Η στροφή των εκδόσεών μας προς τη θεατρική γραφή προέκυψε ως απόρροια της κύριας απασχόλησής μας με τον χώρο της λογοτεχνίας, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και το θεατρικό κείμενο. Καταλυτικής σημασίας υπήρξε και η στενή συνεργασία μας, εκείνη την περίοδο, με τον αείμνηστο θεατρολόγο Χρήστο Καρχαδάκη. Η αρχή έγινε με κείμενα των Χρύσας Σπηλιώτη, Γιάννη Μαυριτσάκη, Άκη Δήμου, Ανδρέα Στάικου, Βασίλη Κατσικονούρη και πολλών άλλων, και στη συνέχεια η σειρά επεκτάθηκε στην ξένη δραματουργία και στον χώρο του πανεπιστημιακού θεατρικού συγγράμματος. Πριν από τρία χρόνια δε, εγκαινιάσαμε τη σειρά του Παιδικού/Εφηβικού Θεάτρου, η οποία εμπλουτίζεται τόσο με πρωτότυπα έργα ελλήνων θεατρικών συγγραφέων όσο και διασκευές σημαντικότατων εκπροσώπων της παγκόσμιας δραματουργίας: Σαίξπηρ, Μπρεχτ, Λόρκα, Βιτσέντζο Κορνάρο, Αντώνιο Μάτεσι, Αριστοφάνη κ.ά. Καθένας από τους τίτλους αυτούς είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια Διδασκόντων Θεατρικής Αγωγής και Εμψυχωτών, καθώς περιλαμβάνει και δραστηριότητες για δημιουργική αξιοποίηση του ανά χείρας θεατρικού έργου, εκτενέστατη βιβλιογραφία και προτεινόμενες μουσικές. Ανάμεσα στους πρωτεύοντες όμως στόχους των εκδόσεων είναι και η «διάχυση» του ελληνικού θεατρικού έργου στο εξωτερικό, μέσα από τη συνεργασία μας με ξένους εκδοτικούς οίκους και επίσημους θεατρικούς φορείς. Μέχρι στιγμής, κείμενα καταξιωμένων Ελλήνων δραματουργών έχουν εκδοθεί στην ελληνική, την ιταλική και, πρόσφατα, την πολωνική γλώσσα σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Θεάτρου της Βαρσοβίας.
Βεβαίως, επικρατεί η άποψη ότι προορισμός ενός θεατρικού κειμένου είναι η αναπαράστασή του επί σκηνής και όχι η ανάγνωσή του, ακόμα και σε ό,τι αφορά κλασικά, πολυμεταφρασμένα κείμενα που αποτελούν μνημειώδη έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ωστόσο, ένα καλό κείμενο, είτε σύγχρονο είτε παλαιότερο, πρέπει να εκδίδεται, γιατί έτσι αποκτά μια δεύτερη ζωή, παράλληλη και ύστερη της θεατρικής του ζωής. Αποκτά την ευκαιρία να διαγράψει μια πολυσχιδή πορεία: συγγραφική, μεταφραστική, εκδοτική, παραστασιακή.
Δεδομένης λοιπόν της ευρείας αντίληψης ότι το θεατρικό κείμενο έχει απώτατο σκοπό τη σκηνική αναπαράστασή του, η αγορά του θεατρικού κειμένου στην Ελλάδα είναι περιορισμένη και απευθύνεται κυρίως σε σπουδαστές δραματικών σχολών, ηθοποιούς, σκηνοθέτες ή θεατές παραστάσεων, στις οποίες ένας τίτλος πωλείται υπό τη μορφή προγράμματος. Έτσι, περιορισμένα είναι και τα βιβλιοπωλεία που φιλοξενούν στον χώρο τους αντίστοιχα βιβλία. Μετρημένα είναι και τα Βραβεία για το Θέατρο (αν και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό μέσα στον κορεσμό των διαφόρων βραβείων στις ημέρες μας), και σπανιότατες οι περιπτώσεις βιβλιοπαρουσίασης ή κριτικής στον Τύπο. Τις περισσότερες φορές, η κριτική στον Τύπο, όταν δεν συντάσσεται από κατεξοχήν κριτικούς του θεάτρου που μεριμνούν και για εκτενή αναφορά στο κείμενο, επισημαίνοντας τις αρετές ή τις όποιες ελλείψεις του, η απλή κριτική περιορίζεται στο σκηνοθετικό και το παραστασιακό κομμάτι. Άλλωστε, τις τελευταίες δύο με τρεις δεκαετίες, υπάρχει στροφή του ενδιαφέροντος από το κείμενο στη σκηνοθεσία, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που το κείμενο κυριολεκτικά «καταπίνει» την παράσταση. Κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει συχνά με τη μεταφορά ενός επιτυχημένου βιβλίου στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη.
Στα ήδη αναφερθέντα «μείον» της αγοράς, πρέπει να προσθέσει κανείς και τα διαφυγόντα κέρδη, τόσο για τον συγγραφέα όσο και τον εκδότη, από το παράνομο σκανάρισμα ή τη φωτοτύπηση ολόκληρων έργων ακόμα και στους κόλπους κάποιων δραματικών σχολών, προκειμένου αυτά να μοιραστούν δωρεάν στους σπουδαστές τους, πρακτική που θλίβει ιδιαίτατα, καθώς το μήνυμα που περνάει στα νέα παιδιά, αυριανούς ανθρώπους του θεάτρου, είναι ότι το πνευματικό προϊόν δεν αμείβεται. Ανάλογες περιπτώσεις, βέβαια, συναντά κανείς και σε σχολεία, ακόμα και σε δήμους.
Διερωτάται λοιπόν κανείς: Γιατί να ασχοληθεί κάποιος με το θεατρικό κείμενο και με την έκδοσή του; Εγώ αντιγυρίζω ή, πιο σωστά, διευρύνω το ερώτημα: Γιατί να ασχοληθεί κανείς με την έκδοση βιβλίων σήμερα στην Ελλάδα; Σε μια αγορά εγκαταλειμμένη από το κράτος, με υπεράριθμους εκδότες, μπουχτισμένη σε τίτλους, με πολύ χαμηλή αναγνωσιμότητα και τη νεόφαντη μόδα των κακών αυτοεκδόσεων;
Για τον απλούστατο λόγο ότι αγαπάει το βιβλίο, αγαπάει το θεατρικό κείμενο, έχει σφυρηλατήσει σταθερές συνεργασίες και φιλίες με συγγραφείς και μεταφραστές του, έχει παλέψει σκληρά για να καθιερωθεί ως ένας από τους εκδοτικούς οίκους με ειδίκευση στο θέατρο, και προσπαθεί να κάνει σωστή επιλογή τίτλων, κάποτε πολύ ποιοτικών, κάποτε πιο εμπορικών, αλλά με σταθερές ποιότητες την άρτια γλωσσική επιμέλεια και την καλαίσθητη τυπογραφικά έκδοση.

