Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Γιώτα Τεμπρίδου

«Είστε queer;», «Ναι μεν αλλά», «και ναι και όχι»: Πολλές ερωτήσεις και μερικές απαντήσεις για την queer λογοτεχνία

Πείτε με queer. Αλλά και λεσβία να με πείτε, όλα καλά. Είμαι εδώ για δύο λόγους: επειδή ασχολούμαι με τη λογοτεχνία όλη μου τη ζωή –διαβάζοντας, γράφοντας, διδάσκοντας, εκπονώντας διατριβή, ασκώντας κριτική– και επειδή είμαι queer. Δεν θεωρώ πως η Ελλάδα δεν έχει queer λογοτεχνική παραγωγή ή queer αναγνωστικό κοινό και δεν πιστεύω πως η πρώτη απευθύνεται αποκλειστικά στο δεύτερο. Δεν μπορώ να πω πως παίζω στα δάχτυλα όλη την queer λογοτεχνία, μπορώ να πω όμως πως ενθουσιάζομαι τις περισσότερες φορές που ανακαλύπτω κάτι που δεν ήξερα. Δεν θεωρώ σύσσωμη την κριτική ανέτοιμη να υποδεχτεί την queer λογοτεχνία αλλά, και ανέτοιμη να είναι, στο χέρι της είναι να πάψει να είναι. Δεν δίνω μεγάλη σημασία στους τίτλους, δεν με τρομάζει λίγο το «ό,τι δηλώνεις είσαι», δεν τα πάω καλά με τις γενικεύσεις, δεν μ’ αρέσουν τα μεγάλα λόγια και ας τελειώνουμε με τις φανφάρες. Είμαι εδώ επειδή μου έδωσε τον χώρο ο Δημήτρης. Λέγε με Γιώτα. Αυτό είναι ένα αφιέρωμα στην queer λογοτεχνία.

Ας ξεκινήσουμε από εδάφη φιλολογικά, αν και δεν είναι αυτός ο μόνος δρόμος που μπορούμε να πάρουμε και, εδώ που τα λέμε, εν προκειμένω μάλλον δεν είναι ούτε ο καλύτερος (βλ. καταλληλότερος). Το Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας: Πρόσωπα, έργα, ρεύματα, όροι, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη (12007), αποτελεί μέχρι σήμερα βασικό βοήθημα των φοιτητ(ρι)ών ορισμένων (ελληνικών, εννοείται) φιλολογικών τμημάτων –και όχι άδικα. Όπως υποδεικνύει ο υπότιτλός του, το συγκεκριμένο σύγγραμμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως λεξικό λογοτεχνικών όρων: Μπορούμε να βασιστούμε σ’ αυτό για να μάθουμε τι πάει να πει, π.χ., «μετα-αποικιοκρατική θεωρία» ή «μεταδομισμός». Περιλαμβάνει επίσης μερικούς ξενικούς όρους (όπως «OuLiPo» και «Zeitgeist»), έναν ορισμό του «κανόνα» φυσικά, όχι όμως και ένα από τα λήμματα «queer», «queer θεωρία» ή «queer λογοτεχνία».

Η λέξη «queer» δεν απουσιάζει ωστόσο από το Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αν επιμείνουμε λίγο και αναζητήσουμε συναφείς όρους στο ευρετήριό του, θα πέσουμε πάνω στους εξής δύο, που στην πορεία θα διαπιστώσουμε πως λογίζονται ως ένας: «gender studies» και «έμφυλος λόγος». Αν ανατρέξουμε λοιπόν στον πρώτο, θα λάβουμε παραπεμπτικό για τον δεύτερο και, όταν φτάσουμε πια εκεί, θα πληροφορηθούμε πως αυτός αποτελεί εδώ: «Απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού και, πλέον, διεθνώς καθιερωμένου όρου “gender studies”», πράγμα που εύλογα ξενίζει, καθώς στα ελληνικά χρησιμοποιείται πια ευρέως ο όρος «σπουδές φύλου»[1], που είναι άλλωστε ακριβής μετάφραση του «gender studies»[2]. Όποια κι αν είναι η σημασία του, το λήμμα «έμφυλος λόγος» διαιρείται σε έξι μέρη, το τρίτο από τα οποία επιγράφεται: «Gay Studies, Lesbian Studies, Queer Theory»[3]. Και ιδού (νομίζατε πως δεν θα φτάναμε ποτέ;): Να κάτι «queer» στο Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Αντιλαμβάνομαι πως αν ενδιαφέρεστε να μάθετε τι σημαίνει «queer» γενικά ή «queer λογοτεχνία» ειδικότερα, το πιθανότερο είναι να μη διανύσετε όλη αυτή την πορεία, η κατάληξη της οποίας υπάρχει έτσι κι αλλιώς περίπτωση να μη σας ικανοποιήσει. Αν αντ’ αυτού αφιερώσετε λίγα μόλις δευτερόλεπτα του χρόνου σας σε μια αναζήτηση στο δίκτυο, θα λάβετε εκατομμύρια αποτελέσματα αν την κάνετε με αγγλικούς όρους («queer literature») και χιλιάδες αν την κάνετε με ελληνικούς (ανάμικτους τέλος πάντων: «queer λογοτεχνία»). Οι συντριπτικά περισσότερες σελίδες στις οποίες θα οδηγηθείτε ωστόσο, δεν θα σας εξηγήσουν τι είναι το queer, είτε θεωρώντας πως αυτό το ξέρετε ήδη είτε αναγνωρίζοντας τη δυσκολία του εγχειρήματος και πετώντας το μπαλάκι στα λεξικά[4]. Αρκετές από αυτές πάντως θα σας προτείνουν τίτλους, λίστες ολόκληρες queer βιβλίων, μέσα από τις οποίες μπορείτε να πάρετε ίσως μια γεύση περί τίνος πρόκειται. Άρα λοιπόν; Περί τίνος πρόκειται; Τι είναι queer[5] (λογοτεχνία);

Με λίγα δικά μου λόγια τώρα, χωρίς όμως να κάνω του κεφαλιού μου, τουλάχιστον όχι συνειδητά: Το queer είναι όρος-ομπρέλα, όρος συμπεριληπτικός. Ό,τι θα αποκαλούσαμε γκέι, λεσβιακή[6], τρανς λογοτεχνία χωράει κάτω απ’ την ανοιχτή αυτή ομπρέλα και μένει κι άλλος χώρος. Το queer δεν ευνοεί τα δίπολα (ετεροφυλόφιλη-ομοφυλόφιλος π.χ.), τα στερεότυπα, την ουσιοκρατία. Δεν αφορά αποκλειστικά την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό και είναι στη βάση του πολιτικό: Πρόκειται για όρο αρνητικά φορτισμένο αρχικά, που χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά και απαξιωτικά, η επανοικειοποίησή του όμως συσπείρωσε τελικά ατομικότητες και συλλογικότητες που διεκδικούν χώρο, ορατότητα, δικαιώματα. Το queer προτάσσει συχνά το ουδέτερο[7]. Ο τύπος «τα φοιτητά», ας πούμε, δεν προκύπτει από κακή (βλ. λάθος) χρήση της γλώσσας, από απόρριψη όσων νιώθουν γυναίκες και άντρες, από επιθυμία πάταξης της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας: Τα δίπολα είναι που προσπαθεί ν’ απορρίψει, ευνοώντας ίσα ίσα τη συμπερίληψη[8]. Το queer αντιτάσσεται στα διάφορα κοινωνικά κατασκευάσματα, κινείται έξω από στεγανά, τη βγαίνει ξώφαλτσα στον κανόνα, δεν συμμορφώνεται, αμφισβητεί. Βεβαιότατα δεν πάει μαζί με την ετεροκανονικότητα, ούτε όμως με την ομοκανονικότητα (μπορεί να) πάει μαζί: Το queer δεν (θέλει να) είναι κανονι(στι)κό· και ως εκ τούτου ίσως ορίζεται δυσκολότερα από ό,τι κανονικό.

Οι ορισμοί έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πράγματα που (θεωρούμε πως) ξέρουμε τι είναι, αλλιώς θα τα περιγράφαμε ο καθένας, η καθεμιά και το καθένα –ένα παραπάνω που το queer διαθέτει και κάποια ρευστότητα. Το υποψιαζόμουν, βεβαιώθηκα όμως όσο καιρό ετοιμαζόταν αυτό το αφιέρωμα, πως δεν συμφωνούμε, ούτε καν οι φίλες μεταξύ μας, ως προς το ποια βιβλία είναι queer[9]. Αποκαλυπτικό υπήρξε για μένα το εξής: Όταν επικοινώνησα με μια αγαπημένη φίλη που γνωρίζει καλά τη λεσβιακή λογοτεχνία και της ζήτησα να γράψει κάτι για το τεύχος, μου είπε πως δεν νιώθει επαρκής ή σε θέση να γράψει για το queer, προσθέτοντας: «είμαι έξω από αυτό». Χάθηκε έτσι η ευκαιρία να συμπεριληφθεί ένα κείμενο για τη λεσβιακή λογοτεχνία στο αφιέρωμα και εγώ που είχα ονειρευτεί ένα νήμα να τραβιέται απ’ το Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χολ και να τυλίγει το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο της Μπερναρντίν Εβαρίστο έμεινα με την όρεξη. Ύστερα συνέβη και το άλλο. Ρώτησα μια άλλη αγαπημένη φίλη για την queer λογοτεχνία, εκεί που πίναμε ποτό. Φανερά προβληματισμένη που με άκουγε να τη ρωτάω κάτι τέτοιο, μου είπε τελικά πως το μόνο βιβλίο που θα αποκαλούσε queer είναι το Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ[10]. Και αυτό, συμπληρώνω, όχι επειδή δεν της είναι γνωστοί οι τίτλοι που θα συναντήσετε στις επόμενες σελίδες, αλλά επειδή διστάζει να τους χαρακτηρίσει queer.

Queer είναι τα βιβλία τελικά ή μήπως οι αναγνώσεις μας; Ένα κείμενο είναι ή διαβάζεται ως queer; Αυτό που θα φανεί σε μένα queer είναι βέβαιο πως θα φανεί και σε σένα; Όταν θεωρούμε κάτι queer, είμαστε πάντα σε θέση να εξηγήσουμε τους λόγους; Μπορούμε ν’ αποκαλούμε queer όποιο βιβλίο θέλουμε, ή χρειαζόμαστε, όταν είναι εφικτό, και τη σύμφωνη γνώμη αυτ@ που το έγραψε; Είναι αναχρονιστικό, και εντέλει λάθος, να χρησιμοποιούμε τον όρο queer για βιβλία που προηγήθηκαν κατά δεκαετίες ολόκληρες της καθιέρωσής του; Τι εννοούμε σήμερα όταν κάνουμε λόγο για queer λογοτεχνία; Επειδή τα πράγματα μόνο απλά δεν είναι, μολονότι ο αρχικός σχεδιασμός ήταν το αφιέρωμα αυτό να αποτελείται αποκλειστικά από δοκίμια/μελέτες για την queer λογοτεχνία, πλαισιώθηκε τελικά από μερικές απαντήσεις στο ερώτημα «τι είναι queer λογοτεχνία;», που (με την παράκληση η απάντησή τους να κυμαίνεται μεταξύ 100 και 500 λέξεων) στάλθηκε σε άτομα που γράφουν λογοτεχνία, χωρίς την προϋπόθεση ν’ ασχολούνται μ’ αυτήν και ερευνητικά.

Πιο συγκεκριμένα, απευθύνθηκα στην Άντζελα Δημητρακάκη, επειδή μας έχει χαρίσει το Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα (Εστία, 2009) – αυτός είναι ένας από τους λόγους τέλος πάντων· στη Βάγια Κάλφα, λόγω της βεβαιότητάς της πως «υπάρχει φεμινιστική /κουήρ/ λοατ λογοτεχνία» στην Ελλάδα σήμερα[11]· στην Πατρίτσια Κολαΐτη, λόγω μιας δικής μου ανάγνωσης των στίχων της «Τελειοποιώ την όραση/ Και όραση/ θα πει είτε σ’ αρέσει είτε όχι»[12]· στον Νικόλα Κουτσοδόντη, για το Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (Θράκα, 2021) του· στη Γλυκερία Μπασδέκη, επειδή έχει κουηροποιήσει θαυμάσια τον Διγενή[13]· στο(ν) Ευά Παπαδάκη για τον υπέροχο τίτλο του Μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (Στιγμός, 2021)· στον Σαμ για κάτι συγκινητικά συγκινητικές εκφράσεις όπως «Βιολογικά είμαι περίπου η Πομπηία»[14]· και στη Βίβιαν Στεργίου, επειδή πήρε κάποτε για δεδομένο πως «το queer έγινε της μόδας»[15].

Είμαι σίγουρη πως, όσο περνάει ο καιρός, ακούω τη λέξη «queer» σε όλο και περισσότερες περιστάσεις, από όλο και περισσότερα στόματα[16]· αυτό όμως είναι κάτι που δεν μπορώ να αποδείξω. Μπορεί τα εμβληματικά βιβλία των Eve Kosofsky Sedgwick, Epistemology of the Closet (1990), και J. Halberstam, The Queer Art of Failure (2011), να παραμένουν αμετάφραστα στα ελληνικά, το Τζούντιθ Μπάτλερ όμως έχει μεταφραστεί[17], διαβάζεται, συζητιέται και είναι γνωστό τόσο εντός όσο και εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας, τόσο εντός όσο και εκτός queer κινήματος· αυτό όμως είναι κάτι που μοιάζει να μη χρειάζεται απόδειξη. Όλο και περισσότερα είναι επίσης τα λογοτεχνικά βιβλία με queer ήρωες/ ηρωίδες/ θεματικές/ προβληματικές –και επίσης: οι queer αναγνώσεις[18] και οι queer μεταγραφές[19]. Αυτό όμως είναι κάτι που έχουμε ένα ολόκληρο αφιέρωμα μπροστά μας για να αποδειχτεί.

Μερικά πιο συγκεκριμένα παραδείγματα του γύρω μας queer των τελευταίων ετών: To 2020 πραγματοποιήθηκε το πρώτο αθηναϊκό Queer Liberation March[20]. Στον χώρο του βιβλίου σημαντική υπήρξε η έκδοση του τόμου Κουήρ πολιτική/ δημόσια μνήμη: 30 κείμενα για τον Ζακ (Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ – Παράρτημα Ελλάδας, 2020) σε επιμέλεια Α. Αθανασίου, Γ. Γκουγκούση και Δ. Παπανικολάου. Εστιάζοντας στη λογοτεχνία, μεταφράστηκαν στα ελληνικά Οι αργοναύτες της Μάγκι Νέλσον (μτφ. Μ. Φακίνου, εκδ. Αντίποδες) και πολλές αναφώνησαν «επιτέλους»· κυκλοφόρησε το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο της Μπερναρντίν Εβαρίστο (μτφ. Ρ. Χατχούτ, εκδ. Gutenberg) και, έχοντας στο εξώφυλλό του τη σφραγίδα «Βραβείο Booker 2019», δεν άργησε να πάρει θέση σε όλες (;) τις βιτρίνες και σε πολλές λίστες με ευπώλητα. Χαρακτηριστικό, πολύ σύντομο, απόσπασμα: «θα είναι πάντα οτιδήποτε άλλο εκτός από κανονική» (21).

Το 2021 πραγματοποιήθηκε το Festival of Queer Approaches στην Ξάνθη. Την ίδια χρονιά, κάπου στην Αθήνα, γεννήθηκε η, «Αυτοτροφοδοτούμενη εκδοτική ενέργεια από άβολα σχήματα», Μπαταρία, που παρουσιάζεται ως «μια προσπάθεια σύστασης και συλλογής μικρο-αυτο/εκδοτικών εγχειρημάτων», «που αγκαλιάζει και προωθεί αυτόνομες ενέργειες στοχεύοντας στην ανάδειξη και καταγραφή diy δημιουργιών όπως: zines, εκδόσεις, φυλλάδια, ποιητικά τεύχη, κόμικ, έργα και χειροτεχνήματα από queer ατομικότητες και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες»[21]. Μεταφράστηκαν στα ελληνικά οι Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας του Εντουάρ Λουί (μτφ. Στέλα Ζουμπουλάκη, εκδ. Αντίποδες)[22]: «Γιατί γεννήθηκα με αυτούς τους κοριτσίστικους τρόπους, αυτούς τους τρόπους που οι άλλοι έβλεπαν, και με το δίκιο τους, ως απόδειξη ότι δεν ήμουν κανονικός;» (12). Όσον αφορά τα ντόπια εκδοτικά, κυκλοφόρησε τόμος με τίτλο Α΄ πανελλήνιος διαγωνισμός φεμινιστικής και κουήρ λογοτεχνίας από τη «φοιτητική πρωτοβουλία για το φύλο και τη σεξουαλικότητα AUThors»[23]. Κυκλοφόρησαν επίσης το μυθιστόρημα του Sam Albatros[24] Ελαττωματικό αγόρι (εκδ. Εστία) και η ποιητική συλλογή του Ευά Παπαδάκη Μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (εκδ. Στιγμός) που, σύμφωνα με το οπισθόφυλλό της, είναι: «Ένας διάλογος-παρτιτούρα, μια κουήρ ελεγεία απόσχισης και αποχωρισμού»· έτυχαν αμφότερα θερμής υποδοχής.

Το 2022 πραγματοποιήθηκε το 1ο αυτο-οργανωμένο Pride στα Γιάννενα και, από τις Λεσβίες στα πρόθυρα, το Λεσβιακό φεμινιστικό φεστιβάλ στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, στο πλαίσιο του οποίου έκανε την πρώτη της εμφάνιση η πρώτη έκδοση του Φεμινιστικού Αυτόνομου Κέντρου Έρευνας, με τίτλο Έλα να σου πω: Φεμινιστικές, λεσβιακές και κουήρ αφηγήσεις της μεταπολίτευσης[25]. Η Μάγκι Νέλσον επισκέφτηκε την Ελλάδα στο πλαίσιο του προγράμματος «Phenomenon». Ο Εντουάρ Λουί ήρθε στη Νομική Αθηνών[26] και γέμισε ένα ολόκληρο αμφιθέατρο. Οι εκδόσεις Θράκα προκήρυξαν διαγωνισμό «με σκοπό τη συγκρότηση ανθολογίας σύγχρονης ελληνόφωνης κουήρ ποίησης»[27]. Ο Χαράλαμπος Οταμπάσης κατέθεσε την πρώτη ελληνική διδακτορική διατριβή με το «queer» στον τίτλο της: Νεοελληνική ποίηση και ανδρική ομοφυλοφιλία (1830-2020): Queer θεωρία και κριτική στη Νεοελληνική Φιλολογία. Στο 14ο τεύχος του Yusra φιλοξενήθηκε «μία σύντομη συλλογή κουίρ ποίησης», υπό τον τίτλο «Απότομες στροφές», σε επιμέλεια (επιλογή & μετάφραση) Μάκη Μαραγκουδάκη[28]. Κυκλοφόρησε σε έντυπη και ψηφιακή μορφή το Homo Thessalonikus του Κυριάκου Βλάχου (πρόκειται για αυτοέκδοση): «Ένα queer νεανικό μυθιστόρημα», αναγράφεται στο εξώφυλλο (το «queer» με έντονα γράμματα)[29].

Από τους εκδοτικούς που ανέφερα στις τρεις τελευταίες παραγράφους, ούτε ένας δεν ειδικεύεται στο queer. Ο Στιγμός («διακριτικός τίτλος των Εκδόσεων Ευρασία με επίκεντρο τη λογοτεχνία») είναι νεοσύστατος, υπάρχει απ’ τα τέλη του 2020, και αν μη τι άλλο θα πρέπει να νιώθει δικαιωμένος απ’ την επιλογή του: Όσο γραφόταν αυτό το κείμενο, η ποιητική συλλογή του Ευά Παπαδάκη τιμήθηκε με το βραβείο Γιάννη Βαρβέρη. Η Εστία απ’ την άλλη είναι μακροβιότατος οίκος, υπάρχει απ’ το 1885, και, δεδομένου πως έχει εκδώσει το έργο του Βενέζη, του Καραγάτση, του Θεοτοκά, νομίζω πως για πολλές αποτέλεσε έκπληξη η απόφασή της να βγάλει το Ελαττωματικό αγόρι, χαμένη όμως δεν προκύπτει από πουθενά πως μπορεί να βγήκε. Οι Αντίποδες δίνουν πολύ χώρο στη μετάφραση και φαίνεται να έχουν μεγάλη γκάμα· είναι βέβαιο πως δεν επικεντρώνονται στο queer, έχουν εκδώσει όμως, για αρχή, όλα τα βιβλία του Λουί. Όσο για τον Gutenberg, είναι ένας μεγάλος εκδοτικός, με εκατοντάδες βιβλία στο ενεργητικό του. Σίγουρα δεν αποτελεί το queer το πρώτο μέλημά του, απ’ αυτόν κυκλοφορεί όμως η πιο πρόσφατη μετάφραση του Ορλάντο, τα βιβλία της Εβαρίστο και εκείνα του Όσιαν Βουόνγκ.

Κοιτάω αυτό που μόλις έγραψα, παρατηρώ πως στις τελευταίες αράδες αναφέρομαι αποκλειστικά σε μεταφράσματα και αφήνω τη σκέψη μου ελεύθερη: Είναι άλλο να εκδώσεις ένα βιβλίο που έχει αποσπάσει σημαντικά (;) βραβεία σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου και έχεις βάσιμες υποψίες πως θα τα πάει περίφημα και στην ελληνική αγορά, αποφέροντάς σου κέρδη, και άλλο να δώσεις ευκαιρία σε μια νέα φωνή[30] που δεν μπορείς να προβλέψεις αν θα έχει απήχηση και που, όση απήχηση και να έχει τελικά, δεν πρόκειται να σου γεμίσει τα ταμεία (γιατί δεν θα το επιτρέψουν οι κανόνες της αγοράς και όχι επειδή αποκλείεται να αξίζει)· έτσι δεν είναι; Στην πρώτη περίπτωση, δεν χρειάζεται να σε γοητεύει, δεν προϋποτίθεται καν να σε αφορά το queer για να προχωρήσεις στην έκδοση· έτσι δεν είναι;

Μπορεί όμως το queer να προέρχεται από οπουδήποτε; Υπάρχει λόγος να μην το καλωσορίζουμε απ’ όπου κι αν προέρχεται; Αποτελεί άραγε ο εκδοτικός μέρος της ταυτότητας ενός βιβλίου; Τα αφήνω αυτά, όχι μόνο για τώρα, ανοιχτά και απαντώ στο πολύ ευκολότερο ερώτημα αν υπάρχουν στην Ελλάδα εκδοτικοί που ειδικεύονται στο queer. Θα ήθελα οπωσδήποτε να κάνω μια μνεία στο Queer Ink[31] εδώ –ας υπήρξε βραχύβιο (2016-2021): Το Queer Ink ήταν queer και το φώναζε και είχε καταφέρει να βρει το κοινό του. Αναφέρω ενδεικτικά δυο από τις ποιητικές συλλογές που πρόλαβε να εκδώσει: Μια και ολόκληρη, μια χαψιά (2017) της Ντιάνας Μάνεση και Το ίδιο ποίημα (2019) της Πρόκνης. Οίκος που υπάρχει μέχρι σήμερα και διατηρεί το μοναδικό ΛΟΑΤΚΙ+ βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα είναι βέβαια ο Πολύχρωμος Πλανήτης (όνομα εξίσου δηλωτικό). Από τον Πολύχρωμο Πλανήτη κυκλοφορούν τόσο δοκιμιακά όσο και λογοτεχνικά βιβλία. Αναφέρω ενδεικτικά την έρευνα της Βενετίας Καντσά Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες: Συναντήσεις γυναικών στην Ερεσό Λέσβου 1994/1995 (2010) και την ποιητική συλλογή της Σταυρούλας Πετρέλλη Μήδειες και Κλυταιμνήστρες (2008).

Το ελληνικό εκδοτικό τοπίο απασχολεί και τον Χαράλαμπο Οταμπάση, στον οποίο με οδήγησε το Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, στο κείμενό του «Θα μπορούσε αυτή να είναι η χρυσή εποχή της queer λογοτεχνίας στην Ελλάδα;», που θα το βρείτε εδώ, μετά από μια σειρά πολυποίκιλων απαντήσεων στο ερώτημα «τι είναι queer λογοτεχνία;». Στο υπόλοιπο αφιέρωμα υπάρχουν κείμενα για συγγραφείς ή/και βιβλία που αναφέρει ο Οταμπάσης, αναφέρω εγώ, αναφέρουμε κι οι δυο στα κείμενά μας. Ο Γιώργος Λαϊνόπουλος (για τις φίλες Ζορζ) γραφεί για τον Εντουάρ Λουί –ή μπορεί να γράφει με αφορμή τον Λουί[32]. Η Μαριλένα Διαμαντοπούλου (για τις φίλες Μόνικα/Μον) γράφει για τους Αργοναύτες, γιατί σαν κάπως να θεώρησα πως δεν θα μπορούσε να μη γράψει για τους Αργοναύτες εκείνη που πρώτη μου μίλησε γι’ αυτούς –και ευτυχώς εισακούστηκα. Η Αλίκη Κοσυφολόγου γράφει γι’ αυτό που αρχίζει από «Ορλάντ-», δεν είναι το Ορλάντο, δεν το λες όμως και άσχετο απ’ το Ορλάντο· γράφει για την Άρπμαν δηλαδή, χωρίς να κάνει πως δεν βλέπει τη Γουλφ στο δωμάτιο.

Έχει κι άλλο. Η Δήμητρα Γεωργιάδου εξετάζει το ενδεχόμενο να ζούμε μεγάλες στιγμές, να διανύουμε δηλαδή την εποχή κατά την οποία η λογοτεχνία κουηροποιείται· και προτείνει ένα σχήμα με πυρήνα του την (προς τα μέσα & προς τα έξω) στροφή. Το, απεσταλμένο μας στη Μαδρίτη, Τιτίκα Αποστολάκη μάς παρουσιάζει, με περισσή φροντίδα και ξέροντας καλά αυτό για το οποίο μιλάει, το σύγχρονο ισπανικό κούηρ –όχι αυτό που μπορεί να κυκλοφορεί και μεταφρασμένο στα ελληνικά, το άλλο. Μεταφράζει μάλιστα και μερικά αποσπάσματα, για να καταλάβουμε κι εμείς καλύτερα αυτό για το οποίο μας μιλάει. Η Ελένη Βλάχου (που έχει σπουδάσει μετάφραση, διερμηνεία και σπουδές φύλου και αυτό βγαίνει προς τα έξω) μας μεταφέρει μακριά στη Βραζιλία. Επιλέγει μια ολόκληρη σειρά από queer βραζιλιάνικα ποιήματα, εξηγεί τις επιλογές της, μεταφράζει, παρουσιάζει τις ποιήτριες και τους ποιητές της και, σαν να μην έφταναν αυτά, αρθρώνει στο τέλος θεωρητικό λόγο για τη μετάφραση του queer και για την queer μετάφραση. Το αφιέρωμα κλείνει με παραδείγματα queer αναγνώσεων, διά χειρός Σπύρου Χαιρέτη. Με τον Σπύρο επικοινώνησα έχοντας στο μυαλό μου τόσο το τηλε-queer κομμάτι του όσο και τον «Γοργόνο» του –τόσο το ερευνητικό όσο το ποιητικό πρόσωπό του δηλαδή. Τον πέτυχα να ολοκληρώνει μια εργασία ανάγνωσης του Γιώργου Ιωάννου με queer γυαλιά. Το λες και «τόμπολα!».

Δεν έχει απαραίτητα σημασία, αλλά οι περισσότερες από αυτές που συμμετέχουν με κείμενο σ’ αυτό το αφιέρωμα είναι ερευνήτριες. Θα μπορούσαν να μας πνίξουν στις πληροφορίες, τις αυστηρές αναγωγές ή να βαλθούν να μας δείξουνε τον τρόπο. Δεν το κάνουν. Βάζουν στη ντουλάπα την αυστηρότητα και βγάζουν τη ρευστότητα· γράφουν «queer», «κουήρ», «κουίρ», μην εννοώντας ποτέ το ίδιο· παραπέμπουν, μα παραπέμπουν συνήθως χαλαρά· υποσημειώνουν, αν και όχι φανατικά[33]· μπαινοβγαίνουν σε θεωρίες και επικοινωνούν μεταξύ τους: Ο Χαιρέτης παραπέμπει στον Οταμπάση, Γεωργιάδου και Αποστολάκη συναντιούνται στου πολιτικού (ονομαστική: το πολιτικό, όχι ο πολιτικός) την πόρτα, ο Λαϊνόπουλος μου στέλνει καρδούλα, οι ουρανοί αγάλλονται (και κατά πάσα πιθανότητα το Μπάτλερ φταρνίζεται).

Ασχολούμαι μ’ αυτό το αφιέρωμα απ’ τις αρχές του Οκτώβρη και τελειώνει, όπου να ’ναι, ο Δεκέμβρης. Δεν έχει χωρέσει τα πάντα και ξέρω πως θα ήταν παράλογο να έχω τέτοιες προσδοκίες. Ένα ζητούμενό του ήταν να επιβεβαιώσουμε, και να δηλώσουμε ίσως, πως κάτι queer πλανάται ανάμεσά μας. Κάτι που δεν θα πάρει ποτέ τη θέση τού λογοτεχνικού κανόνα (τι σόι queer θα ήταν;), δεν αποκλείεται όμως να μας κάνει να δούμε τον κανόνα αλλιώς. Όχι με άμετρο θαυμασμό και στόμα ανοιχτό, όπως μας δίδαξαν, ούτε αφ’ υψηλού, μιας και καμιά μας δεν έχει τέτοιο μπόι, αλλά με τα καινούργια μας εφόδια και αξεσουάρ: με τα μοβ γυαλιά μας. Έτσι που, αν γκρεμιστεί το οικοδόμημα ποτέ (αμήν), στα μπάζα να διακρίνουμε και λίγο γκλίτερ.


[1] Με αφορμή το «πια» της διατύπωσής μου και για να είμαι ακριβής: Εν έτει 2022 ο λόγος είναι πια περί σπουδών φύλου και σεξουαλικότητας («gender and sexuality studies»). Εγώ τώρα νομίζω πως είμαι σαφής, αλλά επειδή εσείς μπορεί να έχετε άλλη γνώμη: Δεν ξεχνώ πως το λεξικό στο οποίο αναφέρομαι κυκλοφόρησε το 2007 και δεν θα είχα το παράλογο αίτημα να είναι μπροστά από την εποχή του. Το κοιτάω με σημερινό βλέμμα, ακριβώς επειδή το χρησιμοποιώ κι εγώ μέχρι σήμερα. Και επισημαίνω σημεία/στοιχεία του που δεν λειτουργούν (πια), επειδή έχει καταρχάς σημασία να εντοπίσουμε αυτά τα σημεία/στοιχεία.

[2] Παρεμπιπτόντως, στο εν λόγω λεξικό περιλαμβάνεται και το λήμμα «σπουδές τροφής (food studies)». Ο όρος «gender studies» πάντως είναι μεταφράσιμος, σε αντίθεση με το(ν) «queer» που δεν μεταφράζεται, αλλά γράφεται φυσικά και με ελληνικούς χαρακτήρες («κουίρ» ή/και «κουήρ» – στο πλαίσιο του αφιερώματος θα συναντήσετε όλους αυτούς τους τύπους). Στην Ελλάδα προγράμματα σπουδών για το φύλο και τη σεξουαλικότητα προσφέρονται συστηματικά από το Πάντειο και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Λίγο πριν από την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου (τον Δεκέμβριο του 2022) προκηρύχθηκε για πρώτη φορά το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές φύλου: Μεθοδολογίες, θεωρίες, πολιτικές» από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια (θα το έλεγες και «υπάρχει μια πρεμούρα») να ενταχθούν (θα το έλεγες και «κακήν κακώς») μαθήματα για το φύλο και σε άλλα προγράμματα σπουδών. Απαραίτητα είναι τα μαθήματα αυτά, φανταστείτε όμως λίγο, αν θέλετε, έναν λευκό cis άντρα με μόνιμη θέση στο πανεπιστήμιο να σας εξηγεί πώς ενδείκνυται να αυτοπροσδιορίζεστε. Και πάρτε, αν θέλετε, για δεδομένο πως αυτό το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο.

[3] Κάτι άλλο που ξενίζει, είναι ανακριβές και μπορεί να προκαλέσει εύλογες αντιδράσεις είναι η επιλογή να αποδοθεί παρενθετικά η «queer theory» στα ελληνικά ως «ομοφυλοφιλική θεωρία». Νομίζω όμως πως το πιο άστοχο σημείο είναι η εξήγηση του ίδιου του «queer»: «=παράξενος, εκκεντρικός, “αδελφή”». Αυτά δεν είναι ψιλά γράμματα και ο μόνος λόγος που στριμώχνονται σε μια υποσημείωση είναι πως ζητούμενό μου εδώ δεν είναι να κριτικάρω ένα λεξικό που παραμένει πολύτιμο εργαλείο. Πολύτιμο εργαλείο χιλιάδων σελίδων που και επικαιροποίηση εννοείται πως σηκώνει και τρωτά σημεία εννοείται πως έχει.

[4] Άντε πάλι αυτά. Αγγλικά λεξικά λογοτεχνικών όρων, όπως τα Oxford Dictionary of Literary Terms και Routledge Dictionary of Literary Terms, δεν ξέρω αν μπορούν να θεωρηθούν διαφωτιστικά, (εννοείται πως) περιέχουν πάντως το λήμμα «queer theory». Όσο για το Glossary of Literary Terms του M. H. Abrams, που κυκλοφορεί και στα ελληνικά (μτφ. Γ. Δεληβοριά & Σ. Χατζηιωαννίδου, Πατάκης, 12005), αφιερώνει μερικές σελίδες στην «queer theory», θα πρέπει να τις αναζητήσουμε όμως στο «ο», καθώς και σ’ αυτή την περίπτωση ο όρος αποδίδεται ως «ομοφυλοφιλική θεωρία».

[5] Βλ. ενδεικτικά και Άννα Αποστολίδου, «Queer: Στα ίχνη της πολιτισμικής διαδρομής ενός “αλλόκοτου” όρου», στο: Κώστας Κανάκης (επιμ.), Γλώσσα και σεξουαλικότητα: Γλωσσολογικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2011, 135-160.

[6] Δεν καταργεί έτσι όρους όπως «γκέι» και «λεσβία» (ούτε τους υποτάσσει). Θυμάμαι την εναγώνια διατύπωση μιας φίλης: «Όλο queer, queer, θα ξεχάσουμε τελικά τις λεσβίες». Δεν θα θεωρούσα ποτέ την αγωνία της ανυπόστατη, είμαι όμως σίγουρη πως δεν θα τις ξεχάσουμε τις λεσβίες.

[7] Συχνά, όποτε θέλει, όχι αναγκαστικά. Μιλώντας πάντως για το ουδέτερο, δεν μπορώ να μη θυμηθώ εδώ ένα παράδειγμα από τον χώρο της λογοτεχνίας, που είναι και αυτός που βασικά μας ενδιαφέρει. Το 2020 τη βράβευση του Marieke Lukas Rijneveld με το International Booker Prize ακολούθησαν πολλά ελληνικά δημοσιεύματα και μερικά ευτράπελα. Θυμάμαι να διαβάζω τότε, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής (αναφέρονταν όλα στο ίδιο πρόσωπο): «την λένε Marieke Lucas Rijneveld και […] έχει ζητήσει οι αναφορές σε εκείνη να γίνονται σε τρίτο πληθυντικό» (βλ. εδώ), «Ο/η συγγραφέας δεν επιθυμεί να προσδιορίζεται με βάση τη δυαδικότητα των φύλων» (βλ. εδώ), «οι Marieke Lucas αρνούνται για τον εαυτό τους τη δυαδικότητα του φύλου, δηλώνουν μη δυαδικοί […] και εκφράζονται για τον εαυτό τους με τις αντωνυμίες they/them» (βλ. εδώ). Ο συνδυασμός άγνοιας, βιασύνης και έλλειψης ευαισθησίας και ενσυναίσθησης μπορεί άνετα ν’ αποδειχτεί βλαπτικός. Γιατί βέβαια σε κάθε τέτοια περίπτωση το «they» δεν σημαίνει τον πολλαπλασιασμό του ατόμου, αλλά μια επιλογή πέρα από τα «he» και «she»: όχι έναν συνδυασμό τους, αλλά κάτι άλλο από αυτά. Ούτε «η» ούτε «ο» (ούτε βέβαια «οι», ούτε όμως και «ο/η», επιλογή που διαιωνίζει το δίπολο) λοιπόν, αλλά «το» («το Marieke Lucas Rijneveld»). Επειδή ένα μη δυαδικό άτομο μπορεί να νιώσει δυσφορία εξαιτίας των καταλήξεων «-ος», «-η» και επειδή αυτή η χρήση του ουδέτερου έχει καθιερωθεί στα ελληνικά σε τέτοιο βαθμό που το «δεν μ’ αρέσει το ουδέτερο» έχει καταλήξει εφάμιλλο του «δεν μ’ αρέσει τ’ όνομά σου, θα σε λέω αλλιώς» (καμπανάκι: λόγος κακοποιητικός). Για τον γραπτό λόγο βέβαια ειδικά υπάρχει και το παπάκι («δηλώνει μη δυαδικ@»), που θα το δείτε να χρησιμοποιείται και σε μερικά από τα κείμενα αυτού εδώ του αφιερώματος. Ο Marieke Lukas Rijneveld χρησιμοποιεί σήμερα τα «he/him» (βλ. εδώ). Για τη χρήση των αντωνυμιών στα αγγλικά βλ. π.χ. εδώ. Για LGBTQI+ ορολογία στα ελληνικά βλ. π.χ. εδώ ή/και εδώ (λήμμα «queer» υπάρχει και στους δύο καταλόγους). Περί αντωνυμιών παραθέτω τέλος ένα σύντομο απόσπασμα από τους Αργοναύτες της Μάγκι Νέλσον, βιβλίο στο οποίο επαναλαμβάνεται τακτικά η λέξη «queer» και για το οποίο γράφει η Μαριλένα Διαμαντοπούλου παρακάτω στο αφιέρωμα: «Θέλει να δει αν το ίντερνετ φανερώνει ποια αντωνυμία προτιμάς, αφού αν και ή επειδή περνάμε όλο τον ελεύθερο χρόνο μας μαζί στο κρεβάτι και ήδη σκεφτόμαστε να μείνουμε μαζί, μου είναι αδύνατον να σε ρωτήσω» (μτφ. Μ. Φακίνου, Αντίποδες, 2020, 14).

[8] Αν μετά από μια αιωνιότητα παντοδυναμίας του αρσενικού και μερικές φιλικές υποδείξεις, ο Α έχει προσπαθήσει ν’ αλλάξει, εντάσσοντας και το θηλυκό στον λόγο του, και τώρα γράφει «ο/η», απευθύνεται ταυτόχρονα σε όλους και όλες, δεν απευθύνεται όμως και σε όλα. Αν ο Β γράφει «ο/η/το», είναι εξαίσια συμπεριληπτικός. Αν ο Γ κρίνει πως το «ο/η/το» είναι μακρινάρι και άρα δύσχρηστο, μπορεί να δοκιμάσει να το συμπτύξει. Ελπίζω όμως να μην το κάνει χρησιμοποιώντας σκέτο το «ο», γιατί θα έχει κάνει μια τρύπα στο νερό. Σημ. μέσα στη σημ.: Δεν αντέχω ν’ ακούω ακόμα και σήμερα πως η παντοδυναμία του αρσενικού οφείλεται στο αρσενικό γένος της λέξης «άνθρωπος», γιατί κι εγώ άνθρωπος γεννήθηκα, αλλά, μαντέψτε, όσο ήμουνα μικρή δεν μου συμπεριφέρονταν πάντα ως τέτοιο, γιατί με κοιτούσαν και δεν έβλεπαν άνθρωπο –έβλεπαν κορίτσι. Το ουδέτερο δεν προσβάλλει, δεν είναι σε καμία περίπτωση υποτιμητικό, δεν χρησιμοποιείται όπως εκείνο το «χαζό είσαι;» που μας ρωτούσαν, όχι πολύ τρυφερά, όταν ήμασταν μικρά (και έβλεπαν κορίτσι). Αντίθετα, να μιλάς στο θηλυκό σε άτομο που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα δεν προσβάλλει απλώς· τραυματίζει.

[9] Προσωπικά μου έχει συμβεί όχι μόνο μία φορά να κλείσω βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου μονολογώντας κατευχαριστημένη «είναι queer». Καταλαβαίνω πως αυτό μπορεί να χρειάζεται εξήγηση, να σηκώνει συζήτηση και είμαι συνήθως πρόθυμη να την κάνω.

[10] Δεν το θεωρώ ιδιαίτερα πιθανό να το έχετε ξεχάσει, θυμίζω όμως πως στο, queer πριν απ’ το queer, Ορλάντο «ο Ορλάντο ήταν άντρας μέχρι την ηλικία των 30· μετά έγινε γυναίκα» και δεν κουνήθηκε φύλλο. Η μετάφραση που χρησιμοποιώ εδώ είναι της Α. Μαντόγλου (Gutenberg, 2017).

[11] Όπως εκφράστηκε εδώ.

[12] Σελέστεια (Νεφέλη, 2008), 37.

[13] Βλ. το ποίημα «Οι γάμοι του Διγενή» εδώ.

[14] Βλ. το κείμενό του «Ψώνια» στο τρίτο τεύχος του Yusra (2019). Κείμενο που τώρα μόλις διαπιστώνω πως είναι διαθέσιμο και εδώ.

[15] Βλ. σχετικά εδώ. Το γεγονός πως δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την queer λογοτεχνία επιβεβαιώνεται και μέσα από την ποικιλία των απαντήσεων που έλαβα στο ερώτημά μου. Χαρακτηριστικό είναι πως η Βίβιαν Στεργίου το μετασχημάτισε σε «Υπάρχει κουίρ λογοτεχνία;» και πως η απάντηση της Πατρίτσιας Κολαΐτη ανοίγει με τα λόγια: «Δεν υπάρχει queer λογοτεχνία». Δέκα χρόνια πίσω μπορεί και να έλεγα «ωχ, μου την είπαν». Πέντε χρόνια πίσω θα έλεγα μάλλον «γαμώτο, διατύπωσα λάθος το ερώτημα». Τώρα, σα θαρραλέα, νιώθω πως όλα έγιναν καλώς. Δεν κάνουμε αγώνα εδώ ποια θα πει τη μεγαλύτερη εξυπνάδα (όπως σίγουρα θα νόμιζε ο ένας μου γονιός), ούτε ζητάμε να μάθουμε ποια ξέρει τα πιο πολλά (όπως θα πίστευαν ορισμένοι δάσκαλοί μου)· να μου λείπουν εμένα αυτά.

[16] Και μόνο εκείνα τα «λίγο πριν από την ολοκλήρωση αυτού του κειμένου», «όσο καιρό ετοιμαζόταν αυτό το αφιέρωμα» (εδώ παραπάνω) και «όσο γραφόταν αυτό το κείμενο», «την ώρα που ολοκληρωνόταν το κείμενο αυτό» (εδώ παρακάτω) κάτι λένε. Και ξανά: Όσο ζυμωνόταν αυτό το αφιέρωμα, πέρα από όλες τις σχετικές συζητήσεις που σκόπιμα άνοιξα και ήταν πάμπολλες, συνέβησαν τα εξής τυχαία περιστατικά: Βρέθηκα μια βραδιά σε μια ωραία γωνιά της Αθήνας και έπιασα να ξεφυλλίσω τα δυο τεύχη ενός περιοδικού που ήταν αφημένα στον πάγκο δίπλα μου. Στο εξώφυλλο του ενός διάβασα «Αφιέρωμα: Queer βιβλία». Το αφιέρωμα είχε τίτλο «23 βιβλία για ένα αξέχαστο καλοκαίρι» και πρότεινε 23 queer βιβλία, ορισμένα απ’ τα οποία αγνοούσα. Δεν ήταν ένα λογοτεχνικό περιοδικό αυτό που ξεφύλλιζα, το τεύχος 104 του Antivirus ήταν και, δεδομένου πως η ωραία γωνιά που είχα διαλέξει για το ποτό μου ήταν εκείνη του Beaver, αυτό το περιστατικό θα μπορούσαν κάποι@ να μην το θεωρήσουν απολύτως τυχαίο (αν δεν πέσουμε πάνω σε queer προτάσεις στα queer στέκια τότε πού;). Στην άλλη περίπτωση όμως ήμουν σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης και, ενώ χάζευα, μπήκε κάποι@ αναζητώντας queer λογοτεχνικούς τίτλους, κατά προτίμηση ελληνικούς. Ένιωσα τότε μια μικρή αμηχανία: Η ερώτηση δεν απευθυνόταν σε μένα, αιφνιδιάστηκα όμως, όπως αιφνιδιάζομαι πάντα όταν με ρωτάνε ποια είναι τ’ αγαπημένα μου βιβλία και δεν έχω εύκαιρη απάντηση. Προτάθηκαν τελικά αρκετοί τίτλοι, πρότεινα κι εγώ μερικούς, αφού συνήλθα. Οι ιδέες μάς κατέβηκαν εκείνη την ώρα, δεν ήταν προσυγκεντρωμένες, το βιβλιοπωλείο δεν διέθετε queer ράφια. Ούτε κι εγώ έχω στο σπίτι μου κι έτσι Το ίδιο ποίημα της Πρόκνης ακουμπάει από τη μια στα Χαρτάκια του Γιώργου Πρεβεδουράκη και από την άλλη στο Ούτις του Σαμσών Ρακά. Πάνε λίγοι μήνες που σκέφτομαι να το φτιάξω το queer ράφι μου. Θα βρει τότε τη θέση του το Ορλάντα της Άρπμαν δίπλα στο Ορλάντο της Γουλφ. Δεν είμαι όμως σίγουρη πως έτσι θα είμαι ήσυχη –κάθε που το κάνω εικόνα νιώθω λίγο ανήσυχη.

[17] «Το», καθότι (προτιμά να) χρησιμοποιεί τα «they/them» πια, όπως μου επισήμαναν, στη λήξη του χρόνου, σχεδόν ταυτόχρονα, δυο φιλενάδια, τα οποία θερμο-ευχαριστώ και από εδώ. Βλ. ενδεικτικά τα πολύ σημαντικά έργα Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφ. Γ. Καράμπελας (Αλεξάνδρεια, 2009) και Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφ. Π. Μαρκέτου (Εκκρεμές, 2008). Η τελευταία ενότητα του τελευταίου έχει μάλιστα τον τίτλο «Κριτικά κουήρ».

[18] Ο Δημήτρης Παπανικολάου, ας πούμε, εμπνέεται από την queer θεωρία για να διαβάσει τον Καβάφη στο «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι»: Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης, 2014). Η τελευταία ενότητα του πρώτου κεφαλαίου του μάλιστα έχει τον τίτλο «Αναζητώντας τον κουήρ Καβάφη». Για περισσότερα, αντί ν’ αρχίσω πάλι να λέω για λήμματα («queer reading») και λεξικά, παραπέμπω στο κείμενο του Σπύρου Χαιρέτη, παρακάτω στο αφιέρωμα.

[19] Αλλιώς: παντρέματα παράδοσης και queer. Ανέφερα ήδη παραπάνω τον Διγενή της Μπασδέκη, αναφέρω τώρα και τους Τοπικούς τροπικούς (Αντίποδες, 2019) του Μάριου Χατζηπροκοπίου.

[20] Βλ. σχετικά εδώ, απ’ όπου κρατάω και λίγα λόγια της Άντζελας Δημητρακάκη, σχετικότατα θεματικά με ό,τι προηγήθηκε: «η αγγλική λέξη queer (παράξενο) έχει διατηρηθεί στην ελληνική γλώσσα ως “κουήρ” ακριβώς για την ανοιχτότητά της, για το ότι εκφράζει μια πρόθεση συμπερίληψης που αγκαλιάζει τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα, αλλά και κινείται πέρα από το πρόσημο μιας ξεκάθαρης, “τοποθετημένης” ταυτότητας που ίσως μπορεί να εργαλειοποιηθεί, να παγιοποιηθεί, και να χάσει έτσι σε αγωνιστική προοπτική».

[21] Για περισσότερα, βλ. εδώ.

[22] Είχαν προηγηθεί τα: Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (2018), Ιστορία της βίας (2019), Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου (2020). Ακολούθησε το Αλλαγή: Μέθοδος (2022). Το πρώτο μεταφράστηκε από τον Μ. Αρβανίτη, τα υπόλοιπα από τη Στέλα Ζουμπουλάκη.

[23] Βλ. εδώ για την προκήρυξη του διαγωνισμού και εδώ για τον τόμο.  

[24] Βλ. και τον ιστότοπο Queer Poets in Greek, όπου ανθολογεί και μεταφράζει queer ποίηση.

[25] Βλ. εδώ και εδώ, για το κέντρο και το βιβλίο, αντίστοιχα.

[26] Σ’ αυτή τη συζήτηση αναφέρεται ο Γιώργος Λαϊνόπουλος στο κείμενό του παρακάτω στο αφιέρωμα.

[27] Βλ. σχετικά εδώ. Σ’ αυτή την ανθολογία αναφέρεται ο Νικόλας Κουτσοδόντης στο κείμενό του παρακάτω στο αφιέρωμα.

[28] Από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό που είναι ενημερωμένο και ευαίσθητο σε ζητήματα ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού και σταθερά συμπεριληπτικό είναι το Τεφλόν, που για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους συστήνεται ως «ποιητικό σκεύος και όχι μόνο». Αναφέρω ενδεικτικά τρία μόνο από τα αφιερώματα που έχει κατά καιρούς φιλοξενήσει στις σελίδες του: «Pat Parker: Νταλίκα, ανώμαλη, περίεργη» (τχ. 10, 2014), «Τρανς ποιητική: Χαρχαλεύοντας (περι)γράμματα και περιφράξεις, επιχειρώντας νέα γλώσσα» (τχ. 20, 2019), «Σύγχρονη ρωσόφωνη φεμινιστική και κουίρ ποίηση» (τχ. 25, 2021). Με τον καιρό όμως το queer μοιάζει να κερδίζει δειλά δειλά χώρο και σε mainstream περιοδικά. Παραθέτω ενδεικτικά τέσσερις τίτλους αλιευμένους από ισάριθμες πηγές: Παναγιώτης Ελ Γκεντί, «Queer lament: Η προβληματοποίηση ενός ζητήματος», The Books’ Journal 102, 2019, Γιώργος Σαμπατακάκης, «Queer σαν χώρα ή Βγαίνοντας με κέφι απ’ τη ντουλάπα της μεταπολίτευσης», Χάρτης 14, 2020 (διαθέσιμο εδώ), Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, «Δεν Φοβάμαι, Ταυρομάχε: Η queer πλευρά του πολιτικού», Ο Αναγνώστης 2022 (διαθέσιμο εδώ), Κώστας Κατσουλάρης, «Οι προφήτες, του Ρόμπερτ Τζόουνς Τζούνιορ – Ένας κουίρ έρωτας στα χρόνια της σκλαβιάς», Bookpress 2022 (διαθέσιμο εδώ).

[29] Ειδικά για τα εκδοτικά, οι αναφορές που προηγήθηκαν εννοείται πως είναι ενδεικτικές: Θα βρείτε περισσότερους τίτλους στα κείμενα του αφιερώματος. Για πολύ περισσότερο queer, εντός και (κυρίως) εκτός λογοτεχνίας, βλ. Δημήτρης Αγγελίδης, Νάνσυ Παπαθανασίου & Έλενα-Όλγα Χρηστίδη (επιμ.), Αόρατη ιστορία: Διαδρομές, βιώματα και πολιτικές των ΛΟΑΤΚΙ+ στην Ελλάδα (Εφ.Συν. 2019· διαθέσιμο εδώ), Κωνσταντίνος Κυριακός, Μια queer νεοελληνική ιστορία: Τα τεκμήρια (1900-2020) (Αιγόκερως 2020) και το «Queer Athens – Αρχείο» της Lifo (εδώ). Για να επανέλθω όμως στη λογοτεχνία, που παραμένει αυτό που πρωτίστως μας ενδιαφέρει εδώ: Την ώρα που ολοκληρωνόταν το κείμενο αυτό, κυκλοφόρησαν στα ελληνικά τα «απομνημονεύματα» της Κάρμεν Μαρία Ματσάδο Στο σπίτι των ονείρων, από τους Αντίποδες κι αυτά (μτφ. Α. Αγγελίδης & Μ. Αγγελίδου). Μου είχε μιλήσει νωρίτερα το Τιτίκα Αποστολάκη (βλ. παρακάτω στο αφιέρωμα) σχετικά και κάπως με προειδοποίησε. Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία τους, μου προώθησε την είδηση μια φίλη, η Ελίζα, σημειώνοντας «είπα μήπως σ’ ενδιαφέρει για το αφιέρωμα». Η αλήθεια είναι πως δεν μ’ ενδιαφέρει μόνο για το αφιέρωμα. Το βιβλίο αυτό με γοήτευσε και με κατέστρεψε ή ίσως μου θύμισε πως έχω καταστραφεί. Είναι απολύτως σχετικό με το queer και ίσως απολύτως queer: «διευρύνοντας την αντιπροσωπευτικότητα, δίνουμε χώρο στους κουήρ να είναι –ως χαρακτήρες, ως υπαρκτοί άνθρωποι– ανθρώπινα όντα», «Τι παράξενο πράγμα, κουήρ στ’ αλήθεια! Αλλά στην εποχή μας τα πάντα είναι κουήρ» (82 & 278, αντίστοιχα).

[30] Η αυτοέκδοση είναι κάποτε επιλογή και άλλοτε ανάγκη. Ο Κυριάκος Βλάχος, ας πούμε, συγγραφέας του Homo Thessalonikus, που αναφέρθηκε λίγο παραπάνω, περιγράφει κάπου την εκδοτική περιπέτεια του βιβλίου του. Εξηγεί, για την ακρίβεια, πως έπαιρνε τη μια αρνητική απάντηση μετά την άλλη, μέχρι που αποφάσισε να προχωρήσει μόνος του στην έκδοση, οπότε και ήρθε αντιμέτωπος με την πολύ θετική ανταπόκριση του κοινού. Βλ. σχετικά εδώ («Q&A: Απαντάω στις ερωτήσεις σας για το βιβλίο!»). Αναφέρω (απλώς) άλλη μια περίπτωση αυτοέκδοσης, ποιητικού βιβλίου αυτή τη φορά: το Ελ Ποι: Ελληνική λεσβιακή ποίηση (2020), που υπογράφεται από την Χαρά Τρε.

[31] Βλ. εδώ, αν και πιο ενημερωμένη είναι η σελίδα του στο Facebook.

[32] Μια από τις κινήσεις που έκανα όταν πρωτο-ανέλαβα το αφιέρωμα, ήταν να απευθύνω σε φιλικά πρόσωπα το ερώτημα «εσύ τι θα ήθελες να βρεις σ’ ένα αφιέρωμα στην queer λογοτεχνία;». Από αυτή τη διαδικασία προέκυψαν ένα μέρος του τίτλου μου και ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Δεν το περίμενα, μα το ερώτημα έμεινε μερικές φορές αναπάντητο. Υπήρξαν βέβαια και άτομα που δεν αρκέστηκαν σε μια, δυο, άντε τρεις απαντήσεις και έμοιαζε να περιμένουν περίπου τα πάντα από ένα τέτοιο αφιέρωμα. Τέτοιο άτομο υπήρξε ολοφάνερα ο Ζορζ. Κάπου εκεί μου έγινε σαφές πως (εγώ, απ’ τη μεριά μου) θα ήθελα και ένα δικό του κείμενο στο αφιέρωμα. Θυμήθηκα τότε πως, αν και στα χαρτιά είναι της φιλοσοφίας και της αγγλικής φιλολογίας, σε κάτι άλλα χαρτιά είναι και των γαλλικών και των λογοτεχνικών. Του το πρότεινα λοιπόν, προσθέτοντας: «η σκέψη μου πάει στον Λουί», τον οποίο γνώριζα πως γνώριζε. Τα υπόλοιπα έγιναν σαν σε παραμύθι.

[33] Το δικό μου κείμενο πάλι, όλα δείχνουν πως είναι πνιγμένο στις σημειώσεις. Που αν μάλιστα δεν διαβαστούν, θα μοιάζει σαν το ένα και το άλλο να εκκρεμούν (πράγμα που δεν είναι πολύ έξυπνο να επισημαίνεται εδώ κάτω, ναι). Μ’ αρέσουνε πολύ οι σημειώσεις –οι πολλές, χορταστικές σημειώσεις. «Οπόταν αναρωτιέται κανείς» (μνημονεύετε Οδυσσέα Ελύτη, ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ): μη και δεν είμαι αρκετά queer;

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή