Γιάννης Ευσταθιάδης

Εκ των ένδον

Η ζωή του Γιάννη Ευσταθιάδη όπως την αφηγείται στον εαυτό του

– Καλησπέρα! Χαίρομαι που με δέχεσαι σ’ αυτό το δωμάτιο. Κι εγώ δουλεύω εδώ… και μ’ αρέσει!

– Ωραία… Τι θες να συζητήσουμε;

– Τα παιδικά και τα νεανικά σου χρόνια. Πώς μεγάλωσες…Τι διάβαζες, τι άκουγες… Προτιμήσεις και αποστροφές… Πώς και πότε άρχισες να γράφεις…

– Να σου πω πρώτα τα τυπικά. Γεννήθηκα στις 20 Μαρτίου 1946, στις 03.50΄. Είμαι Ιχθύς. Γεννήθηκα όχι με τον συνηθισμένο τρόπο, δηλαδή με το κεφάλι, αλλά με τα πόδια ― και μάλιστα, το ένα μου πόδι έμεινε έξω απ’ την κοιλιά της μάνας μου για ώρες!

Ξέρω, ξέρω… Τότε σε τάξανε στον Άγιο Ελευθέριο, και γι’ αυτό έχεις και δεύτερο όνομα, Λευτέρης.

– Ασφαλώς, αλλά δεν το ξέρει κανείς. Μόνο η ταυτότητά μου το γράφει. Συνεχίζω: ζύγιζα τρεισήμισι κιλά, κι είχα μάτια καστανά και μαλλιά μαύρα.

– Αχ, μαύρα… Πόσο θα τα ’θελα ακόμη… Πού έζησες τα παιδικά σου χρόνια;

– Κολοκοτρώνη 34. Στο κέντρο του κέντρου. Έως 9 χρονών.

– Εκεί γνώρισες τη λογοτεχνία, τα βιβλία;

– Ναι, αλλά με περίεργο τρόπο, γιατί οι γονείς μου δεν είχαν βιβλία. Στο σπίτι θυμάμαι μόνο την Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου. Μια μέρα, όμως, ένας φίλος του πατέρα μου μου χάρισε την τρίτομη Ποιητική Ανθολογία του Μιχάλη Περάνθη. Αυτοί οι τόμοι άλλαξαν τη ζωή μου. Ξεκίνησαν τη γοητευτική περιπέτεια της ανάγνωσης και ήταν μέρα-νύχτα κοντά μου.

– Με αποτέλεσμα…;

– Μαγεμένος από την ποίηση (κυρίως από τον Β’ τόμο, τον αφιερωμένο στη σύγχρονη ποίηση), άρχισα κι εγώ να γράφω.

– Ηλικία;

– Το πρώτο μου ποίημα το έγραψα 10 ετών. Και είναι αυτό:

Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, νομίζω ότι, παρά την ηθικοπλαστική του κατάληξη, η τεχνική είναι πολύ καλή για ποιητικό πρωτόλειο.

– Ποιος το είχε δακτυλογραφήσει;

– Εγώ, αλλά δύο-τρία χρόνια αργότερα. Είχα αγοράσει μια γραφομηχανή, και όλα μου τα νεανικά κείμενα τα έγραψα εκεί.

– Ποιους ποιητές αγαπούσες και διάβαζες πολύ;

– Τον Ρίτσο πρώτα και μετά τον Βρεττάκο. Αργότερα ανακάλυψα Σεφέρη και Ελύτη. Και με καθυστέρηση, αλλά με πάθος, τον υπερρεαλισμό του Εγγονόπουλου.

– Τι άλλο διάβαζες;

– Περιοδικά των γονιών μου, το Ρομάντζο και τη Γυναίκα. Παρενθετικά να σου πω ότι είχα μάθει να διαβάζω πολύ νωρίς και με άνεση: τεσσάρων χρονών ή τεσσεράμισι.

– Δικά σου περιοδικά…;

– Μεγάλο πάθος, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα.

– Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σου;

– Γυναικεία καπέλα. Ήταν πραγματικά αρτίστας, ιδίως στις γυναικείες καπελίνες, τα βραδινά καπέλα. Το μαγαζί του ήταν πολύ προχωρημένο, σήμερα θα το λέγαμε studio. Ήταν από κάτω έως πάνω όλο καθρέφτες. Στον επάνω όροφο ήταν το εργαστήριο με τις εργάτριες.

– Σε επηρέασε κάπου αυτό;

– Ασφαλώς! Πρώτον, με γοήτευσαν οι καθρέφτες και οι αντικατοπτρισμοί της ομορφιάς. Ο αντικατοπτρισμός ανιχνεύεται και στην ποίησή μου,και δεν είναι τυχαίο ότι έχω γράψει κι ένα βιβλίο με τίτλο Ο καθρέφτης.

– Είπες «πρώτον». Υπάρχει και δεύτερον;

– Ναι. Μέσα απ’ τους καθρέφτες γνώρισα την ομορφιά των γυναικών που πρόβαραν καπέλα, αν και ούτως ή άλλως είχα εξοικειωθεί ήδη από τα παιδικά μου χρόνια.

– Τι εννοείς;

– Στο Δημοτικό πήγα όλα τα χρόνια στο Παρθεναγωγείο Χιλλ, το οποίο για πρώτη φορά τότε επέτρεψε και αγόρια. Όμως οι συνήθειες των ανθρώπων δεν αλλάζουν εύκολα, κι έτσι επί δύο χρόνια είχα μόνο έναν συμμαθητή, ενώ τα άλλα τέσσερα ήμουν μόνος με 25 συμμαθήτριες. Αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στο να εκτιμήσω την προσωπικότητα και την ευφυΐα των γυναικών, ασφαλώς και την ομορφιά τους.

– Γυμνάσιο πού έκανες;

– Στο Λεόντειο Λύκειο, Δύο χρόνια στη Σίνα, τέσσερα στη Νέα Σμύρνη. Αλησμόνητα χρόνια, αγαπημένοι συμμαθητές, ανάμεσα στους οποίους και ο Αλέξης Ζήρας, ενώ μια τάξη μεγαλύτερη πήγαινε ο Γιώργος Απέργης, για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα. Αλλά και αγαπημένοι και εξαιρετικοί καθηγητές. Εναλλάξ όλα αυτά τα χρόνια είχα δύο φοβερούς δασκάλους στα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά: τους αδελφούς Καρατζά. Στην πρώτη Γυμνασίου, ο Αντώνης Καρατζάς, καθηγητής στα Νέα Ελληνικά, μας έβαλε μια μέρα θέμα έκθεσης τον αλκοολισμό. Εγώ, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, αντί για μια κλασική στη δομή έκθεση, έγραψα ένα πολυσέλιδο διήγημα. Ακόμα και σήμερα, όταν ανοίγω το τετράδιο εκείνο (πολύτιμο κειμήλιο), δεν πιστεύω στα μάτια μου διαβάζοντας το σχόλιο του Καρατζά για ένα παιδάκι 12 χρονών: «Εύγε! Διάβαζε πολύ ελληνική λογοτεχνία, και μια μέρα θα γίνεις ένας μεγάλος τεχνίτης του Ελληνικού Λόγου».

– Έγραφες τότε συστηματικά;

– Από τα δώδεκά μου χρόνια έγραφα 3-4 ποιήματα την ημέρα, κάθε μέρα. Αλλά και πεζά. Συνηθίζω να λέω αυτοσαρκαστικά ότι γενικότερα η πεζογραφία μου – που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του επίσημου έργου μου – οφείλεται στο ότι βγήκα με τα πόδια και ότι στην εφηβεία μου ήμουν αθλητής του Εθνικού Γ.Σ. και δη βαδιστής!

– Τι άλλο ήθελες να κάνεις στη ζωή σου; Ξέρω πως σπούδασες στη Νομική Σχολή.

– Ναι, γιατί, όπως έλεγα τότε, στη Νομική πηγαίνουν όσοι δεν ξέρουν τι να κάνουν. Πάντως, από τα πρώτα μου χρόνια ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Έχω σχεδιάσει στην παιδοσύνη μου πολλά χειρόγραφα φύλλα εφημερίδας. Το 1961, στα δεκαπέντε μου, έγινα και τυπογραφικός εκδότης, αφού στη Λεόντειο εξέδωσα το πρώτο και τελευταίο φύλλο της εφημερίδας Αναζήτηση. Μόλις η εφημερίδα μοιράστηκε, με κάλεσε στο γραφείο του ο γυμνασιάρχης (αείμνηστος Παναγιωτόπουλος) και, κουνώντας οργισμένος το δάχτυλο, μου είπε: «Ποιος είσαι εσύ που θα αποκαλέσεις τον αξιότιμο Υπουργό Παιδείας “κύριε Κασιμάτη”; Πώς τόλμησες;». (Ένα από τα άρθρα είχε τίτλο: «Κύριε Κασιμάτη, σας μιλά η σημερινή νεολαία μας».) Για να μη μακρηγορώ, η εφημερίς απεσύρθη και ο εκδότης και αρχισυντάκτης της διεσύρθη με πενθήμερη αποβολή (τη μόνη, άλλωστε, σε όλο τον σχολικό μου βίο). Το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα την ίδια χρονιά, καθώς ο μέντοράς μου, Λούης Δάνος (τον θυμάμαι πάντα με απέραντη αγάπη), με έχρισε συντάκτη στην εφημερίδα του Ηλεκτρεμπορική και, αργότερα, στον Υδραυλικό, όπου δημοσίευσα συστηματικά απόψεις, άρθρα, συνεντεύξεις. Την ίδια χρονιά, δεκαπενταετής (όχι πλοίαρχος, αλλά επίδοξος ποιητής), εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο: μια ποιητική συλλογή με τίτλο Έξη χιλιάδες μέρες. Σ’ αυτό είχα και την παρότρυνση του Γιάννη Ρίτσου, τον οποίο γνώρισα από τη Νανά Καλλιανέση στον Κέδρο. Εξέδωσα συνολικά τρία βιβλία ποιημάτων (1961, 1963, 1967), όλα αποκηρυγμένα. Πάντως, με το πέρασμα του χρόνου, ικανοποίησα μερικώς τις δημοσιογραφικές φιλοδοξίες μου, αρθρογραφώντας για χρόνια σε σημαντικά έντυπα: στο ΕΝΑ, στο Status, στο 4 ΤΡΟΧΟΙ.

– Και η μουσική…;

– Ούτε η μουσική ξεκίνησε απ’ το σπίτι μου. Δεν υπήρχαν δίσκοι, δεν υπήρχε πικάπ ή, έστω, γραμμόφωνο, παρά μόνο ένα παλιό ραδιόφωνο, κι αυτό, συχνά χαλασμένο.

– Τότε πώς;

– Και εδώ συνέβαλε ένας φίλος: ο διεθνώς διάσημος σήμερα συνθέτης Γιώργος Απέργης. Περνούσαμε ώρες καθημερινά ακούγοντας από τη μεγάλη δισκοθήκη του και από εκείνον στο πιάνο. Έτσι μυήθηκα στη μαγεία της μουσικής. Η μελωδική συνέχεια: έξι χρόνια μουσικά κείμενα στην Καθημερινή της Κυριακής και τέσσερα μουσικά βιβλία.

– Και μουσικός παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα.

– Σ’ αυτό, μόλις ενηλικιώθηκα.

– Δηλαδή;

– Έκλεισα μόλις 21 χρόνια!

– Ξέρεις καθόλου μουσική;

– Όχι βέβαια. Έγραψα συστηματικά για τη μουσική χωρίς να ξέρω ούτε μία νότα, και έγραψα συστηματικά για τη γαστρονομία χωρίς να ξέρω να μαγειρεύω! Και στις δύο περιπτώσεις θέλησα να μιλήσω για πράγματα που είναι πίσω από το αντικείμενο. Κατέθεσα τις εντυπώσεις και τις συγκινήσεις του ακροατή –ελπίζω με έντεχνο τρόπο– και εξερεύνησα την πνευματικότητα και την κοινωνικότητα της γεύσης. Βλέπεις, για ν’ απαντήσω στο ερώτημά σου, είμαι περισσότερο βουλιμικός της γραφής παρά της τροφής.

– Σε ποια περίοδο οι ήρωές σου ζορίστηκαν, υπέφεραν, δυστύχησαν;

– Δεν υπάρχει συγκεκριμένο πλαίσιο, εποχή ή συνθήκη. Τις συνθήκες και τα συναισθήματα τα ορίζει ο συγγραφέας. Μόνο για τον συγγραφέα υπήρξε μία μετρούμενη περίοδος απόλυτης δυστυχίας, φόβου, οργής: η εποχή της χούντας.

– Άσχετα με το τι συμβαίνει έξω, γύρω, εσύ πώς γράφεις;

– Γράφω πάντα βράδυ, σε ημίφωτο δωμάτιο, μόνο με μία παρηγορητική λάμπα κοντά μου, που φωτίζει το χέρι, την κόλλα και τη μνήμη. Ο λαμπτήρας και όχι το φυσικό φως ταιριάζει στην τέχνη της επινόησης.

– Να σε ρωτήσω για τις λογοτεχνικές σου προτιμήσεις; Να, ας πούμε ποιους ποιητές αγαπάς;

– Πάντα τους σημαντικούς που ανέφερα από τη νεότητά μου. Αλλά σιγά σιγά πρόσθεσα τον Σαχτούρη, τον Αναγνωστάκη, τον Χριστιανόπουλο, τη Δημουλά. Είναι και πάρα πολλοί άλλοι, αλλά ποιον να πρωτοπώ… Όσο για παλαιότερους ποιητές Σολωμό και Καβάφη, αν και από τον Σολωμό περισσότερο από τα ποιήματά του λατρεύω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.

– Μια και ανέφερες ένα πεζό, πες μου και για την πεζογραφία.

– Θα αναφέρω πρώτο τον Βιζυηνό, τον οποίο διάβασα συστηματικά έφηβος μαθητής και έγραψα μάλιστα ένα μονόπρακτο θεατρικό για τον συγγραφέα. Από τα πρώτα μου χρόνια διάβασα όλο τον Βενέζη, πολύ Μυριβήλη και λίγο Καζαντζάκη. Όμως ο συγγραφέας που με σημάδεψε ήταν (και είναι) ο Κοσμάς Πολίτης, πρώτα με την Κορομηλιά του και μετά με όλα του τα έργα. Αργότερα προστέθηκε η αγάπη μου για τον Γιώργο Ιωάννου, τον Μένη Κουμανταρέα και τον Βασίλη Βασιλικό.

– Και από ξένους;

– Πέρα από τους κλασικούς, με συναρπάζουν οι νεωτεριστές του 20ού αιώνα: ο Ίταλο Καλβίνο, ο Ζορζ Περέκ και βέβαια οι Ασκήσεις ύφους του Ρεμόν Κενό, στη δεξιοτεχνική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

– Στον κινηματογράφο ποιες είναι οι προτιμήσεις σου;

– Δύο διαφορετικές, για να μην πω αντίθετες: όλες οι ταινίες του Χίτσκοκ και όλες του Ταρκόφσκι.

– Και στη μουσική…;

– Με όλη τη λατρεία στο μπαρόκ και στον κλασικισμό, το όνομα που πρώτο έρχεται στην καρδιά είναι Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Η απόλυτη μουσική σ’ όλα τα είδη, σ’ όλες τις μορφές. Κι αν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιον από τον 20ό αιώνα, Ίγκορ Στραβίνσκι.

– Σε άλλα είδη μουσικής;

– Ένα όνομα μοναδικό και ασύγκριτο: Βασίλης Τσιτσάνης.

– Τι σου προσφέρει η μουσική;

– Την απόλυτη ηδονή του ήχου, τη χαρά των λέξεων σε νότες. Γι’ αυτό, ακόμα κι ένα πένθιμο εμβατήριο προσφέρει στον ακροατή χαρά, πόσο μάλλον οι χαρμόσυνες μελωδίες του Ροσίνι που όσο πάει αγαπώ και περισσότερο. Ναι: ο Ροσίνι και η χαρμοσύνη του. Κι όπως έγραψα πρόσφατα σε κείμενό μου: «Όσο μεγαλώνω, η χαρά μου γίνεται μεγαλύτερη με αυτήν την παρηγορητική μουσική, κι όσο μοιραία πλησιάζει το τέλος, εύχομαι να είναι ένα Τέλλος που θα φέρει μελωδικά ο Γουλιέλμος».

– Εντέλει πώς κρίνεις την πορεία σου όλα αυτά τα χρόνια.

– Έχω έναν γάμο, δύο παιδιά, δύο εγγόνια και 38 βιβλία. Γράφω ποίηση, πεζά, άρθρα, χρονογραφήματα, κείμενα για τη γεύση, κείμενα για τη μουσική. Όμως, παρά το φαινομενικώς αταίριαστο και διαφορετικό, γράφω μόνο για όσα αγαπώ, κι αυτή η αγάπη δημιουργεί τον ιστό που τα ενοποιεί όλα.

– Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή τη συζήτηση.

– Εγώ σ’ ευχαριστώ.

Κύλιση στην κορυφή