Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιώργος Τσαπακίδης

Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν: Το «Μέλλον» έχει Ιστορία

Οι πόλεμοι, ιμπεριαλιστικοί και εμφύλιοι, μετέτρεψαν τον άνθρωπο σε πολεμικό υλικό, σε αριθμό, σε ένα μηδενικό […] Το μόνο όπλο άξιο του ανθρώπου –του αυριανού ανθρώπου– είναι ο λόγος […] Και σήμερα είναι ο καιρός να υψώσουμε αυτό το όπλο […] η αξία της ανθρώπινης ζωής πέφτει κατακόρυφα, ένα νέο κύμα ευρωπαϊκών πογκρόμ ξεσπάει. Είναι αδύνατο να μείνουμε πια σιωπηλοί.[1]

Αυτά γράφει σε άρθρο του ο Γιεβγκένι Ζαμιάτιν μεταξύ 1919 και 1920. Ακριβώς την ίδια περίοδο δηλαδή που γράφει το μυθιστόρημά του Εμείς, χάριν του οποίου το όνομά του προκαλεί συνειρμούς μιας πολιτείας εξολοκλήρου χτισμένης από διάφανο γυαλί όπου άνθρωποι-αριθμοί προχωρούν σε απόλυτο συντονισμό σε τετράδες, φορώντας ομοιόμορφες γαλάζιες στολές υπό τους ήχους εμβατηρίων κατασκευασμένων από μηχανές. Στο παρόν άρθρο επιχειρείται να εντοπιστούν ορισμένες από τις πηγές απ’ όπου αντλεί η φαντασία του Ρώσου συγγραφέα για να δομήσει το «Μονοκράτος», την κοινωνία του 30ού αιώνα στην οποία εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου. Μέσω αυτής της έρευνας αναδεικνύονται τάσεις που χαρακτηρίζουν την ιστορική περίοδο που οριοθετείται χονδρικά στις τελευταίες δεκαετίες του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού. Δια της συσχέτισης του Εμείς με συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις ερευνάται η σχέση που συνδέει μια φαντασία με το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται. Το προοίμιο του παρόντος άρθρου προϊδεάζει τόσο για κάποια από τα γεγονότα που στάθηκαν γεννήτορες της φαντασίας όσο και για τις επιδιώξεις του συγγραφέα από την κοινοποίησή της.

Αρχικά σε μια εισαγωγική ενότητα θα παρουσιαστούν ορισμοί κάποιων βασικών εννοιών των οποίων γίνεται ευρεία χρήση στο άρθρο, θα σχολιαστεί η θέση της αντιουτοπίας στην ευρύτερη παράδοση του λογοτεχνικού ουτοπισμού και θα γίνει αναφορά στις διαφορετικές ερμηνείες που δίνονται σε σχέση με τον στόχο της σάτιρας του Ζαμιάτιν στο Εμείς.

Σε μια δεύτερη ενότητα θα γίνει σύντομη αναφορά σε βασικά στοιχεία της βιογραφίας του Ζαμιάτιν. Αυτό θα συμβάλλει στην ισχυρότερη τεκμηρίωση της συσχέτισης της μυθοπλασίας του με ιστορικά γεγονότα, καθώς αυτά τα τελευταία διηθούνται μέσα από τα προσωπικά του βιώματα για να αποτελέσουν ακολούθως πρώτες ύλες για την παραγωγή της φανταστικής του πραγματικότητας.

Η τρίτη και κυρίως ενότητα του άρθρου συσχετίζει διάφορες «θεματικές» που μπορούν να εντοπιστούν κατά την ανάγνωση του Εμείς με όσα συμβαίνουν και καθορίζουν την ιστορική περίοδο της συγγραφής του. Συγκεκριμένα θα γίνει αναφορά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ρωσικό Εμφύλιο που επακολούθησε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό, στον «φόβο μπροστά στην ελευθερία», στην «απομάγευση» της πραγματικότητας, στον τεϊλορισμό, στο κράτος-ιδιοκτήτη και ρυθμιστή της οικονομίας, στην επιτήρηση και την κρατική τρομοκρατία, στην ευγονική, στη στρατευμένη τέχνη, στη γυναικεία χειραφέτηση και τέλος στην επανάσταση. Μια τελευταία ενότητα συνοψίζει τα συμπεράσματα της προηγηθείσας ανάλυσης.

Κλείνοντας το εισαγωγικό αυτό σημείωμα αξίζει να σημειωθεί ότι το παρόν άρθρο αξιοποιεί και βασίζεται σε μια πλούσια ξενόγλωσση βιβλιογραφία γύρω από τον Ζαμιάτιν γενικότερα, αλλά και το Εμείς ειδικότερα, η οποία είναι εν πολλοίς άγνωστη στο ελληνικό πλαίσιο μελέτης τόσο της ουτοπικής/δυστοπικής λογοτεχνικής παράδοσης όσο και του υπό διερεύνηση συγκεκριμένου δείγματος αυτής της παράδοσης (σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει λ.χ. με τη σχετική βιβλιογραφία που αφορά σε άλλα έργα, όπως αυτά των Aldous Huxley και George Orwell). Από αυτή την άποψη, και πέρα από τον προβληματισμό που επιχειρεί να αναπτύξει, επιθυμεί να συνεισφέρει στη βιβλιογραφία, παρουσιάζοντας βασικές όψεις μιας πλούσιας συζήτησης σχετικής με τα θιγόμενα ζητήματα.

Εννοιολογικές διευκρινήσεις και σχόλιο για την αντιουτοπία ως είδος

Το Εμείς του Ζαμιάτιν με την «εξόριστη» έκδοσή του στη Νέα Υόρκη (1924) εγκαινιάζει την «κλασική τριλογία της δυστοπίας», η οποία παράγεται στο τρικυμιώδες πρώτο μισό του 20ούαιώνα. Η «τριλογία» συμπληρώνεται με το Brave New World του Aldous Huxley (1932) και το 1984 του George Orwell (1949). Και παρά το γεγονός ότι από πλειάδα μελετητών το Εμείς χαρακτηρίζεται ως η «πρώτη γνήσια μοντέρνα δυστοπία»[2], παραμένει μέχρι και σήμερα άδικα παραγνωρισμένη σε σχέση με τις άλλες δύο που ακολούθησαν. Η οφειλή των μεταγενέστερων δύο στον Ζαμιάτιν είναι καταφανής και εντοπισμένη από πλείστους μελετητές. Από την κρατική ρύθμιση του πληθυσμού μέσω της ευγονικής στο Brave New World και την ανατρεπτική δύναμη του σεξουαλικού ενστίκτου στο 1984 μέχρι το βασικό μοτίβο του λογοτεχνικού είδους της αντιουτοπίας[3], τα «πνευματικά δικαιώματα» ανήκουν στον Ρώσο συγγραφέα.

Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμες κάποιες προκαταρτικές εννοιολογικές διευκρινήσεις. Σύμφωνα με τον μελετητή του ουτοπικού φαινομένου Lyman Tower Sargent: Ως «ευτοπία ή θετική ουτοπία» ορίζεται «μια ανύπαρκτη κοινωνία η οποία περιγράφεται με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια, τοποθετημένη σε χρόνο και χώρο, την οποία ο συγγραφέας επιδιώκει ο σύγχρονος αναγνώστης να θεωρήσει ως σημαντικά καλύτερη από την κοινωνία στην οποία ζει».[4] Καταλαβαίνουμε ότι με τον όρο «ευτοπία» ο Sargent ορίζει αυτό που στα καθ’ ημάς εννοούμε αδιαφοροποίητα ως «ουτοπία». Όταν στο εξής θα αναφερόμαστε στην ουτοπία θα την εννοούμε κατά κανόνα με την ανωτέρω θετική έννοια. Ως «δυστοπία» τώρα ορίζεται «μια ανύπαρκτη κοινωνία η οποία περιγράφεται με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια, τοποθετημένη σε χρόνο και χώρο, την οποία ο συγγραφέας επιδιώκει ο σύγχρονος αναγνώστης να θεωρήσει ως σημαντικά χειρότερη από την κοινωνία στην οποία ζει».[5] Και τέλος «αντιουτοπία, μια ανύπαρκτη κοινωνία η οποία περιγράφεται με αξιοσημείωτη λεπτομέρεια, τοποθετημένη σε χρόνο και χώρο, την οποία ο συγγραφέας επιδιώκει ο σύγχρονος αναγνώστης να θεωρήσει ως κριτική του ουτοπισμού ή κάποιας συγκεκριμένης ευτοπίας».[6]

Τόσο το Εμείς όσο και τα άλλα δύο έργα της «τριλογίας» κατατάσσονται κατά τη γνώμη μου στο είδος της αντιουτοπίας. Οι κοινωνίες τις οποίες περιγράφουν παρουσιάζονται αρχικά ως ευτοπίες, ενώ η αποκάλυψη του δυστοπικού τους χαρακτήρα αποτελεί «κριτική του ουτοπισμού ή κάποιας συγκεκριμένη ευτοπίας». Ωστόσο, όχι παράδοξα, οι λογοτεχνικές αντιουτοπίες κοσμούν τις βιβλιοθήκες εκείνων που ενεργά προσβλέπουν σε μια «σημαντικά καλύτερη κοινωνία από την κοινωνία στην οποία ζουν». Και αυτό γιατί και οι τρεις αντιουτοπίες στις οποίες αναφερόμαστε χλευάζουν τις «ουτοπίες» οι οποίες, σε αντίθεση με τους μετριοπαθείς ορισμούς του Sargent, αξιώνουν τον τίτλο της ιδανικής/τέλειας κοινωνίας, «παγωμένης» στον χώρο και τον χρόνο, δομημένης απαρέγκλιτα σύμφωνα με το σχέδιο κάποιου σοφού εγκεφάλου και εκ των άνω επιβληθείσα.Σε μια εποχή αποθέωσης της κοινωνικής μηχανικής, οι αντιουτοπίες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα θέτουν στους αναγνώστες το ερώτημα κατά πόσο μια «ουτοπία» με την παραπάνω έννοια είναι εφικτή ή και εξαρχής επιθυμητή. Αποκαλύπτουν και προειδοποιούν ότι στο όνομα της οικοδόμησης της ιδανικής κοινωνίας αυτό που ουσιαστικά συντελείται είναι η επιβολή μιας ολοκληρωτικής εξουσίας.

Οι κλασικές αντιουτοπίες συμμετέχουν εν πλήρη συνειδήσει στο ιδιαίτερο εκείνο βλέμμα που προσδίδει κριτικό χαρακτήρα στο ευρύτερο ουτοπικό λογοτεχνικό είδος. Το βλέμμα που προκαλεί «αποοικειοποίηση» (estrangement)[7] της κοινωνικής πραγματικότητας, την πρόσληψή της όχι πλέον ως δεδομένης, φυσικής και αυτονόητης αλλά ως ιστορικό προϊόν, προσωρινό, επιδεχόμενο κριτικής και δυναμικά εξελισσόμενο. Ωστόσο οι συγγραφείς των αντιουτοπιών αποφεύγουν να σχεδιάσουν επί χάρτου μια ιδεατή πραγματικότητα προς αντικατάσταση της «ατελούς» υπάρχουσας. Η δράση στην οποία καλούν είναι πρωτίστως αποτρεπτική και συντηρητική. Η εφιαλτική απεικόνιση του μέλλοντος που κατασκευάζουν εδράζεται σε τάσεις που εντοπίζονται στο παρόν και στην ενδεχόμενη ιστορική τους πραγμάτωση. Προειδοποιούν ότι, αν δεν κάνουμε κάτι τώρα, αύριο θα βρεθούμε κάπου απ’ όπου δεν θα μπορούμε να αποδράσουμε. Επιπλέον, με το σκοτεινό τους όραμα φωτίζουν όψεις της ανθρώπινης ιδιότητας και του ανθρώπινου πολιτισμού που αξίζουν υπεράσπισης, όπως το δέος απέναντι στο θαύμα της ζωής, η ενσυναίσθηση, το σεξουαλικό πάθος και η επιδίωξη της ελευθερίας.

Για τη σάτιρα του Ζαμιάτιν ειδικότερα, μια ερμηνευτική διαμάχη (η οποία εμποτίζεται ιδεολογικά σε βαθμό που τείνει να υποσκάπτει την ερευνητική συνέπεια των αντιμαχόμενων) για το ποιά κοινωνική πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται στο Μονοκράτος ή ποιανής κοινωνίας η μελλοντική εξέλιξη προεξοφλείται στο Εμείς, σημειώθηκε μεταξύ των μελετητών του έργου. Η ποικιλία των οπτικών μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις βασικές: «Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο συγγραφέας του προόριζε το “Εμείς” να αποτελέσει ένα κατηγορητήριο κατά του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού […] Άλλοι υποστηρίζουν ότι το μυθιστόρημα είναι μια κριτική […] ειδικά της μετεπαναστατικής σοβιετικής κοινωνίας. […] Υπάρχουν επίσης εκείνοι που πιστεύουν ότι η πρόθεση του Ζαμιάτιν είναι να ασκήσει κριτική σε ορισμένες τάσεις που θεωρεί ότι υφίστανται όχι μόνο στη Σοβιετική Ένωση, αλλά σε όλες τις κοινωνίες των αρχών του εικοστού αιώνα […]».[8]

Με την τρίτη οπτική συμφωνεί σε γενικές γραμμές και το παρόν άρθρο, αν και θεωρώ ότι θα ήταν πιο σύμφωνο με τις προθέσεις του Ζαμιάτιν να περιοριστεί το εύρος των κοινωνιών οι οποίες παρωδούνται στο Εμείς στις «βιομηχανικές». Κατά τη γνώμη μου είναι αυτές οι κοινωνίες της βιομηχανικής νεωτερικότητας, καθώς και η διαφαινόμενη μελλοντική εξέλιξη ορισμένων τάσεών τους αυτή που εμπνέει τον Ζαμιάτιν.[9] Σε αυτές ωστόσο τις κοινωνίες συμπεριλαμβάνεται ως ιδιαίτερο δείγμα και το νεοσύστατο σοβιετικό κράτος, το οποίο αποκτά βαρύνουσα σημασία στη δόμηση του φανταστικού κόσμου του Ζαμιάτιν, τόσο λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί το άμεσο περιβάλλον στο οποίο ζει ο συγγραφέας όσο και κυρίως λόγω της αυτοπροβολής του ως «ουτοπίας», την ίδια στιγμή που υιοθετεί δομικές όψεις της δυτικής νεωτερικότητας τις οποίες και επιβάλει με «επαναστατικό» φανατισμό, ισοπεδώνοντας την όποια αντίδραση. Η αξία της κριτικής του Ζαμιάτιν πολλαπλασιάζεται, τόσο από τον χρόνο στον οποίο εκδηλώνεται, ήδη από την επικράτηση της «Επανάστασης», όσο και από τις συνθήκες του «κόκκινου τρόμου» υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα.

Η αρνητική στάση του Ζαμιάτιν απέναντι στο καθεστώς που προκύπτει από τον «Οκτώβρη» δεν αναιρεί πάντως τον ευρύτερο χαρακτήρα της κριτικής του. Η ανάδειξη της κυριαρχίας του μονοδιάστατου, ωφελιμιστικού ρασιοναλισμού, της εργαλειοποίησης της φύσης και του ανθρώπου, του ετεροκαθορισμού του ατόμου από το κράτος και τη μηχανή είναι φαινόμενα τα οποία δεν περιορίζονται στη Σοβιετική Ένωση. Χωρίς να απουσιάζουν από εκεί, αποτελούν κοινές όψεις των πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικών κοινωνιών, τις οποίες η πατρίδα του συγγραφέα μάλλον εισάγει και προσαρμόζει παρά ανακαλύπτει.[10] Σε αυτό στο οποίο η Σοβιετική Ένωση πρωτοπορεί υπερβαίνοντας τις χώρες της Δύσης είναι η αγριότητα με την οποία επιβάλει τον «εκσυγχρονισμό» της κοινωνίας και η επέκταση του πεδίου παρέμβασης του κράτους. Αγριότητα και επέκταση που μόνο με την υποχρεωτική επιβολή της «προόδου» στις αποικιακές κτήσεις της Δύσης και στην ολοκληρωτική ρύθμιση της ζωής στα φασιστικά-ναζιστικά καθεστώτα μπορεί να συγκριθεί.

Ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία

Ο Ζαμιάτιν (1884-1937), γόνος ιερέα και μορφωμένης κόρης ιερέως ,ζει μια μοναχική και ήσυχη παιδική ηλικία στη ρωσική επαρχία διαβάζοντας βιβλία. Μετά από μια λίγο πιο περιπετειώδη εφηβεία εισάγεται στην Πολυτεχνική Σχολή, πανεπιστήμιο στο οποίο σπουδάζει η τεχνοκρατική ελίτ της Ρωσίας της εποχής. Στα φοιτητικά του χρόνια στην Πετρούπολη, όντας μέλος του Μπολσεβίκικου Κόμματος και όπως τόσοι άλλοι μικροαστοί διανοούμενοι επαναστάτες σοσιαλιστές, φυλακίζεται από το τσαρικό καθεστώς για επαναστατική δράση (1905). Έκτοτε οι σχέσεις του με τις διωκτικές αρχές αποκτούν αξιοσημείωτη «σταθερότητα». Την ίδια περίοδο γνωρίζει τη συντρόφισσα Λιουντμίλα, με την οποία θα γίνουν και ισόβιοι σύντροφοι στη ζωή.

Δεν γνωρίζουμε αν επέρχεται κάποια ρήξη ή κάποια σταδιακή απομάκρυνση, πάντως στα 1911 δεν ανήκει πια στο Κόμμα των Μπολσεβίκων. Γύρω στα 1912 κάνει εντυπωσιακή είσοδο στη λογοτεχνική σκηνή της Αγίας Πετρούπολης. Ήδη αυτή την εποχή οι Ζαμιάτιν έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά. Για άλλη μια φορά ο Ευγένιος θα βρει παρηγοριά στα βιβλία. Στα 1914, παραμονές πολέμου, αντιπολεμικό του διήγημα παραλίγο να του στοιχίσει νέα δίωξη από τις αρχές. Τη γλιτώνει με μια απλή λογοκρισία. Η κοσμοθεωρία που διαμορφώνει ωριμάζοντας είναι έντονα χρωματισμένη από τη διαλεκτική λογική (τόσο την εγελιανή όσο και την μαρξική). Στη διαλεκτική της συμπαντικής και κοινωνικής εξέλιξης όμως, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, τάσσεται πάντα με τη μεριά της «άρνησης». Με αυτό τον τρόπο θεωρεί ότι υπηρετεί το χρέος του πνευματικού ανθρώπου να προωθεί τη διαρκή κίνηση, τη διαρκή Επανάσταση. Εχθρεύεται τη στασιμότητα και τον δογματισμό, τα οποία απειλούν θανάσιμα το πνεύμα και τη ζωή: «[…] το αέναα ανικανοποίητο είναι η μόνη εγγύηση της αέναης κίνησης προς τα εμπρός, της αιώνιας δημιουργίας. Αυτός που βρήκε το ιδανικό του στο σήμερα […] έχει ήδη θαφτεί στη γη και δεν προχωρά. […] Το σύμβολο της πίστης μας είναι η αίρεση […] Αυτό είναι το συνεχές διαλεκτικό μονοπάτι που […] παρασύρει τον κόσμο στο άπειρο».[11]

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γλυτώνει το μέτωπο καθώς πάσχει από σοβαρή πάθηση του εντέρου. Η ίδια πάθηση θα τον απαλλάξει από τη στρατολόγησή του στον Κόκκινο Στρατό τέσσερα χρόνια αργότερα. Στα 1916 στέλνεται στην Αγγλία για τη ναυπήγηση παγοθραυστικών για τον τσαρικό στρατό. Η εμπειρία της Αγγλίας θα τον επηρεάσει ποικιλοτρόπως, σε βαθμό που επιστρέφοντας στην Πετρούπολη οι φίλοι του τού «κολλάνε» το παρατσούκλι «ο Εγγλέζος». Το ζεύγος Ζαμιάτιν ενθουσιάζεται όταν μαθαίνει τα νέα για την Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 και ανυπομονεί να επιστρέψει στην πατρίδα. Θα τα καταφέρει μόλις τον Σεπτέμβρη. Την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Οκτώβρη την καταδικάζει ευθύς εξαρχής ως δικτατορική, καθώς κρίνει ότι επέβαλε δια της βίας τη μονολιθική της βούληση στο πολύμορφο ρώσικο σοσιαλιστικό επαναστατικό κίνημα.[12] Οι προσωπικές σχέσεις και τα έντυπα στα οποία εκδίδει τις παρεμβάσεις του αυτήν την περίοδο τον φέρνουν κοντά στο Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα (Εσέροι), χωρίς εντούτοις ποτέ να προσχωρήσει στις γραμμές του.

Η τέχνη της συγγραφής προοδευτικά απασχολεί όλο και περισσότερο από τον χρόνο του Ζαμιάτιν εις βάρος της τέχνης της ναυπήγησης. Στα 1919 ξεκινά τη συγγραφή του μοναδικού του μυθιστορήματος (στην καριέρα του θα γράψει κυρίως διηγήματα, ενώ ως θεωρητικός θα γράψει κυρίως δοκίμια για τη λογοτεχνία αλλά με συχνότατες φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις). Το Εμείς έμελλε να τον κάνει γνωστό κυρίως μετά θάνατον και κυρίως στη Δύση, ενώ στην πατρίδα του θα εξωθηθεί στην αφάνεια ως «εχθρός της Επανάστασης», τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον. Κι όμως, ποτέ δεν θα συνταχθεί με τους «Λευκούς». Ούτε όμως θα άρει την κριτική του διάθεση απέναντι στο καθεστώς.

Από το 1927 η σύγκρουση με το καθεστώς εντείνεται με αφορμή τη λαθραία είσοδο από την Πράγα του απαγορευμένου στην ΕΣΣΔ μυθιστορήματός του και ως προάγγελος της στάσης που θα κρατήσει από δω και μπρος η σταλινική ηγεσία απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αντιπολίτευσης. Στα 1931 συντάσσει την περιβόητη επιστολή του προς τον Στάλιν: «[…] βασική αιτία του αιτήματός μου για τη χορήγηση άδειας να αναχωρήσω στο εξωτερικό μαζί με τη σύζυγό μου είναι […] η θανατική μου καταδίκη ως συγγραφέα».[13] Την επιστολή στον Στάλιν παραδίδει ο Γκόρκι μεσολαβώντας προσωπικά για τη συγκατάθεση του Γενικού Γραμματέα. Την ίδια χρονιά το ζεύγος Ζαμιάτιν φεύγει για τη Γαλλία. Οι κρατικοί περιορισμοί της συγγραφικής δραστηριότητας που βίωσε ο Ζαμιάτιν στην πατρίδα αντικαθίστανται στον τόπο της (αυτο)εξορίας του από τον οικονομικό εξαναγκασμό του βιοπορισμού που θέτουν οι ανελέητοι νόμοι της αγοράς. Απασχολείται κυρίως στη συγγραφή σεναρίων για τον κινηματογράφο. Θα πεθάνει άσημος στο Παρίσι το 1937. Το Εμείς εκδίδεται στην ΕΣΣΔ μόλις στα 1988.[14]

Το Εμείς και η εποχή του

Το «Μονοκράτος» και ο Μεγάλος Πόλεμος

Το «Μονοκράτος» που κατασκευάζει ο Ζαμιάτιν στο Εμείς ασκεί κατ’ αποκλειστικότητα την κυριαρχία του σε πλανητικό επίπεδο. Σε αντίθεση με τα εθνικά κράτη που ξεφυτρώνουν κι εκεί που πριν τον Μεγάλο Πόλεμο ευδοκιμούσαν πολυεθνικές αυτοκρατορίες, αλλά σε συμφωνία με την τάση υπέρβασης του εθνικού κράτους που προτείνει το παράδειγμα των Η.Π.Α. και μια παραλλαγή της θα εφαρμόσει και η σοβιετική εξουσία, το Μονοκράτος ξεκόβει από μια ομοιογενή εθνική ταυτότητα ως βάση συγκρότησης της πολιτικής κοινότητας.[15] Η μία παγκόσμια κοινωνία, την οποία ο Καντ θεωρεί απόρροια του ιστορικού γίγνεσθαι ήδη από τον 18ο αιώνα, στο έργο του Ζαμιάτιν επιβεβαιώνεται εμφατικά. Μόνο που ο τελευταίος, με την πικρή σοφία που του παρέχει η εμπειρία των 200 χρόνων από τον Καντ, διαβλέπει ότι ο δρόμος προς το Μονοκράτος είναι γεμάτος ερείπια και βουτηγμένος στο αίμα. Η μία και μοναδική κρατική οντότητα που υφίσταται στα 2920 (την εποχή που ο ήρωας του βιβλίου, ο Δ-503, κρατάει το ημερολόγιο απ’ όπου εμείς πληροφορούμαστε τα καθέκαστα) έχει προκύψει ως αποτέλεσμα του περίφημου «200ετούς πολέμου»: «[…] κόκκινες υγρές λακκούβες που δεν έλεγαν να στεγνώσουν […] γυμνοί, κίτρινοι, εξαθλιωμένοι άνθρωποι – και εξαθλιωμένα σκυλιά – […] έπεφταν, πρησμένα, τα κουφάρια των σκύλων – ή ίσως των ανθρώπων…».[16]

Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε το γεγονός ότι στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που περιβάλλει τη συγγραφή του Εμείς εντάσσεται και η πνευματική και ειδικότερα η λογοτεχνική παραγωγή που με κάποιο τρόπο καθίσταται επίκαιρη στους «μοντέρνους καιρούς». Γεγονότα και ιστορικές τάσεις μπορεί να επιδρούν στην φαντασία του Ρώσου συγγραφέα διαμεσολαβημένα από τον τρόπο που τα συμπεριέλαβαν στα δικά τους έργα άλλοι συνάδελφοι του Ζαμιάτιν πριν απ’ αυτόν. Στο ζήτημα του παγκόσμιου κράτους, αποτέλεσμα ενός καταστροφικού κοσμογονικού πολέμου, το οποίο έρχεται να διασφαλίσει την ειρήνη και την ευημερία, η επίδραση του H. G. Wells είναι προφανής.[17] Ο Ζαμιάτιν μεταφράζει Wells, τον οποίο εκτιμά ως δημιουργό του είδους της κοινωνιο-φαντασίας (sociofantastic novels ή socioscientific fantasy).[18] Μόνο που και στην περίπτωση του ενός παγκόσμιου κράτους, όπως και στις περιπτώσεις της «ευγονικής» ή της «επιτήρησης», αυτό που στον (πρώιμο τουλάχιστον) Wells προβάλλεται ως όραμα στον Ζαμιάτιν παρωδείται ως εφιάλτης.

Ο 200ετής πόλεμος, πέρα από την τρομακτική του διάρκεια, υπήρξε ανεπανάληπτος όσον αφορά τις ανθρώπινες απώλειες, καθώς επιβίωσε μόλις το 0,2% του πληθυσμού της γης. Με το τέλος του οι επιζήσαντες «μαντρώνονται» βιαίως στην επικράτειά του, ενώ κάποιοι λιγοστοί που παραμένουν έξω από τα όριά του θεωρούνται εχθροί και εγκαταλείπονται να επιβιώσουν σε ένα ρημαγμένο τοπίο. Την εποχή που γράφει ο Δ-503 θεωρούνται πλέον ανύπαρκτες φιγούρες του μύθου. Η αντανάκλαση του Α΄ Π.Π., πρώτου «ολοκληρωτικού πολέμου», είναι φανερή. Η πρωτοφανής απώλεια ζωών (ειδικά αμάχων), το μέγεθος της καταστροφής, η μετατροπή του συνόλου μιας επικράτειας σε πολεμικό μέτωπο, η απρόσμενη διάρκεια της αδιέξοδης σφαγής-κρεσέντο του μακραίωνου ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών κρατών, τα εκατομμύρια των προσφύγων και των εκτοπισμένων σοκάρουν την ευρωπαϊκή ήπειρο στοιχειώνοντας τη φαντασία των καλλιτεχνών της. Ο Α΄Π.Π. θα αποτελέσει ένα τραύμα για την Ευρώπη που θα εκφραστεί στην τέχνη, στην πολιτική και στη φαντασία της και το οποίο μόνο ο Β΄ Παγκόσμιος θα το ξεπεράσει, όχι όμως με την έννοια της επούλωσης.

Ένας ωστόσο λιγότερο φανερός «αντικατοπτρισμός» του 200ετούς πολέμου, είναι εκείνος που τον συσχετίζει με τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο (1918-1921), μέσα στη φωτιά του οποίου άλλωστε γράφεται το Εμείς: «Οι πρόγονοί μας νίκησαν, τελικά, την Πείνα, πληρώνοντας ωστόσο μεγάλο τίμημα: Μιλάω για τον μεγάλο Διακοσαετή Πόλεμο, τον πόλεμο ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο».[19] Στα χρόνια του Ρωσικού Εμφυλίου, η «εργατική εξουσία» εξουσιοδοτεί την Τσεκά (πολιτική αστυνομία), η οποία με τη συνδρομή αποσπασμάτων κυρίως στελεχών του Κόμματος από τις πόλεις, κατάσχει-επιτάσσει τη σοδειά από τους παραγωγούς, κυρίως σιτηρά για τη σίτιση του Κόκκινου Στρατού και των άμαχων κατοίκων των αστικών περιοχών. Η πρακτική αυτή προκαλεί βίαιες εξεγέρσεις και ένοπλη αντίσταση των χωρικών στις κυριότερες γεωργικές περιοχές. Η σύγκρουση «Επανάστασης» – χωρικών θέτει σε δοκιμασία την επιδιωκόμενη από τους Μπολσεβίκους συμμαχία εργατών-αγροτών, μετατρέποντας την τροφή σε επίδικο μιας παράλληλης με τον κυρίως εμφύλιο ταξικής διαμάχης.[20]

Η αποικιοκρατία και ο διαπλανητικός ιμπεριαλισμός  

Το Μονοκράτος ετοιμάζεται να αποικίσει το σύμπαν: «[…] να θέσετε υπό τον ευεργετικό ζυγό του λόγου άγνωστα πλάσματα, που κατοικούν σε άλλους πλανήτες […] Αν δεν αντιληφθούν ότι τους φέρνουμε τη μαθηματική αλάθητη ευτυχία είναι καθήκον μας να τους αναγκάσουμε να είναι ευτυχισμένοι. Αλλά, πριν από τα όπλα, θα δοκιμάσουμε με τα λόγια».[21] Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, υπεροπτική και αδιάφορη απέναντι σε άγνωστους πολιτισμούς, φτάνει στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα στο εκρηκτικό της αποκορύφωμα. Ο Ζαμιάτιν σατιρίζει το ιδεολόγημα των αποικιοκρατών για τον «ηθικό και εκπολιτιστικό χαρακτήρα της αποστολής των πρωτοπόρων εθνών» αποκαλύπτοντας τη φενάκη με την οποία καλύπτουν την τεχνολογική επάρκεια, την ανενδοίαστη προθυμία για χρήση θανατηφόρας βίας και καταναγκασμού και την αδάμαστη απληστία τους.

Ο πρωταγωνιστής μας Δ-503 είναι αρχιμηχανικός στην κατασκευή του «Ολοκληρώματος», του διαστημόπλοιου με το οποίο θα επιχειρηθεί η κατάκτηση του διαστήματος. Την εποχή της συγγραφής του μυθιστορήματος το άστρο των μηχανικών μεσουρανεί. Είναι η εποχή που ο θεμέλιος λίθος του αφηγήματος του Διαφωτισμού, η γραμμική πρόοδος της ανθρωπότητας, φαίνεται να μη δύναται να πραγματοποιηθεί από την εμπρόθετη δράση των λαών, των εθνών ή έστω των φωτισμένων μοναρχών τους. Η υλοποίηση του, στην οποία στηρίζει εν πολλοίς τη νομιμοποίησή του το νέο status quo των αστικών ηγεσιών των εθνικών κρατών, επαφίεται στο «μαγικό ραβδί» της τεχνολογίας. Οι κάτοχοι αυτού του ραβδιού είναι οι μηχανικοί. Αυτοί καλούνται να πρωταγωνιστήσουν στην καθοδήγηση της κοινωνικής εξέλιξης «προς τα μπρος».[22] Ο ίδιος ο Ζαμιάτιν υπήρξε διακεκριμένος ναυπηγός. Όπως προείπαμε, στον Α΄Π.Π. στάλθηκε από τη Ρωσική Κυβέρνηση στην Αγγλία για να επιβλέψει την ναυπήγηση παγοθραυστικών για τις ανάγκες του πολέμου.

Η ονομασία του διαστημόπλοιου, «Integral», πέρα από τους υπόλοιπους συνειρμούς που μπορεί να προκαλέσει, φέρνει στο νου την «Comintern», την 3η Διεθνή (International) των Εργατών, η οποία ιδρύεται τον Μάρτη του 1919 στη Μόσχα με στόχο να διεθνοποιήσει το πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης που χτίζεται στη μετεπαναστατική Ρωσία. Με αυτό το λογοτεχνικό τέχνασμα ο Ζαμιάτιν συμπεριλαμβάνει στην αποδόμηση του ναρκισσιστικού ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και την κομμουνιστική παραλλαγή του. Η 3η Διεθνής, άλλωστε, πολύ σύντομα θα επιβεβαιώσει τους φόβους της Λούξεμπουργκ επιβάλλοντας το «μπολσεβίκικο πρότυπο» στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα, μετατρέποντας την ανάγκη (την υποτίμηση των δημοκρατικών διαδικασιών και των πολιτικών ελευθεριών ένεκα του εμφυλίου και της απομόνωσης) σε αρετή (σε οικουμενικό πρότυπο της «δικτατορίας του προλεταριάτου»).[23]

Και στο ζήτημα της αποικιοκρατίας, επομένως, διαπιστώνεται ότι ενώ η ματιά του Ζαμιάτιν φαίνεται να εστιάζει στον βιομηχανικό πολιτισμό της Δύσης, αφήνεται να ρίχνει αδιάκριτα λοξές ματιές και προς τη νεότευκτη σοβιετική κοινωνία.

Ο «Ευεργέτης» και «ο φόβος μπροστά στην ελευθερία»

Ο Ζαμιάτιν πλάθοντας τη φιγούρα του «Ευεργέτη» και τοποθετώντας τη στην κορυφή της ιεραρχίας του Μονοκράτους βάλλει κατά του πατερναλιστικού προτύπου εξουσίας. Το πρότυπο του δυναμικού και σοφού πατέρα-δικτάτορα, το οποίο υπόσχεται να οδηγήσει τις υπό κρίση ευρωπαϊκές κοινωνίες σε «ασφαλή ύδατα», εξασφαλίζει μαζική απήχηση μετά τον Α΄Π.Π.: «Αύριο είναι η μέρα των ετήσιων εκλογών […] θα παραδώσουμε στον Ευεργέτη τα κλειδιά του απόρθητου οχυρού της ευτυχίας μας. Φυσικά δεν μοιάζει με τις χαοτικές ανοργάνωτες εκλογές των αρχαίων, όταν – μου έρχεται να γελάσω και που το λέω – ήταν άγνωστο εκ των προτέρων μέχρι και το ίδιο το αποτέλεσμα των εκλογών. Να δομείς το κράτος πάνω σε εξ ολοκλήρου αστάθμητες συγκυρίες, στα τυφλά – τι μπορεί να είναι πιο απερίσκεπτο;».[24]

Η χαρισματική εξουσία, εφοδιασμένη πλέον με την κατάλληλη τεχνολογία («κρατική μηχανή») και υποστηριζόμενη από την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, υπόσχεται να εξασφαλίσει στους υπηκόους της την ευτυχία, αρκεί βέβαια οι τελευταίοι να μην την αμφισβητήσουν. Στη σοβιετική κοινωνία οι «μηχανικοί της εξουσίας» της Δύσης (διευθυντές παραγωγής, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της Διοίκησης, ανώτεροι στρατιωτικοί κ.α.) υποκαθίστανται από τα κομματικά στελέχη: η γνώμη-γνώση τους (που εκεί προκύπτει από τη «θέαση» του Ιστορικού Υλισμού) επιβάλλεται ακόμα και αν αντιτίθεται στην (πεπλανημένη) λαϊκή βούληση. Η δε ηθική τους ακεραιότητα θεωρείται δεδομένη εκ της κομματικής τους ιδιότητας.

Ο Ευεργέτης «[…] κατήλθε εξ ουρανού σ’ εμάς […] τόσο σοφός και όλο αγάπη αυστηρός».[25]Η μορφή του εντούτοις και η όλη λειτουργία του στο Εμείς «χρωστάει» για άλλη μια φορά στον τρόπο που προγενέστερος συνάδελφος του Ζαμιάτιν αντιλήφθηκε και απέδωσε λογοτεχνικά την διαπάλη ανάμεσα στην επίπονη ελευθερία και την μακάρια υποταγή. Ο Ζαμιάτιν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση για τη ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Ο Ευεργέτης του δεν είναι άλλος από τον Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι, τηλεμεταφερόμενος από τον Ισπανικό Μεσαίωνα στον 30ό αιώνα μ.Χ.[26] Στην εμβόλιμη ιστορία που περιέχεται στους Αδελφούς Καραμάζοφ (1880) ο Ντοστογιέφσκι «παραθέτει» τη συνομιλία του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον κρατούμενό του Ιησού. Σε αυτήν, ο πρώτος υποστηρίζει την ασυμβατότητα μεταξύ ελευθερίας και ευτυχίας επιπλήττοντας τον Ιησού για την «ελευθερία της βούλησης», με την οποία ο τελευταίος «φούσκωσε» τα αδύναμα μυαλά των αφελών πιστών του. Η «ασυμβατότητα» αναγκάζει τον Ιεροεξεταστή να αναλάβει αυτός την ευθύνη της απόφασης για τους υπηκόους του, χάριν πάντα της ευημερίας τους.

Με τη «μετενσάρκωση» του Ιεροεξεταστή στη φιγούρα του Ευεργέτη ο Ζαμιάτιν επιτίθεται σε «ευεργέτες» αλλά και «ευεργετούμενους» του 20ού αιώνα.[27] Ο «φόβος μπροστά στην ελευθερία» αποτυπώνει με ακρίβεια την ψυχολογία που κυριαρχεί τόσο στους υπηκόους του Μονοκράτους όσο και στους μεταπολεμικούς Ευρωπαίους που παραδίδονται (σχεδόν «ερωτικά») στους ηγέτες-σωτήρες τους: «[…] απαλλάσσεται από το να αποφασίζει, […] και με αυτό απαλλάσσεται από την αμφιβολία του τι απόφαση να πάρει. […] Στα ερωτήματα αυτά δίνει απαντήσεις η […] εξουσία στην οποία έχει προσκολληθεί. Το νόημα της ζωής του και η ταυτότητά του καθορίζονται από το ευρύτερο σύνολο μέσα στο οποίο έχει διαλυθεί».[28] Απογυμνωμένοι από την παραδοσιακή ηθική και τους κοινωνικούς δεσμούς της αγροτικής κοινότητας, φοβισμένοι και μόνοι μπροστά στην ευθύνη της ζωής τους, οι Ευρωπαίοι του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα, όμοια με τους Αριθμούς του 30ού, βρίσκουν ασφάλεια στη μετάθεση της ευθύνης στον Ευεργέτη και στην κομφορμιστική «στοίχιση» με το πλήθος: « […] Η υπόθεση ότι το “εγώ” δύναται να έχει κάποια “δικαιώματα” έναντι του Μονοκράτους δεν ταυτίζεται με την παραδοχή ότι το ένα γραμμάριο δύναται να ισοδυναμεί με τον έναν τόνο; […] Ο τόνος έχει δικαίωμα, το γραμμάριο υποχρεώσεις. Και ο δρόμος της φύσης, από την μηδαμινότητα στο μεγαλείο: Να ξεχάσεις ότι είσαι ένα γραμμάριο και να νιώσεις πως έχεις τη δύναμη ενός εκατομμυριοστού του τόνου…».[29]

Το «σιδερένιο κλουβί»

Συμβολικό αγαθό υψίστης σημασίας για την κοινωνία των Αριθμών είναι ο ρασιοναλισμός, μείζον χαρακτηριστικό των νεωτερικών δυτικών κοινωνιών. Στο Εμείς η εργαλειακή ορθολογικότητα ωθείται στα άκρα. Η φαντασία θεωρείται ελάττωμα, τα όνειρα κλινικό σύμπτωμα, η ηθική βασίζεται σε μαθηματικές πράξεις. Με την λογοτεχνική υπερβολή ο Ζαμιάτιν προκαλεί τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τη μονόπλευρη έμφαση στην αποδοτικότητα και την αναβάθμισή της σε αυταξία που φέρει ο βιομηχανικός καπιταλισμός με τον θεαματικό παγκόσμιο θρίαμβό του μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Στη μυθοπλασία του Εμείς κατασκευάζεται ένα μέλλον απόλυτα ελέγξιμο, προβλέψιμο, λογικό, εχθρικό στην εκτός πλαισίου δημιουργικότητα και το διαφορετικά καινούργιο.[30]

Η μαζική κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα επιβάλλει τυπικές, απρόσωπες διαδικασίες ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών με ομοιόμορφο τρόπο σε επίπεδο κράτους. Η εξέλιξή της μπορεί εύλογα να επεκταθεί σε πλανητικό επίπεδο, όπως γίνεται στο Εμείς. Η θεαματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για τις «μάζες» των βιομηχανικά ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών με τη συνδρομή του νεότευκτου κοινωνικού κράτους έχει εντούτοις το τίμημά της. Η μέγιστη αποδοτικότητα στηρίζεται σε μια λογική «συστήματος», μια τεχνική εκτέλεση προδιαγεγραμμένων τυπικών διαδικασιών «επιστημονικά» ελεγμένων, από την οποία η παραμικρή απόκλιση μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία του συστήματος. Η «αποικιοποίηση» του συνόλου της κοινωνικής ζωής από την ανωτέρω λογική οδηγεί σε αυτό που ο Weber αποκάλεσε «απομάγευση» του μοντέρνου κόσμου για τα υποκείμενα που τον βιώνουν.

Τη μονόπλευρη επικράτηση της λογικής επί του ενστίκτου, του τεχνητού έναντι του φυσικού, το Μονοκράτος την εξασφαλίζει πρωτίστως με τη μόνωση της επικράτειάς του από το φυσικό περιβάλλον μέσω ενός γυάλινου θόλου, του «Πράσινου Τείχους» (φαντάζομαι ότι οι Αριθμοί το βλέπουν πράσινο καθώς εκτός του συνεχίζει να υφίσταται βλάστηση): «Ο άνθρωπος έπαψε να είναι ένα άγριο ζώο μόνο όταν κατασκευάσαμε το Πράσινο Τείχος, όταν μ’ αυτό το τείχος απομονώσαμε τον μηχανικό, πραγματικό μας κόσμο από τον άλογο, άμορφο κόσμο των δέντρων, των πουλιών, των ζώων…» [31] Εντός του τείχους δεν υπάρχει τίποτα οργανικό πέρα από τους Αριθμούς, μήτε πουλιά, μήτε ζώα, μήτε δέντρα και φυτά. Οι Αριθμοί τρέφονται με συνθετική τροφή, όπως οι μηχανές.

Η εργαλειοποίηση της φύσης, ωστόσο, η αποκλειστικά χρηστική προσέγγισή της, η επαφή με μοναδικό κίνητρο την εκμετάλλευσή της οδηγεί μοιραία στην εργαλειοποίηση και του συνανθρώπου.[32] Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την κανονιστική λογική της χρησιμότητας, οφείλει κι αυτός να αναμορφωθεί εκ του μηδενός: «Ο άνθρωπος, ως ζώο, δεν αναπτύχθηκε σχεδιασμένα αλλά αυθόρμητα, με αποτέλεσμα να συσσωρεύσει πλήθος αντιφάσεων. […] Να παραγάγει μια νέα, “βελτιωμένη εκδοχή” του ανθρώπου – αυτό αποτελεί το μελλοντικό καθήκον του κομμουνισμού».[33] Αυτό που μας χαρακτηρίζει ως βιολογικό είδος και καθορίζει τα όριά μας, πρωτίστως η οργανική μας σύνδεση και εξάρτηση από τη φύση, καταργείται ή τουλάχιστον παραβλέπεται ως αδιάφορη. «Απελευθερώνεται», τόσο στην καπιταλιστική Δύση όσο και στην κομμουνιστική Ανατολή, ένας ναρκισσιστικός ανθρωποκεντρισμός που λεηλατεί τη φύση με επιστημονική συστηματικότητα και την ιδιάζουσα ανθρώπινη αγριότητα. Ο υλικός πολιτισμός της 2ης Βιομηχανικής Επανάστασης, τα αεροπλάνα, τα τηλέφωνα, ο ηλεκτρισμός θαμπώνουν τον δημιουργό τους οδηγώντας τον στην ύβρη. Ο μηχανικός Δ-503 θριαμβολογεί: «[…] εμείς γίναμε σαν τους θεούς».[34]

Από την πολεοδομία και τη διοίκηση μέχρι την καλλιέργεια της γης αλλά και της ψυχής, η εποχή που κυοφορεί το Εμείς είναι μια εποχή θριάμβου της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αυτές οι δυνάμεις συχνά θα παράσχουν τις υπηρεσίες τους στην κρατική εξουσία, η οποία, υιοθετώντας τες, αξιώνει το δικαίωμα και αποκτά τις δυνατότητες εφαρμογής μιας αυτάρεσκης κοινωνικής μηχανικής.[35] Εξανίσταται ο πρωταγωνιστής του Εμείς: «Μου φαίνεται απίστευτο όταν διαβάζω ή ακούω για κείνους τους καιρούς που οι άνθρωποι ζούσαν ακόμη σε ελεύθερη, δηλαδή μη οργανωμένη, άγρια κατάσταση. […] Πώς η τότε κρατική εξουσία, έστω και σε εμβρυϊκή μορφή, επέτρεπε να ζουν οι άνθρωποι χωρίς όλη αυτή την ομοιομορφία του Πίνακά μας, χωρίς υποχρεωτικές βόλτες, χωρίς ακριβή ρύθμιση και συγχρονισμό των γευμάτων, να ξυπνάνε και να πηγαίνουν για ύπνο οπότε τους ερχόταν στο κεφάλι».[36]

Τεϊλορισμός, κολεκτιβισμός και λατρεία της μηχανής. Η τρομακτική ουτοπία του Γκάστεφ

Την εποχή συγγραφής του Εμείς, οι Αρχές του Επιστημονικού Μάνατζμεντ, που δέκα χρόνια πριν είχε εισηγηθεί ο Αμερικανός μηχανικός Frederick Taylor (1856-1915), απολαμβάνουν πλέον όχι μόνο θεωρητική αναγνώριση αλλά και πρακτική εφαρμογή. Πολλά εργοστάσια σε Αμερική και Ευρώπη υιοθετούν τον «εξορθολογισμό της εργασίας» προσαρμόζοντας την ανθρώπινη εργασία στον ρυθμό της μηχανικής παραγωγής, με την απάλειψη των άσκοπων κινήσεων και των αντιπαραγωγικών δευτερολέπτων.

Ο Ρώσος ναυπηγός έρχεται σε επαφή με τις νέες μεθόδους οργάνωσης της εργασίας κατά την αποστολή του στα ναυπηγεία του Νιούκαστλ, στο πλαίσιο του Α΄ Π.Π. Όταν λίγα χρόνια αργότερα «δομεί» το Μονοκράτος, οδηγεί το «επιστημονικό μάνατζμεντ» εκεί που λογικά δύναται να φτάσει: «[…] ο Τέιλορ ήταν αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα του αρχαίου κόσμου. Βέβαια, η σκέψη του δεν έφτασε μέχρι το σημείο να επεκτείνει τη μέθοδό του σε κάθε έκφανση της ζωής, σε κάθε βήμα, σε όλο το εικοσιτετράωρο».[37] Αυτό ωστόσο που δεν πρόλαβε να κάνει ο Taylor θα το επιδιώξει η τεχνοκρατική ιδεολογία, η οποία εμπνέεται από το έργο του: «Εκ των πραγμάτων το σύστημα του Taylor υπερέβαινε τα χαρακτηριστικά μιας πρακτικής και μιας ιδεολογίας της παραγωγής. Κατατίθετο με τα χαρακτηριστικά μιας γενικής ιδεολογικής κατεύθυνσης που αγκάλιαζε στο όνομα της επίτευξης της μέγιστης αποτελεσματικότητας όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, από τη διαχείριση των οικιακών υποθέσεων και των καθημερινών ζητημάτων του ιδιωτικού βίου μέχρι τη διευθέτηση των κοινωνικών αντιπαλοτήτων και την οργάνωση της κρατικής διαχείρισης».[38]

Στα 1913 ο Λένιν καταδικάζει την ταξική μεροληπτικότητα του τεϊλορισμού: «[…] κάθε στάλα νευρικής και μυϊκής ενέργειας αποστραγγίζεται από τον δούλο εργάτη με τριπλάσια ένταση».[39] Τον Απρίλη του 1918, ωστόσο, από τη θέση του «αρχιμηχανικού» πλέον της σοβιετικής οικονομίας, στα περίφημα Άμεσα καθήκοντα της Σοβιετικής Εξουσίας, αναθεωρεί: «Πρέπει να δοκιμάσουμε κάθε επιστημονική και προοδευτική πρόταση του τεϊλορικού συστήματος […]». Οι Μπολσεβίκοι συστηματικά θα προβούν στη χρήση της τεχνολογίας (υλικής και κοινωνικής) που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Τα «ανίερα μέσα» (το καπιταλιστικό εργοστάσιο, ο τακτικός στρατός, η γραφειοκρατική διοίκηση, ο τεϊλορισμός) «εξαγνίζονται» καθώς τίθενται στην υπηρεσία του λαού υπό την «εργατική εξουσία». Η μετατόπιση άλλωστε των προτεραιοτήτων της «Επανάστασης» από την ανατροπή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων σε πιο «επείγοντες πρακτικούς» στόχους (αντιμετώπιση του λιμού – νίκη στον εμφύλιο), «επιβάλλει» πραγματιστικές προσαρμογές που συχνά αντιφάσκουν με την ιδεολογία. Και αυτή η ίδια η ιδεολογία, πάντως, καλοδέχεται το μοντέρνο τεχνοκρατικό πνεύμα πραγματοποιώντας μια στροφή προς τον «οικονομισμό», γεγονός που σηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, η πρωτοκαθεδρία που αποδίδεται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παρά τις αντιδράσεις σημαντικής μερίδας του κόμματος, η προώθηση του τεϊλορισμού θα τύχει από τον Λένιν πεισματικής υπεράσπισης ως το τέλος.

Πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι η κεντρική θέση του τεϊλορισμού στο Εμείς οφείλεται εν πολλοίς στην ιδιαιτερότητα της εισαγωγής του στην «κομμουνιστική ουτοπία». Στην πράξη ο Ζαμιάτιν αρδεύει κυρίως από την εμπειρία του στα ναυπηγεία της Αγγλίας. Στην πατρίδα του η εφαρμογή του εν λόγω μοντέλου θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό εξαγγελία (παρά την ευρεία χρήση επιμέρους «αξιωμάτων», όπως η πληρωμή «με το κομμάτι» και το «πριμ παραγωγικότητας»).[40] Στο λογοτεχνικό σύμπαν της πρώιμης μετεπαναστατικής Ρωσίας, αντίθετα και παραδόξως, ο τεϊλορισμός πρωταγωνιστεί. Ο Αλεξέι Γκάστεφ (1882-1939), ο οποίος στη σύντομη λογοτεχνική καριέρα του θα θεωρηθεί κορυφαίος εκπρόσωπος της νέας «προλεταριακής τέχνης», του επιφυλάσσει περίοπτη θέση στο ουτοπικό/δυστοπικό εγχείρημα που θα αναλάβει μετην ποίηση, τη φιλοσοφία και την επαγγελματική δραστηριότητά του.

Στα 1920 ο Γκάστεφ ιδρύει το «Κεντρικό Ινστιτούτο Εργασίας» που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση για την έρευνα και προώθηση της «επιστημονικής» οργάνωση της εργασίας. Ως εδώ η περίπτωσή του δεν διαφέρει πλείστων μηχανικών της παραγωγής, οι οποίοι υποδέχονται με ενθουσιασμό τον τεϊλορισμό στην Ευρώπη μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιάζουσα είναι η μοντέρνα «μεταφυσική» που πλάθει αναμιγνύοντας τεϊλορισμό, κολεκτιβισμό και λατρεία της Μηχανής: «Η ψυχολογία του προλεταριάτου ήδη μετασχηματίζεται […] αποκαλύπτει μια νέα μορφή συλλογικότητας […] Αυτή η συλλογικότητα μπορεί να οριστεί ως μηχανοποιημένος κολεκτιβισμός. Οι εκδηλώσεις αυτής της μηχανοποιημένης συλλογικότητας είναι τόσο ξένες προς την έννοια της προσωπικότητας […] δεν υπάρχει πλέον ατομικό πρόσωπο αλλά μόνο οργανωμένα, ομοιόμορφα βήματα και πρόσωπα απαλλαγμένα από έκφραση, από ψυχή, λυρισμό και αισθήματα».[41]

Παρ’ όλα αυτά ο Γκάστεφ δεν αυθαιρετεί εντελώς σε σχέση με τον Αμερικανό εμπνευστή του: «Ο Taylor φαντάστηκε το εργοστάσιο και κατ’ επέκταση ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα ως μια γιγαντομηχανή, της οποίας τα μηχανικά και τα ανθρώπινα μέρη θα ήταν επί της ουσίας αξεχώριστα. […] θα συνέπλεκε λειτουργικά ανθρώπους και μηχανές με στόχο τη μέγιστη αποτελεσματικότητα […]».[42] Απλά, όπως και σε άλλα ζητήματα, η απουσία θεσμικών αντίβαρων (αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, ανεξάρτητος συνδικαλισμός, ελευθερία του τύπου) και η επίκληση της επαναστατικής αναμόρφωσης του κόσμου επιτρέπει στη φαντασία των μηχανικών της Σοβιετικής Ένωσης την υιοθέτηση κοινωνικών πρακτικών που προέρχονται από τη Δύση, διασκευασμένων όμως με ένα πνεύμα ριζικού κονστρουκτιβισμού που προσλαμβάνει τον άνθρωπο ως αποκλειστικά πολιτισμικό προϊόν.

Λίγο μετά την ίδρυση του Ινστιτούτου Εργασίας ο Γκάστεφ ξεκόβει από τη λογοτεχνία καθώς θεωρεί ότι το έργο του στο Ινστιτούτο αποτελεί ανώτερη μορφή τέχνης. Ένα δείγμα της γραφής του ωστόσο αρκεί για να κάνει φανερό το «πέρασμά» του από το Εμείς:

«Τώρα, κάθε πρωί, στις οκτώ ακριβώς,
οι κόρνες σφυρίζουν για ένα εκατομμύριο.
Τώρα ξεκινάμε όλοι μαζί.
Τώρα το εκατομμύριο σηκώνει το σφυρί ταυτοχρόνως,
οι πρώτες μας σφυριές ακούγονται συγχρονισμένες.
Τι τραγουδούν οι κόρνες του πρωινού;
Τον πρωινό ύμνο της ενότητας».[43]

 Στα ελάχιστα χρόνια που δραστηριοποιείται ως λογοτέχνης, ο Γκάστεφ παράγει πλούσιο υλικό για τη σάτιρα του Ζαμιάτιν: «[…] Κάθε πρωί, με εξάτροχη ακρίβεια, την ίδια ώρα και την ίδια στιγμή, όλοι εμείς, εκατομμύρια, σηκωνόμαστε σαν ένα σώμα. Την ίδια ακριβώς ώρα, εμείς, ένα σώμα αποτελούμενο από εκατομμύρια, αρχίζουμε δουλειά σαν ένα σώμα αποτελούμενο από εκατομμύρια τελειώνουμε τη δουλειά. Κι ενωνόμαστε σ’ ένα σώμα με εκατομμύρια χέρια, την ίδια στιγμή, όπως καθορίζει ο Πίνακας, φέρνουμε το κουτάλι στο στόμα, βγαίνουμε βόλτα και πηγαίνουμε στο αμφιθέατρο, στην αίθουσα ασκήσεων Τέιλορ, πηγαίνουμε για ύπνο…».[44]

Η απούσα Αγορά

Μια όψη της κοινωνίας του Εμείς που ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη είναι η παντελής έλλειψη εμπορικών σχέσεων, η ανυπαρξία συναλλαγών. Η αγορά είναι εμβληματικά απούσα από τη ζωή στο Μονοκράτος, το ίδιο και κάποιο μέσο ανταλλαγής, όπως το χρήμα. Τα πανομοιότυπα διαμερίσματα, οι ομοιόμορφες στολές των Αριθμών, τα εναέρια μέσα μεταφοράς και η συνθετική τροφή, όλα ανήκουν στο κράτος, το οποίο ρυθμίζει τόσο την παραγωγή όσο και τη διάθεσή τους, μεριμνώντας για την ευημερία των υπηκόων του. Επιπλέον, η σημασία που αποδίδεται στον ομοιόμορφο βίο επιτάσσει την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων που θα μπορούσε να τον διαταράξει.

Ο Darko Suvin εντοπίζει το πρότυπο από το οποίο εμπνέεται ο Ζαμιάτιν μια μελλοντική κοινωνία με ολοκληρωτικά σχεδιασμένη από το κράτος οικονομία χωρίς αγορά: «μια εφιαλτικά παραμορφωμένη εκδοχή του λενινιστικού πολεμικού κομμουνισμού».[45] «Πολεμικός Κομμουνισμός» αποκαλείται η πρώτη μετεπαναστατική περίοδος (1918-1921), η οποία συγκλονίζεται από τον πόλεμο του Κόκκινου Στρατού εναντίον των «Λευκών» και των ξένων συμμάχων τους και συνοδεύεται από την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού πολιτικο-οικονομικού προγράμματος: συγκεντρωτικός σχεδιασμός της οικονομίας, εθνικοποίηση όλων των παραγωγικών μονάδων πλην των αγροτικών, προσπάθεια κατάργησης του χρήματος και ανταμοιβή της εργασίας σε είδος και υπηρεσίες, επιτάξεις της αγροτικής παραγωγής, άρνηση αποπληρωμής του δημόσιου χρέους, κρατικός έλεγχος του εξωτερικού εμπορίου και κατάργηση του εσωτερικού.

Το εν λόγω πρόγραμμα προκύπτει τόσο από πραγματιστικές ανάγκες της διεξαγωγής του εμφυλίου πολέμου και της δεινής οικονομικής κατάστασης μετά τον Α΄Π.Π. όσο και από ιδεολογική πίστη στην ορθότητά του.[46] Η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, άλλωστε, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο· οι πειραματισμοί επιτρέπονται, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επιβάλλονται. Η περίοδος του πολεμικού κομμουνισμού θα λήξει στα μέσα του 1921 με την «υποχώρηση» στη μετριοπαθέστερη ΝΟΠ (New Economic Policy). Οι αγροτικές εξεγέρσεις, οι εργατικές απεργίες και η εμβληματική στάση των ναυτών της Κρονστάνδης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου πολύ κοντά στα αφτιά του Λένιν. Ο τελευταίος αποφασίζει να παραχωρήσει οικονομικές ελευθερίες, ενώ παράλληλα αφαιρεί και τις τελευταίες πολιτικές ελευθερίες που είχαν απομείνει.[47] Στη νέα περίοδο (1921-1927), για την αναθέρμανση της ασθμαίνουσας οικονομίας και την εξασφάλιση της ανοχής στη μπολσεβίκικη εξουσία, θα επιτραπεί το εμπόριο του αγροτικού πλεονάσματος, η μικρή ιδιωτική εμπορευματική παραγωγή, οι χρηματικές ανταλλαγές και η περιορισμένη λειτουργία της αγοράς.

Την περίοδο ωστόσο του πολεμικού κομμουνισμού, κατά την οποία γράφεται το Εμείς, οι μη κρατικές οικονομικές πρωτοβουλίες θεωρήθηκαν ξεπερασμένα κατάλοιπα της αστικής κοινωνίας, η οποία είχε πεταχτεί οριστικά στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας. Από την άποψη της οικονομικής πολιτικής το Μονοκράτος θα παραμείνει πιστό σε εκείνη την πρώτη «ηρωική» περίοδο, περιμένοντας την παντοκρατορία του Στάλιν μετά το 1927 για να θριαμβεύσει ξανά.

Επιτήρηση – Οι Φύλακες-Άγγελοι

Στην κοινωνία του 2920 επικρατεί 24ωρη επιτήρηση, τυπική και άτυπη. Η αυστηρή τυποποίηση και η μηδενική ανοχή στη διαφορετικότητα όσον αφορά τη συμπεριφορά των Αριθμών επιβάλλει ένα καθεστώς διαρκούς ελέγχου και επαπειλούμενης τιμωρίας. Τα διαμερίσματα, όπως έχουμε προαναφέρει, είναι γυάλινα, διάφανα έτσι ώστε όλοι να ξέρουν για όλους τι κάνουν: «Κι έτσι ανάμεσα στους διάφανους τοίχους μας […] ζούμε πάντα ορατοί από όλους, αιώνια λουσμένοι στο φως. Δεν έχουμε να κρύψουμε τίποτε ο ένας από τον άλλο».[48] Βγαίνοντας από το διαμέρισμα υποχρεούσαι σε γραφειοκρατικές διαδικασίες ελέγχου από ειδικά τοποθετημένο στην πολυκατοικία κρατικό υπάλληλο. Στις αρμοδιότητες του τελευταίου περιλαμβάνεται, πέρα από τον έλεγχο της αλληλογραφίας, η ενημέρωση των αρχών για ύποπτες κινήσεις και η παραλαβή του «ροζ κουπονιού» για το νόμιμο κατέβασμα των στορ. Στο Μονοκράτος υπάρχουν μόνο δύο («ελεύθερες») ώρες την ημέρα, μια απογευματινή (16:00-17:00) και μια βραδινή (21:00-22:00), κατά τις οποίες οι δραστηριότητες των Αριθμών δεν υπόκεινται στο πρόγραμμα του «Ωρολόγιου Πίνακα». Αυτές τις ώρες οι Αριθμοί συνηθίζουν να κάνουν προδιαγεγραμμένους περιπάτους σε τετράδες, να χαλαρώνουν στα δωμάτιά τους και ενίοτε να κάνουν χρήση του ροζ κουπονιού που τους δίνει τη δυνατότητα να χαμηλώσουν τα στόρια του διαμερίσματός τους για να προβούν σε ανταλλαγή σεξουαλικής ηδονής με εγκεκριμένο παρτενέρ.

Στην εξασφάλιση της δημόσιας τάξης οι περιβόητοι «Φύλακες» έχουν τον πρώτο λόγο: «[…] τους Φύλακες […] προείδε η φαντασία του αρχαίου ανθρώπου, δίνοντάς τους το τρυφερό και τρομερό μαζί όνομα των “αρχαγγέλων”, που ορίζονται ένας για κάθε άνθρωπο από τη γέννησή του».[49] Είναι τόσο συχνά παρών στη ζωή του παρακολουθούμενου, που ο τελευταίος εύλογα υποθέτει ότι παρακολουθείται διαρκώς, ακόμα και όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει: «Πίσω μου μία γνωστή περπατησιά […] Δεν γυρνάω καν να κοιτάξω, το ξέρω: Είναι ο S. Θα με ακολουθεί μέχρι να φτάσει στην πόρτα μου – κι έπειτα, προφανώς, θα σταθεί κάτω, στο πεζοδρόμιο, και θα καρφώσει τα τρυπάνια-μάτια του ψηλά, στο δωμάτιό μου […]».[50]

Για τον τρόπο λειτουργίας της μυστικής αστυνομίας ο συγγραφέας μας έχει πλούσιο εμπειρικό υλικό στη διάθεσή του. Η τσαρική μυστική αστυνομία, η Οχράνα, ρίχνει βαριά τη σκιά της πάνω του για περίπου δέκα χρόνια καθώς τον παρακολουθεί (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) ώστε να μη παραβιάσει τον όρο της αποφυλάκισής του το 1905, που τον κρατούσε μακριά από τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας. Έπειτα, κατά την αποστολή του στο Νιούκαστλ στα 1916-17, στο πλαίσιο του Α΄Π.Π., η αίσθηση της παρακολούθησης συνεχίζεται αμείωτη. Το εργοτάξιο-ναυπηγείο σφύζει από πράκτορες που επαγρυπνούν για την αποτροπή διαρροής πληροφοριών στον εχθρό.[51] Μετά τον «Οκτώβρη», ο Ζαμιάτιν θα νιώσει στον σβέρκο του την καυτή ανάσα της Τσεκά. Η Τσεκά, σύντομα μετά την ίδρυσή της για την καταστολή της δράσης «αντεπαναστατικών στοιχείων», αποκτά ευρύτατες δικαιοδοσίες που φτάνουν στην επιβολή και την εκτέλεση ποινών. Ένα αίσθημα διαρκούς απειλής και άγχους επιβάλλεται, ενώ ο «κόκκινος τρόμος» αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματικός για τη μετατροπή της «Επανάστασης» σε «Επαναστατική Εξουσία». Ο Ζαμιάτιν συλλαμβάνεται και ανακρίνεται σε διάφορες περιστάσεις, ώσπου τελικά φυλακίζεται για μικρό χρονικό διάστημα στα 1922. Για αρκετά χρόνια έκτοτε θα εκκρεμεί απέλασή του.

Με αυτές τις εμπειρίες στο βιογραφικό του είναι λογικό ο Ζαμιάτιν να φαντάζεται την κοινωνία του 30ού αιώνα σαν κοινωνία ολοκληρωτικής επιτήρησης. Παρόμοια άλλωστε κοινωνική φαντασία θα πλάσουν οι επιφανέστεροι των συγγραφέων της φανταστικής λογοτεχνίας, από τον H. G. Wells ως τον εμβληματικό Orwell του 1984, εμπνευσμένοι από τον συνδυασμό της επικράτησης ολοκληρωτικών καθεστώτων με τις δυνατότητες επιτήρησης που παρέχουν πλέον οι σύγχρονες τεχνολογίες.

Ούτως ή άλλως, η επιδίωξη της ουτοπίας (όχι με την μετριοπαθή έννοια που της αποδίδει ο Sargent αλλά με την έννοια της τέλειας κοινωνίας) δεν μπορεί παρά να είναι αυστηρή. Τα υποκείμενα που χρεώνονται την πραγμάτωσή της βρίσκονται υπό το άγρυπνο βλέμμα του «κατασκευαστή» της: «Η ειλικρινής αλγεβρική αγάπη για την ανθρωπότητα είναι ασφαλώς απάνθρωπη […]».[52] Οποιαδήποτε παρέκκλιση επιφέρει άμεση και παραδειγματική τιμωρία. Ο επιτυχώς κοινωνικοποιημένος Αριθμός, άλλωστε, αισθάνεται την ανάγκη να εξετάσει τον εαυτό του για την πίστη του απέναντι στον Ευεργέτη.Η πραγματική αφοσίωση, ωστόσο, αποδεικνύεται με την κατάδοση: «Ήρθαν για να φέρουν σε πέρας έναν άθλο, ήρθαν για να προδώσουν, να προσφέρουν στον βωμό του Μονοκράτους τους αγαπημένους τους, τους φίλους τους, τον εαυτό τους».[53] Κάθε Αριθμός υποχρεούται να καταγγείλει στο Γραφείο των Φυλάκων οτιδήποτε μεμπτό υποπέσει στην αντίληψή του εντός 48 ωρών.

Η «παιδοτροφία»

Η ευγονική στη σύγχρονη εκδοχή της εμφανίζεται στην Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα (παρόλο που το όνειρο της «τελειοποίησης» του ανθρώπου υφίσταται από την αρχαιότητα). Διεκδικεί επιστημονικό κύρος στη βάση της Θεωρίας της Εξέλιξης και ήδη στις αρχές του 20ούαιώνα αποτελεί για πολλά από τα πιο προηγμένα κράτη μια πολλά υποσχόμενη πρακτική κοινωνικής πολιτικής. Προωθείται η υποχρεωτική επιβολή πρακτικών για τη «βελτιστοποίηση» του ανθρωπίνου είδους (συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης τεκνοποιίας σε άτομα ή ομάδες του πληθυσμού που κρίνονται ανεπιθύμητα προς αναπαραγωγή).[54] Ο Ζαμιάτιν διαβλέπει έγκαιρα, πολύ πριν το στραπατσάρισμα του μεγαλεπήβολου εγχειρήματος στα χέρια των ναζί, τη δυναμική που αναπτύσσεται στην περίπτωση που η ευγονική βρει εφαρμογή στο πεδίο παρέμβασης του κράτους: «[…] η τελειοποίηση του ανθρώπινου γένους […] θα αποτελέσει το υπόβαθρο της σύγκρουσης του ατόμου με το κράτος, που συνθλίβει τα ανθρώπινα μυρμήγκια στο πέρασμά του τόσο αυστηρά και ανελέητα όσο η μοίρα».[55]

Στο Μονοκράτος η ρύθμιση της σεξουαλικής ζωής, η οργάνωση της τεκνοποιίας και η αντιμετώπιση του θεσμού της οικογένειας και της ανατροφής των παιδιών παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τις μέριμνες του Πλάτωνα για τα ζητήματα αυτά στην ιδανική Πολιτεία του: «Ο Πλάτων […] αντιτίθεται στην ανεξέλεγκτη σεξουαλική έκφραση ως (1) μια εκδήλωση εγωισμού σε βάρος του κοινοτικού πνεύματος, (2) μια απόσπαση […] και (3) την αιτία μιας αδιάκριτης εγκληματικής αναπαραγωγής ψυχικά και σωματικά κατώτερων όντων».[56] Στην Πολιτεία οι γυναίκες-φύλακες (μέλη της κυβερνώσας τάξης) απομακρύνονται από την οικογενειακή εστία και οδηγούνται στο κοινόβιο των Φυλάκων: «Οι γυναίκες αυτές τούτων των ανδρών πρέπει όλες να είναι κοινές για όλους, και καμιά τους να μη συζεί κατ’ ιδίαν με κανέναν».[57]

Παρόμοια στην κοινωνία των Αριθμών, όλοι έχουν ερωτικό ή ορθότερα σεξουαλικό δικαίωμα πάνω σε όλους. Επιπλέον, η ψυχική ομοιομορφία προωθεί επιλογές που βασίζονται αποκλειστικά σε βιολογικά χαρακτηριστικά. Για την ορθολογικότερη μάλιστα διεκπεραίωση της σεξουαλικής συνεύρεσης των υπηκόων του, το Μονοκράτος έχει θεσμοθετήσει συγκεκριμένες γραφειοκρατικές διαδικασίες: «Σε εξετάζουν εξονυχιστικά στα εργαστήρια του γραφείου Σεξουαλικότητας, καθορίζουν επακριβώς την περιεκτικότητα του αίματος σε γενετικές ορμόνες και καταρτίζουν για λογαριασμό σου τον αντίστοιχο Πίνακα ημερών σεξουαλικής δραστηριότητας. Έπειτα δηλώνεις ότι κατά τις ημέρες αυτές επιθυμείς να χρησιμοποιείς τον τάδε Αριθμό (ή Αριθμούς) και παίρνεις το σχετικό μπλοκάκι με τα κουπόνια (τα ροζ)».[58]

Τόσο στην Πολιτεία όσο και στο Μονοκράτος η οικογένεια καταργείται και τα παιδιά που προκύπτουν μέσα στο κοινόβιο ή στα διάφανα διαμερίσματα αντίστοιχα παραλαμβάνονται από το κράτος και αναθρέφονται από αυτό.[59]Ξεριζώνεται έτσι η κτητικότητα, η αποκλειστικότητα του ερωτικού συντρόφου, η «δική μου οικογένεια και τα δικά μου παιδιά», όλα αυτά που διαβρώνουν τη συνοχή του κράτους αποδυναμώνοντας τους αφηρημένους κοινωνικούς δεσμούς υπέρ των οργανικών. «Αφορμές για φθόνο δεν υπάρχουν πια […] Κι αυτό που για τους αρχαίους ήταν πηγή αμέτρητων θλιβερών τραγωδιών καθίσταται για εμάς μια αρμονική, ευχάριστη και ωφέλιμη λειτουργία του οργανισμού […]».[60] Μπορεί μια τέτοια «λειτουργία» να στερείται πάθους, αλλά αυτό ποτέ δεν υπήρξε ζητούμενο ούτε για τον Πλάτωνα ούτε για τους απονευρωμένους Αριθμούς του Μονοκράτους, μα ούτε και για τους «μηχανοποιημένους» Ευρωπαίους που εντυπωσιάζουν τον Ζαμιάτιν με την ψυχρότητά τους.[61]

Η Ο-90, πρώην ερωτική σύντροφος του Δ-503, παράνομα εγκυμονούσα το παιδί του (εξαιτίας μη κατοχής των απαιτούμενων από το Μονοκράτος σωματικών προϋποθέσεων για τεκνοποίηση), εξεγείρεται ορμώμενη από το μητρικό ένστικτο, κατεδαφίζοντας κοινωνικές συμβάσεις και νόρμες. Περνάει έξω από το Πράσινο Τείχος για να διασώσει την «ανάξια» ζωή που φέρει εντός της. Στο Εμείς γινόμαστε μάρτυρες της εφαρμογής μιας κοινωνικής μηχανικής που φιλοδοξεί να κατασκευάσει εκ του ανθρώπου ένα νέο, διαφορετικό, ανώτερο είδος, τον Αριθμό. Για να κάμψει την αντίσταση των απροσάρμοστων, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, το Μονοκράτος δεν θα διστάσει να επιστρατεύσει προκρούστειες μεθόδους, μοιραία κυοφορώντας τερατογενέσεις.

Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι Καλλιτέχνες

Οι Μπολσεβίκοι καταλαμβάνοντας την εξουσία βρίσκονται αντιμέτωποι με την επείγουσα ανάγκη «εκσυγχρονισμού» της ρωσικής κοινωνίας.[62] Προϋπόθεση και συνάμα ένδειξη αυτού του εκσυγχρονισμού αποτελεί η μόρφωση των αναλφάβητων «μαζών». Προϋπόθεση δε και ένδειξη της παγίωσης της νέας πολιτικής εξουσίας, η πολιτισμική ηγεμονία. Και για τις δύο παραπάνω «μάχες» κρίθηκε κρίσιμη η συστράτευση της ολιγάριθμης μεν, δραστήριας δε, προεπαναστατικής ιντελιγκέντσιας.[63] Μεγάλο μέρος ωστόσο της τελευταίας αποδείχθηκε απρόθυμο να «καταταγεί», είτε διαφεύγοντας στο εξωτερικό («εμιγκρέδες»), είτε ασκώντας κριτική («διαφωνούντες»), είτε κρατώντας αποστάσεις («συνοδοιπόροι»).

Ο Ζαμιάτιν θα αποδεχτεί το νέο καθεστώς ως «εργοδότη» στο πλαίσιο της εφαρμογής του μεγαλόπνοου «μορφωτικού προγράμματος» υπό την «κηδεμονία» του Γκόρκι και εν μέσω του εξοντωτικού για τους πληθυσμούς των πόλεων εμφυλίου. Η εργασία σε τέτοια κρατικά προγράμματα και θεσμούς στη διάρκεια του «πολεμικού κομμουνισμού» αποτελεί, άλλωστε, τη μόνη διέξοδο για απασχόληση των καλλιτεχνών προς εξασφάλιση των αναγκαίων. Ωστόσο, ο συγγραφέας του Εμείς στρέφεται εξ αρχής επίμονα, μέσω δημόσιων παρεμβάσεων και μέσω της δράσης του σε σωματεία συγγραφέων, ενάντια σε κάθε μορφή «στρατευμένης» τέχνης. Για αυτόν ο αυθεντικός καλλιτέχνης ανήκει εσαεί στην αντιπολίτευση, πιστός στην προωθητική τού γίγνεσθαι αποστολή του: «δε δύναται να αναπαυθεί στις δάφνες, δεν τάσσεται ποτέ με το μέρος των νικητών, με αυτούς που υμνούν “ωσαννά”. Ο κλήρος του […] είναι το αγκάθινο στεφάνι του ηττημένου. Η πίστη του είναι η αίρεση […] Η νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση […] δεν ξέφυγε από τον γενικό νόμο που ισχύει για τους νικητές: έγινε φιλισταία […] Και αυτό που μισεί περισσότερο από όλα ο φιλισταίος είναι ο επαναστάτης που τολμά να σκεφτεί διαφορετικά από αυτόν».[64] Δείχνει με το δάχτυλο τους συναδέλφους του που «κολακεύουν» το καθεστώς: «Οι ελεύθεροι Σκύθες δεν τρέχουν ξοπίσω από τους νικητές, πίσω από την ωμή δύναμη, πίσω από τον “δήμαρχο”… όποιο κι αν είναι το χρώμα της κονκάρδας του δημάρχου».[65]

Στον αντίποδα των παραινέσεων του Ζαμιάτιν, στην πατρίδα του θα καθιερωθεί σύντομα ο όρος «σοβιετικός συγγραφέας» με σαφέστατο πολιτικό πρόσημο και σχετικά προβλέψιμο «ρεπερτόριο». Συγγραφείς, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές και άλλοι καλλιτέχνες διαφορετικής ποιότητας και με διαφορετικά κίνητρα, τα οποία ποικίλουν από τον αγνό επαναστατικό ενθουσιασμό μέχρι την επιδίωξη καλλιτεχνικής αναγνώρισης, «στρατεύονται» στην υπηρεσία της «Επανάστασης». Εκείνη ανταποδίδει την υπηρεσία: «[…] πολλά μέλη της ιστορικής «πρωτοπορίας» της Ρωσίας […] πήγαν να δουλέψουν για τους Μπολσεβίκους, βρίσκοντας καλά αμειβόμενη εργασία ως διευθυντές μουσείων, δάσκαλοι σε σχολές τέχνης και διοικητές καλλιτεχνικών οργανισμών». [66]

Ο Ζαμιάτιν θεωρεί ότι η στράτευση της τέχνης είτε αυτή γίνεται για θρησκευτικούς, είτε για πολιτικούς, είτε ακόμα και για ιδιοτελείς υπολογισμούς του καλλιτέχνη, την αποστερεί από τον υπερβατικό-επαναστατικό της χαρακτήρα, από τη ριζική ελευθερία της από κάθε περιορισμό, την αδιαπραγμάτευτη αυταξία της. Στο Εμείς παρωδείται η απλοϊκότητα, η τυποποίηση και η φτηνή καλλιτεχνική αξία της στρατευμένης λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας λοιδορεί το αίτημα της νέας εξουσίας για «χρήσιμη» τέχνη και την προσπάθεια των συναδέλφων του να συνεισφέρουν στην καθημερινή ανύψωση του ηθικού, υποβιβάζοντας τελικά τη λογοτεχνία σε πολιτική προπαγάνδα: «Και οι “Καθημερινές ωδές για τον Ευεργέτη”; Ποιος, διαβάζοντας τες, δεν υποκλίνεται ευλαβικά μπροστά στον ανιδιοτελή κόπο Εκείνου – του Αριθμού των Αριθμών; Και το τρομερό, κόκκινο “Απάνθισμα δικαστικών αποφάσεων”; Και η αθάνατη τραγωδία “Αυτός που άργησε να πάει στη δουλειά”»;[67]

Η λογική του Μονοκράτους δεν αφήνει περιθώρια για μια «ατομικιστική, παρακμιακή ελευθερία» στην τέχνη: «[…] το Κρατικό μας Ινστιτούτο Ποιητών και Συγγραφέων. Σκεφτόμουν: Πως μπορούσαν οι αρχαίοι να μη βλέπουν την ολοφάνερη γελοιότητα της λογοτεχνίας και της ποίησής τους; Η γιγάντια, θεσπέσια δύναμη του έντεχνου λόγου ξοδευόταν εντελώς μάταια. […] Ο καθένας έγραφε ό,τι του ερχόταν […] Τώρα πια η ποίηση δεν είναι το αναιδές κελάηδισμα ενός αηδονιού – η ποίηση είναι κρατική υπηρεσία, η ποίηση ταυτίζεται με τη χρησιμότητα».[68]

Το Μονοκράτος πλαισιώνει κάθε πτυχή της εξιδανικευμένης πραγματικότητας με την κατάλληλη για την περίσταση διαμορφωμένη τέχνη: «Όπως πάντα, το Εργοστάσιο Μουσικής έπαιζε με όλες του τις σάλπιγγες το Εμβατήριο του Μονοκράτους. Σε καλοσχηματισμένους στίχους των τεσσάρων, κρατώντας μ’ ενθουσιασμό τον ρυθμό, περπατούσαν οι Αριθμοί […]».[69] Στην «Ημέρα της Ομόνοιας»: «[…] πριν από την έναρξη της τελετής, όλοι σηκώθηκαν και σαν εορταστικό πέπλο απλώθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας αργά και τελετουργικά ο ύμνος […] στην εξέδρα ένας ποιητής διάβαζε μία προεκλογική ωδή […]».[70] Η τέχνη καλείται να διαψεύσει με τον δοξαστικό χαρακτήρα της την πεζή καθημερινότητα. Η Glavlit (Ανώτερη Διοίκηση για τη Λογοτεχνία) δεν θα εκτιμήσει ουδόλως τη σάτιρα του Ζαμιάτιν. Στα 1922 το μυθιστόρημά του απαγορεύεται. Ο Ζαμιάτιν στο διαβόητο άρθρο του «Φοβάμαι» επιμένει και προειδοποιεί: «[…] όταν ο συγγραφέας οφείλει να είναι συνετός και αυστηρά ορθόδοξος, όταν πρέπει να κάνει τον εαυτό του χρήσιμο για το σήμερα […] τότε είναι δυνατό να υπάρχει μόνο […] μια λογοτεχνία εφημερίδας, που διαβάζεται σήμερα, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αύριο για να τυλίξουμε σαπούνια».[71]

Η επαναστάτρια

Παρουσιάζοντας το εφιαλτικό του όραμα για το μέλλον σε μυθιστορηματική γραφή, ο Ζαμιάτιν καταφέρνει διαμέσου της πλοκής να «ζωντανέψει» τις απρόσωπες κοινωνικές δομές με κοινωνικές σχέσεις ανθρώπινων υποκειμένων. Γνήσια αιρετικός, ο συγγραφέας θα παρουσιάσει τις διαπροσωπικές σχέσεις σε πλήρη αντίθεση με τα καθιερωμένα ήθη της πατριαρχίας, όπου ο άνδρας, δυναμικός και πνευματώδης, δημιουργεί τη βασική πλοκή του έργου, ενώ το θηλυκό παρασύρεται στη δίνη της δράσης του. Στο Εμείς, η Ι-330, συμπρωταγωνίστρια του Δ-503, είναι εκείνη που προκαλεί τα γεγονότα. Εισβάλλει στο μυθιστόρημα, αντισυμβατική, καλλιεργημένη, δυναμική και συνάμα σαγηνευτική, απολαμβάνοντας τη ζωή, την ίδια ώρα που οργανώνει συνωμοσίες.

Στον καινοφανή κοινωνικό ρόλο που αποδίδει ο Ζαμιάτιν στη γυναίκα στο Εμείς αντανακλώνται ανατροπές που ήδη γίνονται αισθητές την εποχή της συγγραφής του και οι οποίες θα χαρακτηρίσουν εντέλει τον 20ό ως τον «αιώνα των γυναικών». Οι ανάγκες της παραγωγής, ιδιαιτέρως αυτές που προκύπτουν λόγω του Α΄ Π.Π., επιβάλλουν ή επιτρέπουν τη μαζική έξοδο των γυναικών στη μισθωτή εργασία. Οι γυναίκες παύουν σταδιακά να αποτελούν ιδιοκτησία των πατεράδων ή των συζύγων τους, ενώ ταυτόχρονα «ενηλικιώνονται» πολιτικά, αποκτώντας (μετά από 200 χρόνια ρητορείας περί «πανανθρώπινων δικαιωμάτων» από τον ανδροκρατούμενο Διαφωτισμό) δικαίωμα ψήφου.

Η Ι-330 προκαλεί με μαεστρία τον ερωτικό πόθο του Δ-503. Σταδιακά θα αναγκάσει τον κυριαρχημένο από το υπερεγώ του μηχανικό να παραδεχτεί τα συναισθήματά του, θα τον βγάλει από τη χλιαρή βολή της λογοκρατούμενης ζωής του, θα τον εμπλέξει σε παρανομίες (όπως το να την «κοπανήσει» από τη δουλειά ή να πιεί αλκοόλ) και θα τον φέρει σε επαφή με έναν άλλο, διαφορετικό κόσμο έξω από το Τείχος. Θα φτάσει στο σημείο να τον στρατολογήσει στην επαναστατική συνομωσία της οποίας ηγείται. Ο Δ-503, ανίκανος να αντισταθεί στην έλξη της Ι-330, θα δει το ψυχικό του κατασκεύασμα να καταρρέει με θόρυβο.[72] Η Ι-330 θα σταθεί δίπλα του, σύντροφος στην αφύπνιση του υποσυνείδητου και των ανθρώπινων ενστίκτων του. Η ίδια άλλωστε έχει πυροδοτήσει αυτή την εξέγερση. Η από μια γυναίκα προκληθείσα «πτώση» του Δ-503 ενισχύει τους συνειρμούς που ταυτίζουν τον Δ-503 με τον πρώτο του πρόγονο, τον Αδάμ. Είναι μια «Εύα» ξανά αυτή που πείθει το απρόθυμο αρσενικό να απαρνηθεί την εξασφαλισμένη από τον Ύψιστο ευτυχία, με αντάλλαγμα μια επίπονη αίσθηση ελευθερίας. Τα πρώτα βήματα της μεγάλης πορείας προς την ψυχική απελευθέρωση στον 20ό αιώνα γίνονται με τακούνια.

Ωστόσο η Ι-330 στον αγώνα της δεν περιορίζεται στα κλασικά «γυναικεία όπλα». Η επαναστατικότητά της εκφράζεται και στον τρόπο σκέψης της, ο οποίος διαπνέεται από την καινούργια οπτική που φέρει η «2η επιστημονική επανάσταση» κλονίζοντας το προηγούμενα κυρίαρχο θετικιστικό επιστημονικό «παράδειγμα» (συμπεριλαμβανομένης σε αυτό και της λενινιστικής ανάγνωσης του μαρξισμού). Γράφει ο Ζαμιάτιν σε άρθρο του στα 1923, σε μια ατμόσφαιρα που ευνοεί τα άρθρα-μανιφέστα κάθε είδους: «Τα αδύναμα μυαλά επιμένουν να πιστεύουν σε ένα πεπερασμένο σύμπαν, στον τελευταίο αριθμό· χρειάζονται, με τα λόγια του Νίτσε, τα “δεκανίκια της βεβαιότητας”. […] [ο] πεπερασμένος, αμετάβλητος κόσμος […] είναι μια σύμβαση, μια αφαίρεση, μια μη πραγματικότητα».[73] Η Ι-330 εκφράζει την καινούργια επιστημονική οπτική στην προσπάθειά της να πείσει τον δογματικό μηχανικό Δ-503 για το εφήμερο του Μονοκράτους. Ο Ζαμιάτιν θα θέσει τον διάλογό τους ως προοίμιο στο προαναφερθέν άρθρο, εκδηλώνοντας την εύνοιά του προς τη θηλυκή συμπρωταγωνίστρια του έργου του:

Ι-330 «Ονόμασε μου τον τελευταίο αριθμό, τον υψηλότερο, τον μέγιστο».

Δ-503 «Μα αυτό είναι παράλογο! Αν οι αριθμοί είναι άπειροι πως μπορεί να υπάρξει ο τελευταίος»;

Ι-330 «Τότε πως μπορείς να μιλάς για μια τελική επανάσταση; Δεν υπάρχει η τελευταία επανάσταση. Οι Επαναστάσεις είναι άπειρες […] Τα παιδιά τα τρομάζει το άπειρο […]».[74]

Ξεσηκωμός

Ο Ζαμιάτιν όχι μόνο έχει καταστεί μάρτυρας δυναμικών μορφών εναντίωσης στην εξουσία, αλλά έχει λάβει και ο ίδιος ενεργό μέρος σε τέτοιες ενέργειες πίσω στα 1905. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η απαλλοτρίωση της γης και η σφαγή των αφεντάδων, οι καταλήψεις των εργοστασίων, η οργάνωση πολιτοφυλακών, η ανυπακοή στο στράτευμα, το βίαιο και αιφνίδιο γκρέμισμα ενός καθεστώτος το οποίο έμοιαζε σταθερό σαν την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, όλα αυτά τα θαυμαστά που συντελούνται στην πατρίδα του, αναπόφευκτα τροφοδοτούν τη φαντασία του.

Το θεωρητικά πανίσχυρο Μονοκράτος, παρά τις πρόνοιες και την προπαγάνδα του, αποδεικνύεται τελικά εύθραυστο κι ευάλωτο. Η συνωμοτική επαναστατική οργάνωση των Μέφι[75] πραγματοποιεί παταγώδη είσοδο στη σκηνή της ιστορίας των Αριθμών. Την ημέρα των προδεδικασμένων εκλογών για την ετήσια επανεκλογή του Ευεργέτη ξεσπά ένα απροσδόκητο κύμα εναντίωσης: «Είδα χίλια χέρια να σηκώνονται ψηλά – “εναντίον” […] ένα διάστημα μικρό σαν την τρίχα· παύση· ησυχία· σφυγμός. Έπειτα, λες και κάποιος τρελός μαέστρος είχε δώσει το σύνθημα […] θόρυβος, φωνές, ένας στρόβιλος από γιούνιφ που έτρεχαν, οι μορφές των Φυλάκων να παρασέρνονται σαστισμένες από το πλήθος […] Χιλιάδες στόματα που ούρλιαζαν χωρίς να βγάζουν ήχο […]».[76] Από εκείνη τη στιγμή το καθεστώς χάνει τη μακάρια αυτοπεποίθησή του. Οι Μέφι κάνουν όλο και πιο αισθητή την παρουσία τους, πυκνώνουν τις επαφές τους με τους «εκτός του τείχους» και παροτρύνουν τους Αριθμούς να ξεσηκωθούν μαζί τους. Ωστόσο αποτυγχάνουν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν το διαστημόπλοιο που κατασκευάζει ο Δ-503 και με το οποίο σκόπευαν να καταστρέψουν το Πράσινο Τείχος. Ο Δ-503, αβέβαιος για την ορθότητα των πράξεων του, παίρνει μέρος στη συνωμοσία για χάρη της Ι-330.

Παρά την αποτυχία της συνωμοσίας, η καλοκουρδισμένη κοινωνική μηχανική του Μονοκράτους μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα ξεχαρβαλώνεται.[77] Το καθεστώς σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιβολής της τάξης θα υποχρεώσει τους υπηκόους του να υποβληθούν στη «Μεγάλη Εγχείρηση»· χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο για τον καυτηριασμό και την αδρανοποίηση του τμήματος όπου εδράζεται η λειτουργία της φαντασίας. Με αυτή την «προσαρμογή» το Μονοκράτος θεωρεί ότι οι Αριθμοί θα αγγίξουν την «τελειότητα» των μηχανών. Όσοι Αριθμοί δεν προσέρχονται οικειοθελώς, συλλαμβάνονται και υποβάλλονται βιαίως στην εγχείρηση.

Οι πρώτοι πειραματισμοί με τη λοβοτομή, τη χειρουργική αφαίρεση τμήματος του εγκεφαλικού φλοιού, ως ψυχιατρική θεραπευτική πρακτική, εντοπίζονται στην Ελβετία της δεκαετίας του 1890. Ωστόσο η αυτοκτονία ενός από τους έξι ψυχικά ασθενείς στους οποίους αρχικά εφαρμόστηκε και ο θάνατος ενός δεύτερου μια εβδομάδα μετά, ανέστειλαν την ευρεία εφαρμογή της καινοτόμου ιατρικής μεθόδου για περίπου μισό αιώνα.[78] Ο Ζαμιάτιν εντούτοις διαβλέπει, ήδη στα 1920, τις δυνατότητες χρήσης της μεθόδου από την πολιτική εξουσία για την καθυπόταξη των πολιτικών αντιπάλων. Και πράγματι, ενώ η πρακτική εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου από τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς είναι δύσκολα αποδείξιμη, ο εγκλεισμός σε ψυχιατρικά άσυλα, η αναγκαστική φαρμακευτική αγωγή, τα ηλεκτροσόκ και τα ψυχικά βασανιστήρια είναι ευρέως αποδεκτό ότι χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ως μέθοδοι αντιμετώπισης της πολιτικής ανυπακοής.

Η αντίδραση ενάντια στην εγχείρηση σύντομα αγριεύει και εξελίσσεται σε γενικευμένη εξέγερση: «Γύρω ήταν καμιά πενηνταριά […] είχαν βγει έξω από το σκοτεινό, χαμηλωμένο τους μέτωπο, φώναζαν, χαίρονταν, γελούσαν, δείχνοντας τα δυνατά τους δόντια. Καταπίνοντας την καταιγίδα με τα στόματα ανοιχτά, κραδαίνοντας κάτι φαινομενικά ειρηνικά και αθώα ηλεκτρικά πριόνια […]».[79] Το γυαλί έχει ραγίσει. Τα πουλιά στον ουρανό της πόλης το φανερώνουν: «“Καταλαβαίνετε”, μου φώναξε μέσα στο βουητό του ανέμου, των φτερών, των κρωγμών. “Καταλαβαίνετε: το Τείχος το γκρέμισαν το Τείχος!”».[80] Κάποιοι θρηνούν την απώλειά: «Εκεί, επάνω, όλα πέθαιναν, κατέρρεε ο μεγαλοπρεπέστερος και λογικότερος πολιτισμός σ’ όλη την ιστορία […]».[81] Ανάμεσα σ’ αυτούς που θρηνούν και ο μέχρι τέλους διχασμένος Δ-503.

Ο τελευταίος, μαζί με την κοινωνία του, το άθραυστο μέχρι χτες κουκούλι μες στο οποίο ανατράφηκε, θα απολέσει τον έρωτά του, την Ι-330 και τέλος θα χάσει και τον ίδιο του τον εαυτό. Η Ι-330, μαζί με άλλους συνωμότες που έχουν στο μεταξύ συλληφθεί, πρόκειται να εκτελεστεί την επόμενη μέρα της τελευταίας καταγραφής του Δ-503 στο ημερολόγιό του. Ο Δ-503, χάρη στην εγχείρηση στην οποία υποχρεώθηκε να υποβληθεί, παραμένει ψύχραιμος μπροστά στο θέαμα της βασανιστικής ανάκρισης της Ι-330: «Η γυναίκα αυτή σιωπούσε πεισματικά και χαμογελούσε […] Όταν άρχισαν να απορροφούν τον αέρα από το εσωτερικό της Καμπάνας – εκείνη έγειρε το κεφάλι πίσω, μισόκλεισε τα μάτια, με τα χείλη σφιγμένα – κάτι μου θύμιζε αυτό […] με κοίταζε μέχρι που τα μάτια της έκλεισαν τελείως».[82] Ο πρωταγωνιστής μας σε μια ύστατη προσπάθεια εφησυχασμού γαντζώνεται στη λογική του. Και το βιβλίο κλείνει ως εξής: «[…] στις δυτικές συνοικίες επικρατεί ακόμη χάος βρυχηθμοί, πτώματα, ζώα και –δυστυχώς–– ένας σημαντικός αριθμός ατόμων που δεν σκέφτονται πια όπως εμείς. Μα στην εγκάρσια, 40ή λεωφόρο καταφέραμε να κατασκευάσουμε ένα προσωρινό τείχος από κύματα υψηλής τάσεως. Και ελπίζω πως θα νικήσουμε. Ή μάλλον: Είμαι πεπεισμένος πως θα νικήσουμε. Γιατί ο Λόγος πρέπει να νικήσει».[83]

Πόση σημασία όμως μπορεί να δώσει κάποιος στην απόφανση ενός προσφάτως καυτηριασμένου εγκεφάλου; Ο Ζαμιάτιν, όπως ομολογεί σε θεωρητικό του άρθρο, αρέσκεται στη χρήση του λογοτεχνικού τρικ του παραπλανητικού φινάλε: «[…] ως συγγραφέας, μπορεί να αρνηθείτε κάτι που απορρέει λογικά από ολόκληρη την προηγούμενη αφήγηση ή να προτείνετε ένα προφανώς ψευδές συμπέρασμα, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να επενδύσει μεγαλύτερη ενέργεια για να βγάλει το σωστό συμπέρασμα».[84] Η επίμονη παρουσία των πουλιών στον απελευθερωμένο ουρανό του Μονοκράτους βεβαιώνει, ενάντια στη λογική του Δ-503, ότι τίποτα δεν θα είναι παραμείνει ίδιο πια.

Συμπεράσματα

Μέσα από τη διαπραγμάτευση της συσχέτισης συγκεκριμένων όψεων της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται την πεντηκονταετία 1870 -1920, με τη φανταστική πραγματικότητα, η οποία αποτελεί το κοινωνικό σκηνικό εντός του οποίου εκτυλίσσεται η πλοκή του μυθιστορήματος Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, επιχειρήθηκε να αναδειχθεί η δυνατότητα «ανασκαφής» του «υπόβαθρου» επί του οποίου δομήθηκε η φαντασία του Ρώσου συγγραφέα. Και παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη φαντασία δεν είχε την ευκαιρία να καταστεί συλλογική στην εποχή της παραγωγής της, κατάφερε και απέκτησε ιστορική σημασία μεταπολεμικά, όταν άρχισε να αποκαλύπτεται όχι μόνο το εύστοχο αλλά και το εντυπωσιακά έγκαιρο της προειδοποίησης που έφερε. Σήμερα το Εμείς θεωρείται εκ των πλέον αντιπροσωπευτικών έργων της εποχής και της κοινωνίας του.

            Σε μια ευρύτερη προοπτική, η τέτοιου είδους σύνδεση της φανταστικής λογοτεχνίας και ευρύτερα των λόγων περί μέλλοντος με το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο παράγονται θα μπορούσε να συνεισφέρει σε μια «Ιστορία του Μέλλοντος». Μια ιστορική διαπραγμάτευση, δηλαδή, των ποικίλων μορφών που λαμβάνει η φαντασίωση της μελλοντικής κοινωνίας σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών συσσωματώσεων. Μέσα από μια τέτοια διερεύνηση του φανταστικού μέλλοντος θα εμπλουτιστεί σημαντικά η ιστορική κατανόηση του βιωμένου παρελθόντος.

Ο Ζαμιάτιν με το Εμείς κέρδισε επάξια τη θέση μάρτυρα της «1ης κρίσης της νεωτερικότητας».[85] Στο έργο του ασκείται κριτική (που παρουσιάζει ορισμένες συγγένειες με τη ρομαντική παράδοση) σε όψεις της βιομηχανικής κοινωνίας και ειδικότερα στην εξέλιξή της σε κοινωνία μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης, όπου η τεχνολογική ανάπτυξη απαλείφει άλλες παραδοσιακά ισχυρές πολιτισμικές έγνοιες για το ευ ζην. Προειδοποιεί για το ψυχικό φτώχεμα του σύγχρονου ανθρώπου εγκλωβισμένου σε μια υπεροπτική αλλά κρύα λογική και τον ετεροκαθορισμό της ζωής του από μια ολοκληρωτική κρατική εξουσία που προσβλέπει σε μια βολική, για την ομαλή λειτουργία της, ομοιομορφία. Παράλληλα γίνεται ιδιαίτερα ενοχλητικός για τη νεοσύστατη «εργατική εξουσία» της πατρίδας του, καθώς την εγκαλεί για δεσποτισμό και δογματισμό, αρνούμενος την επαναστατικότητα, αμφισβητώντας τον ηρωισμό και παρωδώντας το όραμα που ευαγγελίζεται.

Πιστός σε μια παράδοση που εν πολλοίς ο ίδιος δημιουργεί, αποφεύγει (όπως και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς της κλασικής τριλογίας της αντιουτοπίας στους οποίους αναφερθήκαμε) να σκιαγραφήσει ένα ιδεατό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης. Υπέρμαχος της βιωμένης εμπειρίας και της δημοκρατικής σύνθεσης έναντι της εφαρμογής έτοιμων ιδεολογικών συνταγών, στο Εμείς αφήνει την οικοδόμηση της μελλοντικής κοινωνίας σε αυτούς που θα την κατοικήσουν. Το πρόγραμμα των Μέφι περιορίζεται στην απελευθέρωση από την τυραννία του Μονοκράτους. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, στο «αέναο διαλεκτικό σπιράλ της ιστορίας» ο Ζαμιάτιν δεν βρίσκεται ποτέ στην πλευρά των νικητών. Εκ πεποιθήσεως απέναντι σε κάθε μορφοποίηση που παρακωλύει τη διαρκή ροή και μεταμόρφωση της ενέργειας, βαθιά ουτοπιστής, αρνείται να προσγειωθεί στην πεζή πραγματικότητα: «Ο αληθινός Σκύθας […] δεν εργάζεται παρά για το μακρινό μέλλον, ποτέ για το εγγύς μέλλον και ποτέ για το παρόν. Γι’ αυτόν λοιπόν υπάρχει ένας μόνο δρόμος – ο Γολγοθάς – κανένας άλλος, μια μόνο νίκη μπορεί να διανοηθεί – τη σταύρωση – καμιά άλλη».[86]

⸙⸙⸙

Βιβλιογραφία

Αντωνίου Γιάννης, Οι Έλληνες Μηχανικοί, Θεσμοί και Ιδέες 1900-1940, Διδακτορική Διατριβή, ΕΚΠΑ και ΕΜΠ,2004.

Bailes Kendall E., «Alexei Gastev and the Soviet Controversy over Taylorism, 1918-24», Soviet Studies, vol. xxix, no. 3, 1977, pp. 373-94.

Beauchamp Gorman, «Of Man’s Last Disobedience: Zamyatin’s “We” and Orwell’s “1984”», Comparative Literature Studies, Vol. 10, No. 4, Dec. 1973, pp. 285-301.

Βογιάζος Αντώνης, Σοσιαλισμός και Κουλτούρα, 1917-1932, Τόμος Α, Θεμέλιο, Αθήνα 1979.

Booker Keith M., The dystopian impulse in modem literature: fiction as social criticism, Greenwood Press, Connecticut & London 1994.

Carden Patricia, «Utopia and Anti-Utopia: Aleksei Gastev and Evgeny Zamyatin», The Russian Review, Vol. 46, No. 1, 1987, pp. 1-18.

Collins Christopher, «Zamyatin, Wells and the Utopian Literary Tradition», The Slavonic and East European Review, Jul., 1966, Vol. 44, No. 103, pp. 351-360.

Curtis J.A.E., The Englishman from Lebedian’: A Life of Evgeny Zamiatin, Academic Studies Press, Boston 2013.

Figes Orlando, Natasha’ s Dance; A Cultural History of Russia, Penguin, 2003.

Figes Orlando, Revolutionary Russia, 1891-1991, Pelican Books, 2014.

Godin Simon and LeBlanc Brett, «The History of Lobotomies: Examining its Impacts on Marginalized Groups and the Development of Psychosurgery», Psychology from the Margins, Vol. 2, (2020), Article 4.

Gottlieb Erika, Dystopian Fiction East and West: Universe of Terror and Trial, McGill-Queen’s University Press, Quebec City 2001.

Härd Mikael and Jarnison Andrew, Hubris and Hybrids: a cultural history of technology and science, Routledge, New York and London 2005.

Heidegger Martin, The Question Concerning Technology and Other Essays, Garland Publishing, New York & London 1977.

Kachurin Pamela, Making modernism Soviet: the Russian avant-garde in the early Soviet era, 1918–1928, Northwestern University Press, Illinois 2013.

Kern Gary (επιμ.), Zamyatin’s We. A Collection of Critical Essays, Ardis, Michigan 1988.

Kotkin Stephen, «Modern Times: The Soviet Union and the Interwar Conjuncture», Kritika: Explorations in Russian and Eurasian History, Vol.2, Nο.1, Winter 2001 (New Series), pp. 111-164.

Liebman Marcel, Leninism under Lenin, Merlin, London, 1980.

Λούξεμπουργκ Ρόζα, Ρώσικη Επανάσταση, μτφρ. Α. Στίνα, Ύψιλον, Αθήνα 1980.

Myers Alan, «Zamiatin in Newcastle: The Green Wall and The Pink Ticket», The Slavonic and East European Review, Vol. 71, No. 3 (1993), pp. 417-427.

Nove Alec, An Economic History of the USSR 1917-1991, Penguin Books, London 1992.

Ντοστογιέφσκι Φέοντορ, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, μτφρ. Α. Μπασιλάρη, Τιλπέρογλου, Αθήνα 1928.

Πλάτων, Πολιτεία, επιμ.-μτφρ. Ν. Σκουτερόπολος, Πόλις, Αθήνα, 2014.

Sargent Lyman Tower, “The Three Faces of Utopianism Revisited”, Utopian Studies, Vol. 5, No. 1 (1994), pp. 1-37.

Scott James C., Seeing Like a State: How Certain Schemes to Improve the Human Condition have Failed, Yale University Press, New Haven & London 1998.

Suvin Darko, “Orwell and 1984 Today: Genius and Tunnel Vision” Historical Materialism,July 2020 28(3), pp. 1-29.

Suvin Darko, «What Remains of Zamyatin’s WE After the Change of Leviathans: Must Collectivism be Against People?», Contemporanea 2003.

Wagner Peter, A Sociology of Modernity: Liberty and Discipline, Routledge, London & New York 1994.

Wren Daniel A. & Bedeiyan Arthur G., «The Taylorization of Lenin: rhetoric or reality», International Journal of Social Economics, Vol. 31 No. 3, 2004, pp. 287-299.

Ζαμιάτιν Γιεβγκένι, Εμείς, μτφρ. Σοφία Αυγερινού, Έρμα, Αθήνα 2022.

Zamyatin Yevgeny, A Soviet heretic; Essays by Yevgeny Zamyatin, επιμ.-μτφρ. Mirra Ginsburg, University of Chicago, Chicago & London 1970.


[1] Y. Zamyatin, A Soviet heretic; Essays by Yevgeny Zamyatin, επιμ.- μτφρ. Mirra Ginsburg, University of Chicago, Chicago & London, 1970.

[2] Βλ. για παράδειγμα K. M. Booker, The dystopian impulse in modem literature: fiction as social criticism, Greenwood Press, Connecticut & London, 1994, σ. 25.

[3] Στο εν λόγω μοτίβο ο μέχρι πρότινος φιλήσυχος υπήκοος ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος βιώνει τη συνειδησιακή αφύπνισή του καθώς «ανακαλύπτει» τη δυστοπική κοινωνική πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από την ωραιοποιημένη παρουσίαση αυτής της πραγματικότητας ως ευτοπίας από την κρατική προπαγάνδα. Την αφύπνιση ακολουθεί συνήθως η απελπισμένη εξέγερση του ήρωα.

[4] L. T. Sargent, «The Three Faces of Utopianism Revisited”, Utopian Studies, Vol. 5, No. 1, (1994), σσ. 1-37: 9.

[5] Ό. π.

[6] Ό. π.

[7] Για την έννοια και τη χρήση της βλ. D. Suvin, “Orwell and 1984 Today: Genius and Tunnel Vision”, Historical Materialism,July 2020, 28(3), σσ. 1-29. Προτάσσω την απόδοση της έννοιας του «estrangement» στα ελληνικά ως «αποοικειοποίηση» καθώς θεωρώ ότι εκφράζει με σχετική σαφήνεια τη διαδικασία μετάλλαξης της πραγματικότητας από κάτι που θεωρείται δεδομένο σε αντικείμενο κριτικού στοχασμού, τη ρήξη με την προηγούμενη εμπειρία του «είναι» και την απαλλαγή από μια αντίληψη που θεωρεί αυτό το «είναι» αυτονόητο, φυσικό και νομοτελειακά παραχθέν ή ακόμα και ιδανικό και μάλιστα στο διηνεκές.

[8] Tony Burns, «Zamyatin’s We and Postmodernism», Utopian Studies, 11, 1 (2000), σσ. 66-91: 79.

[9] Παρόμοια είναι και η ανάγνωση του Orwell: «Αυτό στο οποίο φαίνεται να στοχεύει ο Ζαμιάτιν δεν είναι κάποια συγκεκριμένη χώρα αλλά οι επιδιωκόμενοι από τον βιομηχανικό πολιτισμό στόχοι». G. Orwell, «Review of ‘WE by E. I. Zamyatin». Η κριτική του Εμείς από τον Orwell στο https://orwell.ru/library/reviews/zamyatin/english/e_zamy. Πρόσβαση: 4/1/2023.

[10] «Τα μεγαλεπήβολα επεισόδια του υψηλού μοντερνισμού […] βρήκαν συχνά την πιο καταστροφική τους έκφραση για τους ανθρώπους και την φύση στα κράτη του πρώην σοσιαλιστικού μπλοκ […] Ωστόσο, οι ιδέες με τις οποίες αυτές οι εξουσίες νομιμοποιούνταν και τις οποίες αυτές οι εξουσίες επικαλούνταν, ήταν εντελώς δυτικές». J. C. Scott, Seeing Like a State: How Certain Schemes to Improve the Human Condition have Failed, Yale University Press, New Haven & London, 1998,σσ. 342-3.

[11] Y. Zamyatin, «Tomorrow» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σ. 51.

[12] «[…] οι Μπολσεβίκοι καταχρώνται το δοξασμένο όνομα των σοσιαλιστών και δημοκρατών, σε βαθμό που ένα τέτοιο όνομα να έχει καταστεί απολύτως ακατάλληλο για αυτούς». Y. Zamyatin, «The Presentists» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σ. 263. Το άρθρο τυπώνεται με ψευδώνυμο το 1918 μετά την κατάργηση της νεοεκλεγείσας Συντακτικής Συνέλευσης από τους Μπολσεβίκους.

[13] Y. Zamyatin, «Letter to Stalin» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σ. 309.

[14] Για μια εμπεριστατωμένη βιογραφία του Ζαμιάτιν J.A.E. Curtis, The Englishman from Lebedian’: A Life of Evgeny Zamiatin, Academic Studies Press, Boston, 2013.

[15] Στην πρώτη μετάφραση του έργου στα αγγλικά, όταν ο Ζαμιάτιν είναι ακόμα εν ζωή, ο όρος για το Μονοκράτος είναι “United State”. Στη Σοβιετική Ένωση του Λένιν θα επιχειρηθεί μια ανασύσταση της τσαρικής αυτοκρατορίας στη βάση ενός διεθνισμού που σέβεται και αναγνωρίζει τις εθνικές ταυτότητες, προτάσσοντας ωστόσο ως ενοποιητική και υπερέχουσα των υπολοίπων τη Σοβιετική. Βλ. St. Kotkin, «Modern Times: The Soviet Union and the Interwar Conjuncture», Kritika: Explorations in Russian and Eurasian History, Vol.2, Nο.1, Winter 2001 (New Series), σσ. 111-164. Ειδικότερα σσ. 151-156.

[16] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς, μτφ. Σοφία Αυγερινού, Έρμα, Αθήνα, 2022, σ. 190.

[17] Βλ. Chr. Collins, «Zamyatin, Wells and the Utopian Literary Tradition», The Slavonic and East European Review, Jul., 1966, Vol. 44, No. 103, σσ. 351-360.

[18] Y. Zamyatin, «H. G. Wells» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σσ. 259-290.

[19] Στο ίδιο, σ. 38.

[20] Βλ. A. Nove, An Economic History of the USSR 1917-1991, Penguin Books, London, 1992, ειδικότερα σσ. 48-50.

[21] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς, ό. π., σ. 19.

[22] Βλ. Γ. Αντωνίου, Οι Έλληνες Μηχανικοί. Θεσμοί και Ιδέες 1900-1940, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών και Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο,2004. Ειδικότερα σσ. 9-16.

[23] Βλ. Ρ. Λούξεμπουργκ, Ρώσικη Επανάσταση, μτφρ. Α. Στίνα, Ύψιλον, Αθήνα, 1980. Ειδικότερα σσ. 80-81.

[24] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 162.

[25] Στο ίδιο, σ. 166.

[26] Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, μτφρ. Α. Μπασιλάρη, Τιλπέρογλου, Αθήνα 1928.

[27] Βλ. G. Beauchamp, «Of Man’s Last Disobedience: Zamyatin’s “We” and Orwell’s “1984”», Comparative Literature Studies, Vol. 10, No. 4, Dec. 1973, σσ. 285-301.

[28] E. Fromm, Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, μτφ. Δ. Θεοδωρακάτου, Μπουκουμάνης, Γ΄ έκδ., Αθήνα, 1971, σσ. 178-9.

[29] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σσ. 139-140.

[30] «Το ιδανικό […] εκεί όπου τίποτα δεν είναι πλέον έρμαιο της τυχαιότητας […]». Στο ίδιο, σ. 41.

[31] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 116.

[32] Βλ. M. Heidegger, The Question Concerning Technology and Other Essays, Garland Publishing, New York & London, 1977.

[33] L. Trotskii, Sochineniia (Moscow, 1925–7), vol. 21, pp. 110–12. Αναφέρεται στο O. Figes, Natasha’ s Dance; A Cultural History of Russia, Penguin, 2003, σ. 330.

[34] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 89.

[35] «Όλες οι ανθρώπινες συνήθειες και οι κοινωνικές πρακτικές που κληρονομήθηκαν και επομένως δεν βασίστηκαν σε επιστημονικό σκεπτικό –από τη δομή της οικογένειας και τα μοντέλα της συνοίκησης έως τις ηθικές αξίες και τις μορφές παραγωγής– θα έπρεπε να επανεξεταστούν και να επανασχεδιαστούν». J. C. Scott, Seeing like a state…, ό. π., σσ. 93-4.

[36] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 28.

[37] Στο ίδιο, σ. 51.

[38] Γ. Αντωνίου, Οι Έλληνες Μηχανικοί…, ό. π. σσ. 17-18.

[39] Αναφέρεται στο άρθρο των D. A. Wren & A. G. Bedeiyan, «The Taylorization of Lenin: rhetoric or reality», International Journal of Social Economics, Vol. 31 No. 3, 2004, σσ. 287-299: 288.

[40] Βλ. D. Wren & A. Bedeiyan, «The Taylorization of Lenin…», ό. π., σσ. 296-7.

[41] A. Gastev, «O tendentsiyakh proletarskoi kul’tury», Proletarskaya kul’tura, 1919, no. 9-10, pp. 35-45. Παρατίθεται στο K. E. Bailes «Alexei Gastev and the Soviet Controversy over Taylorism, 1918-24», Soviet Studies, vol. xxix, no. 3, 1977, σσ. 373-94: 378.

[42] Γ. Αντωνίου, Οι Έλληνες Μηχανικοί…, ό. π. σ. 17.

[43] Απόσπασμα από το «Factory Whistles», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα του Γκάστεφ. Παρατίθεται στο P. Carden, «Utopia and Anti-Utopia: Aleksei Gastev and Evgeny Zamyatin», The Russian Review, Vol. 46, No. 1, 1987, σσ. 1-18: 9.

[44] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 27.

[45] D. Suvin, «What Remains of Zamyatin’s WE After the Change of Leviathans: Must Collectivism be Against People?», Contemporanea 2003, σ. 9.

[46] Βλ.O. Figes, Revolutionary Russia, 1891-1991, Pelican Books, 2014.

[47] Βλ. M. Liebman, Leninism under Lenin, Merlin, London, 1980.

[48] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 35.

[49] Στο ίδιο, σ. 68.

[50] Στο ίδιο, σ. 135.

[51] Βλ. A. Myers, «Zamiatin in Newcastle: The Green Wall and The Pink Ticket», The Slavonic and East European Review, Vol. 71, No. 3 (1993), σσ. 417-427.

[52] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 244.

[53] Στο ίδιο, σ. 58.

[54] Βλ. M. Härd and A. Jarnison, Hubris and Hybrids: a cultural history of technology and science, Routledge, New York and London, 2005. Ειδικότερα σσ. 98-100.

[55] Y. Zamyatin, «The Future of the Theatre» στο G. Kern επιμ., Zamyatin’s We. A Collection of Critical Essays, Ardis, Michigan, 1988, σ. 292.

[56] Chr. Collins, «Zamyatin, Wells and the Utopian Literary Tradition», ό. π., σ. 354.

[57] Πλάτων, Πολιτεία,μτφρ. Ν. Σκουτερόπολος, Πόλις, Αθήνα, 2014, 457 c, d.

[58] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 39.

[59] «Και τα παιδιά που θα γεννιούνται κάθε φορά θα τα παραλαμβάνει η δημόσια αρχή, η οποία θα είναι αρμόδια για αυτό […]». Πλάτων, Πολιτεία…, ό. π., 460 b.

[60] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 39.

[61] «Εδώ σπάνια συναντάς ανθρώπους με αίμα κι όχι βενζίνη στις φλέβες τους, με καρδιά κι όχι μια μικρή μηχανοκίνητη αντλία». Αναφέρεται στο J.A.E Curtis, The Englishman from Lebedian’…, ό. π., σσ. 263-4.

[62] Η όλη επικράτηση του Κομμουνισμού στη Ρωσία μπορεί από μια οπτική να ιδωθεί ως πειστική απάντηση στην ανάγκη εκσυγχρονισμού και εκβιομηχάνισης μιας αχανούς παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας χωρίς ισχυρή ανερχόμενη αστική τάξη.

[63] Ο Λουνατσάρσκι αναφέρει: «Ο Λένιν έμενε στην άποψη ότι πρέπει να φροντίσουμε […] να μην πεινάσουν και φύγουν στο εξωτερικό οι μεγάλοι ειδικοί […] αν δε βιαστούμε να βάλουμε σε πρώτη μοίρα τους νέους που πειραματίζονται, αυτό θα είναι το μικρότερο κακό». Αναφέρεται στο Α. Βογιάζος, Σοσιαλισμός και Κουλτούρα, 1917-1932, τ. Α, Θεμέλιο, Αθήνα 1979, σ. 190.

[64] Y. Zamyatin «Scythians?» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σσ. 22-3.

[65] Στο ίδιο, σ. 33.

[66] P. Kachurin, Making modernism Soviet: the Russian avant-garde in the early Soviet era, 1918–1928, Northwestern University Press, Illinois, 2013, σ. xvii.

[67] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σσ. 88-9.

[68] Στο ίδιο, σ. 88.

[69] Στο ίδιο, σ. 19.

[70] Στο ίδιο, σ. 166.

[71] Υ. Zamyatin, «I am Afraid» στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σσ. 57-8.

[72] «Εμείς, στη Γη, περπατάμε διαρκώς πάνω από μία αγριεμένη, κόκκινη θάλασσα φωτιάς κρυμμένη εκεί μέσα – στη μήτρα της Γης. Αλλά ποτέ δεν το σκεφτόμαστε. Και αν μεμιάς ο λεπτός φλοιός κάτω απ’ τα πόδια μας γινόταν γυάλινος, τότε ξάφνου θα βλέπαμε… Έγινα γυάλινος. Είδα μέσα μου – μέσα βαθιά». Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 76.

[73] Y. Zamyatin, «On Literature, Revolution, Entropy and other Matters», στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σσ. 110-2.

[74] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σσ. 201-2.

[75] Το όνομα παραπέμπει στον Μεφιστοφελή, φτερωτό σατανά της χριστιανικής φιλολογίας με φλεγόμενη καρδιά, ανατροπέα της θεϊκής τάξης.

[76] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 169.

[77] «Καταλαβαίνετε – όλοι κάνουν σαν τρελοί»! Στο ίδιο, σσ.220-1. «Άντρες και γυναίκες ζευγάρωναν δίχως ντροπή – ακόμα και χωρίς κατεβασμένα στόρια, χωρίς κανένα κουπόνι, μέρα-μεσημέρι…». Στο ίδιο, σ. 251 και «Ξύπνησα: Ήταν ήδη δέκα (σήμερα, προφανώς, δεν είχε χτυπήσει το ξυπνητήρι)». Στο ίδιο, σ. 257.

[78] Βλ. S. Godin and Br. LeBlanc, «The History of Lobotomies: Examining its Impacts on Marginalized Groups and the Development of Psychosurgery», Psychology from the Margins, Vol. 2 , (2020), Article 4.

[79] Γ. Ζαμιάτιν, Εμείς…, ό. π., σ. 250.

[80] Στο ίδιο, σ. 250.

[81] Στο ίδιο, σ. 261.

[82] Στο ίδιο, σ. 265.

[83] Στο ίδιο, σσ. 265-266.

[84] Y. Zamyatin, «On Language», στο Y. Zamyatin, A Soviet heretic…, ό. π., σ. 188.

[85] Για την έννοια του όρου Βλ. P. Wagner, A Sociology of Modernity: Liberty and Discipline, Routledge, London & New York, 1994. Ειδικότερα σ. 37 και σσ. 73-114.

[86] Y. Zamyatin «Scythians?»… ό. π., σ. 22.

Κύλιση στην κορυφή