Το μόνο που έχουμε είναι η ιστορία μας, όμως ακόμα και αυτή δεν μας ανήκει.
‒ José Ortega y Gasset
1.
Η Annie Ernaux γράφει κάποια στιγμή στο βιβλίο της Mémoire de fille [Αναμνήσεις ενός κοριτσιού] ότι υπάρχουν δύο λογοτεχνίες, αυτή που αναπαριστά και αυτή που αναζητά. Δεν ξέρω για ποια λογοτεχνία θα έλεγα ότι γράφει ο Édouard Louis και, για να συνεχίσω την φράση της Ernaux, σημασία δεν έχει για ποια λογοτεχνία γράφει το καθένα, αλλά το γεγονός ότι τελικά θα ακολουθήσει μία από τις δύο λογοτεχνίες, ότι τελικά θα γράψει. Αυτή η έμφαση στο άτομο που γράφει ‒που τελικά θα γράψει, και ίσως γράψει και για αυτό το ίδιο‒ με κάνει να σκεφτώ εκείνη τη λογοτεχνία που και αναπαριστά και αναζητά, εκείνο που λέμε αυτοβιογραφία, ή ακόμα και το άλλο που λέμε αυτομυθοπλασία (ή autofiction). Αλλά, αν πρέπει να πω τι γράφει τελικά ο Louis, προτιμώ να ακολουθήσω την προτροπή του ίδιου, και, όπως είπε στη σχετικά πρόσφατη συζήτηση που έγινε στην Αθήνα, να πω ότι γράφει μια αυτοσυλλογική βιογραφία. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο ίδιος ο Louis, όπως είπε και μια φίλη, παραμένει μέρος του συνόλου για το οποίο γράφει και δεν ξεχωρίζει τον εαυτό του. Αυτό είναι που κάνει την γραφή του μια βιογραφία, συλλογική, που ξεκινάει από το βίωμα ενός ατόμου, ενός σώματος, ενός που τελικά δίνει τη φωνή του σε όλα. Αλλά δεν ξέρω αν με νοιάζει όντως να βρω τι γράφει ο Louis. Αυτό που με νοιάζει είναι να βρω τι κάνει η γραφή του Louis. Ταυτόχρονα με το πώς το κάνει.
Η Cynthia Cruz γράφει στο The Melancholia of Class: A Manifesto for the Working Class ότι ο κόσμος που προσπαθεί να περιγράψει και να αναπαραστήσει στην ποίησή της είναι ο κόσμος της εργατικής τάξης, της πλήρους επισφάλειας, ένας κόσμος αντιφάσεων και περίπλοκων συνθέσεων, ο ίδιος ο κόσμος που η ίδια έχει ζήσει. Και αυτό που της έγινε τελικά αντιληπτό είναι ότι ένας τέτοιος κόσμος δεν μπορεί να αναπαρίσταται με τα εργαλεία μιας τέλειας ποίησης, μιας ποίησης που θέλει η φόρμα του ποιήματος να είναι ένα υπέροχο και ολοκληρωτικά τέλειο κατασκεύασμα. Μιας γραφής που αναπαριστά και αναζητά έναν νεοφιλελεύθερο, καπιταλιστικό και πατριαρχικό κόσμο, και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κάτι παρόμοιο ίσως μπορούμε να πούμε και για τη γραφή του Louis. Η γραφή του Louis έχει χαρακτηριστεί ‒από εκείνους που έχουν τα προνόμια να απαιτούν μια καθαρή λογοτεχνία‒ απλή, βαρετή, ενοχλητική, που παραμορφώνει την πραγματικότητα. Δεν είναι μια γραφή όμορφη, καλοδουλεμένη, τέλεια, δίχως αντιφάσεις. Ναι, επειδή δεν είναι μια γραφή που μπορεί να αξιολογηθεί έτσι. Κοινώς, μια γραφή που ανταποκρίνεται στα δεδομένα της (συγγραφικής) άρχουσας τάξης, μιας τάξης που δεν κατανοεί έτσι μόνο τη γραφή ‒τέλεια, ολοκληρωμένη, κλειστή, λευκή, αρσενική, ετεροκανονική, άκρως ρεαλιστική‒ αλλά και το ίδιο το υποκείμενο. Είναι μια γραφή που μετακινεί τα αξιολογικά και ειδολογικά κριτήρια. Μια γραφή που θα αποκοπεί, όπως είπε και η Ernaux στον λόγο της για το Nobel, από εκείνες τις όμορφες φράσεις. Μια γραφή τελικά που λέει την ίδια ιστορία ξανά και ξανά, κάτι που προσωπικά βρίσκω τρομερά γοητευτικό. Και κάτι που είναι και έντονα πολιτικό. Αν και αυτό το εγώ που λέει την ιστορία του ξανά και ξανά φαίνεται εγωκεντρικό και απορροφημένο μόνο από το εαυτό του, η Cruz αναρωτιέται σωστά πώς αλλιώς λες μια τέτοια ιστορία, μια ιστορία μιας τάξης (και των έμφυλων σωμάτων της, συμπληρώνω) που δεν έχει γλώσσα, που η σύγχρονη καπιταλιστική και νεοφιλελεύθερη κατάσταση αρνείται την ύπαρξή της. Πώς αλλιώς μιλάς για την τάξη σου, για τη σεξουαλικότητά σου, για αυτά που δεν τα βάζουν απλώς στο περιθώριο, αλλά φροντίζουν να τα εξαλείφουν ολοκληρωτικά και τέλεια από κάθε λόγο; Έτσι λοιπόν: Λες την ίδια ιστορία ξανά και ξανά μέχρι να μην τους ανήκει καμία αφήγηση, μέχρι να γίνουν όλες οι αφηγήσεις δικές σου. Επειδή, κλέβοντας και παραφράζοντας αυτό που είπε η bell hooks, η γραφή «είναι κι αυτή πεδίο αγώνα». Let’s queer it up then.
2.
Όταν διάβασα για πρώτη φορά τον Louis, ήξερα ότι θα διαβάσω μια εξιστόρηση γκέι βιωμάτων ‒χωρίς αυτό να λαμβάνεται ως ουσιοκρατική παραδοχή‒ αλλά κάτι τέτοιο δεν μου ήταν αρκετό για να πω ότι αυτό είναι κουίρ (εξάλλου, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, ένας μέσος κουίρ σήμερα αναζητά μόνο γάμο και πατριαρχία ή τουλάχιστον έτσι μπορεί να ακούσεις σε καμιά διάλεξη στο πανεπιστήμιο. What the f‒). Θέλω να πω, όμως, ότι δεν θα μου αρκούσε μια γραφή που αφηγείται το γκέι βίωμα ακολουθώντας έναν ακόμα ετεροκανονικό ή ομοκανονικό τρόπο. Αυτό που έψαχνα ήταν να βρω εκείνες τις στιγμές που το κουίρ γίνεται αντιληπτό και με άλλους τρόπους στην γραφή, εκεί όπου υπάρχει το πολιτικό και όπου αυτή η σεξουαλικότητα και τα βιώματά της γίνονται πολιτικά, ταξικά, έμφυλα. Εκεί που η συζήτηση γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα ανατρέπει τους σίγουρους και δομημένους λόγους της πατριαρχικής, καπιταλιστικής, βίαιης πραγματικότητας. Σαν αντίδραση σε κάθε ετεροκανονικό και ομοκανονικό τρόπο που πρέπει να ζεις. Εκεί που το κουίρ επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις με την τάξη, το έμφυλο, τη σεξουαλικότητα. Και τελικά, είναι κάτι που βρήκα. Δεν μπορούσα πλέον να μη βλέπω αυτή τη σύνδεση.
Μια σύνδεση που βλέπω και στο τελευταίο βιβλίο του Louis. Ο τίτλος, Αλλαγή: Μέθοδος, με την ειλικρίνεια και αυτή τη μελαγχολία της τάξης για την οποία μιλάει η Cruz να είναι διαρκώς εκεί. Διαβάζοντάς το, περίμενα σχεδόν με ανυπομονησία τη ρήξη με όσα περιέγραφε και έλεγε ο Louis σε αυτό το κείμενο ‒μια ρήξη με την αστική τάξη της οποίας έμοιαζε σιγά σιγά να γίνεται κομμάτι‒ και στην πορεία ξέχασα ότι αυτή η ρήξη μπορεί να αργήσει να έρθει, μπορεί να περάσεις πρώτα από πολλά με τα οποία θα καταλήξεις μόνο αργότερα να διαφωνείς, να μην τα νιώθεις δικά σου, να νιώθεις την αδικία και την εξάλειψη της τάξης σου σε αυτά και εξαιτίας αυτών.
Ήδη από την αρχή του κειμένου, ο Louis μιλάει για «την ανάγκη να γράφ[ει], σαν να προσπαθ[εί] να σταθεροποιήσ[ει] το παρελθόν μέσα στην γραφή, και έτσι, υποθέτ[ει], να το ξεφορτωθ[εί]» (13). Αυτή η σταθεροποίηση δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Η αποτυχία έρχεται γρήγορα. Ο Louis συνεχίζει, και λέει ότι αυτή του η κίνηση κάνει τελικά απλώς το παρελθόν του, αυτό που νόμιζε ότι αφήνει πίσω του, ακόμα πιο έντονο, «ενισχύ[ει] την ύπαρξή του και την κυριαρχία του στην ζωή [τ]ου» (13) και αντί να το ξεφορτωθεί, μιλάει για αυτό. Ίσως και αυτός να είναι ένας άξονας του βιβλίου: στην προσπάθεια να γίνει κάποιος άλλος, προσπαθεί να αφήσει πίσω του όλο εκείνο το παρελθόν της εργατικής τάξης και της ομοφοβίας, όλα εκείνα που μισούσε και έβρισκε κατώτερα όταν μεταμορφώθηκε. Αλλά εν τέλει βρίσκεται να γράφει για αυτά. Κάτι παρόμοιο διαβάζω και στον Didier Eribon, στο κείμενό του Retour à Reims [Επιστροφή στη Ρενς], όταν συνειδητοποιεί ότι για να επινοήσει τον εαυτό του, έπρεπε να αφήσει πίσω του κάθε σύνδεση με τους γονείς του, οτιδήποτε τον συνέδεε με τον παρελθόν μιας εργατικής και φτωχής οικογένειας, όπως και με τον περίγυρο αυτής της εργατικής τάξης. Ωστόσο, καταλήγει και αυτός να μας μιλάει για το παρελθόν του. Σκέφτομαι τώρα τα βιβλία της Ernaux που μιλάνε για τους γονείς της, για αυτό το περιβάλλον και τη ζωή της εργατικής τάξης, και για το έμφυλο. Δεν ξέρω λοιπόν πόσο εύκολα μπορείς να αφήσεις πίσω το παρελθόν σου, πόσο άνετα αποκόβεσαι από αυτό το παρελθόν. Η Ernaux είπε στον λόγο που έδωσε όταν παρέλαβε το Nobel ότι έγραφε για να καταλάβει τους λόγους που την απομάκρυναν από το περιβάλλον καταγωγής της. Και η Cruz μάς λέει ότι μισούσε την καταγωγή της από ένα εργατικό περιβάλλον, από μια εργατική τάξη, καθώς πάντα ντρεπόταν για αυτήν την καταγωγή, για ό,τι σήμαινε αυτή η καταγωγή από μια εργατική τάξη σε κοινωνικό, πολιτικό, και συμβολικό επίπεδο. Την ίδια στιγμή όμως, αγαπούσε το μέρος που μεγάλωσε, το ταξικό της παρελθόν. Κάτι τέτοιο ίσως είναι η μελαγχολία της τάξης, αυτή η δυσφορία, αυτή η αντίφαση, για την οποία μιλάει η Cruz. Και κάπως έτσι μπορεί να διαβαστεί και το κείμενο του Louis. Νομίζω ότι αυτή η μέθοδος παρακινείται τελικά από την ίδια τη μελαγχολία. Μια μελαγχολία που σε κάνει να επιθυμείς την επιστροφή σου στο παρελθόν σου και ταυτόχρονα τη φυγή σου από αυτό. Μια μελαγχολία που σε κάνει επίσης να δεις τα πράγματα διαφορετικά. Και ναι, ίσως να αντιμετωπίζω εδώ τη μελαγχολία μελαγχολικά.
Σε όλο το βιβλίο υπάρχει αυτή η προσπάθεια του Louis να γίνει άλλος, να ξεγράψει το παρελθόν του, να εκδικηθεί για τις βίαιες, ομοφοβικές, πατριαρχικές συμπεριφορές που δέχθηκε μέχρι τότε. Και αν και τα κατάφερε να ξεφορτωθεί από πάνω του στοιχεία που κοινωνικά και συμβολικά τον έκαναν να μην ανήκει στον κόσμο που ήθελε, και πρόδιδαν το παρελθόν του, το σώμα του ήταν η πιο δύσκολη αλλαγή:
ήξερα πως σε κάποιο άλλο πλαίσιο θα μπορούσα να παίξω ένα ρόλο, να παριστάνω πως είμαι κάποιος άλλος, ακόμα και να πω ψέματα για το παρελθόν μου, όμως αυτή η γυναίκα που προχωρούσε μπροστά μου για να με δει σε ένα άλλο δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου θα εξέταζε το σώμα μου, και το σώμα μου ήταν το σημείο του εαυτού μου που ήταν πιο δύσκολο να ελεγχθεί, εκείνο που δεν μπορούσα να το κάνω να πει ψέματα, ήταν η απτή υλικότητα του παρελθόντος μου, το παρελθόν μου με αίμα, σάρκα και οστά (230).
Ή, όπως το είπε και ο D. Hunter στο Chav: Αλληλεγγύη από τα υπόγεια, «τα σώματά μας είναι ιεραρχημένα με βάση την κοινωνική τάξη» (52). Πώς ξεμπερδεύεις από μια τέτοια ιεράρχηση λοιπόν; Η μελαγχολία, η βία, η ομοφοβία, η πατριαρχία, η ετεροκανονικότητα, η απόρριψη του γκέι βιώματος και γκέι σώματος, η μέθοδος ενός κοινωνικού που δεν σε αναγνωρίζει, γίνεται τώρα το τραύμα σου και αυτό το τραύμα γίνεται το ίδιο σου το σώμα. Και ίσως από εκεί ξεκινάς τελικά. Μιλάς για αυτό, μιλάς ειλικρινά.
Και δεν ξέρω πώς μπορεί ένα αφήγημα που εξιστορεί μια ιστορία σαν αυτήν, μια ζωή όπου η επιθυμία της φυγής και της αλλαγής κυριαρχεί, μια φυγή από ένα περιβάλλον μιας εργατικής τάξης, ένα περιβάλλον όπου τα παιδικά χρόνια γίνονται συνώνυμα με τη διαρκή επισφάλεια, την ομοφοβία, και μια ζωή που σίγουρα δεν θες να ζήσεις ‒πόσο εύκολα ένα τέτοιο αφήγημα μπορεί να αποφύγει την ειλικρίνεια. Και ίσως είναι και αυτή η ειλικρίνεια που κάνει τα κείμενα του Louis κουίρ. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω ακριβώς. Αυτό το βίωμα, αυτή η εξομολόγηση, αυτή η καταγραφή του τραύματος, αυτό το μοίρασμα του τραύματος και η ανάγκη να μιλήσεις για αυτό, αυτό το συλλογικό μέσα στο προσωπικό του Louis νομίζω διαρρηγνύει κάποια στεγανά και ανοίγει έναν χώρο ώστε να μιλήσουμε περισσότερο για τη βία και τη βία των ταξικών αρχών πάνω στα σώματα, την πατριαρχία, την ομοφοβία, το έμφυλο, την πραγματικότητα ως καθαρή, μία, και σαφώς πολύ, μα πάρα πολύ αρσενική.
Ήδη από το πρώτο βιβλίο του Louis, Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, υπάρχει αυτή η σύνδεση του κοινωνικού περιβάλλοντος με τις αρσενικές, σκληρές συμπεριφορές και την αποτυχία του Louis (και του Μπελγκέλ) να ενταχθεί σε αυτόν τον κώδικα επικοινωνίας. Ακόμη από την αρχή, διαβάζουμε, όταν ο πατέρας του μαθαίνει ότι θα αποκτήσει γιο, ενθουσιάζεται, καθώς κάτι τέτοιο σημαίνει την εγκυρότητα της αρσενικότητάς του. «Ένας πατέρας ενίσχυε την αρσενική του ταυτότητα μέσα από τους γιους του στους οποίους θα μετέδιδε τις αντρικές του αξίες» (23). Δηλαδή, έτσι «παιζόταν η αντρική του περηφάνια» (23). Ή εκείνη η ανάμνηση από το βράδυ του πανηγυριού, όταν στο καφενείο οι άντρες συνδέονται μέσα από τυπικούς ετεροκανονικούς τρόπους του κοινωνικού, μέσα από τον σχολιασμό της επικαιρότητας, το αλκοόλ και την απέχθειά τους για τους ομοφυλόφιλους (42). Νομίζω είναι εμφανές ότι δεν μπορούμε πολύ εύκολα να διαχωρίσουμε και να ξεχωρίσουμε το ταξικό και το κοινωνικό από τις έμφυλες καταπιέσεις, από την ομοφοβία και από τη βία, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι μια συγκεκριμένη τάξη φέρει έμφυτα τέτοια χαρακτηριστικά. Οι λόγοι είναι πολιτικοί, είναι ταξικοί, είναι κοινωνικοί. Και πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε ότι αυτοί οι λόγοι συνδέονται μεταξύ τους, μια ιδέα που αναπτύσσει και η Angela Davis στο Women, Race and Class [Γυναίκες, φυλή και τάξη], όταν γράφει για το πώς οι λευκές δεν είχαν κατανοήσει ότι η δουλεία των μαύρων σωμάτων, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η πολύπλευρη καταπίεση των γυναικών ‒μαύρων και λευκών‒ μπορούν να συνδέονται. Κάτι μου λέει ότι ο Louis το έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο. Οι λόγοι σίγουρα είναι πιο σύνθετοι. Και αυτό νομίζω προσπαθεί να δείξει και ο Louis σε όλα τα κείμενά του.
3.
Και τελικά, δεν έχει σημασία να γράφεις για κάποια συγκεκριμένη λογοτεχνία έτσι και αλλιώς. Σημασία έχει να γράψεις «ενάντια στη λογοτεχνία» (17), όπως το λέει και ο Louis στο βιβλίο για τη μητέρα του, ίσως το αγαπημένο μου, Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας. Ενάντια σε εκείνη τη λογοτεχνία που της επιτρέπεται «μόνο να απεικονίζει την πραγματικότητα» (16) και ποτέ δεν προσπαθεί να την κατανοήσει. Μια λογοτεχνία που φαίνεται πολύ σίγουρη για τα πατριαρχικά, κανονικά, ορθά νοήματά της και θέλει απλώς να τα αναπαραστήσει και αναπαραγάγει. Μια λογοτεχνία που αγνοεί εκείνη την απουσία του νοήματος για ό,τι βιώνουμε ακριβώς τη στιγμή που το βιώνουμε, όπως το έγραψε και η Ernaux, και που τελικά αυτό είναι που θα μας παρακινήσει να γράψουμε, να γράψουμε για να καταλάβουμε. Ενάντια σε εκείνη τη λογοτεχνία που «δεν πρέπει ποτέ να μοιάζει με πολιτικό μανιφέστο» (16) και οι φράσεις της πρέπει πάντα να είναι ουδέτερα αρθρωμένες ή, χειρότερα, να εξαλείφεται καθετί πολιτικό από την ίδια την λογοτεχνία. Ή ενάντια σε εκείνη τη λογοτεχνία που δεν πρέπει να μας κάνει να νιώθουμε. Αλλά η αφήγηση δεν είναι παρά συναίσθημα και συγκίνηση, όπως γράφει και η Kathy Acker στο Great Expectations, και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το πω καλύτερα. Και τελικά, ενάντια σε εκείνη τη λογοτεχνία που αντιμετωπίζει τα άτομα που αφηγούνται την ιστορία τους σαν απλούς χαρακτήρες και επιθυμεί την αλήθεια όπως είναι. Μια λογοτεχνία που εκτοπίζει από το μυθοπλαστικό της πεδίο το προσωπικό βίωμα ως δυνατότητα αφήγησης, που αρνείται την προσπάθεια καταγραφής αυτού του βιώματος και καταδικάζει την αυτοβιογραφία ως μη καθαρή λογοτεχνία ‒και αυτή η έμφαση στην καθαρότητα, στην επιτακτικότητα να διαχωριστούν τα είδη είναι που διαμορφώνει τι ανήκει σε αυτά που πρέπει να γράφονται και σε εκείνα που καλύτερα είναι να αποσιωπούνται. «[Κ]άποιες ιστορίες καταστρέφονται και χάνονται, και κάποιες άλλες εξαρχής δεν λέγονται· σε κάθε περίπτωση κάτι πραγματικά τεράστιο παραμένει οριστικά και αμετάκλητα απόν από τις συλλογικές μας ιστορίες» (17). Αυτό γράφει η Carmen Maria Machado, και το αφήνω απλώς εδώ. Αποκλείεται να βίωσες όσα γράφεις ότι βίωσες, σίγουρα έχεις κατασκευάσει ένα μεγάλο μέρος τους ή και όλο, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο σκληρή όπως την εξιστορείσαι, έχεις απλά δημιουργήσει έναν χαρακτήρα. Το βίωμά σου δεν είναι παρά μυθοπλασία. Ενάντια σε μια τέτοια λογοτεχνία που εστιάζει και εμμένει στην παραδοσιακή κατασκευή του λογοτεχνικού προσώπου, ενός συμβατικά ολοκληρωμένου χαρακτήρα, και όχι στην αποδόμηση του ίδιου του προσώπου που γράφει και των ταυτοτήτων του μέσα από τη γραφή του, παραφράζοντας την Ernaux. Ταυτόχρονα, δεν αναγνωρίζει ότι η μυθοπλασία μπορεί να εμπλέκεται με το βίωμα, μπορεί να κατασκευάζει για να καταστρέψει, να αποτυπώνει τις πραγματικότητες μέσα από τη μυθοπλαστική ή μη αφήγηση για να επαναδιεκδικήσει τις ίδιες τις αφηγήσεις. Αν δεν έγραφα, τα πράγματα θα είχαν απλώς βιωθεί, γράφει η Ernaux στο Le jeune homme [Ο νεαρός άνδρας]. Και εννοεί ότι η γραφή μετατρέπει τα πράγματα σε αφήγηση. Όλα γίνονται αφήγηση. Εξιστορείς το βίωμά σου και η αφήγηση αυτού του προσωπικού βιώματος είναι που αποσταθεροποιεί τα πράγματα όπως θέλουν να είναι. Και αυτό είναι που χρειαζόμαστε. Επειδή η γραφή φέρει επιτελεστικότητα. Ενάντια σε αυτήν τη λογοτεχνία, λοιπόν, και υπέρ μιας κουίρ λογοτεχνίας.
❧
*ένα ευχαριστώ στις φίλες Μαρία και Ιωάννα (το ίω), και μια καρδούλα στη Γιώτα*
⸙⸙⸙
Αναφορές
1. Annie Ernaux, Mémoire de fille, Gallimard (2016) [κυκλοφορεί και στα ελληνικά: Ανί Ερνό, Αναμνήσεις ενός κοριτσιού, μτφ. Ρ. Κολαΐτη, Μεταίχμιο (2022)].
2. Cynthia Cruz, Melancholia of Class: A Manifesto for the Working Class, Repeater Books (2021).
3. Annie Ernaux, «Prix Nobel : Écrire pour “venger ma race et venger mon sexe”, le discours poignant d’Annie Ernaux », Télérama, Link (2022).
4. bell hooks, «Επιλέγοντας το περιθώριο ως χώρο ριζοσπαστικής ανοιχτότητας», μτφ. Δ. Καπράνου, Φεμινιστιqά 5 (2022).
5. Édouard Louis, Αλλαγή: Μέθοδος, μτφ. Σ. Ζουμπουλάκη, Αντίποδες (2022).
6. Didier Eribon, Retour à Reims, Flammarion (2018· 12009) [και στα ελληνικά: Ντιντιέ Εριμπόν, Επιστροφή στη Ρενς, μτφ. Γ. Στεφάνου, Νήσος (2020)].
7. Annie Ernaux, La place, Une femme, La honte, Gallimard (1983, 1987, 1997) [και στα ελληνικά: Ανί Ερνό, Η θέση, μτφ. Ι. Χατζηνικολή, Χατζηνικολή (1985) αλλά και Ο τόπος, μτφ. Ρ. Κολαΐτη, Μεταίχμιο (2020)· Μια γυναίκα, μτφ. Ρ. Κολαΐτη, Μεταίχμιο (2020)· Η ντροπή, μτφ. Θ. Σιδέρης, Χατζηνικολή (1985)].
8. D. Hunter, Chav: Αλληλεγγύη από τα υπόγεια, μτφ. Έ. Μαγκουρίλου, Γ. Μαμώλης & Χ. Πάνας, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων (2022).
9. Édouard Louis, Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, μτφ. Μ. Αρβανίτης, Αντίποδες (2018).
10. Angela Davis, Women, Race and Class, Penguin Classics (2019· 11981) [και στα ελληνικά: Άντζελα Ντέιβις, Γυναίκες, φυλή και τάξη, μτφ. Π. Διαμαντοπούλου, Σύγχρονη Εποχή (1984) και αναθεωρημένη επανέκδοση από τη Μιγάδα και το Αρχείο 71 (2014)].
11. Édouard Louis, Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας, μτφ. Σ. Ζουμπουλάκη, Αντίποδες (2021).
12. Kathy Acker, Great Expectations, Penguin Classics (2018· 11982).
13. Carmen Maria Machado, Στο σπίτι των ονείρων, μτφ. Α. Αγγελίδης & Μ. Αγγελίδου, Αντίποδες (2022).
14. Annie Ernaux, Le jeune homme, Gallimard (2022) [και στα ελληνικά: Ανί Ερνό, Ο νεαρός άντρας, μτφ. Ρ. Κολαΐτη, Μεταίχμιο (2022)].
