αμείλικτα βλέμματα, τους γύρισα την πλάτη και περιεργάστηκα τη φωτισμένη βιτρίνα του ισογείου.
Πίσω από το γυαλί οι πάγκοι ήταν γεμάτοι από φλιτζάνια με σχέδια του Γκρος, μπλουζάκια με το λιωμένο ρολόι του Νταλί, μαγνητάκια ψυγείου που απεικόνιζαν αντικείμενα από τις παρούσες εκθέσεις του μουσείου. Στην αριστερή μεριά αυτού του μαγαζιού με σουβενίρ από την Ιστορία της Τέχνης διέκρινε κανείς γκαρσόνια που μετέφεραν δίσκους με αλκοολούχα ανάμεσα στα τραπέζια ενός πολυτελούς εστιατορίου. Χρειάστηκε να φτάσω στο τρίτο τσιγάρο μέχρι να θυμηθώ: είχα βρεθεί ξανά στον χώρο πίσω από τη βιτρίνα. Είχα μάλιστα καπνίσει εντός του –καπνό ή χόρτο– μαζί με λογής αριστεριστές, αναρχικούς, περιβαλλοντολόγους, φοιτητές των σπουδών φύλου και πολιτικούς πρόσφυγες. Οι περισσότεροι συζητούσαν με ζέση για μουσική και ταινίες ή έψηναν λουκάνικα πάνω στις φωτιές από τα φλεγόμενα βαρέλια, κάτω από τη ψιλή βροχή του φθινοπώρου ή τον έναστρο ουρανό του καλοκαιριού. Γιατί ο χώρος αυτός υπήρξε άλλοτε μια εσωτερική αυλή γεμάτη χορτάρι, κομμένους κορμούς δέντρων, ξεσκισμένους καναπέδες, σαραβαλιασμένα αμάξια και τεχνολογικά απόβλητα. Από τον δρόμο τον χώριζε όχι μια βιτρίνα αλλά ένα ξεφτισμένος τοίχος γεμάτος γκραφίτι και στο κέντρο του υψώνονταν οι τρεις απογυμνωμένοι όροφοι που για χρόνια στέγαζαν τη διασημότερη κατάληψη του Βερολίνου. Πάνω σ’ αυτή τη διεγραμμένη ανάμνηση είχε στηθεί το κατάστημα των αναμνηστικών. Οι φωταγωγημένοι πλέον τρεις όροφοι στέγαζαν τώρα δύο εστιατόρια με κουζίνα φιούζιον και ένα χλιδάτο μπαρ, έξι εκθεσειακούς χώρους και οκτώ δωμάτια προσωπικού, μία γκαρνταρόμπα και τέσσερις τουαλέτες που ανταγωνίζονταν σε πολυτέλεια και φαντασία την αισθητική των εστιατορίων.
Περίπου μια ώρα αργότερα η Όλγκα Αμπχάσκι, η πολωνίδα επιμελήτρια που μάς υποδέχτηκε στο φουαγιέ, επιβεβαίωσε την αρχική μου διαίσθηση: το Echo είχε όντως ανθίσει μέσα στο κουφάρι της αλλοτινής κατάληψης. Με έτος ανέγερσης το 1909 το κτίριο της Echo –όπως συμβαίνει συχνά στο Βερολίνο με τα κτίρια, τις λέξεις και τους επιζήσαντες– είχε επαναχρησιμοποιηθεί πολλές φορές μέσα στα χρόνια για διαφορετικούς σκοπούς. Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εξήγησε η Όλγκα, στέγαζε τραυματίες πολέμου ως έκτακτη νοσοκομειακή μονάδα· κατά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης διετέλεσε εμπορικό κέντρο για τη μπουρζουαζία της εποχής. Οι ναζί το μεταχειρίστηκαν εν συνεχεία ως κέντρο επιχειρήσεων, προτού καταλήξει για δεκαετίες χώρος στέγασης για αναρχικούς και πολιτικοποιημένους αριστερούς.
Τα προηγούμενα βράδια είχα καταναλώσει τη μία μετά την άλλη ένα σωρό σειρές στο Νέτφλιξ, που, κατά την ξενάγηση μας στον χώρο, η αφήγηση της Όλγκα οπτικοποιούνταν μπροστά στα μάτια μου αυτόματα, πάνω στην ίδια την οθόνη του πραγματικού. Στον πρώτο όροφο, στα μισά του διαδρόμου, με προσπέρασαν δύο γερασμένες κοκότες με τα ασπρόμαυρα καπελίνα τους στο κεφάλι και σακούλες με ψώνια στα χέρια. Από τη σκάλα του δευτέρου είδα τα αχνά περιγράμματα δύο νοσοκόμων να κατεβαίνουν φουριόζες μες στις μυρωδιές του ιωδίου και του αίματος, ιδρώνοντας μέσα στο βρώμικο λευκό της στολής τους και κουτσαίνοντας πάνω στα λευκά τους τσόκαρα. Ένας φασίστας ντυμένος στην τρίχα, με τη σβάστικα να ξεχωρίζει ερυθρή στο πέτο του μαύρου πουκαμίσου του, με παραγκώνισε βγαίνοντας από μια τεράστια αίθουσα, για να μεταφέρει στα παρακείμενα γραφεία τα έγγραφα που πιστοποιούσαν τη συντέλεια του κόσμου.
Κάθε έγνοια και η εποχή της. Κάθε εποχή και το κοστούμι της.

