Σε μια απόσταση 1120 χλμ. μακριά από τον Βόρειο Πόλο βρίσκεται ένα θησαυροφυλάκιο αλλιώτικο από τα άλλα. Στο νησί Σπιτσβέργη του νορβηγικού αρχιπελάγους Σβάλμπαρντ, έχει δημιουργηθεί μια Παγκόσμια Τράπεζα που θυμίζει τη βιβλική Κιβωτό του Νώε. Σε αυτή την τράπεζα δεν υπάρχουν νομίσματα, μετοχές ή κοσμήματα. Εκεί φυλάσσονται σπόροι. Αποθηκεύονται και φυτρώνουν όλοι οι σπόροι της Γης με στόχο να φυλαχθούν και να προστατευτούν και να ξαναφυτευτούν σε περίπτωση που η Γη θα κινδυνεύσει με αφανισμό. Αυτό το Παγκόσμιο Δίκτυο αποθήκευσης Σπόρων δημιουργήθηκε με τη Διεθνή Συνθήκη Γενετικών Πόρων Φυτών το 2004. Στόχος είναι να βοηθηθεί η βιοποικιλότητα του πλανήτη και να αποτραπεί η εξαφάνιση καλλιεργούμενων ειδών μετά από κάποιον πόλεμο, φυσική καταστροφή ή πανδημία. Οι σπόροι αντιπροσωπεύουν 12.000 χρόνια ανθρώπινης γεωργίας. Πόσο χρόνο χρειάστηκε να συσσωρευτεί τόση γεωργία; Έχουμε χρόνο να αποτρέψουμε ένα δυσοίωνο μέλλον για την ανθρώπινη κατάσταση;
Στα καθ’ ημάς, στην αθηναϊκή θεατρική παραγωγή, πολύ κοντά στο ρεύμα που οδηγεί στη θάλασσα, στη Στέγη παρουσιάζεται ένα θεατρικό έργο-ωδή στη συντροφική ζωή. Ο Πορτογάλος καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν Τιάγκο Ροντρίγκες γράφει τον Χορό των Εραστών. Επιλέγει να ξεκινήσει το κείμενό του με τη φράση «Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Η ηρωίδα του, μια γυναίκα νιόπαντρη με μωρό παιδί, αισθάνεται ξαφνικά μέσα στη μέση της νύχτας ότι της κόβεται η ανάσα. Το έργο ξεκινάει με το επαπειλούμενο τέλος του. Η ζωή της ηρωίδας κινδυνεύει, πριν καλά-καλά ξεκινήσει η παράσταση, να τελειώσει. Το έργο άραγε θα μπορούσε να συνεχιστεί εάν πέθαινε από τα πρώτα λεπτά η μία εκ των δύο πρωταγωνιστών. Θα είχαν χρόνο;
Η αναπνοή κρίσιμη για την ανθρώπινη ύπαρξη τίθεται στο κέντρο της παράστασης. Η ηρωίδα κινδυνεύει. Δεν πεθαίνει όμως. Ξαναγυρίζει σύντομα μετά το πρώτο σοκ στην παλιά της-καινούργια ζωή. Στις συνήθειές της, στη ρουτίνα της, στη ζωή με τον σύντροφό της, στα όνειρά της, στις κακοτεχνίες της. Μετά το σοκ του νοσοκομείου, δεν βιάζονται πλέον να τελειώσουν μια ταινία που ξεκίνησαν από παλιά. Κλείνουν την τηλεόραση προτού δουν το φινάλε, στην αρχή επειδή έτυχε, μετά από επιλογή. Μια φράση, χωρίς ερωτηματικό, μπαίνει στο κέντρο της ζωής των πρωταγωνιστών, στο κέντρο της προσοχής των θεατών. Έχουμε χρόνο. Αυτό που ήταν εξαιρετικά αμφίβολο στην αρχή, τώρα έχει γίνει κατάφαση ζωής. Έχουμε χρόνο. Οι ήρωες του έργου περνάνε από τη μία περίοδο ζωής στην άλλη. Από τη μια επιθυμία στην άλλη. Από τη μία ηλικία στην άλλη. Έχουμε χρόνο, λέει ο ένας στον άλλον. Η ταινία που από τότε είχαν αφήσει λίγο πριν το τέλος της, είναι ο Σημαδεμένος. Θα έχουμε όμως χρόνο για αυτά.
Διαβάζω στις πληροφορίες ότι αυτό το κείμενο είναι το πιο προσωπικό κείμενο του Ροντρίγκες. Το πιο αυτοβιογραφικό. Ξεκίνησε να το γράφει το 2006. Το ολοκλήρωσε το 2020. Για να το ολοκληρώσει ο δημιουργός του χρειάστηκε 14 χρόνια. Θα έπρεπε να έχει τόσο χρόνο από τη ζωή για να δώσει μορφή και πνοή σε ένα έργο ζωής. Ένα κείμενο απλό, μεστό, εμπεριεκτικό, σοφό με έναν τρόπο που ρέει. Σαν νερό στο αυλάκι. Άραγε όταν το ξεκίνησε, σκέφτηκε ποτέ πόσο χρόνο θα πάρει; Μέτρησε τα χρόνια; Σκέφτηκε αν έχει χρόνο; Πώς μετριέται ο χρόνος της ανθρώπινης δημιουργίας; Της εμπειρίας; Των σημαδιών; Των τραυμάτων; Της ανθρώπινης γεωργίας; Πόσο δύσκολο είναι να φτάσει ένας δημιουργός σε αυτή την απλότητα. Πόσο χρόνο χρειάζεται; Του Ροντρίγκες του πήρε χρόνια. Χρειάστηκε αυτός ο χρόνος. Γιατί μεσολαβεί και η ζωή. Τι θα συνέβη στη ζωή του από το 2006 μέχρι το 2020, τι συνέβη στη ζωή μας από τότε; Αν σκύψουμε με λεπτομέρεια θα χρειαστούμε ξανά άλλο τόσο για να επαναφέρουμε εμπειρίες, βιώματα, λεπτές αποχρώσεις και συγκινήσεις, απρόοπτα και δυστυχίες. Μια ολόκληρη ζωή. Και την ίδια στιγμή νιώθουμε ότι πέρασαν σα μια ανάσα, ένα φτερούγισμα του ανέμου, σαν να ξεφυλλίζουμε ένα άλμπουμ, έτσι πέρασαν τα 12.000 χρόνια ανθρώπινης γεωργίας.
Έχουμε χρόνο;
Φεύγοντας από την παράσταση ένιωσα ότι αυτή η ανάσα που χρειαζόταν η ηρωίδα για να ζήσει είναι αυτή που λείπει σε όλους μας. Ο χρόνος ο πιο αδιόρατος, τρομακτικός, γενναιόδωρος εχθρός μας είναι αυτός που βρίσκεται παντού στο πλάι μας, μέσα μας, έξω μας, πάνω από μας και κάτω στα υπόγεια της εγκατάστασής μας. Και τώρα που σε λίγο όλοι θα τραγουδήσουμε πάει ο παλιός ο χρόνος, και θα ξεκινήσουμε τη νέα χρονιά με τραγούδια και χαρά, θα νιώσουμε ίσως κάποιοι από την εκκίνηση ότι δεν παίρνουμε ανάσα. Δεν αναπνέουμε. Έχουμε χρόνο;
H Claire Keegan στο βιβλίο της Μικρά πράγματα σαν και αυτά (εκδ. Μεταίχμιο), αφηγείται την ιστορία του Φέρλογκ που έρχεται αντιμέτωπος με την κακοποίηση ενός κοριτσιού από Ιρλανδές μοναχές. Το βιβλίο που μεταφέρθηκε στους κινηματογράφους με τον συγκλονιστικά σιωπηλό Kilian Merphy στον ρόλο του Φέρλογκ, φέρνει στην επιφάνεια μια πραγματική ιστορία που έζησαν χιλιάδες γυναίκες για πάνω από 60 χρόνια, στα ιρλανδικά μοναστήρια. Νεαρές έγκυες γυναίκες από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και το τέλος του αιώνα βρέθηκαν έγκλειστες σε μοναστήρια όπου κακοποιούνταν. Οι μοναχές έπαιρναν τα «αμαρτωλά» μωρά τους και τα έδιναν χωρίς καμία να μπορεί να γνωρίζει τη μοίρα τους. Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που η λογοτεχνία όσο και ο κινηματογράφος αναλαμβάνει τον ρόλο της επαναφοράς δύσκολων και τραυματικών γεγονότων με στόχο ίσως, μέσω της αφήγησης, της επανόρθωσης. Της επούλωσης πληγών της Ιστορίας. Ο χρόνος στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο καταλύεται. Το παρελθόν γίνεται παρόν και το τραύμα επανέρχεται στην επικαιρότητα, παρότι χάθηκαν στη σκόνη τόσες ζωές. Σαν να δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία ζωής, μια ανάσταση. Και πάλι θα αναρωτηθούμε. Και τι με αυτό; Οι γυναίκες αυτές χάθηκαν. Ο χρόνος για αυτές χάθηκε. Όμως εμείς στο σήμερα, στον δικό μας χρόνο μαθαίνουμε για αυτό, το συζητάμε, το θυμόμαστε, το ξαναζούμε. Φτάνει ο χρόνος;
Σκέφτομαι όλους εμάς που μαζευτήκαμε στα οικογενειακά τραπέζια και τρέξαμε στις αγορές για τα ψώνια μας. Όλους εμάς που θα βάλουμε τη μία συνάντηση μετά την άλλη, το ασφυκτικά πιεστικό πρόγραμμα των εορτών, με ένα αίσθημα πάλι να φτάσει ο χρόνος. Να φάμε, να πιούμε, να συναντηθούμε, με το δίκαννο του χρόνου να μας πιέζει ασφυκτικά, γιατί πάλι δεν θα προλάβουμε και αποκαμωμένοι από την πίεση του χρόνου θα ξεκινήσουμε πάλι να δουλεύουμε, κουρασμένοι. Σαν να πέρασε αστραπιαία ο χρόνος και πάλι δεν μας έφτασε. Γιατί ποτέ δεν έχουμε χρόνο;
Ένα από τα μεγαλύτερα και πιο δύσκολα ζητήματα στη θεραπεία είναι ο χρόνος. Οι άνθρωποι ερχόμαστε μπροστά στον ψυχαναλυτή/ψυχοθεραπευτή με το αίτημά μας. Και η μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων βιαζόμαστε. Θέλουμε γρήγορα να δούμε αποτελέσματα. Δεν έχουμε χρόνο. Και όσο αυτά δεν έρχονται στον φαντασιακό χρόνο που έχουμε στο μυαλό μας, τόσο απογοητευόμαστε, συνήθως «αδειάζουμε» τον θεραπευτή ως ανίκανο ή ως κάποιον που παίρνει μόνο τα χρήματά μας και δεν κάνει τίποτα. Ο χρόνος για εμάς αποτιμάται με όρους υλικούς και όταν κάτι δεν αποδίδει όπως το έχουμε στο μυαλό μας, το απορρίπτουμε. Δεν έχουμε χρόνο για να δώσουμε χρόνο σε κάτι που δεν αποδίδει άμεσα. Δεν έχουμε χρόνο.
Από πότε η ανθρώπινη ύπαρξη έγινε συνώνυμο της απόδοσης, της βιασύνης, της ταχύτητας; Ίσως από τότε που νιώσαμε ότι δεν έχουμε χρόνο. Ίσως από τότε που ξεκίνησε να παίζεται για τη ζωή μας η ταινία με τίτλο Ο σημαδεμένος. Και θελήσαμε να την τελειώσουμε γρήγορα, γιατί δεν αντέχονται οι ουλές, να την ξεχάσουμε, για να πάμε στην επόμενη, και στην επόμενη και στην επόμενη, να τις δούμε εάν είναι δυνατόν όλες μήπως και κάτι μας ανακουφίσει. Αναζητάμε πάντα ένα happy-end. Να κάνουμε όλα τα ταξίδια, να δούμε όλες τις παραστάσεις, να αγοράσουμε τα πάντα, να είμαστε παντού. Αρκεί να ξεχάσουμε αυτή την πρώτη ταινία που γυρίστηκε για εμάς. Και που ίσως θα έπρεπε όπως και στον Χορό των Εραστών να μη βιαζόμαστε να τη δούμε μέχρι το τέλος της. Να αφήσουμε το τέλος για μετά. Γιατί έχουμε χρόνο.
Διότι αν ξεκινήσουμε να έχουμε την επιθυμία να έχουμε χρόνο, ίσως τότε θα πρέπει να αποσυνδέσουμε μερικές «πρίζες». «Πρίζες» συνεχούς σύνδεσης, υψηλής ταχύτητας, βουλιμίας, ταχυφαγίας, ακόρεστου συναισθήματος, διάσπασης προσοχής και να συνδεθούμε με μια άλλη πηγή. Αυτή που φέρει τα σημάδια μας στο σήμερα του χρόνου και αυτή που συνδέει τα δικά μας σημάδια με αυτά του χρόνου που υπήρξε πριν από εμάς και θα υπάρξει και μετά από εμάς. Γιατί σε όλες τις συνθήκες, τις αφηγήσεις, τις ιστορίες του κόσμου το σημαντικό είναι πού πέφτει το σημάδι, πού βρίσκεται το βλέμμα μας. Γιατί είμαστε όλοι μας σημαδεμένοι. Και αυτή η ταινία παίζεται ξανά και ξανά στην ανθρώπινη ιστορία. Τι κάνουμε όμως με αυτά τα σημάδια; Τα προσπερνάμε; Τα αγκαλιάζουμε; Συνδεόμαστε έτσι με την ανθρώπινη ιστορία και τη φυσική ιστορία ή απλώς απομονώνουμε τον εαυτό μας από το υπόλοιπο σύμπαν; Δεν υπάρχει μεγαλύτερο και πιο οδυνηρό σημάδι πάνω μας από αυτό του θανάτου. Ο θάνατος έχει αφήσει τη μεγαλύτερη ουλή στο πρόσωπό μας, την ώρα που γεννιόμαστε. Δεν αντέχεται η σκέψη και ζει μέσα μας κάθε στιγμή, υπογείως, επιβάλλει τις κινήσεις του, συγκρούεται με τη ζωή κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, σε κάθε ανάσα. Και σαν να φαίνεται πιο ανακουφιστική η παράδοση στον θάνατο, πριν τον θάνατο, γιατί η ζωή θέλει κότσια. Θέλει να παραμείνεις ζωντανός ως σημαδεμένος όχι ως ανακουφισμένος. Διότι αν επιλέξουμε να είμαστε μέρος ενός συνόλου και ας είναι σημαδεμένο, ίσως ο χρόνος να μην τελειώνει ακόμα και όταν τελειώσει ο δικός μας. Και έτσι να μη χρειάζεται να κάνουμε τα πάντα για να τον τελειώσουμε πριν από την ώρα του. Μήπως και πάρουμε αυτή την πολυπόθητη ανάσα. Ακόμα και αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε όσο χρόνο θα θέλαμε, είμαστε μέρος μιας Κιβωτού που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, και μας σκεπάζει με το πέπλο της, μας διασώζει με τον σπόρο της. Και ο χρόνος έτσι ξαναρχίζει. Και μαζί ο άνθρωπος. Μαζί και τα σημάδια του.
Καλή χρονιά!

