Όταν τους είπα, βάλτε νερό στις στάμνες, πού να ’ξερα πως εκστασιασμένοι θα φώναζαν Θαύμα, Θαύμα. Εγώ ήθελα απλώς τα υπολείμματα στο μέσα μέρος, εκεί στο ανακάτωμα με το νερό κάτι να μοιάζει λίγο ως πολύ με το κρασί. Άλλωστε κι έτσι μεθυσμένοι καθώς ήταν, πώς να ʼβλεπαν τη διαφορά.
Και να ’ταν μόνο αυτό;
Είχε να βάλει νερό στα μάτια και το πρόσωπο κάποιες δεκαετίες. Καλά, υπερβάλλω λίγο. Έλα δω κοντά μου, τον εφώναξα και τον έπλενα με νερό θαλασσινό, είχε σχεδόν γίνει μεσημέρι. Ανάβλεψε και να τους έβλεπες όλους πώς έτρεχαν να μου αγγίξουν τον χιτώνα και να μου φιλήσουν τ’ ακροδάχτυλα.
Αμ το άλλο; Με φώναξαν στη πόλη των Γαδαρηνών, γιατί ένας δαιμονισμένος τρόμαζε τον κόσμο, ιδιαίτερα κάτι αλαφροΐσκιωτοι έτρεμαν στην παρουσία του κι έτρεχαν μακριά.
Καθώς τον πλησίασα ήσυχα, ο άνθρωπος ηρέμησε κι άρχισαν τότε αυτοί, πιο πολύ απ’ τον κατηγορούμενο, όλοι σας λέω, όλοι, σαν τρελοί άρχισαν να ουρλιάζουν από χαρά, από έκσταση, πού να ξέρω, τόσο πολύ παιδευόντουσαν ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά, έτσι που από μια μάντρα δίπλα, δεκάδες χοίροι αλαφιασμένοι πήραν να τρέχουν μακριά από την τρέλα των ανθρώπων. Ποδοπατώντας ο ένας τον άλλο μες την οχλοβοή, ένας ένας χάθηκαν μες στους γκρεμούς.
Και με απόδιωξαν όξω της πόλεως, έτσι καθαρά το λέει το ευαγγέλιο, με απόδιωξαν όξω της πόλεως Γαδαρηνών, γιατί λέει σκότωσα τα γουρούνια τους.
Τι να έκανα κι εγώ, έφυγα ντροπιασμένος, όμως εκείνοι πίσω μου (έμαθα αργότερα) λέγαν πως το κακό έγινε καθώς βγάζοντας τα δαιμόνια από τον ταλαίπωρο εκείνο, τα ’ριξα στους χοίρους, καθώς είναι σ’ όλους γνωστό πως τα δαιμόνια δεν πεθαίνουν ποτέ,
σκήνωμα είναι που αλλάζουν. Αθάνατα κι αυτά καθώς οι Θεοί. Έτσι έλεγαν και δόξαζαν το όνομά μου .
Ύστερα είπαν καταράστηκα μια συκιά γιατί καρπό κανένα, κι αυτή αυτοστιγμεί μαράθηκε. Στεναχωρέθηκα να λεν τέτοια πράματα για μένα, μα αυτοί το έβλεπαν και τούτο –που μα τον Θεό δεν έγινε ποτέ– απόδειξη της ισχυρής και θεϊκής καταγωγής μου.
Πήρα κι εγώ τ’ απάνω μου και το ’ριξα στις πλάκες. Βλέπετε τον ναό αυτό; Θα τον χαλάσω, μα σε τρεις μέρες μπορώ να τον ξανακτίσω.
Και το άλλο; Το «άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει»; «Λάζαρε δεύρο έξω»; Αυτό ούτε εγώ κατάλαβα καλά καλά πώς έγινε.
Με εκείνα και με τούτα άρχισαν να διαδίδονται τα απίστευτα για μένα. Έκανα αυτό, έκανα το άλλο. Ήλθαν και με περιτριγύρισαν οι μαθητές μου, άρχισα κι εγώ αλλιώς πια να με βλέπω. Αμήν αμήν λέγω υμίν «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν» κι ακόμα « Εί ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως… οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Και τα λοιπά και τα λοιπά.
Με κείνα και με τούτα θορυβήθηκαν οι ιερείς, πρώτα αυτοί. Ναι, ακούς εκεί να επιχειρεί αυτός να ’ναι εκ του Θεού, κι όχι εμείς που ξημεροβραδιαζόμαστε στους ναούς πιστά τα Θεία υπηρετώντας.
Έβαλαν τότε τους Ρωμαίους να με συλλάβουν. Όπερ και εγένετο.
Φοβήθηκα. Βγήκα στο όρος και προσευχήθηκα. Βρήκα τη δύναμη και μίλησα στους μαθητές μου. Πήρα τη μοίρα μου στα χέρια μου. Ανέλαβα με λίγα λόγια τις ύψιστες ευθύνες μου. Δεν θα λιποψυχούσα μπροστά σ’ αυτούς τους παλιάνθρωπους. Ιερείς να σου πετύχουν! Στην αγυρτεία, στην κλεψιά πρώτοι. Οι μπαγαπόντηδες. Μη λάχει και βρεθούν στον δρόμο σας. Αλλάξτε αμέσως μονοπάτι.
Θέλουν λοιπόν να με κρεμάσουν; Ας το κάνουν, θέλουν να με σταυρώσουν; Το ίδιο.
Μόνο τη μαύρη μου τη μάνα σκεφτόμουν, να με δει ψυχορραγούντα πάνω στον σταυρό. Όπως και έγινε. Να κτυπιέται, ωσάν της παίρνουν το τέκνο ή δαμάλα, να σκίζει τα στήθια της όπου με βύζαξαν γάλα, και γύρω τριγύρω μεθυσμένοι στρατιώτες να περιγελούν και να φτύνουν. Να βρίζουν και να κορυβαντιούν, σαν να βρίσκονταν σε ταβέρνα ή χαμαιτυπείο.
Να μην τα πολυλογώ γιατί η ιστορία έχει βάθος ή και τώρα μόλις αρχίζει, εξέπνευσα πάνω στον σταυρό.
Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί! Θεέ μου θεέ μου, γιατί με εγκατέλιπες. Και παρέδωκα το πνεύμα.
Απ’ εκεί και μπρος τίποτα δεν θυμάμαι. Μόνο πως την τρίτη ημέρα, κατά τα γραφάς, άστραψε φως και βρέθηκα αίφνης έξω του τύμβου.
Τι ήταν αυτό; Πώς έγινε; Μου εφάνη δε πως και μια καλλονή καθότανε δεξιά του τάφου όταν εγώ βαριά τραυματισμένος έστεργα μακριά.
Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Σείστηκε το σύμπαν. Άλλοι λέγανε πως οι μαθητές μου έκλεψαν το σώμα μου και πως ιδού, αναστήθηκε, σας το λέγαμε εμείς πως Υιός του Θεού εστί, ξεχνώντας πως όταν με σταύρωσαν και υπέφερα πάνω στον σταυρό, αυτοί λάκισαν δεξιά αριστερά, δεν με ήξεραν, ουκ οίδα τον άνθρωπο, δεν άκουσαν καν ποτέ το όνομά μου και άλλα φαιδρά οι Θεομπαίχτες, που δεν αντέχω ούτε να τα σκέφτομαι.
Σηκώθηκα, λοιπόν. Στάθηκα. Ανέστηκα. Τελεία και παύλα. Ήμουνα αυτός που αναζητούσα. Που αναζητούσα ή αναζητούσαν, ποια η διαφορά;
Για λίγο καιρό μετά χάθηκα στα μέρη που ήξερα καλύτερα, έπρεπε να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Αυτοί, σκεφτόμουν, θα ξανάρθουν, Θεός Ξηθεός εγώ μόνο ξέρω τον πόνο που τράβηξα.
Κι αν στ’ αλήθεια Θεός –αφού αναστήθηκα, δεν μπορεί να υπάρχει άλλη εξήγηση– τι έπρεπε να κάνω τώρα; Μάζεψα τους μαθητές, τους τα είπα ένα χεράκι, και «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη». Δεν μπορούσα, αντιλαμβάνεστε, μετά από ένα τέτοιο γεγονός να αποστώ των ευθυνών μου.
Τους μετέθεσα όλη την ευθύνη να πουν εις πάντα τα έθνη όλη την αλήθεια (καλά, είπα και κάποια πράγματα κατ’ ιδίαν και μεταξύ μας στον Θωμά, τον πιο πονηρό απ’ όλους τους μαθητές μου, πράγματα δηλαδή που δεν είναι της ώρας) και απήλθα να συλλογιστώ. Και πάλι μόνος.
Θα ξανάλθουν αυτοί . Και τώρα δεν θα είναι όπως πριν. Να δούμε τι έχουν στο νου τους να μου κάνουν οι καταραμένοι.
Με κείνα και με τούτα την πήρα την απόφαση. Μπήκα μια νύχτα σε ένα καραβάκι και απέπλευσα.
Στην Κύπρο την αέρινη είναι που έφτασα; Τη μακαρία τη γη; Ή μήπως στην Ασία απέναντι, όπου «Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των, γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί».
Τι να ’κανα άλλο στη Γαλιλαία. Γέμει τώρα εχθρών αβυσσαλέων. Ως και τα νεογνά των εχθρών απέναντι, συντρίβουν επί πέτρας Βαβυλών. Τι άλλο να ’κανα εκεί.
Εδώ. Απ’ τους ανθρώπους μακριά τόσο καλά. Απ’ τους ανθρώπους όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά.
❧
ΕΜΠΑΙΝΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ
Έμπαιναν από παντού.
Με σηκωμένο τρίχωμα έμπαιναν από τις χαραμάδες.
Έμπαιναν κάτω απ’ τις πόρτες, τα σφαλιστά παράθυρα.
Με αναπεπταμένες κεραίες
έμπαιναν αργά.
Σταθερά έπαιρναν θέση στην κουζίνα, στα υπνοδωμάτια, στις σκάλες.
Από τα ξαφνικά ραγίσματα στους τοίχους.
Τώρα κάτω απ’ τα κρεβάτια μας, στο πάτωμα.
Τα άκουα στην οροφή με ακατάληπτα λόγια,
κάτι σε γλώσσα δική τους να απεργάζονται.
Μιλιούνια δίποδα, τρίποδα και με τις τεθλασμένες κεφαλές,
με ματωμένες σιαγόνες κρυφά γελούσαν που μας έπιασαν στα πράσα.
Τώρα κατοικούν το σώμα μας.
Είμαστε εμείς, σας λέω.
Πρωί πρωί θα τα ακούσετε όλοι στις ειδήσεις.
Όσοι θα έχουμε απομείνει δηλαδή.
Γιατί δεν γίνεται.
Όλη η γειτονιά είναι που αναδεύεται.
Το λίγο που κατάφερα να δω από το παράθυρο, όλη η πόλη μουρμουρίζει ακατάληπτα λόγια.
❧
TΟΝ ΣΚΟΤΩΣΕ
Το ότι ο Αχιλλέας ήταν δυνατός πολύ, το ξέρουν όλοι.
Ήταν επίσης γνωστό πως και οι Θεοί ήταν με το μέρος του.
Αλειμμένος με μύρο Θεϊκό
απ’ άκρη σε άκρη
μην και τον νικήσει ποτέ κανείς.
Αυτός λοιπόν είναι που σκότωσε και τον μεγάλο, τι λέω,
τον παμμέγιστο Έκτορα.
Αυτό το μεγαθηρίο.
Τον τόνο να προσέξετε εδώ.
Τον έσυρε γυμνό μπροστά στους Αχαιούς.
Και εκεί που εκραύγαζαν αρειμανίως, μια σιωπή ερχόταν ράθυμα πάνω από το πλήθος των στρατιωτών.
Το ωραίο γυμνό σώμα του Έκτορα,
και όχι ο πολύς Αχιλλέας,
ήτανε το θέμα τώρα.
Σιωπηλά εξέταζαν τους ώμους,
τους μυς που έστεκαν ακόμα δυνατοί στα χέρια, στους μηρούς, στα στήθη.
Προ πάντων στα στήθη του Έκτορα.
Περιεργάζοντο σιωπηλοί το ωραίο σώμα.
Και γύριζαν κάπως και λίγο ντροπιασμένοι να φύγουν μακριά.
Στη μνήμη τους κρατώντας τα στήθη,
μα και τα διάσελα, αυτού του ωραίου.
Η σκηνή διέλαθε απ’ τη ματιά του Ομήρου, μα πώς;
Εμ βέβαια, αφού κι αυτός των Αχαιών ήτανε παιδί,
κι όχι πως ήτανε λέει τυφλός.
Αν ήταν τυφλός πώς ήξερε τόσα πολλά για την Ελένη.

