Η νεοελληνική ποίηση από τον Σολωμό μέχρι και τη γενιά του ʼ30, διατήρησε ζωντανή, γόνιμη και ιδιάζουσα γλωσσική σχέση με τα κλασικά κείμενα. Οι νεοέλληνες ποιητές δεν αξιοποιούν απλώς τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Κάποτε εντάσσουν αυτούσιες αρχαιοελληνικές λέξεις ή εκφράσεις διασπείροντάς τες στο σώμα του ποιήματος είτε «μεταφράζουν» το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο πιστά ή δημιουργώντας νέο ποιητικό αφήγημα. Άλλοτε ακολουθώντας τους μορφολογικούς κανόνες της αρχαίας παράγουν νέες λέξεις που πλουτίζουν την ποιητική γλώσσα. Τα παραδείγματα που θα παρατεθούν, ενδεικτικά για ένα θέμα ανεξάντλητο, επιχειρούν να αναδείξουν την οργανική σχέση αρχαίας και νέας ελληνικής που δικαιώνει το σεφερικό «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» και παράλληλα τη μεγάλη σημασία που έχει για τη σύγχρονη ποίηση η διατήρηση και η διαμόρφωση σε ανανεωμένη μορφή της δημιουργικής συνομιλίας με τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας
Όταν ο Κάλβος αναζητώντας γλώσσα στα αρχαία λεξικά, συναντά τη λέξη κυκλοδίωκτος, την ανασύρει, όπως ένας μεταλλωρύχος ακατέργαστο πολύτιμο λίθο, και δένει μ’ αυτήν μιαν από τις συγκλονιστικότερες και πλέον επιδραστικές εικόνες στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης:
Υιέ μου πνέουσαν μ’ είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.
(Ωδή Εις Θάνατον)
Και να σκεφτεί κανείς ότι το επίθετο κυκλοδίωκτος απαντά, μία και μόνη φορά σε όλη την αρχαία γραμματεία σε ένα ύστερο επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας (Π.Α., 9.301). Εκεί ένας βραδύπους όνος, (ένα γαϊδουράκι) διεκτραγωδεί τη σκληρή του μοίρα, καθώς σκοτόεις (με παρωπίδες δηλαδή στα μάτια) γυρνά κυκλοδίωκτος, γύρω γύρω στο αλώνι, κουβαλώντας της ανάγκης το άχθος. Από τη γη λοιπόν στον ουρανό κι από το ταπεινό γαϊδούρι στον ήλιο, η λέξη ακολουθεί μια πορεία πτήσης προς το ουράνιο στερέωμα της νεοελληνικής ποιητικής γλώσσας.
Ο Σολωμός εναγώνια αναζητώντας γλώσσα βρίσκει στον Όμηρο τον μακρινό του προπάτορα Οι νεανικοί του στίχοι αποκαλύπτουν πρώιμα πως βλέπει τον γλωσσικό δεσμό με την ομηρική γλώσσα ως κυριολεκτικά φυσικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζακυνθινό τοπίο:
Κάθε ρείθρο ερωτεμένο
κάθε αύρα καθαρή,
κάθε δέντρο εμψυχωμένο,
με το φλίφλισμα ομιλεί.
Κι όπου πλέον μοναχιασμένοι
είναι οι βράχοι σιγαλοί,
Μήνιν άειδε, θε ν’ ακούσης
να σου ψάλλη μια φωνή.
Και συ ακόλουθα τον στίχο,
……………για να ιδής
αν γνωρίζη τη φωνή σου
ο τυφλός ο ποιητής.
Στην «Ωδή εις Μάρκο Μπότσαρη» παραβάλλει τον νεκρό ήρωα με τον ομηρικό Έκτορα και παράλληλα εντάσσει μεταγραμμένο τον στερεότυπο ιλιαδικό στίχο (Ἠὼς δὲ κροκόπεπλος ἐκίδνατο πᾶσαν ἐπ’ αἶαν, Ω 695) αποδίδοντας αυτούσια τη λυρική λεπτομέρεια ενώ η εκτενής ομηρική αφήγηση της ικεσίας του Πριάμου συμπιέζεται σε ελάχιστους –δύο μόλις– στίχους
Το λείψανο που ʼχε γλιτώσει
ο Πρίαμος με θρήνους με δώρα,
εγύριζε πίσω την ώρα
που πέφτει στην όψη της γης
το φως το γλυκό της αυγής.
Στον Σεφέρη το στοιχείο της διακειμενικότητας παίρνει εξ αρχής τον χαρακτήρα ενδογλωσσικής συνομιλίας. Τρεις βασικά εικόνες μοναδικής ποιητικής αίσθησης θέλγουν τον Σεφέρη στη μεταφραστική του απόπειρα στην Οδύσσεια· και οι τρεις διαχέονται στην πρωτότυπη ποιητική του δημιουργία α. ο γέρος της θάλασσας Πρωτέας ένα επίμονο ποιητικό σύμβολο ενσάρκωσης μιας αέναης ρευστής σαν την άμμο αλλαγής (δ 450-461) [Ποιος θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα; ] β. η Ναυσικά, το φοίνικος νέον ἔρνος από την έκτη ραψωδία και γ. το συγκλονιστικό ταξίδι των ψυχών των φονευμένων μνηστήρων παρὰ δῆμον ὀνείρων (ω1-14), με οδηγό τον ψυχοπομπό Ερμή.
Η μεταγραφή «είδα τ’ ανάστημα μιας δροσερής φοινικιάς» του στίχου ζ163 (φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον ἐνόησα), που αποδίδει την κορμοστασιά της Ναυσικάς αναπαράγεται ως απόσταγμα συγκίνησης αυτονομημένης όμως πλέον από το ομηρικό κείμενο στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», ισοδύναμη εδώ μιας μοναδικής εμπειρίας, που καταξιώνει τη ζωή, η οποία βούλιαξε μέσα στην άμμο:
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε
σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο
λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς
Η μεταφραστική ανάπλαση της συγκλονιστικού ταξιδιού των ψυχών των φονευμένων μνηστήρων παρὰ δῆμον ὀνείρων «στ’ ασφοδελό λιβάδι, εκεί που κατοικούνε οι ψυχές» (κατ’ ἀσφοδελὸν λειμῶνα͵ ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, ω 15-16) διαθλάται και διαχέεται αφήνοντας τα ίχνη της στο σεφερικό ποίημα «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους»:
οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι’ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων
Από αυτή την ώσμωση πηγάζει και η εικόνα των ψυχών που «σαν νυκτερίδες τσιρίζοντας ακολουθούσαν» (τρίζουσαι ἕποντο ὡς … νυκτερίδες, ω5-6) και διασπασμένη επανεμφανίζεται στον «Βασιλιά της Ασίνης»:
Και η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
Στα πλείστα στοιχεία ενδογλωσσικών μεταγραφών εντάσσεται και ο στίχος από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου στάζει δ’ ἀνθ’ ὕπνου πρὸ καρδίας μνησιπήμων πόνος· (179-180), που μεταγραμμένος στον σεφερικό «Τελευταίο σταθμό», «στάζει τη μέρα στάζει τη νύχτα μνησιπήμων πόνος», δωρίζει στη νέα ελληνική ένα έξοχο επίθετο.
Συνολικά στον Σεφέρη η συνομιλία με την αρχαία γλώσσα παίρνει συχνά τον χαρακτήρα διακειμενικών γλωσσικών νησίδων εγκατεσπαρμένων μέσα στο σώμα του ποιήματος και αξιοποιημένων για ποικίλες αναγνώσεις, αλλότριες κάποτε των προθέσεων του κειμένου από το οποίο προέκυψαν.
Στον Καβάφη, αντίθετα, το αρχαίο ελληνικό κείμενο λειτουργεί ως παλίμψηστο χειρόγραφο πάνω στα χνάρια του οποίου ανασυντίθεται ένα καινούργιο σκηνικό, απαραίτητο για την εγγραφή μιας νέας αφήγησης εστιασμένης στην τραγική λεπτομέρεια που επιτρέπει βαθύτερη ερμηνεία της ανθρώπινης μοίρας.
Στην περίπτωση λ.χ. του «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» η άμεση αναφορά στην ιστορική πηγή –πρόκειται για τον Βίο του Αντωνίου του Πλουτάρχου– εντοπίζεται μόνον στον τίτλο με το μετέωρο απαρέμφατο, το αποκομμένο από τα γραμματικά του συμφραζόμενα, ενώ στο σώμα του ποιήματος ο Καβάφης ανατρέπει την αρχαία αφήγηση μετατρέποντας τον μεθυσμένο όχλο του Πλουτάρχου σε αόρατο μυστικό θίασο που με μουσικές εξαίσιες τελετουργικά εγκαταλείπει μιαν εξιδανικευμένη Αλεξάνδρεια.
Στο πρώιμο (1897) καβαφικό ποίημα «Τα άλογα του Αχιλλέως» που παραπέμπει στη ραψωδία Ρ της ομηρικής Ιλιάδας, ο Καβάφης με σχολαστική μέριμνα κλασικού φιλολόγου δεν διστάζει να εντάξει μέσα στο ποίημα μια δική του μετάφραση του ομηρικού πρωτοτύπου. Με υλικά δηλαδή αντλημένα από την ομηρική γλώσσα κατορθώνει ώστε ο θρήνος των δύο αθανάτων αλόγων για το θλιβερό έργο του θανάτου που κάνει τον ανδρείο και δυνατό και νέο Πάτροκλο μια σάρκα ποταπή, να λειτουργεί γενικευτικά ως θλιβερή αποκάλυψη της αδήριτης ανθρώπινης μοίρας.
Παραθέτουμε μεταφρασμένους τους ομηρικούς στίχους (Ρ 441-447):
Κι ο γιος του Κρόνου, ως τα ʼδε που ʼκλαιγαν, εψυχοπόνεσέ τα,
και το κεφάλι σειώντας μίλησε μες στην καρδιά του κι είπε:
«Δυστυχισμένα! τι σας χάρισα στο βασιλιά Πηλέα,
που ʼναι θνητός, μα εσείς αγέραστα κι αθάνατα λογιέστε;
τάχα και σεις για να παιδεύεστε με τους θνητούς τους έρμους;
Πλάσμα κανένα από τον άνθρωπο πιο δύστυχο δεν είναι
άλλο στη γης, απ’ όσα πάνω της σαλεύουν κι ανασαίνουν.
(μετάφραση: Καζαντζάκη –Κακριδή)
Στο καβαφικό ποίημα είναι τόσο πολύ εμφανής η στενή σχέση με το ομηρικό πρωτότυπο, ώστε θα λέγαμε ότι παίρνει τον χαρακτήρα παράφρασης:
Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη, «Στου Πηλέα τον γάμο»
είπε, «δεν έπρεπε έτσι άσκεφτα να κάμω·
καλύτερα να μη σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύετ’ εδώ χάμω
στην άθλια ανθρωπότητα που ʼναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας κυνηγούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»
Ο Καβάφης παίρνει αυτούσιο το μελαγχολικό ομηρικό απόφθεγμα «κανένα πλάσμα δεν είναι πιο δυστυχισμένο από τον άνθρωπο από όσα πετούν και όσα έρπουν πάνω στη γη» (οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς πάντων͵ ὅσσά τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει) για να αναφερθεί στη συνείδηση από τον άνθρωπο της αναπότρεπτης μοίρας θανάτου.
Την καβαφική μέθοδο της ανασύνθεσης μέσω μιας μετάφρασης της πρωτότυπης πηγής ακολουθεί και ο Ρίτσος στα αρχαιόθεμα ποιήματα της συλλογής Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα της Λέρου, εντυπωσιακά μάλιστα εφαρμοσμένη στο ποίημα «Και διηγώντας τα», όπου η περιγραφή της εορταστικής τελετής παρατίθεται σχεδόν αυτούσια αντλημένη από τον Βίο του Αριστείδη του Πλουτάρχου, για την ακρίβεια σχεδόν κατά κυριολεξίαν μεταφρασμένη, ίσως μεταφερμένη από δευτερογενή πηγή, δεδομένου ότι ο Ρίτσος πιθανότατα δεν αντλούσε υλικό από το πρωτότυπο αλλά από νεοελληνικές μεταφράσεις.
Στον Ελύτη η διακειμενικότητα παίρνει τον χαρακτήρα μιας τόσον εκτεταμένης και διάσπαρτης στο σύνολο του έργου του ενδογλωσσικής επικοινωνίας, ώστε η λεπτομερής παρουσίασή της υπερβαίνει ασφαλώς τα όρια της παρούσης ομιλίας. Αρκεί η ενδεικτική αναφορά σε μερικά μόνον από τα περιεχόμενα στον ταξιδιωτικό σάκο του Μικρού Ναυτίλου, όπως το ομηρικό δνοφερόν ύδωρ ή το αρχιλόχειο ψυχὰς ἔχομεν κυμάτων ἐν ἀγκάλαις, ή το αισχύλειο κυμάτων άναρίθμητον γέλασμα ή το σαπφικό ὄτω τις ἔραται. Στην ποίηση του Ελύτη εντοπίζεται και ένα νέο επίπεδο ενδογλωσσικής συνομιλίας που συνίσταται σε παραγωγή λέξεων σύμφωνων με το τυπικό της αρχαίας ελληνικής, όπως παρατηρείται στο ποίημα, «Ρήμα το σκοτεινόν» από τη συλλογή Τα ελεγεία της Ὀξώπετρας (1991), της ώριμης περιόδου:
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ’ ελάχιστα φωνήεντα όμως
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
πεθαμένους να κατατρομάξεις
Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
Το «κατακυρθμεύω», πεποιημένο από τον Ελύτη, ανακαλεί το αρχαίο κεύθω που σημαίνει κρύπτω∙ (κευθμών είναι η κρύπτη ο βαθύς και μέγας θόλος του Ταρτάρου) και γίνεται το κλειδί που οδηγεί σε μιαν άλλη πραγματικότητα που εκτείνεται πέραν του θανάτου.
Ο ρομαντικός Σολωμός, ο κλασικιστής Κάλβος, οι παρνασσιστές από τον Παλαμά έως τον Μαβίλη, εν μέρει οι νεοσυμβολιστές του Καρυωτάκη, ενθέρμως ο μοντερνιστής Σεφέρης, με πάθος ο υπερρεαλιστής Ελύτης, με αγωνία οι μεταπολεμικοί ποιητές, όλα τα νεοελληνικά ρεύματα και όλες οι σχολές παραμερίζοντας προκαταλήψεις και ιδεολογήματα δοκίμασαν τις αντοχές τους σε μια ισότιμη δημιουργική και κάποτε ανατρεπτική συνομιλία με την αρχαία γλώσσα και άντλησαν από τον αστείρευτο θησαυρό της. Το ερώτημα είναι αν σήμερα η δημιουργική αυτή σχέση διατηρείται άρρηκτη.
Η ποίησή μας υπήρξε μια μεταγραφή πανάρχαιων μύθων και πρωτογενούς σημασίας λέξεων που αδιάκοπα κυλούν στο κελαρυστό ποτάμι της γλωσσικής μας παράδοσης. Τους ήχους του σκεπάζουν σήμερα οι θόρυβοι μιας γλωσσικής εισβολής πλούσιας σε τεχνοκρατική ορολογία, που κατακλύζει δυστυχώς και την παιδεία μας, πάμπτωχης όμως σε έννοιες που προσδιορίζουν τη φυσική ζωή, με αποτέλεσμα να φτάνουν τα πτερόεντα έπη του Ομήρου ώς εμάς σαν παράταιρος ήχος τυμπάνου.
Με την οικολογική καταστροφή λιγοστεύουν τα είδη των πουλιών και χάνονται μαζί τα ονόματά τους. Εισάγοντας στη γραφή τη λέξη μινύρισμα διασώζουμε παράλληλα έναν ήχο που αδυνατεί πλέον να αναγνωρίσει ο κάτοικος του άστεως γιατί μινύρισμα είναι του αηδονιού το σιγαλό παραπονεμένο θρηνώδες κελάδημα
Τα πλάσματα του κόσμου θέλουν όνομα για να υπάρξουν και οι λέξεις έχουν και αυτές δικαίωμα στην αθανασία. Η αρχαία ελληνική ποίηση ονοματίζει τα είδη των πουλιών, τις ποικιλίες δέντρων και βοτάνων, χρωματίζει τον οἴνοπα πόντο, και μεταφέρει το ηδονικό άγγιγμα της αύρας που φυσάει γλυκά, ενώ διαθέτει λέξη μοναδική για τον έρωτα: αλγεσίδωρος.
Κυρίως όμως η ελληνική είναι η πρώτη γλώσσα που συνόψισε την αλαζονεία της δύναμης σε μἰα λέξη: την ύβρη και η μόνη που εξέφρασε με βεβαιότητα το τραγικό επακόλουθο για τους ισχυρούς που υπερβαίνουν το μέτρο: τη νέμεση και την τίσι.
Εύχομαι όσα παραπάνω αναφέρθηκαν να ακουσθούν με τον τρόπο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μέγιστου νεοέλληνα ποιητή: «ὡς μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος».

