© Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Χριστίνα Αθηνοδώρου

Είναι ξεπερασμένο το να αναφερόμαστε σε «σχολές» ή σε «ρεύματα»

Η σύγχρονη μουσική γίνεται ολοένα και πιο γνωστή στις χώρες μας ως μια από τις πολλές επιλογές που υπάρχουν: επιλογή ενασχόλησης, έκφρασης, ακρόασης. Αντλεί πληροφόρηση και γνώση από τα μεγάλα αστικά κέντρα, Παρίσι, Βερολίνο, Λονδίνο, Βιέννη, Νέα Υόρκη, Άμστερνταμ κ.λπ. Ωστόσο, θα έλεγα ότι η σύγχρονη μουσική δεν πηγάζει απαραίτητα μόνο από εκεί, αφού λαμβάνονται αξιόλογες πρωτοβουλίες και έξω από αυτά τα κέντρα. Το δούναι και λαβείν στις τέχνες είναι σημαντικό και γι’ αυτό χρειάζονται ακόμη περισσότερες ευκαιρίες εκπροσώπησης, ευκαιρίες προβολής του μουσικού έργου πέρα από τα σύνορα του ελληνικού χώρου. Σε αυτό συμβάλλουν οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, περισσότερο ίσως από τις κρατικές. Γενικά τα κράτη μας μπορούν να γίνουν πιο τολμηρά ως προς την υιοθέτηση σοβαρής πολιτιστικής πολιτικής και ανάπτυξης. Παράλληλα, τα δημιουργικά επαγγέλματα χρειάζονται κατοχύρωση, αναγνώριση και ουσιαστική στήριξη. Στην Ελλάδα και στην Κύπρο είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορείς να ζήσεις μόνο από τη σύνθεση μουσικής, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να δραστηριοποιείσαι και αλλού για να εργάζεσαι όπως αγαπάς, κάτι που προσωπικά κάνω συνειδητά, και το οποίο θέλει κόπο. Δηλαδή το ότι ακροβατείς πορευόμενος/-η, είναι κάτι δεδομένο. Αυτό ισχύει ό,τι και να κάνεις, όποιος και αν είσαι.

Ως Έλληνες/Ελληνίδες συνθέτες/-τριες (συμπεριλαμβάνω και τους Ελληνοκύπριους/-ες) μπορούμε να απολαμβάνουμε τον πλούτο της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, ενδεχομένως με μεγαλύτερη ευκολία και αμεσότητα σήμερα σε σχέση με πριν, λόγω της τεχνολογίας, της ψηφιοποίησης αρχείων, της διοργάνωσης εκδηλώσεων, της ευκολότερης διακίνησης κ.λπ. Υπάρχει και ευθύνη για αυτή την κληρονομιά, χωρίς αυτό να πρέπει κατ’ ανάγκην να γίνεται περιοριστικό ή αποπνιχτικό. Εξάλλου είναι ξεπερασμένο το να αναφερόμαστε σε «σχολές» ή σε «ρεύματα», αφού την καλλιτεχνική μας ταυτότητα δεν τη χαρακτηρίζει μόνο η εθνικότητά μας ούτε και μόνο τα στοιχεία που τυχαίνει να έχουμε κοινά με άλλους στη δουλειά μας. Άλλωστε σήμερα μπορεί κανείς να φτιάξει το δικό του μωσαϊκό μόρφωσης και συνεργασιών και να παραγάγει κάτι ουσιαστικό με τις επιλογές του, αν προσέξει. Έτσι ενδυναμώνεται ο ρόλος που διαδραματίζει σήμερα η σύγχρονη μουσική και γενικότερα οι τέχνες, στην Ελλάδα: το να κάνει ακουστή την παρουσία της ποίησης. Αυτής που φτιάχνεται σήμερα. Της ποίησης με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή της πολυεπίπεδης εμπειρίας που καθηλώνει και ταυτόχρονα απελευθερώνει το είναι μας, που ενεργοποιεί τη συνείδηση και, βαθύτερα, την καρδιά μας, και η οποία είναι εξαιρετικά αναγκαία για την ύπαρξή μας.

Αν και υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα προόδου στον τομέα της μουσικής παιδείας, όπως προγράμματα ανάπτυξης νέων ταλέντων, μουσικά σχολεία, συμφωνικές ορχήστρες νέων κλπ, σίγουρα θα μπορούσε να ενισχυθεί περισσότερο η εξειδικευμένη εκπαίδευση προ πανεπιστημιακού-ανώτατου επιπέδου, και η σπουδή της σύγχρονης μουσικής στο πλαίσιο προπτυχιακών προγραμμάτων ή/και ωδείων. Περαιτέρω διευθετήσεις μόνιμων συνεργασιών μεταξύ τμημάτων μουσικών σπουδών και φορέων (ορχήστρες, φεστιβάλ κ.λπ.), όπως λ.χ. η πρόσφατη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του Κονσερβατορίου του Παρισιού και της Γαλλικής Ραδιοφωνίας, αλλά και η δημιουργία ευκαιριών από τους φορείς αυτούς και από την πολιτεία, μπορούν να βοηθήσουν τους λιγότερο ή και καθόλου έμπειρους στον επαγγελματικό χώρο μουσικούς και αποφοίτους να ενταχθούν ομαλά σε αυτόν, να λάβουν και να προσφέρουν. Και σίγουρα, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος, γεννούν τρομερά επιδέξια παιδιά με δυνατότητες να φτιάξουν απίθανα πράγματα. Έτσι, φαίνεται ότι είναι απαραίτητο να εγκύπτουμε από πολύ νωρίς στην ενημέρωση γονέων και παιδιών για την επίδραση και τα πολλαπλά οφέλη της μουσικής στην ανάπτυξη του ανθρώπου και στην ένταξή του στην κοινωνία.

Τώρα, το 2022, που είμαστε στον απόηχο της σκληρής διετίας με τον ιό, κι ενώ οι δυσάρεστες ειδήσεις συνεχίζουν να μας κατακλύζουν, τώρα είναι που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη την υπενθύμιση τη ποίησης, της ποιητικότητας. Και καλλιτέχνες και κοινό. Και υπάρχει κοινό. Ναι μεν η σύγχρονη μουσική δεν είναι στο κυρίαρχο ρεύμα ούτε στο πιο εμπορικό, και χρειάζεται πάντα καλύτερη διαφήμιση, αλλά η εμπειρία της σίγουρα έχει μεταμορφωτική δύναμη. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ανακαλύπτουν τη μοναδικότητα της ζωντανής συναυλίας, ότι τους ενδυναμώνει ή τους αφυπνίζει η γνωριμία με μουσικά έργα –κάποια από τα οποία παίζονται πρώτη φορά–, ότι τους ενθουσιάζει η γνωριμία με μουσικούς που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην εκμάθηση ενός οργάνου ή στη σύνθεση, που μόχθησαν χρόνια για να προσπαθήσουν να προσφέρουν λίγα λεπτά ποίησης στον κόσμο, όποια και αν είναι η μέθοδος ή τα εργαλεία τους. Προσωπικά, έχω κατά καιρούς σταθεί στο έργο πολλών ανθρώπων διαφόρων τεχνών. Κάποιοι από αυτούς είναι ο Προκόφιεφ, ο Πουλένκ, ο Ντεμπυσσύ, ο Μουσόρσκι. H Κασσιανή η υμνογράφος, ο Ρωμανός ο Μελωδός. Ο Περσέλ και ο Μπαχ. Ο Γκριζέ, ο Λερού, ο Ραντουλέσκου, ο Ντονατόνι. Ο Κλάιμπερ, ο Τσουνγκ, ο Σάλονεν. Ο Καντίνσκι, η Πίνα Μπάους, ο Νουρέγιεφ… Αγαπώ το διάβασμα. Όμως έχω σταθεί και στο έργο ανθρώπων εκτός τεχνών και γραμμάτων. Θαυμάζω τους ανθρώπους που επιτελούν ένα έργο με ευαισθησία, γνώση, ταπεινότητα, επιμονή και συνέπεια.

Η μουσική είναι σχέση Ζωής. Γράφω κυρίως για όργανα, φωνές, για διάφορους συνδυασμούς. Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη στη συμφωνική μουσική και στην όπερα. Όπως και στη σύνθεση μουσικής για χορό. Οπότε, με απασχολούν θέματα νέων μορφών και σημερινών προσεγγίσεων των πιο πάνω. Είναι ζωντανά κεφάλαια της μουσικής και πολύ συναρπαστικά! Η συμφωνική ορχήστρα είναι μια αγκαλιά μεγάλη. Απαιτητική και ενίοτε ευέξαπτη, σαν τη θάλασσα, πάντα ένας τροχός που γυρίζει και που παράγει ασύλληπτη ενέργεια. Πώς να τη θεωρήσεις ξεπερασμένη; Το ίδιο και η όπερα, η οποία θρέφεται για αιώνες από το αρχαίο ελληνικό μας θέατρο και που μέσα από τη ματιά σύγχρονων δημιουργών, ανασκευάζεται, εμπλουτίζεται, συνεχίζεται.

Επίσης, όταν αισθανθώ ότι ένα ποίημα μου δίνει «χώρο» να το ταιριάξω με ήχο, χωρίς να το χαλάσω ή να το βαρυφορτώσω άσκοπα, το επιχειρώ. Ψάχνω πολύ για να βρω το «σωστό» κείμενο, αν και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου υπάρχει μια «εκ γενετής» άρρηκτη ενότητα μεταξύ κειμένου και ήχου, είτε το έγραψε άλλος είτε εγώ. Το βίωσα ιδιαιτέρως στην εφηβεία μου με τις δεκάδες τραγούδια που σκάρωσα και τα οποία σταδιακά μού δίδαξαν ότι το τρίλεπτο μπορεί να πλατύνει, να απλώσει, να γίνει μέχρι και όπερα. Γι’ αυτό στην πορεία ασχολήθηκα αβίαστα με τη συγγραφή και το συνταίριασμα κειμένων για μουσικά μου έργα σε πιο μεγάλες φόρμες. Πολλοί συνθέτες π.χ. ο Πουλένκ, o Βάγκνερ βέβαια, και στη σύγχρονη εποχή η Ούνσουκ Τσιν κ.λπ., είτε μόνοι τους ή σε συνεργασία με άλλους, έγραψαν κείμενο. Έχω γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά με τη συγγραφή λιμπρέτο και αυτό είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον. Θα ήταν ωραίο να δούμε να γράφονται στην ελληνική γλώσσα νέα λιμπρέτι, στα οποία να δοθεί σημασία και στον ήχο της γλώσσας μας, στο πώς τα λόγια ακούγονται και σε «ξένα» αυτιά, χωρίς να γίνονται εκπτώσεις στην ποιότητα του λόγου ή του περιεχομένου.

Κι επειδή γίνεται παντού λόγος για τη χρήση της τεχνολογίας, αξίζει να διευκρινιστεί ότι τα ηλεκτρονικά μέσα αποτελούν εργαλεία πρωταρχικής σημασίας για κάποιους συνθέτες, για άλλους δευτερεύουσας, και για άλλους είναι ανεξερεύνητο ή όχι ενδιαφέρον πεδίο. Tο «λεξιλόγιο» της ενόργανης και φωνητικής σύνθεσης συνεχίζει να εμπλουτίζεται ή να αναθεωρείται, με ή χωρίς ηλεκτρονικά. Προχωράμε στη διαφορετική κατανόηση παλαιότερων και στη δημιουργία νέων συνδυασμών π.χ. μέσα από τη διεύρυνση των τεχνικών των οργάνων, επεξεργαζόμαστε τον τομέα της οπερατικής γραφής, τις συνέργειες μεταξύ τεχνών κ.λπ.

Ακριβώς γι’ αυτό επιβάλλεται να μην ομογενοποιούμαστε ως δημιουργικοί άνθρωποι, να ενεργοποιούμε τη μοναδικότητά μας ο καθένας και να μην ξεχνάμε πόσο σημαντική είναι η ελευθερία μας να επιλέγουμε τα στοιχεία και τα μέσα με τα οποία θα κτίσουμε το έργο μας, το οποίο, ως καρπός μιας καθόλου εύκολης ψυχoσωματικής διεργασίας, μπορεί να αποτελεί ευεργεσία και προσφορά ταυτόχρονα. Είναι καλό να είμαστε ανοιχτοί, αλλά και προσεκτικοί, ειδικά στο πάντρεμα τεχνών στο οποίο ανέκαθεν υπήρξε δύσκολη η εξισορρόπηση νοήματος, αισθητικής και πληροφορίας. Μου αρέσει όταν αυτό επιτυγχάνεται με καλαισθησία και όταν γίνεται καλό φιλτράρισμα των ιδεών των εμπλεκόμενων καλλιτεχνών. Εξάλλου, η μουσική πλέον δε συνδυάζεται μόνο με άλλες τέχνες, αλλά και με επιστήμες. Ο καθένας έχει να μάθει κάτι από τον άλλο.

Βασικό μέλημά μου, σε σχέση με όσα έχω αναφέρει, είναι το να έχω αγάπη προς το υλικό με το οποίο θα ασχοληθώ, με όποια μέσα και αν το πλάθω. Γενικά, έχω την αίσθηση ότι το κοινό μπορεί να νιώσει πότε υπάρχει κάτι ειλικρινές σε αυτό που του προσφέρεις, άσχετα με το αν μπορεί ή όχι να το κατονομάσει ή να το εξηγήσει. Κι επειδή με ρωτήσατε, θα πω ότι στη δουλειά μου, το κοινό ανταποκρίνεται και αντιδρά με διάφορους τρόπους, είτε γιατί κάτι τους θύμισε, κάτι τους ξύπνησε, τους συγκίνησε, τους προβλημάτισε, ή κάτι τους έκανε που δεν ξέρουν τι. Το θεωρώ σημαντικό να μπορεί ένα μουσικό έργο να προκαλεί αυτή την εσωτερική κίνηση στον άνθρωπο. Να συμβάλλει στο ξύπνημα της καρδιάς του. Θα έλεγα ότι το κάθε έργο είναι μια πρόταση να «φύγουμε» για λίγο μαζί, να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη μας, να συγκλονιστούμε με πνευματική αισθαντικότητα και όχι με επιφανειακούς, εγωκεντρικούς συναισθηματισμούς. Αυτή η μικροπεριπέτεια –όσο διαρκεί ένα έργο, ίσως και περισσότερο– χρειάζεται σε όλους μας και μπορεί να σταθεί αφορμή για μεγαλύτερες, βαθύτερες, πιο υπαρξιακές αναζητήσεις. Η μουσική μάς παρέχει ακριβώς αυτή την ευκαιρία ελεύθερα.

⸙⸙⸙

Ενδεικτικά έργα:

VOTRYS για Συμφωνική Ορχήστρα (στο 12: 53)

NOCTURNE για Σόλο Κλαρινέτο

CASIDA DEL LLANTO από τον κύκλο τραγουδιών ÀNGEL INMENSO για σοπράνο, βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή