Ημέρα Πρώτη. Αιφνιδιαστήκαμε όλοι. Το Σύδνεϋ πήγαινε καλά. Κρούσματα δεν υπήρχαν για μήνες. Τα πάντα είχαν ανοίξει. Τα κέντρα, οι λέσχες, οι εκκλησίες, τα σχολεία. Ευθυμία κατείχε τον δημόσιο χώρο. Τα μαθήματα άρχισαν να δίνονται δια ζώσης. Η ανθρώπινη μυρωδιά, ο ιδρώτας, η ανάσα. Η μυρωδιά των νέων, πλήρης ερωτισμού και ανευθυνότητας. Απ’ όλες τις αισθήσεις όταν λείπει, πιο πολύ πονάει η όσφρηση. Ξεχνάς πρόσωπα από παλιούς μαθητές και φίλους αλλά μια μυρωδιά, ένα αεροφύσημα φτάνει για να αναστηθεί η χαμένη ύπαρξη. Έπαφος, ο μέγας θεός. Όλα σταμάτησαν σε ένα βράδυ. Αίφνης, οι δρόμοι άδειοι, τα βλέμματα κενά, ακίθαρες οι αίθουσες. Αίφνης, αίφνης, οι φωνές χάθηκαν και μαζί τους η ταπεινή καθημερινότητα με τους συμβιβασμούς της. Αβεβαιότητα. Φόβος. Νωχέλεια και νωθρότης. Για πρώτη φορά στη ζωή μου έκανα κοιλίτσα. Πώς βιώνεις τον αθόρυβο και ακύμαντο χρόνο; Ακούς μουσική, μονολογείς, συζητάς. Κάνεις ένα βήμα πίσω και στοχάζεσαι. Α, ναι, διαβάζεις. Ονομάτων επίσκεψις ανθρώπων γνώσις. Απόφαση: κάθε μέρα ένα βιβλίο. Σύντομο. Ανάγνωσμα πρώτο: Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν.
Ημέρα Δεύτερη. Βρέχει ραγδαία. Μετά ακινησία. Μετά ήλιος. Η ερημία των ουρανών. Χωρίς αεροπλάνα. Ουρανός συννεφιασμένος μέχρι το βράδυ. Φυσάει άνεμος βαρύθυμος. Μετά ένα πελώριο φεγγάρι επαργυρώνει τις μορφές. Οι μεγάλες νυχτερίδες άρχισαν το νυκτερινό τους δρομολόγιο. Ο ουρανός της πόλης. Ο Σταυρός του Νότου. Τα πάντα οιακίζει κεραυνός. Η ησυχία έχει τον δικό της χρόνο και τον δικό της ρυθμό. Σαν μια καρδιά που περιμένει. Όσο γερνάς συντονίζεσαι, αποδέχεσαι την πτώση, αρχίζεις και συλλογίζεσαι τη διαφορά ανάμεσα στην αθανασία της ψυχής και την ανάσταση νεκρών. Κατανοείς την σημασία της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου ή τη διαφορά μεταξύ ενσαρκώσεως και ενανθρωπίσεως. Είχε δίκιο ο Τσαρούχης που έλεγε πως το μεγαλύτερο πολιτισμικό γεγονός της Ευρώπης ήταν η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Το ομοούσιον καθιέρωσε και εξαγίασε το υπάρχον και το ορατό. Το δίλημμα παραμένει βασανιστικό και καμιά τηλεόραση δεν βοηθάει να το αγνοήσεις. Τι να έλεγε τώρα ο Πασκάλ; Πώς θα μιλούσε για αυτόν τον χρόνο ο Αυγουστίνος; Ανάγνωσμα δεύτερο. Georges Simenon. Γράμμα στη Μητέρα μου. Αγγλιστί και γαλλιστί.
Ημέρα Τρίτη. Βρέχει και ο μαύρος ουρανός σε κάνει να θυμάσαι τα χαμένα τα τόσο λίγο εκτιμηθέντα αισθήματα, τα πρόωρα χαμένα πρόσωπα, τους μεγάλους αποχαιρετισμούς. Πιο πολύ όμως, μου θύμισε φίλε μου εσένα. Πάνε κιόλας δυο χρόνια από τον θάνατό σου. Είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Δεν μιλήσαμε, δεν είπαμε αντίο. Έβρεχε σήμερα σπαραχτικά όμως και θυμήθηκα εκείνο το γαλήνιο βράδυ, έναν περίπατο στην παραλία, την ξαφνική καταιγίδα, τα ποιήματά σου που διαβάζαμε, τα σπασμένα λόγια της αδεξιότητας σαν τρέξαμε να προφυλαχτούμε κάτω από ένα υπόστεγο λεωφορείου. Έπεφταν αστροπελέκια πέρα στον μαύρο ορίζοντα του Ειρηνικού ωκεανού. Μίλησες, σχεδόν μονολόγησες, για τον πατέρα σου, τα χρόνια στο ορφανοτροφείο, τη χαμένη μητέρα, τους φίλους που ποτέ δεν απέκτησες, τα σπαταλημένα χρόνια στις μεγάλες αυτοκρατορικές πολιτείες, την εξουσία που χρόνια τότε απολάμβανες αχόρταγα. Πορώθηκε η ψυχή μου, είπες, δεν μπορώ να κλάψω πια, δεν μπορώ να μετανιώσω, μόνο οργή νιώθω, μόνο μίσος. Δεν μιλούσες σε μένα, όχι. Σε άκουγαν άλλες υπάρξεις και σε θωρούσαν άλλα τάγματα. Έτυχε να είμαι εκεί. Η καταιγίδα συνεχίστηκε για μια ώρα. Μείναμε ακίνητοι κάτω από το υγρό της μεγαλείο. Εκείνη η στιγμή, ξέρεις, μου έμαθε το νόημα της ενσαρκώσεως, και του έργου ειργασμένου και με μετέθεσε ενσυνειδήτως πλέον στην επικράτεια της αμαρτίας. Μέχρι τότε εξωκεανιζόμουν μέσα στις εικόνες της μεταμόρφωσης και της άσπιλης αθωότητας και εσύ, ο πνευματικός και ο όσιος, μου έδειξες πως μόνο μέσα από την θλίψη της αμαρτίας αποκτούμε ταυτότητα και γινόμαστε ο εαυτός που ονειρευτήκαμε σαν είμασταν παιδιά. Δεν είμαστε εδώ για να επιβεβαιώσουμε ή να επιβεβαιωθούμε από το υπαρκτό. Είμαστε εδώ για να μας απαρνηθεί η ύπαρξη, να μας αφανίσει η αλήθεια μας, να μας διαλύσουν οι αρετές μας. Η αυθεντικότητά μας είναι η τιμωρία μας. Ο χρόνος δεν τα αγγίζει αυτά ούτε η λήθη ούτε η έλλειψη κάθαρσης ούτε η απουσία. Ανάγνωσμα. Πλάτωνος, Ίων.
Ημέρα Τέταρτη. Ακούστηκαν φήμες για κρούσματα πολλά στα δυτικά προάστια. Η πανδημία δεν ελέγχεται πλέον, λένε. Παρά τα χαμόγελα και τα αστεία βόσκει παντού και υποβόσκει αμείλικτη. Ο καιρός μελαγχολικός και σκυθρωπός. Οι δρόμοι έρημοι, γεμάτοι πουλιά, που εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως σαν σταμάτησαν τα αυτοκίνητα. Το σούρουπο, σμάρια από τεράστιες νυχτερίδες πετούν παντού. Ανάμνηση: Ιούλιος του ʼ74. Οι Τούρκοι είχαν εισβάλει στην Κύπρο, ο πατέρας είχε επιστρατευτεί κι εμείς τρία παιδιά, πήραμε εντολή να αγοράσουμε ό,τι βρούμε. Ψωμί, ρύζι, μακαρόνια, γάλα και λουκάνικα. Θα πεθάνουμε από οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι από πείνα. Δεν θα το πάθουμε όπως με τους Γερμανούς, είπε η κυρία Αναστασία. Θα πεθάνουμε χορτάτοι. Αγοράσαμε δώδεκα κιλά ψωμί, έξη κιλά γάλα, είκοσι κιλά ρύζι, λουκάνικα και μακαρόνια. Όλα πετάχτηκαν σε δύο εβδομάδες. Σάπισαν, γέμισαν ζωύφια, χάλασαν ή μούχλιασαν. Κι εμείς δεν πεθάναμε. Ακόμα θυμάμαι τα ελικόπτερα πάνω από τον ουρανό του Πειραιά. Ο ουρανός κρατάει τα κλειδιά και δεν υπάρχει τίποτε πέραν. Μόνο κάποια νοσταλγία, δηλαδή ασίγαστη τύψη, ένα κρίμα του νου, που σου λέει ότι ίσως θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Δεν προσπάθησες αρκετά, ακούγεται η γνωστή φωνή, ένδον. Είσαι ένοχος, παραδέξου το. Πάψε τις υπεκφυγές. Δεν μπορείς να ζεις για πάντα στον ανέφελο ουρανό της Ελλάδας και τον βαθύχρυσο παράδεισο της Ορθοδοξίας. Ανήκεις στην πτώση σου. Έχεις παραμορφωθεί. Δεν έχεις στίγματα πταισμάτων. Είσαι άμορφος. Δεν έχεις ρηματική υπόσταση. Κανένας λόγος δεν γίνεται σάρκα, εξ αιτίας σου. Εκ θανάτου εις θάνατον. Ανάγνωσμα. Μέλπω Αξιώτη, Το Σπίτι μου.
Ημέρα Δέκατη Πέμπτη. Τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται. Σε όλα τα προάστια στην άκρη της πόλης. Οι τηλεοράσεις ολολύζουν. Τους ελκύει ο φόβος, ο πανικός, τον οποίο ενσπείρουν και διασπείρουν. Οι εφησυχασμένοι αστοί θέλουν κινδυνοφιλία για να αισθανθούν απαραίτητοι, σημαντικοί και ενδιαφεροντες. Επειδή υπάρχουν, ακόμα και τα μικρόβια θέλουν να τους εξοντώσουν. Ανάμνηση που ήρθε σαν όνειρο. Πρώτη φορά στο Ηρώδειο. Καλοκαίρι 1978. Μια παράσταση του Τριστάνου και της Ιζόλδης του Βάγκνερ. Στις εννέα το βράδυ, Αύγουστος μήνας, το θέατρο γεμάτο. Στις μία το πρωί σχεδόν άδειο. Είχαμε μείνει λιγότερα από εκατό άτομα. Η μουσική μας είχε αιχμαλωτίσει, είμασταν θύματα μια δύναμης μεγαλύτερης από εμάς, εκούσια παραδομένοι στην εμπειρία που μεταμορφώνει, ακούσια αιχμαλωτισμένοι στη μαγγανεία των συμβόλων. Ανάγνωσμα. Oriana Fallaci, Letter to a child never born. Αγγλιστί και ελληνιστί.
Ημέρα Εικοστή Έκτη. Ο εγκλεισμός θα συνεχιστεί για περισσότερο από δύο εβδομάδες. Βγαίνεις έξω, κανείς δεν μιλάει, ο φόβος απτός, η ανησυχία διάχυτη. Μένουν οι ακούσιες αναμνήσεις. Πότε ήταν; Ιούλιος και Αύγουστος 1974. Αξέχαστες μέρες, υστερικές. Αφήσαμε την πόλη, κατεβήκαμε στο χωριό για να γλυτώσουμε τον πόλεμο. Μας έφαγε και πάλι ο Κεμάλ, έσκουζε η γιαγιά. Τότε συνέβη. Μετά από μια επίσκεψη στον Ερμή του Πραξιτέλη, με τον οποίο η γιαγιά μιλούσε τακτικά πρόσωπο με πρόσωπο, (πρέπει να ήταν πολύ ωραίο παιδί, βλέπεις πώς γυαλίζει το δέρμα του;) κατηφορίσαμε για τον Πύργο. Εκεί πήγαμε στο πρακτορείο εφημερίδων, το οποίο πουλούσε τα πάντα. Εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, όλη τη σειρά ΒΙΠΕΡ, μέλι, καφέ, ρούχα, πλαστικά, κάλτσες, είδη ραπτικής, βελόνες, γυαλιά ηλίου. Όλα μαζί. Δώσε στον εγγονό μου εκείνο το βαρύ βιβλίο από το πάνω πάνω ράφι, κυρ Αλέξη. Εκείνος έβαλε την σκάλα και έφερε κάτω έναν σκονισμένο τεράστιο τόμο, δερματόδετο. Ομήρου, Ιλιάδα και Οδύσσεια. Θα μου το διαβάσεις ρε μάτη, με παρακάλεσε. Το είχα δει από παλιά, μετά τον πόλεμο, και μου είπανε ότι λέει μεγάλες αλήθειες. Κάθε βράδυ μπροστά στο τζάκι της διάβαζα επεισόδια από το βιβλίο. Η πεζή μετάφραση και τα χαρακτικά του Φλάξμαν, που κοίταζε με δέος, έκαναν την ανάγνωση μια μικρή θεατρική παράσταση. Πόσες αλήθειες σε αυτό το βιβλίο… έλεγε. Καλύτερο από τη Χαλιμά. Η Ήρα δεν είναι καλή γυναίκα. Τέτοια άξιζε στον παππού σου τον αμοριασμένο. Και εκείνη η αρπαγμένη από τη Σπάρτη, μέγαιρα. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Τόσοι άντρακλες να σκοτώνονται για μια άπιστη. Τί κύριος αυτός ο βασιλιάς που παρακαλούσε να θάψει το παιδί του! Βασίλεψαν πολλά φεγγάρια έκτοτε, δεκαετίες οχληρές. Η πανδημία φέρνει στη συνείδηση αυτά που νόμιζες πως είχαν χαθεί. Ανάγνωσμα, Αρχιμανδρίτου Βασιλείου. Η Παραβολή του Ασώτου.
Ημέρα Τεσσαρακοστή Εβδόμη –ή μήπως ένατη; Η μνήμη διαλύει τον ενεστώτα χρόνο. 1975 ξανά. Ο Εξορκιστής του Φρίντμαν. Δεν υπήρχε ύπνος μετά από αυτήν την ταινία. Το σκοτάδι ήταν τρόμος. Κάθε κίνηση ήταν τρόμος. Κάθε θόρυβος, τρόμος. Μια νύχτα χτύπησε σεισμός την Κρέστενα και το κρεβάτι κουνιόταν σαν τρελό. Τετέλεσται, σκέφτηκα, έρχεται ο σατανάς να με πάρει. Πράγμα που συνέβη κατά τις τέσσερις το πρωί. Με τον δεύτερο σεισμό. Άγρυπνος πλην ανύσταχτος. Έτσι άρχισε η ανάγνωση μεγάλων βιβλίων. Μέχρι να βγει ο ήλιος και να σκορπίσει το κράτος του ζόφου. Ένα βιβλίο από την κουζίνα της γιαγιάς με έσωσε. Εκδόσεις Σαλιβέρος, 1916. Ο Ερωτόκριτος εξόρκισε τον Εξορκιστή. Ανεγνώσθη πέντε ή έξι φορές το καλοκαίρι του ʼ75. Οι στίχοι φύτευαν μέσα στον νου διαφάνεια, φως, ορίζοντα. Όλα ήταν στέρεα, όλα έπιαναν σταθερό χώρο στον κόσμο του ποιήματος και έξω από αυτόν. Αναγνώριση του συγκεκριμένου, του κεκριμένου, του διακεκριμένου. Το ποίημα εξόρκιζε σιγά σιγά τα φαντάσματα της νύχτας. Ημέρωνε τα δαιμόνια του νου. Τώρα που το σκέφτομαι, βίωσα την καθαρτήρια ουσία της τέχνης με τον Ερωτόκριτο. Ιδού, το μυστήριο της αφελούς τέχνης, κατά Σίλλερ. Grant Farred, Martin Heidegger Saved my Life.
Ημέρα Πεντηκοστή Ογδόη, όχι, όχι. Δεν μπορώ να υπολογίσω σωστά πλέον. Χάνω τον λογαριασμό. Σάββατο είναι σήμερα; Πρόσωπα λησμονημένα ανοίγουν την καταπακτή και αναπνέουν. Χρύσανθος Χρήστου, καθηγητής ιστορίας της τέχνης. Αναλύει τη ζωγραφική των ρομαντικών. Αρχίζει με τον Ζερικώ, η σχεδία της Μέδουσας, και συνεχίζει με τον Θάνατο του Σεναχερείμ του Ντελακρουά. Θα μελετήσουμε τώρα, ψιθυρίζει, τον πιο τρομακτικό πίνακα της εποχής. Και προβάλλει στην οθόνη τον Κρόνο που καταβροχθίζει τα παιδιά του. Φραγκίσκος Γκόγια. Μέσα στο σκοτάδι της αίθουσας, χειμώνα καιρό, κρύο και ανυπομονησία, όλοι παγώνουμε. Ακίνητοι, άφωνοι και αιφνιδιασμένοι. Κοιτάμε την εικόνα με τρόμο, δέος, μανία. C’est votre père que vous voyer ici, μας λέγει με άψογη ελληνική προφορά. Μιλούσε πάντα γαλλικά, όταν μας έδειχνε κάτι που τον τρόμαζε. Και συνέχισε: Et vous êtes ses victims. Έξι Δεκεμβρίου του 1978, στις οκτώ και τέταρτο το βράδυ. Έλεγε ότι η τέχνη διδάσκεται μόνο μετά τη δύση του ήλιου. Δεν έχω ξεχάσει τη μέρα και την ώρα. Χρόνια μετά διδάσκω τον ίδιο πίνακα στους δευτεροετείς των Ευρωπαϊκών σπουδών. Η φωνή του Χρήστου ακούγεται μέσα από τα χείλη μου. Μια φοιτήτρια από την Αμερική διαμαρτύρεται. Με τραυματίζει αυτός ο πίνακας, λέει. Τότε πέτυχε τον σκοπό του, απαντώ. Και αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, αποκρίνεται. Ναι, απαντώ, ιδιαίτερα σε εποχές που η τέχνη φαίνεται να μην έχει σκοπό σαν τη δική μας. Δεν είναι αληθινή αν δεν πληγώνει. Πώς μου έρχονται και μένα αυτά που λέω. Ανάγνωσμα, Joan Didion, South and West.
Ημέρα Εκατοστή Δωδεκάτη, ίσως. Ή μήπως είναι τριακοστή μέρα; Χάνω τον μπούσουλα. Βρέχει συνέχεια και μαύρα σύννεφα έρχονται και φεύγουν. Η τηλεόραση ολολύζει για νέους περιορισμούς. Ένας ακόμη νεκρός φωνάζουν. Δύο νεκροί, ίσως και τρεις. Η ψηλαφητή παρουσία μιας διάχυτης τρέλας διαλύει τα σχήματα των πραγμάτων και παραλύει τα προσχήματα των ανθρώπων. Κοιτάζεις δεξιά, αριστερά και αναρωτιέσαι πώς θα τελειώσει αυτή η περιπέτεια. Και καθώς κλείνεις τα μάτια, οι πόθοι του παρελθόντος επιστρέφουν δριμύτεροι. Σεπτέμβρης του εβδομήντα οχτώ ή του ογδόντα δύο. Τελευταία έτη αθωότητας. Κάτι έγινε μετά και γέμισα καχυποψία. Μόνος, με τον παππού και την γιαγιά. Πόσο να αντέξεις σε ένα χωριό. Μετά την συνάντησή μου με έναν Καναδό τραγουδοποιό. Το αποφάσισα. Θα πάρω τα όρη και τα δάση. Πρέπει να διαβάσω την Βίβλο ολόκληρη από την αρχή μέχρι το τέλος. Απομονώθηκα στο χωράφι, κοντά στο νεκροταφείο. Σε ένα σπιτάκι κυκλωμένο από πεύκα, κληματαριές, άνεμο και φίδια. Διάβαζα, διάβαζα, ο χρόνος καταργήθηκε, οι μέρες έφευγαν και οι νύχτες δραπέτευαν, τα αστέρια περιστρέφονταν. Πουλιά τριγύρω, αγρίμια, νυχτερίδες και το βράδυ, με το φως της λάμπας, τα φίδια στην σκεπή σέρνονταν στριφογυριστά γύρω από τις ξυλοδεσιές της σκεπής και κοίταζαν με απορία. Αν τους βάλεις ένα πιάτο γάλα στη γωνία θα σε αφήσουν ήσυχο, είχε νουθετήσει ο παππούς. Είναι αγαθά σπιτόφιδα. Έπιναν το γάλα και με περιεργάζονταν. Σέρνονταν δίπλα μου, έμπαιναν στις σελίδες του βιβλίου, ανέβαιναν να κοιμηθούν κάτω από τα κεραμίδια. Τρεις μέρες πέρασαν, τέσσερις, πέντε, μια εβδομάδα ολόκληρη. Το τελευταίο βιβλίο των Εβδομήκοντα, Βηλ και Δράκων. Όταν έφτασα στο τέλος, έπεσα σε ύπνο βαθύ, σε βύθιση άγρια. Σαν ξύπνησα ήταν οι δικοί μου εκεί, δεν έφαγες τίποτε εδώ πάνω, είπε η γιαγιά. Τι διάβασες στο βιβλίο του Θεού. Δεν θυμάμαι τι απάντησα. Ψέλλιζα, δεν είχα πλέον φωνή, είχα ξεμάθει τη γλώσσα. Καταιγίδα ξέσπασε το βράδυ εκείνο. Καθώς κοιτούσα τους κεραυνούς από το παράθυρο, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο μικρό χαγιάτι. Βράχηκα ως το κόκκαλο. Κάτω από το αστροπελέκια, άκουγα φωνές που ψιθυρίζανε, η αύρα του Θεού, ειρήνη, γαλήνη. Ήταν η φωνή του προφήτη Ιεζεκιήλ: και εγέγραπτο εις αυτήν θρήνος και μέλος και ουαί. Αυτό μου έμεινε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Το μέλος και το ουαί. Ούτε καταιγίδα, ούτε σεισμός, ούτε φωτιά, φωνή αύρας λεπτής, κακεί Κύριος, παντού και πάντα. Υπάρχει κάτι χαλασμένο σε όλους μας, έλεγε ο παππούς. Δεν ξεχνάω τι έγινε στη Μικρά Ασία. Μαγικές μέρες, νύχτες πορφυρές. Τόσος καιρό μετά επανέρχονται αναπόδραστες και εξαντλητικές στην άλλη πλευρά της υδρογείου στο Σύδνεϋ. Τι θυμάται ο άνθρωπος. Όλα τα εμά μεθ’ εαυτού φέρω, όπως διαβάζαμε στο λατινικό αναγνωστικό. Ανάγνωσμα. Kakuzo Okakura, The Book of Tea.
Ημέρα Εκατοστή. Καθώς περπατάς στους έρημους δρόμους, το παλίμψηστο της μνήμης ανασύρει παιγνίδια απροσδόκητα. Είναι σαν να βλέπω ολοζώντανο και ανάγλυφο τον παλιό μου καθηγητή. Πανεπιστήμιο Αθηνών 1978. Ευθύμιος Αντώναρος. Καθηγητής Λατινικών. Εκ Πειραιώς ορμώμενος. Έκανε αστεία στα λατινικά κι έπρεπε να γελάμε. Προφορικές εξετάσεις γιατί δεν του άρεσαν τα διορθώματα. Άρχισα την απαγγελία των πρώτων στίχων του Βιργίλιου και άρχισα να τσευδίζω γύρω στον στίχο πενήντα. Δεν μπορείτε, αγαπητέ μου κύριε, να αποστηθίσετε το πρώτο και το έκτο βιβλίο της Αινειάδος; Δηλαδή τι είναι χίλιοι εξακόσιοι πενήντα οκτώ στίχοι λατινικών; Σισσύφειον έργον; Και νομίζετε ότι θα αποφοιτήσετε χωρίς αυτήν τη θεμελιώδη γνώση; Πόσο αστείος είστε! Ελάτε ξανά τον Σεπτέμβριο. Είχε τόσο δίκιο. Όλα τα χάσματα του νου και τα κενά της σκέψης μου οφείλονται στο ότι δεν μπόρεσα να αποστηθίσω το πρώτο και το έκτο βιβλίο της Αινειάδας. Τώρα το βλέπω καθαρά. Δεν αποκτήσαμε ποτέ την αφηγηματική συνοχή που θα έδινε στο χάος του νου μας, ορίζοντες και άξονες. Από την παιδεία και την παίδευσή μας έλειπε ο Βιργίλιος. Η αγωνία του να ολοκληρώσει τον μύθο, να θεσμίσει την ίδρυση της πόλης, να ολοκληρώσει τη στιχουργία. Νεφώσεις παντού σήμερα. Βρέχει συνέχεια και αποθαρρυντικά. Ανάγνωσμα. Miklos Radnoti, Camp Notebook.
Ημέρα Εκατοστή Τρίτη. Δεν θα τελειώσει εύκολα και σύντομα η απομόνωση. Κανένας δεν θέλει να μιλάει στον άλλον πλέον. Τα πιο παράδοξα μηνύματα έρχονται στο τηλέφωνο και προσπαθείς να κατανοήσεις από ποιόν. Στους δρόμους βράζει ένα κύμα αντίδρασης. Ένας πίνακας του Ντε Κίρικο παντού τριγύρω. Το μυστήριο και η μελαγχολία ενός δρόμου. Κάποιες μέρες μετασχηματίζεται στον ρευστό χώρο του Σαλβαδόρ Νταλί. Κι εμείς περπατάμε μέσα τους σαν ασώματες φιγούρες, κινήματα του καπνού, διανέματα. Θυμάμαι έναν άλλο καθηγητή, στο πρώτο έτος σπουδών στο Αθήνησι. Αριστόξενος Σκιαδάς, σήμερα ξεχασμένος, αλλά μας κρατούσε όλους μαγεμένους όταν διάβαζε και ανέλυε αρχαϊκή λυρική ποίηση. Αυτός ο στίχος της Σαπφούς, μας είπε κάποτε, θυμίζει τον τεράστιο στίχο του Σολωμού, Νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια. Κάποιος φοιτητής γέλασε μυκτηρίζοντας. Ο Σκιαδάς οργισμένος αφήνει την έδρα και κατεβαίνει στα πρώτα έδρανα στο Αμφιθέατρο Παπαρρηγοπούλου και αρχίζει να φωνάζει προς πάσαν κατεύθυνση: Γενεά βαρβάρων και φιλισταίων. Γενεά αμούσων και αλάλων. Θα φέρετε τον Χίτλερ στην εξουσία πάλι και θα γελάτε χαρούμενοι και ανεύθυνοι. Μείναμε όλοι άφωνοι από τη δύναμη της καταγγελίας. Ανάγνωσμα. Marcel Proust, Chardin and Rembrandt.
Ημέρα κάποια, τέλος πάντων. Πού πήγαν οι άλλες μέρες, οι μεταξύ; Βγήκε ο ήλιος. Μέσα Αυγούστου. Μέσα χειμώνα στους αντίποδες. Άλλη ανάμνηση, ακούσια και απροσδόκητη. Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νομική Σχολή, 1976. Γεμάτο αμφιθέατρο. Διάλεξη από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ. Μιλάει, για δυο ώρες, sur la liberté. Δεν καταλαβαίνω λέξη. Μιλάει ασταμάτητα χωρίς παύσεις. Δίπλα του ένας μεγάλος καθηγητής, παραδίπλα του μια νεαρά φιλόσοφος. Κύριε καθηγητά, φωνάζει κάποιος στα γαλλικά, χρειαζόμαστε μετάφραση. Δεν μιλάω ελληνικά, κύριέ μου, απαντάει ο φιλόσοφος. Ο κόσμος είναι τόσο πυκνός γύρω του και εκείνος τόσο κοντός, που δεν κατόρθωσα να τον δω. Άκουγα μόνο τη φωνή του. Ζαλισμένος έφυγα από τη Νομική και κατηφόρισα στην Ομόνοια και τον ηλεκτρικό. Πώς ήταν ο Σάρτρ, ρώτησε η κυρία Αναστασία. Δεν κατόρθωσα να τον δω αλλά τα έλεγε ωραία, απ’ όσα κατάλαβα. Και για τι μιλούσε;. Κάτι για την ελευθερία. Α, ναι, απαντά καπνίζοντας και λύνοντας σταυρόλεξα. Αυτά τα ξέρουν πολύ καλά οι Γάλλοι. Να δίνεις μεγάλη προσοχή στα λεγόμενά τους. Τι διάβασα σήμερα; Περπατούσα άσκοπα μια μέρα σε δρόμο του Σύδνεϋ και το βρήκα μπροστά μου. Πρώτη έκδοση 1938. Δημήτρη Ψαθά, Η Θέμις έχει κέφια.
Ημέρα Εκατόν Τριακοστή Τετάρτη. Ο αναγκαστικός εγκλεισμός θα συνεχιστεί για δυο ακόμη εβδομάδες. Ανάμνηση πρώτη. Ένα ποίημα, Σχολείο, πανηγυρισμοί για την Παλιγγενεσία. Επτά χρονώ. Παρουσιάζω το ποίημα του Σολωμού «Στην καταστροφή των Ψαρών». Μετά τον πρώτο στίχο, κομπιάζω, σταματώ, πανικοβάλλομαι. Δεν θυμάμαι τους υπόλοιπους έξι στίχους. Τρέχω κάτω από την εξέδρα και καταφεύγω στο μεγάλο δάσος που αγκάλιαζε το μαρμαρόκτιστο σχολείο της Κρέστενας. Θρηνώ και οδύρομαι γεμάτος ντροπή για την αποτυχία μου. Ξαφνικά εμφανίζεται η γιαγιά με μια φέτα ψωμί με λάδι και πασπαλισμένο με ζάχαρη. Κάνουν καλό στο θυμητικό, μου λέει, η ζάχαρη και το λάδι. Albert Camus, Lettres à un ami allemande.
Κάποια μέρα τέλος πάντων, από τους μήνες της ακινησίας. Τελικά, αναθυμούμενος, αναγνωρίζεις τις οφειλές και τα χρέη σου. Απ’ ό,τι φαίνεται είναι Σολωμός παντού και πάντα. Περίεργο. Είχα γράψει μια εκτενή μελέτη αποδίδοντας όλες τις κακοδαιμονίες του νεοελληνικού φαντασιακού στην αποσπασματικότητα και τον γερμανόπληκτο ρομαντισμό του. Και να που στον νου μου διαφαίνεται παντού, παρών ακόμα και εν τη απουσία του. Πόσες φορές δεν χρησιμοποίησα το altra cosa για να ανοίξω το μυαλό στην πολυεστιακότητα του είναι; Η σιωπή των ημερών σε κάνει να αναθεωρήσεις τις μεγάλες σου βεβαιότητες. Ο χρόνος επιβραδύνεται, ο χώρος επιμηκύνεται και ξάφνου εκεί που νόμιζες ότι είχες επιβάλει μια κάποια συμμετρία και είχες βρει ένα σταθερό κέντρο, όλα αποσυντίθενται και οι εικόνες που νόμιζες ότι έσπασες, κατά τη διάρκεια της προσωπικής σου εικονομαχίας, χαμογελούν κυρίαρχες, ανέγγιχτες και απόρθητες. Κάνουν κατοχή του νου σου και αρχίζουν να σου μουρμουρίζουν σαν τύψεις καταλυτικές: Θα γίνεις αυτός που δεν θέλησες ποτέ να είσαι. Θα πας εκεί που δεν θέλησες ποτέ να περπατήσεις. Θα ομολογήσεις όλα όσα απέρριψες και απαρνήθηκες με πάθος. Διαβάζω. C.S. Lewis, A Grief Observed.
Τελευταία μέρα εγκλεισμού. Freedom Day. Οκτωβρίου 21. Πότε πέρασε τόσος καιρός; Σχεδόν τέσσερις μήνες. Απολογισμός. Οι δρόμοι γέμισαν φωνές και κίνηση. Τα κτίρια φωταγωγήθηκαν. Οι ουρανοί γέμισαν αεροπλάνα. Το ασύνταχτο και γόνιμο πανδαιμόνιo της ζωής ξεχύνεται ακατανίκητο και εκκωφαντικό. Και μέσα από όλα αυτά η αράχνη του θανάτου πλέκει τον ιστό της, μας παγιδεύει, θολώνει τους ορίζοντες, σφραγίζει τα μυστικά. Εκεί που υπήρχε γαλήνη και ηρεμία και επίγνωση κατακτάει τα πάντα η απουσία, η μοναξιά, ο αποχωρισμός. Μέρες απολογισμού και απολογίας, εξαγοράς όπως έλεγαν εκείνοι οι πρώτοι, οι της οδού. Ανάγνωση: André Gorz, Letter to D, A Love Story. Αγγλιστί και γαλλιστί. Μια προφητεία για όλα όσα έμελλε να ακολουθήσουν.

