Κύπρος, το στρατιωτικό ζήτημα 1963-1974
Άραγε, ποια πτυχή καθιστά εδώ και τουλάχιστον 75 χρόνια το Κυπριακό ζήτημα μια από τις πλέον δυσεπίλυτες διενέξεις παγκοσμίως; Αρχικά, στην εποχή της αποαποικιοποίησης, το θέμα εντάχθηκε στη σφαίρα της διεθνούς διπλωματίας. Οι Ελληνοκύπριοι απαίτησαν το 1950, δια δημοψηφίσματος, ανεξαρτησία από τους Βρετανούς και Ένωση του νησιού με την Ελλάδα –αίτημα που υιοθετήθηκε μεν πανηγυρικά από την κυβέρνηση Παπάγου, χωρίς όμως αντίστοιχη επιτυχία, καθώς ουδέποτε συζητήθηκε επί της ουσίας στην καθ’ ύλην αρμόδια Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Το Κυπριακό κατέστη έτσι ένα πρόβλημα εθνοτικό, καθώς, όπως αποδείχθηκε με την πάροδο του χρόνου, οι δύο κοινότητες είχαν παντελώς διαφορετικές βλέψεις για το μέλλον τους. Τελικά, η σύγκρουση έλαβε διακρατικό χαρακτήρα, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, εντός μάλιστα συμμαχικού πλαισίου. Σήμερα, στη σκιά ακόμα της εισβολής του 1974, μιλάμε για ένα πρόβλημα παράνομης κατοχής εδάφους ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εκτός όλων αυτών, όμως, η Κύπρος ταλανίστηκε επί μία δεκαετία από μια ιδιότυπη, τριγωνική και υπό διάφορες παραλλαγές σύγκρουση: Μεταξύ Αθήνας- Λευκωσίας-Ελλαδιτών αξιωματικών και με αντικείμενο τον έλεγχο των όπλων, άρα και των πολιτικών εξελίξεων στο νησί. Πρόκειται για το αποκληθέν «στρατιωτικό ζήτημα», το οποίο εξελίχθηκε κυρίως σε τρεις φάσεις. Επί κυβερνήσεων Γεωργίου Παπανδρέου (1963-1965) και Στέφανου Στεφανόπουλου (1966), αλλά και κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, πρώτα του Παπαδόπουλου και μετά του Ιωαννίδη. Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρέθηκαν τα ελλαδικά αποσπάσματα που αναπτύχθηκαν το εν λόγω χρονικό διάστημα στην Κύπρο.
Οι Ελλαδίτες αξιωματικοί δραστηριοποιήθηκαν αρχικά στο νησί με μοναδικό κίνητρο την επίτευξη της Ένωσης –τη μεγέθυνση δηλαδή της εθνικής επικράτειας, υπηρετώντας μια λανθάνουσα μορφή της Μεγάλης Ιδέας. Όσο, όμως, έρχονταν στην επιφάνεια οι διαφορετικοί στόχοι μεταξύ αυτών και του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακάριου, αλλά και οι παλινωδίες στη στρατηγική της ελληνικής πρωτεύουσας, τόσο τα αλλεπάλληλα ρήγματα βάθαιναν. Αποτέλεσμα ήταν να μεταμορφωθούν οι Ελλαδίτες αξιωματικοί από «σωτήρες» και «προάγγελοι της Ένωσης» σε ανεξέλεγκτο εσωτερικό εχθρό, μοιραίο για την ακεραιότητα του κυπριακού εδάφους –αυτού δηλαδή που προορίζονταν να προστατεύσουν.
Αδύνατη συνύπαρξη και ώσμωση στα όπλα
Αν υπήρχε μία προϋπόθεση προκειμένου να μακροημερεύσει η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία στην ολότητά της, δηλαδή στο θεσμικό πλαίσιο που όριζαν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου (1959) και οι Συνθήκες Εγγυήσεων και Συμμαχίας, αυτή ήταν η καλή θέληση των συμβεβλημένων μερών και δη Ελληνοκύπριων- Τουρκοκύπριων, Ελλάδας και Τουρκίας. Η όρθωση επίσημης στρατιωτικής δύναμης, άρα και ο ευρύτερος έλεγχος των όπλων στην Κύπρο, κατέστη από τους πρώτους μήνες ζωής του νεοσύστατου κράτους μια από τις κύριες αιτίες αντιπαράθεσης των δύο κοινοτήτων. Ο Κυπριακός Στρατός, μικρός σε παρατακτή δύναμη και ισχνά εξοπλισμένος, αποδείχθηκε γρήγορα θνησιγενής, ενώ ζητήματα όπως η συμμετοχή πρώην αγωνιστών της ΕΟΚΑ και Ελληνοκύπριων αξιωματικών της Ευελπίδων στις τάξεις τους, καθώς και η μικτή σύνθεση των λόχων, οδηγούσαν αυτομάτως σε δημόσια σύγκρουση μεταξύ των εκατέρωθεν εμπλεκόμενων αξιωματούχων. Η δε κοινή παρουσία Ελλήνων και Τούρκων επιτελικών ως εκπαιδευτών στο Τριμερές Στρατηγείο, όπως και η ανάπτυξη των αποσπασμάτων της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ σε σχεδόν συνορεύοντα στρατόπεδα, ελλόχευε εξ αρχής κινδύνους, μοιάζοντας με ιδιόρρυθμη άσκηση ισορροπίας. Δύο στρατοί με βαθιά ριζωμένες διαφορές καλούνταν να συνυπάρξουν σε ένα έδαφος, το οποίο αποτελούσε ήδη για αμφότερους πεδίο διεκδίκησης.
Αδύνατη, όμως, αποδείχθηκε σύντομα και η συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων. Κομβικά θεσμικά ζητήματα, με κυριότερα το δικαίωμα αρνησικυρίας του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου και τους χωριστούς δήμους, προκαλούσαν όχι μόνο τριβές διαρκείας, αλλά και δυσλειτουργία της κυπριακής διοίκησης. Ουσιαστικά, καμία από τις δύο πλευρές δεν είχε συμβιβαστεί με τους περιορισμούς των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου. Ο Μακάριος και οι στενοί συνεργάτες του δεν έχαναν ευκαιρία να επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση την Ένωση, απαντώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και στο δυναμικό αντιμακαριακό μέτωπο που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στην Κύπρο, κυρίως από αυτούς που έμειναν εκτός του δημόσιου βίου της νεοπαγούς Δημοκρατίας. «Ο αγών δεν έληξε, το χρέος θα εξακολουθήσει να υφίσταται, μέχρις ότου ο ιερός σκοπός διά τον οποίο ο ήρως εθυσίασε την ζωήν του εκπληρωθεί, μέχρις ότου το όνειρον της εθνικής αποκαταστάσεως γίνει πραγματικότης», έλεγε ο Αρχιεπίσκοπος στις 28 Οκτωβρίου 1962, στο μνημόσυνο του ήρωα της ΕΟΚΑ Μάρκου Δράκου. Ο δε σκληρός πυρήνας των Τουρκοκύπριων, πέριξ της οργάνωσης ΤΜΤ και υπό την στενή καθοδήγηση Τούρκων αξιωματικών, συνέχιζε να εξοπλίζεται, όχι μόνο με σκοπό την αυτοάμυνα, αλλά την επίτευξη του απώτερου στόχου, δηλαδή της διχοτόμησης (taksim).
Όταν πια οι υψηλά ιστάμενοι στην κρατική και στρατιωτική ιεραρχία Ελληνοκύπριοι εμπέδωσαν ότι η αναγκαστική συμβίωση ήταν πιθανό να καταλήξει σε σύγκρουση, εκκίνησαν τις διαδικασίες δημιουργίας παρακρατικής στρατιωτικής δομής, προκειμένου αφενός να εγγυηθούν την ασφάλεια της κοινότητας, αφετέρου να προωθήσουν την πολιτική της Ένωσης. Ήταν η λεγόμενη «Οργάνωση Ακρίτας», με σχεδιαστές τον υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου Πολύκαρπο Γεωρκάτζη και τον βουλευτή Νίκο Κόσση. Αμφότεροι ήταν στενοί συνεργάτες του προέδρου Μακάριου, οι οποίοι διατηρούσαν ισχυρά δίκτυα στις τάξεις των πρώην μαχητών της ΕΟΚΑ. Η «Οργάνωση» εκπαιδεύθηκε από Ελλαδίτες αξιωματικούς της ΕΛΔΥΚ, τόσο επί χάρτου, όσο και επί του πεδίου. Εκ των βασικών εκπαιδευτών και υπεύθυνος επί των επιχειρησιακών σχεδίων ο Δημήτριος Ιωαννίδης, τότε διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου της ΕΛΔΥΚ, ενώ τη μύηση στις μεθόδους προπαγάνδας είχε αναλάβει ο αξιωματικός της ΕΛΔΥΚ Μάριος Φραγκίσκος. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κόσση στον γράφοντα, ο ίδιος καθώς και άλλα στελέχη της «Οργάνωσης» βρίσκονταν σε επαφή με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, υπηρετούντα τότε στην ΚΥΠ. Η δε συνεργασία ανάμεσα στην ΕΛΔΥΚ και την «Οργάνωση» ήταν εξαρχής γνωστή τόσο στον διοικητή του ελλαδικού αποσπάσματος συνταγματάρχη Τζουβελέκη, όσο και στον διοικητή του Τριμερούς Στρατηγείου ταξίαρχο Περίδη. Όχι, όμως, στην ελληνική κυβέρνηση της ΕΡΕ, η οποία μάλιστα δια του υπουργού Άμυνας Ευάγγελου Αβέρωφ είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να εξοπλίσει την «Οργάνωση».
ΕΛΔΥΚ και «Οργάνωση» συνδέονταν και με το νήμα του αντικομμουνισμού. Το μείζον, όμως, ήταν ότι δρούσαν με κίνητρο την ανατροπή του στάτους κβο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Ελλαδίτες αξιωματικοί διέβλεψαν στην Κύπρο μια μοναδική ευκαιρία επίτευξης ενός μεγαλεπήβολου εθνικού σκοπού, εξ ου και αποτέλεσαν το βασικό έρεισμα για την ανάπτυξη της «Οργάνωσης». Τα αποσπάσματα ενός προσχεδίου όρκου που ετοίμασε η ελλαδική στρατιωτική ηγεσία στην Κύπρο το 1962 και στο οποίο θα ορκίζονταν οι συμμετέχοντες στην «Οργάνωση» ήταν ενδεικτικά του τρόπου σκέψης των αξιωματικών της ΕΛΔΥΚ: «Ορκίζομαι (…) Να εργάζωμαι συνεχώς δια την ΕΝΩΣΙΝ με την Μητέρα ΕΛΛΑΔΑ και ν’ αγωνισθώ δι’ αυτήν μέχρι και της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου» Η ιδεολογική συνάφεια των Ελληνοκύπριων αγωνιστών της Οργάνωσης και των Ελλαδιτών αξιωματικών που υπηρετούσαν στην ΕΛΔΥΚ – με κοινό παρονομαστή την Ένωση, οδήγησε στη δημιουργία μιας ισχυρής, γεμάτης με κοινά ιδανικά, κι αρχικά αρραγούς προμετωπίδας, πρωτίστως έναντι του κοινού εχθρού, δηλαδή τους Τουρκοκύπριους, άρα και την Τουρκία και δευτερευόντως κατά του κομμουνισμού. Στο επίπεδο των συμβόλων, κατά την πρώτη φάση παρουσίας της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο δημιουργήθηκε ο απαραίτητος χώρος για την καλλιέργεια κοινής εθνικής συναισθηματικής βάσης και αρραγούς ενότητας μεταξύ Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων. Όμως, οι σχέσεις των δύο πλευρών επανατοποθετήθηκαν όταν κατά τη διάρκεια των σφοδρών διακοινοτικών επεισοδίων του Δεκεμβρίου 1963- Ιανουαρίου 1964, η ΕΛΔΥΚ αρνήθηκε να παράσχει οπλισμό, αλλά και να πολεμήσει στο πλευρό της «Οργάνωσης». Πολλά χρόνια μετά, ο φερόμενος τότε ως υπαρχηγός της «Οργάνωσης» και μετέπειτα πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος, μιλούσε για «εξαφάνιση» των αξιωματικών της ΕΛΔΥΚ, «χωρίς προειδοποίηση και εξήγηση». Το πρώτο ρήγμα είχε ανοίξει. Η δε προσφυγή του Μακάριου στη Σοβιετική Ένωση, με αίτημα την «αποφυγή νατοποίησης» της Κύπρου, προκάλεσε πολυεπίπεδη αναταραχή: Στην Αθήνα, την Ουάσινγκτον και τις τάξεις του ελλαδικού στρατεύματος. Η επίκληση στην «κομμουνιστική στροφή» του Μακάριου θα γινόταν λίγους μήνες αργότερα το εφαλτήριο της ανάμιξης των Ελλαδιτών αξιωματικών στις κυπριακές υποθέσεις.
«Εθνικό Κέντρο» και αντιπαράθεση για τον έλεγχο των όπλων
Η διακοινοτική σύρραξη ολοκληρώθηκε με την πρώτη διχοτόμηση της Λευκωσίας και τον περιορισμό της πλειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων σε θύλακες. Όντας πρωθυπουργός μόλις λίγων εβδομάδων, ο Γεώργιος Παπανδρέου αντιλήφθηκε ότι υπό το κράτος των τουρκικών απειλών για εισβολή, με δεδομένη τη διάθεση του Μακάριου προς αυτονόμηση από την Ελλάδα και καθώς ο έλεγχος της «Οργάνωσης» και των έτερων, μικρότερων παρακρατικών ομάδων που είχαν δημιουργηθεί ενδιαμέσως ήταν σχεδόν αδύνατος, κινδύνευε να απωλέσει παντελώς τον έλεγχο των εξελίξεων στην Κύπρο. Εκπόνησε, λοιπόν, την πολιτική του «Εθνικού Κέντρου», σύμφωνα με την οποία η Αθήνα θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία των κινήσεων στο Κυπριακό και η Λευκωσία θα ακολουθούσε. Στον πυρήνα του «Εθνικού Κέντρου» επανήλθε η Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ήταν μια ευθεία αμφισβήτηση των πεπραγμένων της κυβέρνησης Καραμανλή, χωρίς το διεθνές διπλωματικό πλαίσιο να φαντάζει ευεπίφορο σε μια τόσο ραγδαία ανατροπή, που ήταν φανερό ότι εκτός των άλλων θα προκαλούσε σοβαρούς τριγμούς στη νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Είχε, όμως, ανακύψει και μια νέα ανάγκη: Ο έλεγχος του Μακάριου, οι πρωτοβουλίες του οποίου παραλίγο να οδηγήσουν ακόμα και σε ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία. Προαπαιτούμενη, προκειμένου να υλοποιηθούν τα παραπάνω, ήταν η προστασία του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία, κάτι που δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί μόνο με την παρουσία της ΕΛΔΥΚ και τη δράση των ελληνοκυπριακών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Το εγχείρημα ήταν εκ των πραγμάτων δυσχερές, καθώς επί της ουσίας η Κύπρος θα έπρεπε να στρατιωτικοποιηθεί κατά παρέκβαση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Ο δε Παπανδρέου όφειλε να συμπεριλάβει στη χάραξη και την εφαρμογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής επί του Κυπριακού το στρατιωτικό κατεστημένο, με το οποίο είχε μετωπικά συγκρουστεί τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και τον πρώην στρατιωτικό ηγέτη της ΕΟΚΑ, στρατηγό Γεώργιο Γρίβα- «Διγενή». Ειδικά η επιλογή του Γρίβα, ανθρώπου εγωκεντρικού, με κάκιστο πολιτικό κριτήριο, συγκρουσιακού και ορμητικού, ο οποίος όπως εκτιμά χαρακτηριστικά ο καθηγητής Ευάνθης Χατζηβασιλείου, συνήθιζε να δρα πολύ συχνά κάτω από έντονο φόβο παραγκωνισμού ή αγνόησης, παραμένει ακόμα έως σήμερα ανεξήγητη. Ίσως ο Παπανδρέου να θεωρούσε ότι ο Διγενής θα λειτουργούσε ως αντίβαρο του Μακάριου.
Κατόπιν παλινωδιών, αλλεπάλληλων συσκέψεων και αφού μεσολάβησαν νέες ένοπλες διακοινοτικές συγκρούσεις, αυτήν τη φορά στην Πάφο, στις 11 Απριλίου 1964 η ελλαδική και η ελληνοκυπριακή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε να ιδρύσει το Ειδικό Μικτό Επιτελείο Κύπρου (ΕΜΕΚ) και τη Στρατιωτική Διοίκηση Κύπρου (ΣΔΙΚ), στην οποία θα υπαγόταν η ακόμα τότε εθελοντική Εθνική Φρουρά. Ο δε Γρίβας θα αναλάμβανε την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κύπρο μόνο σε περίπτωση τουρκικής εισβολής. Παραλλήλως, Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι αξιωματικοί της Ευελπίδων έφταναν κρυφά στην Κύπρο, ενώ η Αθήνα έστελνε πολεμικό υλικό για να εξοπλίσει την Εθνική Φρουρά, στην οποία είχαν μεταπηδήσει τόσο οι υπηρετούντες στον Κυπριακό Στρατό και την Ειδική Αστυνομία, όσο και στελέχη των παραστρατιωτικών οργανώσεων, κατά μεγάλη πλειοψηφία υποστηρικτές του Μακάριου. Μόλις δύο εβδομάδες μετά τις αποφάσεις του «Εθνικού Κέντρου», συγκεκριμένοι πυρήνες των τακτικών και άτακτων ελληνοκυπριακών δυνάμεων, υπό την καθοδήγηση Ελλαδιτών αξιωματικών, επιχείρησαν –τελικά ανεπιτυχώς– να καταλάβουν το ύψωμα του Αγίου Ιλαρίωνα στον Πενταδάκτυλο. Την πολιτική διοίκηση του εγχειρήματος ανέλαβε ο Γεωρκάτζης, εν γνώσει του Μακάριου και σε συνεννόηση με τον στρατηγό Γεώργιο Καραγιάννη, πρώτο διοικητή της Εθνικής Φρουράς. Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν ενήμερη για τη διεξαγωγή της επίθεσης, την οποία οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί χαρακτήρισαν «εξαιρετικά ατυχή επιλογή». Αποδείχθηκε ότι τόσο οι Ελλαδίτες αξιωματικοί, όσο και η πολιτική ηγεσία στη Λευκωσία, δεν σκόπευαν να συναρτούν τη δράση τους με τις προτεραιότητες του «Εθνικού Κέντρου», δηλαδή του Παπανδρέου.
Οι έως τότε κινήσεις δεν αρκούσαν για την επίτευξη των στόχων της Αθήνας. Έτσι, όσο συνέβαιναν τα παραπάνω στην Κύπρο, οι ιθύνοντες του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας σχεδίαζαν τη μυστική αποστολή αξιωματικών, οπλιτών και επιπλέον πολεμικού υλικού στο νησί. Επρόκειτο για την Ελληνική Μεραρχία, που θα διαδραμάτιζε κομβικό ρόλο στα κυπριακά πράγματα. Σύμφωνα με την προσέγγιση του Πέτρου Γαρουφαλιά, Έλληνα υπουργού Άμυνας, οι ένοπλοι δεν θα ξεπερνούσαν τους 2.000, ενώ σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης προβλεπόταν δυνατότητα αύξησης της δύναμης στους 7.000. Με βάση τα λεγόμενα του Νίκου Κρανιδιώτη, πρέσβη της Κύπρου στην Ελλάδα, ο Μακάριος είδε, τουλάχιστον αρχικά, την αποστολή αυτή σαν «από μηχανής θεό». Όμως τα πρώτα δείγματα γραφής αναφορικά με τη διάρθρωση και κυρίως τη λειτουργικότητα των ελλαδικών και ελληνοκυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί, δεν ήταν θετικά. Το σύστημα διοίκησης ήταν πολύπλοκο, πολυπρόσωπο και εκ των πραγμάτων γεωγραφικά διασπαρμένο. Το ΕΜΕΚ έδρευε στην Αθήνα, η ΣΔΙΚ στην Κύπρο με αρμοδιότητα την Εθνική Φρουρά, ούσα όμως υπόλογη στο ΕΜΕΚ, άρα στην Αθήνα, η Μεραρχία επίσης στην Κύπρο με υπαγωγή όμως απευθείας στο ΓΕΕΘΑ και η ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο ως δύναμη του ΓΕΣ, αλλά και του Τριμερούς Στρατηγείου. Η διάρθρωση δεν θα αργούσε ν’ αποδειχθεί εξόχως προβληματική. Ειδικά στην περίπτωση της Εθνικής Φρουράς, η οποία έγινε λίγο αργότερα το μήλον της έριδος μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, η λεγόμενη διπλή υπαγωγή, αφενός δηλαδή η θεσμική ένταξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, αφετέρου ο διοικητικός και επιχειρησιακός έλεγχος από το ελληνικό στρατιωτικό επιτελείο, αποτέλεσε ένα από τα μείζονα ζητήματα για τη συνέχεια. Χαρακτηριστικά, όχι μόνο για την ασυνεννοησία, αλλά και για το πεδίο τριβών που εκ των πραγμάτων δημιουργείτο, είναι όσα κατέθεσε στην επιτροπή της Βουλής («Φάκελος της Κύπρου») ο στρατηγός Γεώργιος Ντενίσης, διοικητής του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) από τον Αύγουστο του 1973 έως και λίγες ημέρες πριν από την τουρκική εισβολή, τον Ιούλιο του 1974: «Η Εθνική Φρουρά από το 1964, που σχεδόν δημιουργήθηκε, είχε αυτήν την δυαδικήν υπαγωγήν, δεν ξέρω για ποιον λόγο, και μέχρι την ημέρα που ανέλαβα εγώ, που προσπάθησα να βρω άκρην, έμεινε μεταξύ των κυβερνήσεων κάπως εν εκκρεμότητι, δεν διευκρινίσθη, και για μένα αυτή είναι η απαρχή πολλών κακών. Δεν είχα έναν προϊστάμενο, είχα δυο. Και ή στον έναν θα παρουσιαστώ απείθαρχος ή στον άλλον».
Το καλοκαίρι του 1964, και πάλι εν αγνοία του Παπανδρέου, στο πλαίσιο της δύναμης της Μεραρχίας είχαν αναπτυχθεί στην Κύπρο περισσότεροι από 950 Ελλαδίτες αξιωματικοί και 7.000 οπλίτες, γεγονός που θορύβησε τον Μακάριο, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι εκτός από την προστασία του νησιού, η εν λόγω δύναμη πυρός στόχευε και στον έλεγχο του ίδιου. Ο αρχιεπίσκοπος θεώρησε σκόπιμο να εγείρει θέμα στον Γαρουφαλιά για τον ελλειμματικό τρόπο συντονισμού και διοίκησης των στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο. Ο Κρανιδιώτης ζήτησε από τον Έλληνα υπουργό Άμυνας να υπαχθούν διοικητικά οι άνδρες της Μεραρχίας στην ΣΔΙΚ, άρα στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση, αίτημα που απορρίφθηκε πάραυτα από την Αθήνα. Σύμφωνα με τον Κόσση ο Μακάριος είχε καταλάβει ότι η Μεραρχία ερχόταν γι’ αυτόν, «αλλά φοβόταν να συγκρουστεί μαζί της». Ήταν το πρώτο δείγμα της πολιτικής αντιπαράθεσης των «αδελφών» κρατών για τον έλεγχο των όπλων. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία αντέδρασε μεν για τη μετατροπή της Εθνικής Φρουράς σε επίσημο στρατό της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε βαθμό που απαιτήθηκε μια επιστολή-μνημείο αυστηρότητας του Αμερικανού προέδρου Τζόνσον προς τον ομόλογό του Ισμέτ Ινονού προκειμένου να αποτραπεί τουρκική απόβαση στην Κύπρο, αλλά όσον αφορά την αποστολή της Μεραρχίας τήρησε στάση αναμονής. Παραλλήλως, όμως, φρόντισε να ενισχύσει, επίσης «μυστικά», τους Τουρκοκύπριους με όπλα και Τούρκους αξιωματικούς. Η δε Ουάσινγκτον φαινόταν ικανοποιημένη από την άτυπη νατοποίηση της Κύπρου που οδηγούσε μεταξύ άλλων και στον περιορισμό του Μακάριου.
Για τους Ελλαδίτες αξιωματικούς, η ισχυρότατη παρουσία και δράση τους στο νησί λειτούργησε σαν βατήρας για να εκφραστεί ξανά ο ελληνικός αλυτρωτισμός δια του αιτήματος της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η μεγάλη πλειοψηφία τους είχε εμποτιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στις Ένοπλες Δυνάμεις από το ιδανικό της Ένωσης, το οποίο και σκόπευαν να εκπληρώσουν στην Κύπρο, ενώ είχαν ανδρωθεί και δράσει εντός του ασφυκτικού αντικομμουνιστικού πλαισίου της περιόδου από τον Εμφύλιο Πόλεμο έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Θυμάται ο Ελλαδίτης αξιωματικός Ιωάννης Μπίτος, ο οποίος υπηρέτησε στην Κύπρο την περίοδο 1963-65: «Το γόητρο, η διαπραγματευτική θέσις της Ελλάδος ήτανε πάρα πολύ ευνοϊκή. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του Κυπριακού δεν ήταν η Ελλάς και γενικά η ελληνοκυπριακή να την πούμε πλευρά, τόσο ισχυρή όσο τότε». Κατά δε τον Αθανάσιο Σκλαβενίτη, αξιωματικό της Ευελπίδων, ο οποίος επίσης υπηρέτησε στην Κύπρο κυρίως ως υπασπιστής του Γρίβα, το υπέρ της Ελλάδας αίσθημα ήταν ισχυρότερο από ποτέ. «Την εποχή εκείνη, κύριε πρόεδρε, που ήταν η Μεραρχία στην Κύπρο, σας διαβεβαιώνω ότι η Κύπρος δεν λεγόταν Κύπρος, λεγόταν Ελλάδα». Σε παρόμοια και ακόμα σκληρότερη γραμμή ήταν τοποθετημένοι και οι Ελληνοκύπριοι αξιωματικοί της Ευελπίδων, οι οποίοι είχαν γαλουχηθεί εν μέσω του αιματηρού αγώνα για την αποτίναξη της βρετανικής αποικιοκρατίας, στο όνομα φυσικά της Ένωσης κι ένιωθαν προδομένοι από τον Μακάριο και την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου.
Πέρα από την προφανή αποστολή τους, την προστασία δηλαδή του νησιού από τους Τούρκους, το δίπτυχο «Ένωση-αντικομμουνισμός» αποτέλεσε, όχι μόνο την ιδεολογική βάση, αλλά το ελατήριο της δράσης των Ελλαδιτών αξιωματικών επί του ελληνοκυπριακού εδάφους. Το ελληνικό υπουργείο Άμυνας, σε αγαστή συνεργασία με τον Γρίβα, είχε τοποθετήσει στην Κύπρο, σκληρά ιδεολογικοποιημένους, ενωτικούς, αντικομμουνιστές και εν τέλει αντιμακαριακούς αξιωματικούς, τους οποίους συναντά κανείς έως και το μοιραίο καλοκαίρι του 1974. Υποδιοικητής της ΣΔΙΚ ήταν ο Ηλίας Πρόκος. Ο Πέτρος Κεφάλας Επιτελάρχης ΣΔΙΚ και ο Κωνσταντίνος Καρύδας Β’ Επιτελάρχης και Δ/κτης της Διοίκησης Τεθωρακισμένων. Ο Δημήτριος Παπαδόπουλος Δ/ντης 1ου Επιτελικού Γραφείου και υπεύθυνος για τις τοποθετήσεις των αξιωματικών που έφταναν στην Κύπρο, ο Λάμπρος Σταθόπουλος Δ/ντης 2ου Επιτελικού Γραφείου και μετέπειτα διοικητής της χουντικής ΚΥΠ. Ο Ιωάννης Ντάβος Δ/ντης 3ου Επιτελικού Γραφείου, Ο Εμμανουήλ Μπερδαλής Δ/ντης 4ου Επιτελικού Γραφείου, ο Αγαμέμνων Γκράτσιος Δ/κτης Καταδρομών, ο Γεώργιος Καρούσος Δ/κτης της 32ης Μοίρας Καταδρομών, ο Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, υπασπιστής του Καραγιάννη και Δ/κτης Λόχου Στρατηγείου Εθνικής Φρουράς, ο Νικόλαος Ντερτιλής Δ/κτης του 206 Τάγματος Πεζικού. Ο δε Γρίβας, αγνοώντας τις εντολές του Παπανδρέου, αποβιβάστηκε στα μέσα Ιουνίου 1964 στην Κύπρο, απαιτώντας να αναλάβει τη διοίκηση του συνόλου των ενόπλων δυνάμεων ακόμα και σε καιρό ειρήνης. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας υπέκυψε τελικά εν μέρει στον εκβιασμό του Διγενή, ορίζοντάς τον διοικητή της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Κύπρου (ΑΣΔΑΚ), γεγονός που τον καθιστούσε «υπεύθυνο για όλη την στρατιωτική οργάνωση της άμυνας» του νησιού.
Η τομή της Μανσούρας και η ανοικτή ρήξη στο τρίγωνο Αθήνας- Λευκωσίας- Ελλαδιτών αξιωματικών
Έχοντας μεν θωρακίσει το κυπριακό έδαφος, χωρίς όμως να διαθέτει τον ουσιαστικό έλεγχο της πολιτικής και της στρατιωτικής κατάστασης στην Κύπρο, ο Παπανδρέου συμφώνησε στις αρχές Ιουλίου 1964 με τους Αμερικανούς να παρακαμφθεί η διαμεσολαβητική διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών και να συζητήσει, έστω δια της πλαγίας με τους Τούρκους, το λεγόμενο Σχέδιο Άτσεσον. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών πρότεινε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα «δι’ ανταλλάγματος», είτε δηλαδή μιας στρατιωτικής βάσης επί ενοικίω ή με τουρκική κυριαρχία, είτε ελληνικού εδάφους, με προτεινόμενο το Καστελλόριζο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός απαίτησε στις 5 Αυγούστου από τον Γρίβα και τον Καραγιάννη που βρίσκονταν στην Αθήνα να τηρηθεί η τάξη στο νησί όσο εξελίσσονταν οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη. Παρά την εντολή του «Εθνικού Κέντρου», ήδη από την 1η Αυγούστου μονάδες της Εθνικής Φρουράς κινήθηκαν στην περιοχή του Λωρόβουνου της Μανσούρας, προκειμένου να ανακτήσουν θέσεις, που σύμφωνα με την ελληνοκυπριακή πλευρά είχαν καταληφθεί παρανόμως από τους Τουρκοκύπριους. Οι δυο στρατιωτικοί ηγέτες, λοιπόν, είτε δεν γνώριζαν ότι βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη η στρατιωτική επιχείρηση της Μανσούρας, είτε θεώρησαν σκόπιμο να το αποκρύψουν.
Όποιο από τα δύο τινά αποδειχθεί πραγματικό, το βέβαιο είναι ότι καταγράφηκε ακόμα μια αποκόλληση της στρατιωτικής από την πολιτική εξουσία, εν μέσω μάλιστα μιας κρισιμότατης συγκυρίας για το Κυπριακό Ζήτημα. Ενδεχομένως, όπως είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες το 1964 στην Κύπρο, η διεξαγωγή μιας στρατιωτικής επιχείρησης –μικρής ή μέτριας κλίμακας– χωρίς να είναι σε πλήρη γνώση της πολιτικής ιεραρχίας, να θεωρείτο κάτι φυσιολογικό, απλώς και μόνο για μην χαθεί το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, βέβαιο είναι πως οι πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις όχι απλώς ήταν αλληλένδετες με τις στρατιωτικές εξελίξεις, αλλά σε μεγάλο βαθμό καθορίζονταν απ’ αυτές. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι η πρώτη κίνηση από πλευράς Εθνικής Φρουράς έγινε από το 206 Τ.Π. με διοικητή τον Ντερτιλή. Προκαλεί δε εντύπωση το γεγονός ότι ακόμα μέχρι σήμερα δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιος έδωσε την εντολή στο 206 Τ.Π. –το οποίο έδρευε στο Μπογάζι– να κινηθεί προς τη Μανσούρα. Επιπλέον, η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία, ούσα σε γνώση των στρατιωτικών ενεργειών στην περιοχή, δεν διέταξε, ως όφειλε καθότι προΐστατο της Εθνικής Φρουράς, την απόσυρση των δυνάμεων, εμφανιζόμενη έτσι ότι υποστήριξε την επιχείρηση. Λίγες ώρες πριν ξεσπάσει η σύγκρουση, ουδείς γνώριζε αν και ποιος από τα ψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας είχε διατάξει την επίθεση.
Η ραγδαία κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης της Εθνικής Φρουράς με τις τουρκοκυπριακές δυνάμεις οδήγησε στη δι’ αέρος επέμβαση της Τουρκίας, τα μαχητικά της οποίας έπληξαν με σφοδρότητα, ελληνοκυπριακούς στόχους, αλλά και αμάχους στη Μανσούρα, βυθίζοντας και την τορπιλάκατο «Φαέθων», επί της οποίας σκοτώθηκαν 7 Ελλαδίτες μέλη του πληρώματος. Σύμφωνα με την εφημερίδα Μάχη συνολικά 30 Ελληνοκύπριοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Η επέλαση των τουρκικών αεροσκαφών προκάλεσε τον πανικό των Ελληνοκυπρίων, οδηγώντας τους Γεωρκάτζη και Μακάριο να ζητήσουν επιτακτικά από τον Γαρουφαλιά να διατάξει την εμπλοκή της Μεραρχίας στις μάχες. Η απάντηση της Αθήνας ήταν και πάλι αρνητική. Ο Γαρουφαλιάς εξήγησε ότι πιθανή εμπλοκή της Μεραρχίας «θα γενίκευε μοιραίως την σύγκρουση», ενώ λίγες ώρες αργότερα ο Έλληνας Υπουργός Εθνικής Άμυνας διεμήνυσε στους Γρίβα, Γεωρκάτζη, Γεωργιάδη, Καραγιάννη ότι θα είναι οι αποκλειστικά υπεύθυνοι απέναντι στο ελληνικό έθνος, σε περίπτωση που πραγματοποιήσουν άλλη στρατιωτική ενέργεια χωρίς την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης. Είχε προηγηθεί το περίφημο μήνυμα του Παπανδρέου προς τη Λευκωσία: «Άλλα συμφωνούμε και άλλα πράττετε». Ο Έλληνας πρωθυπουργός καλούσε τους Γρίβα, Καραγιάννη, Γεωργιάδη και Μακάριο να συμμορφωθούν, καθώς «επακολουθούν δυσμενέσταται συνέπειαι». Σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για τον ελληνισμό, οι εμπλεκόμενοι παίκτες στο Κυπριακό όχι μόνο είχαν διαφορετικές βλέψεις, αλλά βρίσκονταν σε τροχιά μεταξύ τους σύγκρουσης.
Πέραν αυτών, το αποκαλούμενο και «φιάσκο της Μανσούρας», εξαιτίας των δυσμενέστατων επιπτώσεων που επέφερε εν πρώτοις στους Ελληνοκύπριους και δευτερευόντως στην Αθήνα, έγινε αιτία για να ξεσπάσουν μια σειρά από προβλήματα. Καταρχάς αποδείχθηκε ότι ανεξαρτήτως των ελλαδικών δυνάμεων επί του εδάφους, το «Εθνικό Κέντρο» αδυνατούσε να προστατεύσει ουσιαστικά την Κύπρο. Ο Μακάριος, δε, εμπέδωσε ότι η Μεραρχία δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την κατίσχυση της πλειοψηφίας επί της τουρκοκυπριακής μειονότητας. Το βαθύ τραύμα που άνοιξε στο σώμα της ελληνοκυπριακής κοινωνίας από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς επεκτάθηκε εξαιτίας ακριβώς αυτής της ελλαδικής άρνησης συμμετοχής –ήταν η δεύτερη μετά το 1963– στις πολεμικές συγκρούσεις. Στο σημείο εκείνο καταγράφηκε η έναρξη της αέναης αντιπαράθεσης κυρίως μεταξύ των Ελλαδιτών αξιωματικών και του Μακάριου, με την ανάμιξη ανά τακτά χρονικά διαστήματα και της Αθήνας, η οποία ουσιαστικά διήρκησε έως το καλοκαίρι του 1974. «Νύχτα ήρθατε, νύχτα θα φύγετε», είναι μια φράση που θυμάται να ακούει ο Ελλαδίτης αξιωματικός της Μεραρχίας Γεώργιος Ξιφαράς. Ανάλογο κλίμα είχε αντιληφθεί και ο αξιωματικός της Εθνικής Φρουράς Ιάκωβος Συμεωνίδης: «Μετά την Μανσούρα ο κόσμος έλεγε ότι η Ελλάδα μας πούλησε». Αντίστοιχη ατμόσφαιρα μεταφέρει και ο έτερος αξιωματικός του ΓΕΕΦ Χαράλαμπος Λόττας: «Μας πούλησε η μητέρα-πατρίδα. Ήταν μεγάλη πίκρα η Μανσούρα. Έχασε ο λαός την εμπιστοσύνη του». Παραλλήλως ξεκινούσε η εκατέρωθεν σκληρή προπαγάνδα. Το γεγονός δε ότι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας στράφηκε –κι αυτός για δεύτερη φορά– στη Σοβιετική Ένωση, καθώς και στην Τσεχοσλοβακία προς αναζήτηση στρατιωτικής υποστήριξης, πυροδότησε ακόμα περισσότερο τα πάθη. Έγραφε στις 19 Αυγούστου η Τελευταία Ώρα του Βάσσου Λυσαρίδη στο κύριο άρθρο της: «Η Ρωσική Βοήθεια: Καθήκοντα και Υποχρεώσεις – Ο μεγάλος Χρουστσόφ διακηρύσσει ότι η χώρα του βρίσκεται στο πλευρό μας».
Για την ακραία κατάσταση που επικρατούσε στις τάξεις των ελλαδικών και των ελληνοκυπριακών δυνάμεων ενημέρωσε την Ουάσινγκτον ο Μπέλτσερ από τη Λευκωσία, αναφέροντας «σημαντικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων αξιωματικών και στρατευμένων στην Εθνική Φρουρά», επισημαίνοντας επιπλέον ότι ο Μακάριος εργαζόταν στο παρασκήνιο με στόχο τη μείωση της επιρροής των Ελλαδιτών αξιωματικών επί της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Την ένταση μεταξύ Ελλαδιτών αξιωματικών και Ελληνοκύπριων εθνοφρουρών, εντός κι εκτός στρατοπέδων, επιβεβαίωνε εκείνες τις ημέρες και ο νέος Έλληνας πρέσβης στην Λευκωσία, Μενέλαος Αλεξανδράκης, σε ενημέρωσή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών Κωστόπουλο. Σύμφωνα, επίσης, με τον Αλεξανδράκη, την ώρα που οι Ελλαδίτες αξιωματικοί προσπαθούν «να επιβάλουν το σύνθημα της Ένωσης», διεξάγεται επιτήδεια κομμουνιστική προπαγάνδα, με βάση τα συνθήματα: «Είναι τιμωρία η Ένωση να μας επιβάλλεται με αυτόν τον τρόπο» και «για να μας προπαγανδίζουν έτσι την Ένωση ο λαός δεν τη θέλει». Στον αντίποδα, και σύμφωνα με τον Κρανιδιώτη, τα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς είχαν μετατραπεί σε χώρους αντικομμουνιστικής προπαγάνδας και δυσφήμισης της Κυπριακής Κυβέρνησης, ενώ οι μάντρες τους ήταν «γεμάτες αντικομμουνιστικά συνθήματα». Η κατάσταση εκτραχύνθηκε ακόμα περισσότερο επί κυβέρνησης Στέφανου Στεφανόπουλου, ο οποίος προχώρησε μάλιστα στον διορισμό του Γρίβα ως αρχιστρατήγου των στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο ακόμα και εν καιρώ ειρήνης, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Μακάριου. Η δε αποκάλυψη της παραλαβής τσεχοσλοβακικών όπλων από την ελληνοκυπριακή ηγεσία αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τους Ελλαδίτες αξιωματικούς. Ήταν πια πεπεισμένοι ότι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας όχι μόνο είχε απεμπολήσει το ιδανικό της Ένωσης, αλλά ήταν και άμεσα συνεργαζόμενος με τους Σοβιετικούς και τους Αδέσμευτους, καθώς και με το κομμουνιστικό ΑΚΕΛ. Η επιβολή της δικτατορίας μπορεί να ήταν τομή για την Ελλάδα, δεν ίσχυε όμως ακριβώς το ίδιο για την Κύπρο.
Συνέχειες και ρήξης επί δικτατορίας: Η Κύπρος στο δρόμο για τον όλεθρο
Η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα οδηγεί εκ των πραγμάτων σε αλλαγή παραδείγματος όσον αφορά τις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας, καθώς το εξεταζόμενο στο παρόν κείμενο στρατιωτικό ζήτημα ετέθη απευθείας υπό τον έλεγχο της χούντας, άρα και των Ενόπλων Δυνάμεων. Παρά, πάντως, το γεγονός ότι η ανατροπή της δημοκρατίας σηματοδότησε μια πολυεπίπεδη ρήξη στα εσωτερικά πράγματα της Ελλάδας, δεν συνέβη το ίδιο στην εξωτερική πολιτική και δη στη διαχείριση του Κυπριακού από τις δοτές χουντικές κυβερνήσεις, οι οποίες κληρονόμησαν, τόσο διπλωματικά, όσο και επί του εδάφους, μια σκληρά διαμορφωμένη πραγματικότητα: πρώτον, τη σκληρή αντιπαράθεση Αθήνας-Λευκωσίας για τον τρόπο επίτευξης της Ένωσης. Δεύτερον, τις απευθείας διαπραγματεύσεις Ελλάδας-Τουρκίας, άρα και τον αποκλεισμό της ελληνοκυπριακής πλευράς από τις πολιτικές εξελίξεις πέριξ του Κυπριακού. Τρίτον, τις στρατιωτικές δυνάμεις που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών στο νησί. Τέταρτον, την όλο και κλιμακούμενη ένταση μεταξύ των Ελλαδιτών αξιωματικών και της ηγεσίας των Ελληνοκυπρίων. Πέμπτον, τα βαθιά τραύματα της ελληνοκυπριακής κοινωνίας μετά τον βομβαρδισμό της Μανσούρας. Έκτον, σχεδόν την εξάντληση των ορίων της αμερικανικής παρέμβασης στο εύφλεκτο τρίγωνο Ελλάδας-Τουρκίας-Κύπρου, με την Άγκυρα μάλιστα να θεωρεί ότι η πολιτική της Ουάσινγκτον στο Κυπριακό ήταν όχι απλώς μονομερής, αλλά λειτουργούσε υπέρ των ελλαδικών συμφερόντων.
Χωρίς να αποτελεί πρωτοτυπία για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, η δικτατορία αναζήτησε στην εξωτερική πολιτική και δη στο Κυπριακό μια εθνική επιτυχία, προκειμένου να δημιουργήσει κοινωνικά ερείσματα. Εξίσου μη πρωτότυπο, ήταν το γεγονός ότι οι συνταγματάρχες είχαν εξαρχής δομικές διαφωνίες με τον Μακάριο και την πολιτική του. Εκτός από τις γνωστές απόψεις των σκληροπυρηνικών αξιωματικών για τον αρχιεπίσκοπο –ως «φιλοκομμουνιστή», «αντιδυτικό» και κυρίως «ανθενωτικό»– ο ιθύνων νους της χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος υποψιαζόταν τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πιθανό ανατροπέα –σε συνεργασία με τον βασιλιά Κωνσταντίνο– του καθεστώτος. Η δε μεγάλη δημοφιλία που απολάμβανε ο Μακάριος τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα, ενοχλούσε τους συνταγματάρχες. Κινούμενη, λοιπόν, η χουντική ηγεσία με πυξίδα τον έλεγχο και τον περιορισμό του αρχιεπισκόπου, επιχείρησε μέσω της οργάνωσης μιας εξαιρετικά ατυχούς διάσκεψης στον Έβρο, τον Σεπτέμβριο του 1967, να επιβάλει στην Τουρκία την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, προτείνοντας στην Άγκυρα ακριβώς όλα όσα είχαν προτείνει οι προδικτατορικές κυβερνήσεις: τουρκική βάση ως εδαφικό αντάλλαγμα και προστασία των Τουρκοκυπρίων ως μειονότητα. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι συνομιλίες ολοκληρώθηκαν άνευ αποτελέσματος, με την μεν Τουρκία να αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να διαπραγματευτεί με την εν λόγω κυβέρνηση, ενώ οι Αμερικανοί –όπως αποτυπώνεται στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ– εκτιμούσαν ήδη από την άνοιξη του 1967 ότι η ελληνική χούντα ήταν εξαιρετικά πιθανό να κινηθεί πραξικοπηματικά κατά του Μακάριου, κάνοντας χρήση της δύναμης πυρός που διέθετε στο νησί. Καθώς η σχετική φημολογία λάμβανε σταδιακά διαστάσεις προπαγάνδας, με τον ελεγχόμενο ελληνικό Τύπο να στρέφεται κατά του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα φιλομακαριακά ελληνοκυπριακά φύλλα να καταφέρονται εναντίον της στρατοκρατίας των Αθηνών, ο Παπαδόπουλος θεώρησε σκόπιμο να ταξιδέψει, τον Αύγουστο του 1967, στη Λευκωσία, όπου όπως δήλωσε δεν είδε «ανθενωτικούς». Ξεκινούσε τότε μια περίοδος φαινομενικής συνεργασίας των δύο πλευρών. Όπως συνήθιζε να λέει την εποχή εκείνη ο Μακάριος, όπως συνεργάστηκε με τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, έτσι θα έκανε και με τη δικτατορία.
Το σημείο-τομή στο Κυπριακό επί χούντας ήταν τα επεισόδια που ξέσπασαν τον Νοέμβριο του 1967 στην περιοχή της Κοφίνου, με αφορμή τα τουρκοκυπριακά μπλόκα που στήθηκαν πέριξ των μικτών χωριών και του θύλακα της περιοχής. Αντιδρώντας υπερβολικά, υπό τις διαταγές του Γρίβα και του Μακάριου, μονάδες της Εθνικής Φρουράς βομβάρδισαν τον θύλακα προκαλώντας δεκάδες νεκρούς. Η επίθεση –και αυτή τη φορά χωρίς την έγκριση του ανώτατου επιτελείου στην Αθήνα, άρα εν αγνοία και του Παπαδόπουλου– εξόργισε την Άγκυρα, η οποία απείλησε για ακόμα μία φορά με εισβολή. Κατόπιν διαμεσολάβησης του πρώην υπουργού Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Σάιρους Βανς και με τη χούντα να βρίσκεται σε δυσχερέστατη θέση, τόσο διότι δεν μπόρεσε να ελέγξει τα ελλαδικά στρατεύματα στην Κύπρο, όσο και διότι διακινδύνευσε μια ένοπλη ρήξη στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, συμφωνήθηκε η απόσυρση της Μεραρχίας από την Κύπρο, ενώ συζητήθηκε και το ενδεχόμενο της πλήρους αποστρατιωτικοποίησης του νησιού, με διάλυση της Εθνικής Φρουράς και διατήρηση επί του εδάφους μόνο της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ. Κατά τραγική ειρωνεία, όπως αποδείχθηκε από τις εξελίξεις, η άρνηση του Μακάριου ήταν αυτή που κράτησε εν ενεργεία την επίσημη στρατιωτική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν το σώμα που αργότερα, υπό την καθοδήγηση της χούντας, θα έστρεφε τα όπλα του εναντίον του εκλεγμένου ηγέτη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έως τον Δεκέμβριο, τόσο ο Γρίβας όσο και οι Ελλαδίτες αξιωματικοί, καθώς και σύσσωμοι οι οπλίτες της Μεραρχίας είχαν φύγει από την Κύπρο. Ήταν το τέλος μιας εποχής –κυρίως όμως τότε σηματοδοτήθηκε το οριστικό τέλος του οράματος της Ένωσης. Χωρίς αποτελεσματική ελλαδική στρατιωτική δύναμη στην Κύπρο δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εδαφική επέκταση της χώρας στο κομβικό σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν πέρασε παρά λίγο χρονικό διάστημα έως ότου ο Μακάριος, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό ένιωθε απελευθερωμένος χωρίς τους Ελλαδίτες αξιωματικούς στο νησί, κήρυξε την πολιτική του «εφικτού» έναντι του «ευκταίου». Αν ευκταία ήταν η Ένωση, δεν ήταν πια εφικτή.
Στο πλαίσιο της δήθεν εμπιστοσύνης μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, τον Ιούνιο του 1968 ξεκίνησε η πρώτη φάση των διακοινοτικών συνομιλίων με στόχο την επίτευξη μιας συμβιβαστικής λύσης, κυρίως όσον αφορά τα πολιτικά και θεσμικά ζητήματα που διαιρούσαν μετά το 1964 τις δύο πλευρές. Η χούντα, όμως, σφοδρά ενοχλημένη από την ήττα που υπέστη στην Κοφίνου και από τον ενταφιασμό της Ένωσης, έπαιζε διπλό παιχνίδι. Από τη μία πλευρά υποστήριζε τον διάλογο Ελληνοκύπριων-Τουρκοκύπριων, από την άλλη υπονόμευε με κάθε τρόπο τον Μακάριο, ενώ η αναγκαστική παραίτηση του καθεστώτος από την Ένωση είχε ήδη προκαλέσει τη ριζοσπαστικοποίηση, εντός του σώματος, των αξιωματικών που αρχικά στήριζαν τον Παπαδόπουλο. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο. Στις 8 Μαρτίου 1970 Ελλαδίτες αξιωματικοί, με επικεφαλής τον διοικητή των Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς Δημήτριο Παπαποστόλου, επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον Μακάριο. Η αποτυχημένη απόπειρα σχεδιάστηκε από μια ιδιαίτερη σύμπραξη του βαθέος δικτύου που διατηρούσε ο αποπεμφθείς από την κυβέρνηση Πολύκαρπος Γεωρκάτζης με μια υποομάδα αξιωματικών, σφοδρών αντίπαλων του Μακάριου, οι οποίοι πέρα από τον αφανισμό του επεδίωκαν να προκαλέσουν αστάθεια στο καθεστώς των Αθηνών. Η κατάσταση στο νησί είχε αρχίσει να εκτραχύνεται επικίνδυνα.
Τον Σεπτέμβριο του 1971 επέστρεψε στην Κύπρο ο Γρίβας, με στόχο την ανατροπή του πρόεδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όχημά του αυτή τη φορά ήταν η ΕΟΚΑ Β’, μια σκληρή –τρομοκρατική όπως αποδείχθηκε– οργάνωση, η οποία στελεχώθηκε από Ελληνοκύπριους εχθρούς του Μακάριου και Ελλαδίτες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς. Η ΕΟΚΑ Β’ χρηματοδοτήθηκε και εξοπλίστηκε από την Αθήνα, ενώ καταγράφηκε και σειρά κλοπών όπλων από αποθήκες στρατοπέδων της Εθνικής Φρουράς. Η ίδρυση (Απρίλιος 1973) του Εφεδρικού Σώματος από τον Μακάριο, μιας ειδικής, άρτιας εξοπλισμένης δύναμης φανατικών υποστηρικτών του αρχιεπισκόπου, ως αντίπαλου δέους στην ΕΟΚΑ Β’ οδήγησε σταδιακά σε έναν ακήρυχτο εμφύλιο πόλεμο στο έδαφος της Κύπρου. Στο δε Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς κατέφθαναν διαρκώς από την Αθήνα αξιωματικοί που δρούσαν με αποκλειστικό σκοπό τον αφανισμό του αρχιεπισκόπου. Τον Φεβρουάριο του 1972 απετράπη πραξικόπημα κατά του προέδρου της Κύπρου, το οποίο σχεδίασε ο πρέσβης της Ελλάδας στη Λευκωσία Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος με έναν στενό πυρήνα Ελλαδιτών αξιωματικών, επικεφαλής των οποίων ήταν ο τότε διοικητής της ΕΛΔΥΚ, έπειτα επιτελάρχης του ΓΕΕΦ και κουμπάρος του Ιωαννίδη, Παύλος Παπαδάκης. Αντίστοιχα σχέδια είχε εκπονήσει και ο Γρίβας. Έως τον θάνατό του, τον Ιανουάριο του 1974, ουδένα εξ αυτών ολοκληρώθηκε.
Με την άνοδο της χούντας του Ιωαννίδη στην εξουσία πυροδοτήθηκε η απόλυτη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ των Ελλαδιτών αξιωματικών και του Μακάριου. Περνώντας η ΕΟΚΑ Β’ υπό τον έλεγχο του στενού ιωαννιδικού πυρήνα, με άτυπο αρχηγό στην Κύπρο τον Σκλαβενίτη, ενεργοποιήθηκε ακόμα περισσότερο, με διακριτά μεγαλύτερη συνδρομή από την Αθήνα και τους αξιωματικούς που ήταν τοποθετημένοι στην Κύπρο, αλλά και χρηματοδότηση απευθείας από το 2o Επιτελικό Γραφείο της ΙΙΙ Ανωτέρας Διοίκησης Κύπρου (ΑΔΚ). Ο ίδιος ο Ιωαννίδης και οι στενοί συνεργάτες του, πολλοί εκ των οποίων είχαν υπηρετήσει στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, δραστηριοποιούνταν στα όρια της εμμονής κατά του Μακάριου. Το νεοπαγές καθεστώς επιζητούσε, και αυτό, μια «εθνική επιτυχία» – ο αόρατος δικτάτορας πίστεψε ότι η ανατροπή του «φιλοκομμουνιστή» και κυρίως «ανθενωτικού» Μακάριου και η μεγέθυνση της Ελλάδας θα διαιώνιζαν την εξουσία του.
Επί των ημερών του Ιωαννίδη το στρατιωτικό ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η Αθήνα είχε θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό της την Εθνική Φρουρά, κυρίως δια του 2ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΕΦ, προωθώντας μάλιστα συγκεκριμένους Ελληνοκύπριους –με διαπιστευτήρια αντιμακαριακούς– ως δόκιμους αξιωματικούς. Η διαρκής απειλή πραξικοπήματος, το οποίο πάντως ο Μακάριος δήλωνε ότι δεν φοβάται, η αδυναμία ελέγχου του στρατεύματος, καθώς και οι αλλεπάλληλες συλλήψεις μελών της ΕΟΚΑ Β’, δια των οποίων αποδεικνύονταν και οι σχέσεις τους με την Ελλάδα και τους αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς, οδήγησαν τον αρχιεπίσκοπο στην απόφαση να αιτηθεί με επιστολή προς τον «πρόεδρο της δημοκρατίας» στρατηγό Γκιζίκη, στις 2 Ιουλίου 1974, την απόσυρση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών που υπηρετούσαν τότε στην Εθνική Φρουρά, αλλά και τη μείωση της θητείας των Ελληνοκύπριων κληρωτών. Η κίνηση αυτή ήταν η αφορμή που αναζητούσε ο Ιωαννίδης για να κινητοποιήσει τον πραξικοπηματικό μηχανισμό για την ανατροπή του Μακάριου. Έναν μηχανισμό, ο οποίος όμως είχε σχεδιαστεί τουλάχιστον τρεις μήνες πριν, με τη συμμετοχή μεταξύ άλλων του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριου Μπονάνου (επιτελάρχης του ΓΕΕΦ 1967-69), του Γκιζίκη, του αρχηγού ΓΕΣ Ανδρέα Γαλατσάνου, του διοικητή της ΚΥΠ Λάμπρου Σταθόπουλου και του διοικητή της ΙΙΙ ΑΔΤ Κύπρου Μιχαήλ Γεωργίτση. Η τουλάχιστον δεκαετής αντιπαράθεση Αθήνας-Λευκωσίας με βασικό αντικείμενο τα ελληνοκυπριακά και ελλαδικά στρατεύματα που αναπτύχθηκαν στην Κύπρο, κατέληξε με το εγκληματικό πραξικόπημα της χούντας Ιωαννίδη κατά του αρχιεπισκόπου. Αυτοί που σχεδίασαν –επιτυχώς– το κίνημα, λίγες ημέρες αργότερα αποδείχθηκαν ανήμποροι να υπερασπιστούν το εθνικό έδαφος. Αποδείχθηκε ότι ήταν προσανατολισμένοι αποκλειστικά στην εσωτερική «απειλή». Ήταν ο εχθρός εντός των τειχών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρωτογενείς πηγές
- Αρχείο Τάσσου Παπαδόπουλου, τόμος Α’, Η ΕΟΚΑ και η Οικοδόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας 1934-1974Διπλωματικό Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών (ΔΙΑΕ)
- Ελληνοκυπριακός Τύπος: Ο Αγών, Μάχη, Τελευταία Ώρα, Φιλελεύθερος, Χαραυγή
- Προσωπικές συνεντεύξεις με τους Λουκή Αυγουστίδη, Χάρη Βωβίδη, Παύλο Ιεροδιακόνου Νίκο Κόσση, Χαράλαμπο Λόττα, Σταύρο Σταύρου, Ιάκωβο Συμεωνίδη
- Foreign Relations of the United States (FRUS)- Historical Documents (Johnson Administration, Richard M. Nixon Administration)
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Μενέλαος Αλεξανδράκης, Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ευστάθιος Λαγάκος, Το Κυπριακό 1950-1974. Μια Ενδοσκόπηση, (Αθήνα 1987)
- Suha Bolukbasi, The Superpowers and the Third World: Turkishamerican Relations and Cyprus, (Lanham, 1988)
- Μακάριος Δρουσιώτης, Η Πρώτη Διχοτόμηση. Κύπρος 1963-1964, (Λευκωσία 2005)
- Τάκης Χ. Ευδόκας, «Εγώ είμαι η Κύπρος». Η Πρώτη Περίοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας, (Λευκωσία, 2009)
- Παύλος Ιεροδιακόνου, Εθνική Φρουρά. Από τα Πέτρινα Χρόνια στο Σήμερα, (Λευκωσία 2016)
- Βαγγέλης Καλπαδάκης, Κυπριακό 1954-1974. Στοχαστικές Προσαρμογές και ο Αιώνιος Δηλιγιαννισμός, (Αθήνα, 2020)
- Γιαν Κόουρα, Διχοτομημένη Νήσος. Ψυχρός Πόλεμος και Κυπριακό την περίοδο 196-1974, (Αθήνα, 2021)
- Μακάριος Γ’, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Άπαντα, τόμος Ε, Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Λευκωσία)
- Claude Nicolet, United States Policy Towards Cyprus 1954-1974: Removing the Greek- Turkish Bone of Contention, (Zurich, 2001)
- Σπύρος Παπαγεωργίου, Τα κρίσιμα ντοκουμέντα του Κυπριακού, τόμοι Α’, Β’, Γ’ (Λευκωσία 2000)
- Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945-1974: Αναζητώντας Θέση στον Κόσμο, (Αθήνα, 2013)
- Σωτήρης Ριζάς, Ένωση, Διχοτόμηση, Ανεξαρτησία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία σε αναζήτηση λύσης για το Κυπριακό 1963- 1967 (Αθήνα, 2000)
- Παύλος Τζερμιάς, Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια Αναδρομή στη Ζωή της Μεγαλονήσου στο Διάβα των Χιλιετιών, (Αθήνα 2001), τόμος Α
- Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στα Σύνορα των Κόσμων. Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967, (Αθήνα, 2009).
- Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στρατηγικές του Κυπριακού. Η Δεκαετία του 1950, (Αθήνα, 2005).
- Άγγελος Χρυσοστόμου, Από τον Κυπριακό Στρατό μέχρι και τη δημιουργία της Εθνικής Φρουράς 1959-1964, (Λάρνακα, 2015), σ. 55.

