Γιώτα Τεμπρίδου

«Εμπλουτισμός» ή οπισθοδρόμηση;

Γιατί δεν είχε επιτυχία το πάρτι για τα ενενηνταπεντάχρονα 
της Ερωμένης της της Ντόρας Ρωζέττη

Ντόρα Ρωζέττη, Η ερωμένη της (νέα εμπλουτισμένη έκδοση), επιμ. Χριστίνα Ντουνιά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2024.

Κάθε κείμενο έχει την ιστορία του. Νιώθω την ανάγκη να πω, εν συντομία, την ιστορία τούτου εδώ. Ένα κομμάτι της διασώζεται στα μέιλ μου. Εισερχόμενο, 10 Οκτωβρίου 2024, Θέμα: «επανέκδοση “Η ερωμένη της”», «Η επανέκδοση που περιμέναμε». Εισερχόμενο, 14 Νοεμβρίου 2024, Θέμα: «γεια σου», «Σου γράφω γιατί αναρωτήθηκα αν έτυχε να δεις την νέα έκδοση του βιβλίου Η Ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη και αν έτυχε να διαβάσεις το νέο επίμετρο που έγραψε η Ντουνιά». Απεσταλμένο, 16 Νοεμβρίου 2024, «Με καίει να σου πω κάτι άλλο τώρα. Πρόλαβες μήπως να κοιτάξεις το νέο επίμετρο της Ντουνιά;».

Το φθινόπωρο του 2024 το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, σε συνεργασία με την ομάδα «Ιστορικοί για την Ιστορία των Γυναικών και του Φύλου», δημοσίευσαν πρόσκληση υποβολής προτάσεων για την ημερίδα «Ακατάγραφες ζωές: Για μια ιστορία της λεσβιακής επιθυμίας στην Ελλάδα (19ος-20ός αι.)». Το ίδιο φθινόπωρο αναγγέλθηκε μια «νέα εμπλουτισμένη έκδοση» της Ερωμένης της της Ντόρας Ρωζέττη. Το βιβλίο κυκλοφόρησε αρχές Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 28 Μαρτίου 2025. Την οργανωτική επιτροπή αποτέλεσαν η Δήμητρα Βασιλειάδου, η Βενετία Καντσά και η Ελισάβετ Πάκη[1].

Παρήγγειλα τη νέα έκδοση με το που κυκλοφόρησε. Την ημερίδα, στο κάλεσμα της οποίας υπήρχαν και οι λέξεις «με σημείο αναφοράς τη ζωή και το έργο της Ντόρας Ρωζέττη», σκόπευα εξαρχής να την παρακολουθήσω, παρ’ ότι κάτι τέτοιο προϋπέθετε την οργάνωση ενός ολόκληρου ταξιδιού. Δεν είχα πρόθεση να καταθέσω πρόταση. Άλλαξα γνώμη, αφότου διάβασα το επίμετρο που «εμπλούτιζε» την Ερωμένη της του 2024.

Ό,τι ακολουθεί είναι η συμμετοχή μου στο πάνελ «Πολλαπλές αναγνώσεις της Ντόρας Ρωζέττη», με το οποίο άνοιξαν τελικά οι «Ακατάγραφες ζωές». Διευκρίνισα τότε, διευκρινίζω και τώρα πως, μολονότι χρησιμοποιώ μερικές φορές στο κείμενό μου λέξεις όπως «άντρες», «γυναίκες», «αντρικό», δεν πιστεύω στο δίπολο. Αντιλαμβάνομαι τη «λεσβία» ως έννοια διευρυμένη και τον «φεμινισμό» ως λέξη που μπορεί (και καλό θα ήταν) να σηκώσει σήμερα κι άλλες συλλαβές. Πιστεύω, θέλω να πω, στον τρανσφεμινισμό.

Τα ευχαριστώ μου, που δεν είναι λίγα, και μια τελευταία διευκρίνιση, τα κρατάω για το τέλος.

Προκειμένου να αναφερθώ στην Ερωμένη της του 2024, θα χρειαστεί να κοιτάξω πολλές φορές πίσω: στο 2006, το 2005, στο 1929. Η εκδοτική ιστορία του βιβλίου δεν είναι πλέον άγνωστη. Επιλέγω ωστόσο να την ξαναπώ, έχοντας κατά νου πόση σημασία έχει ποιο άτομο, από ποια θέση, με ποια αφορμή και με τι πρόθεση λέει κάθε φορά μια ιστορία.

Το «ρωμάντσο» Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη τυπώθηκε στην Αθήνα το 1929, υπήρξε όμως για δεκαετίες τόσο δυσεύρετο που, αν δεν ήταν η Χριστίνα Ντουνιά, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πληροφορούμασταν ποτέ την ύπαρξή του. Ο πολύς κόσμος, το ευρύ κοινό, εμείς, γνωρίσαμε την Ερωμένη της όταν το 2005 τυπώθηκε ξανά από το Μεταίχμιο, σε επιμέλεια Χριστίνας Ντουνιά. Τη γνωρίσαμε δηλαδή στα εβδομήντα έξι της χρόνια.

Η έκδοση του 2005 κλείνει με ένα επίμετρο είκοσι τριών σελίδων, με την υπογραφή της επιμελήτριας και τίτλο «Η περιπέτεια ενός “ρομάντσου”». Σ’ αυτό η Ντουνιά περιγράφει την πορεία της ανακάλυψης του βιβλίου και το εντάσσει σε ένα πλαίσιο, παρέχοντας στοιχεία για τη δεκαετία του ’20 στην Ελλάδα, μνημονεύοντας τη Βιρτζίνια Γουλφ και δίνοντας περισσότερο χώρο στο Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χολ. Κάνει λόγο για το είδος και τη γλώσσα του κειμένου της Ρωζέττη, συγκεντρώνει τις ομοφυλοφιλικού περιεχομένου λογοτεχνικές αναφορές της Ρωζέττη και δοκιμάζει να στοιχειοθετήσει ένα πορτρέτο της, αποφεύγοντας τις μαντεψιές για την ταυτότητά της.

Τι άλλο κάνει σε εκείνο το επίμετρο η Ντουνιά; Επιμένει στο αρσενικό, ακόμα και σε σημεία όπου αυτό φανερά κλοτσάει, όπως εδώ: «Η Ρωζέττη χρησιμοποιεί το μικρό της όνομα για να μην αφήσει καμιά αμφιβολία ότι ο συγγραφέας, ο αφηγητής και ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι το ίδιο πρόσωπο» (236)[2]. Επιλέγει όμως επίσης λέξεις όπως «φεμινιστικό» και «λεσβιακό» και αναγνωρίζει μια «ηδονοβλεπτική διάσταση» (231) σε γραπτά αντρών με θέμα ερωτικές σχέσεις μεταξύ γυναικών.

Την έκδοση του 2005 ακολούθησαν αξιοσημείωτα πολλά δημοσιεύματα στον Τύπο, που αφορούσαν συνήθως λιγότερο την Ερωμένη της και περισσότερο την ταυτότητα εκείνης (κατά άλλους: εκείνου) που την έγραψε. Η Ντουνιά, που δεν γνώριζε ποια ήταν η Ρωζέττη, δεν απέκλειε στο επίμετρό της την πιθανότητα «να πρόκειται για μια δόκιμη συγγραφέα που η πορεία του βίου της την οδήγησε στην απόφαση να κρατήσει μυστική τη νεανική της απόπειρα» (238). Έχω την εντύπωση πως ορισμένοι εξέλαβαν ως πρόκληση τη διατύπωση αυτή και έσπευσαν να προβούν σε υποθέσεις – με επιχειρήματα ή χωρίς. Ακούστηκαν ονόματα όπως εκείνο της Μέλπως Αξιώτη[3], υπήρξαν αντιδράσεις όπως: «Δεν υπάρχει περίπτωση»[4]. Θα έλεγα πως η συζήτηση άναψε, κυρίως όμως με μονολόγους είχαμε να κάνουμε· και αν κάτι επικράτησε τότε, δεν ήταν άλλο από τη σκανδαλοθηρία.

Το 2006 υπήρξε έτος σταθμός για την Ερωμένη της. Όχι επειδή παρουσιάστηκε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη[5], επειδή απάντησε η Ντουνιά σε διάφορες σχετικές ερωτήσεις[6], επειδή δημοσίευσε κείμενο με τίτλο «Φεμινισμός και ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου»[7]. Το 2006 αποδείχτηκε σταθμός γιατί ήταν τότε που γνωρίσαμε την Ντόρα Ρωζέττη. Το φανέρωμά της δεν ήρθε από τον ακαδημαϊκό, ούτε από τον δημοσιογραφικό κόσμο. Δεν συνοδεύτηκε από τυμπανοκρουσίες. Έγινε με μετρημένες κινήσεις και σε τόνους χαμηλούς. Η φωνή ήταν της Ελένης Μπακοπούλου και έλεγε «παιδιά, από δω η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη». Έλεγε «αυτή είναι η Νέλλη» και δεν συναντούσε μόνο χαμόγελα και ανοιχτές αγκάλες.

Η Μπακοπούλου παρίσταται σήμερα στη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ ως «πρωτοπόρος του λεσβιακού και φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, ιδρυτικό μέλος της Αυτόνομης Ομάδας Ομοφυλόφιλων Γυναικών και συντάκτρια του περιοδικού Λάβρυς»[8]. Ξεφύλλισε για πρώτη φορά την Ερωμένη της το 1983. «Θησαύρισ[ε] πολλές φράσεις της», ένιωσε πως έπρεπε να συναντήσει εκείνη που την έγραψε, άρχισε «επίμονες έρευνες». Έμαθε πρώτα το πραγματικό όνομά της, κατάφερε έπειτα να τη βρει, ανέπτυξε σχέση μαζί της, άκουσε τα πάντα γι’ αυτήν από την ίδια – και τα κατέγραψε. Ό,τι έμαθε το κράτησε μυστικό μέχρι τον θάνατο της Ρωζέττη, αυτή ήταν η συμφωνία – και πολύ παραπέρα: Απρίλιο του 1989 πεθαίνει η Ρωζέττη, Ιανουάριο του 2006 πηγαίνει η Μπακοπούλου στον ιδρυτή και (εδώ και δεκαετίες) εκδότη του περιοδικού Οδός Πανός, Γιώργο Χρονά. Λίγους μήνες μετά, το υλικό που του εμπιστεύτηκε δημοσιεύεται σε δύο συναπτά τεύχη του περιοδικού του[9]. Αργότερα, το 2012 συγκεκριμένα, το ίδιο υλικό θ’ αποτελέσει, μαζί και με τα υπόλοιπα κείμενα της Μπακοπούλου για τη Ρωζέττη, το μεταθανάτιο βιβλίο της Η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη[10].

Νέλλη Καλογλοπούλου (μετά και: Μπογιατζόγλου) λεγόταν η Ρωζέττη. Δύσκολο όνομα, πολλά τα λάμδα του, δεν ανέκραξαν όλοι στο άκουσμά του «τι καλά». «Αν αποδεικνυόταν ότι η Ρωζέττη είχε εξελιχθεί σε δόκιμη συγγραφέα, αυτό θα ενδιέφερε οπωσδήποτε τη φιλολογική κοινότητα και όχι μόνον», έλεγε και έγραφε η Ντουνιά[11]. Δεν ξέρω πόσοι έχασαν το ενδιαφέρον τους μπροστά στην άσημη (!) Νέλλη, ξέρω όμως πως μερικοί προτίμησαν να αμφισβητήσουν την Μπακοπούλου και να παίξουν «μάντεψε ποιος»[12] για λίγο ακόμα· και πως η Μπακοπούλου χρειάστηκε να επιμείνει[13].

Η πορεία της Ερωμένης της πάντως δεν μοιάζει να αναχαιτίστηκε: Χιλιάδες αντίτυπα πουλήθηκαν[14], το βιβλίο διαβάστηκε (και αγαπήθηκε) πολύ –ενδεχομένως περισσότερο εκτός, παρά εντός της «φιλολογικής κοινότητας»[15]–, εξαντλήθηκε και για κάποια χρόνια ξαναέγινε άφαντο. Στο μεταξύ, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η Ντόρα Ρωζέττη εξελίχτηκε σε λεσβιακό σύμβολο: Η Λεσβιακή Ομάδα Αθήνας τύπωσε κάρτα[16] με φωτογραφία της, συστήνοντάς την, εκτός από συγγραφέα, και ως «πρωτοπόρα, λεσβία, φεμινίστρια, αθλήτρια, γιατρό, ερευνήτρια, ορειβάτισσα, σπηλαιοεξερευνήτρια, διαπλασοπούλα». Εκδηλώσεις προς τιμήν της πραγματοποιήθηκαν σε λεσβιακά και κουίρ στέκια[17]. Στο Λεσβιακό Φεμινιστικό Φεστιβάλ που διοργάνωσαν οι Λεσβίες στα Πρόθυρα το 2022, η φωτογραφία της κυκλοφορούσε σε αφίσες, κάρτες, τσάντες, κονκάρδες, στα χρώματα της λεσβιακής σημαίας. Κοσμεί επίσης, αλλιώς πλαισιωμένη, το εξώφυλλο του βιβλίου «Λεσβίες μου!» (1ο Λεσβιακό Φεμινιστικό Φεστιβάλ και άλλες συναντήσεις, εκδ. futura) των Λεσβιών στα Πρόθυρα, που κυκλοφόρησε το 2023 και περιλαμβάνει, συν τοις άλλοις, ολόκληρο το λήμμα «Ντόρα Ρωζέττη» που είναι αναρτημένο στη Wikipedia από το 2017.

Φτάνουμε έτσι αισίως στο 2024. Τον Νοέμβριο, Η ερωμένη της κυκλοφορεί ξανά. Στο εξώφυλλο, με έντονα κεφαλαία γράμματα στο χρώμα του τίτλου, διαβάζουμε: «Νέα εμπλουτισμένη[18] έκδοση». Ως εμπλουτισμός νοείται το νέο επίμετρο, που τιτλοφορείται «Συγγραφέας ή ηρωίδα; Ζητήματα ταυτοτήτων» και εκτείνεται σε δέκα περίπου σελίδες. Στην πρώτη κιόλας παράγραφό του, αναφέρονται, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής: «Αν και προσωπικά υποστήριζα ότι η γραφή είχε έντονο βιωματικό χαρακτήρα και κατά συνέπεια ανήκε σε γυναίκα, ορισμένοι είχαν τις αντιρρήσεις τους, και όπως θα δούμε στη συνέχεια, η πραγματικότητα –ως έναν βαθμό– μοιράζεται ανάμεσα στις δύο εκδοχές». Λέγεται λοιπόν εδώ πως Η ερωμένη της, «ως έναν βαθμό» (ό,τι και να σημαίνει αυτό), δεν είναι της Ρωζέττη (που ξέρουμε, δεν είναι δηλαδή της Καλογλοπούλου). Τίνος είναι τότε, σύμφωνα με την Ντουνιά, Η ερωμένη της;

Η απάντηση δίνεται κάπου στο επίμετρο, εστιάζω οπότε σ’ αυτό και μοιράζομαι μερικές παρατηρήσεις. Το μόνο κείμενο στο οποίο παραπέμπει η Ντουνιά στο νέο της επίμετρο, πέρα από τρία δημοσιεύματα της Μπακοπούλου και ένα κεφάλαιο από ένα βιβλίο της ίδιας της Ντουνιά, είναι γραμμένο από τον, Καθηγητή στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, Λάμπρο Βαρελά – το χαρακτηρίζει μάλιστα «εξαιρετικό»[19]. Διαφωτιστικό και εμπεριστατωμένο είναι το γραπτό του Βαρελά, σίγουρα όμως δεν είναι το μόνο που κυκλοφορεί εκεί έξω. Δεν με ευχαριστεί ιδιαίτερα η πιθανότητα να αγνοεί η επιμελήτρια της Ερωμένης της, που είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας, τη σχετική βιβλιογραφία, εκείνο που με ανησυχεί όμως είναι το ενδεχόμενο να τη θεωρεί ανάξια λόγου[20]. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το κείμενο της Αγγελικής Μούσιου στο Kaboom, εκείνα της Ιωάννας Ν. και της Ελισάβετ Πάκη στην Νταλίκα, το πιο πρόσφατο της Άννας Αποστολέλλη στο yusra[21]. Δεν ανατρέχει σ’ αυτά τα έντυπα η πανεπιστημιακή κοινότητα συνήθως, το ξέρω. Μήπως όμως, αν ενδιαφέρεται για την Ερωμένη της, θα ήταν γόνιμο να δοκιμάσει ν’ απομακρυνθεί απ’ την πεπατημένη[22];

Επανέρχομαι στο επίμετρο, στο οποίο διακρίνω ένα κράτημα απέναντι στην Μπακοπούλου. Ο Βαρελάς, που αναφέρθηκε προ ολίγου, χαρακτηρίζει «αδιάσειστα» τα στοιχεία και «πολύ αξιόπιστη» τη μαρτυρία που μας παρέδωσε η Μπακοπούλου[23]. Δεν εντοπίζω αντίστοιχη τοποθέτηση στο επίμετρο της Ντουνιά (ούτε και σε κανένα άλλο κείμενό της)[24]. Αντιθέτως, νιώθω πως τείνει να υποτιμά τη συνολική συμβολή της. Το στηρίζω αυτό ακόμα και στη χρήση της παθητικής σύνταξης: «δημοσιεύτηκαν […] πληροφορίες […] από την […] ξεναγό Ελένη Μπακοπούλου»· ακόμα και στο γεγονός πως την παρουσιάζει απλώς και μόνο ως ξεναγό. Όταν γράφει εξάλλου πως η Μπακοπούλου «είχε συνδεθεί φιλικά» με την Καλογλοπούλου και πως η τελευταία «της είχε εκμυστηρευτεί» (240) το οτιδήποτε, θα μπορούσε να εννοεί πως τυχαία πρωτοβρέθηκαν αυτές οι δυο, πράγμα αναληθές. Αφήνω που η Μπακοπούλου εμφανίζεται σε μια σημείωση της Ντουνιά ως Ντόρα («Ντόρα Μπακοπούλου»[25] [240]) και που το βιβλίο της, Η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη, δεν αναφέρεται πουθενά, σαν να μην υπάρχει.

Όσον αφορά την Καλογλοπούλου, η πρώτη από τις παραγράφους που της αφιερώνονται κλείνει με τα λόγια «έγινε φιλοναζίστρια και ακροδεξιά» (241) και δημιουργεί, θα έλεγα, μια εντύπωση. Η Ντουνιά κάνει λόγο για «θεαματική […] αλλαγή, που θαμπώνει δραματικά την εικόνα της δυναμικής και επαναστατημένης νεαρής Ντόρας» (242). Επανέρχεται μάλιστα παρακάτω και αναφέρεται στη μετατροπή «μιας νεαρής ομοφυλόφιλης επαναστάτριας» «σε συντηρητική παντρεμένη» (248). Η ίδια η Καλογλοπούλου δηλώνει στη μαρτυρία της «Γερμανόφιλη» και «βασιλόφρων», λέει και πως είχε έναν «δεξιό κύκλο… ακροδεξιό»[26]. Λέει όμως επίσης: «Εγώ ήμουν αριστερή, αλλά εκείνος [ενν. ο σύζυγός της] δεξιός. Με έκανε κι εμένα δεξιά». Κι επίσης: «Είχα πίεση από παντού γύρω μου, […] είχα κοινωνικό πρόβλημα. Όλοι με ρωτούσαν πότε θα παντρευτώ»[27]. Και βέβαια λέει κι άλλα, πολλά από τα οποία αφορούν το λεσβιακό βίωμα[28]· αυτά όμως δεν αγγίζονται στο επίμετρο.

Προσωπικά, δεν βρίσκω την «αλλαγή» που επισημαίνει η Ντουνιά «θεαματική» και σίγουρα δεν τη θεωρώ ανεξήγητη. Ας σκεφτούμε στο σημείο αυτό το αβίωτο του να είσαι η εαυτή σου (επιτρέψτε μου, σας παρακαλώ, το θηλυκό, κι εγώ το παίρνω πάνω μου) σε έναν κόσμο που όλα δείχνουν πως δεν είναι φτιαγμένος για σένα· όλες εκείνες που κάνουν πως είναι άλλες, επειδή αυτές που όντως είναι δεν ταιριάζουν στο φόντο. «Κάτι κοινό θα κάνει κι αυτή όπως όλος ο κόσμος» (47), γράφει, αναφερόμενη στον γάμο, η Ρωζέττη στην Ερωμένη της[29]. «Ε, μετά παντρεύονταν όπως όλες οι κοπέλες»[30], λέει, χρόνια μετά, στη μαρτυρία της. Ένας γάμος δεν καθιστά την ομοφυλοφιλία φάση που πέρασε[31]. Κι ύστερα, αν δεν μας αρέσει ό,τι πρεσβεύει η ηλικιωμένη Ρωζέττη, δεν είναι, νομίζω, σοφό να του επιτρέψουμε να επηρεάσει τον τρόπο που προσεγγίζουμε το βιβλίο της.

Έρχομαι όμως στην Ερωμένη της. Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε η Καλογλοπούλου στην Μπακοπούλου, δυο φίλοι της, ο Τσουκαλάς και ο Σημηριώτης, ζήτησαν τις «λογοτεχνικές σημειώσεις» της, το ημερολόγιο δηλαδή που κρατούσε «μια ζωή», για να γράψουν ένα ρομάντζο, τις βρήκαν όμως «πολύ καλές για να σχηματίσουν από μόνες τους ρομάντζο». Και ενώ είπαν πως «τίποτε δεν θα έμενε το ίδιο», ούτε τα ονόματα ούτε οι καταστάσεις, άλλαξαν εντέλει μόνο τα ονόματα των δύο πρωταγωνιστριών. Όπως το θέτει η ίδια: «Όλα τα άλλα τα είχαν αφήσει όπως τα είχα στις σημειώσεις μου. […] Βαρέθηκαν φαίνεται να κάνουν τόσες αλλαγές». Μένει να προστεθεί πως, σύμφωνα με την Καλογλοπούλου πάντα, στους Τσουκαλά και Σημηριώτη οφείλονται ο τίτλος, το ψευδώνυμο και το χάπι εντ της ιστορίας[32].

Δεδομένου πως αυτή είναι η μοναδική μαρτυρία που διαθέτουμε, ομολογώ πως με εκπλήσσει η οπτική της Ντουνιά στο νέο επίμετρό της. Παραθέτω δύο σύντομα αποσπάσματα, παρμένα από δύο διαφορετικά σημεία, με τη σειρά εμφάνισής τους: 1) «η έκδοση του βιβλίου Η ερωμένη της, πραγματοποιήθηκε με τη δημιουργική παρέμβαση δύο ανδρών που χρησιμοποίησαν κατά το δοκούν τις ημερολογιακές σημειώσεις μιας νεαρής φοιτήτριας με λογοτεχνικό ταλέντο, τις ενέταξαν σε ένα μυθοπλαστικό υλικό, και το εξέδωσαν», 2) «αν, όπως φέρεται να δηλώνει η Καλογλοπούλου, εκείνη παρέδωσε το ημερολόγιό της και οι φίλοι της έκαναν τις απαραίτητες αλλαγές, τότε αυτές οι αλλαγές είναι σημαντικές και είναι αυτές που μετατρέπουν ένα ημερολογιακό υλικό σε μυθιστόρημα» (244 και 247, αντίστοιχα).

Διακρίνεται ή όχι πίσω από τα «νεαρής φοιτήτριας» και «παρέδωσε το ημερολόγιό της» μια απόπειρα μείωσης, υποβάθμισης, θολώματος; Τι σημαίνει «τις ενέταξαν σε ένα μυθοπλαστικό υλικό»; Πέταξαν τις σημειώσεις εκεί που κόχλαζε το υλικό, ανακάτεψαν και βγήκε Η ερωμένη της[33]; Τι είδους συλλογισμός είναι το «αφού “έκαναν […] αλλαγές”, “οι αλλαγές είναι σημαντικές”»; Ποιος και πώς μετράει τη σημαντικότητα των όποιων αλλαγών; Η Καλογλοπούλου πάντως τις θεώρησε μάλλον ανεπαρκείς. Τόσο ανεπαρκείς που προκάλεσαν σκάνδαλο, τη γέμισαν φόβο και την ανάγκασαν να πηγαίνει από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο, να μαζεύει τα αντίτυπα και να τα καίει[34]: Προσπάθησε, σαν να λέμε, για την ασφάλειά της, να τα εξαφανίσει. Κι ύστερα φρόντισε να τ’ αφήσει όλα πίσω της, για να προστατευτεί.

Η Ντουνιά αποδίδει ωστόσο «στην περίεργη ιστορία του βιβλίου» (242), ουσιαστικά δηλαδή στον ρόλο των δύο ανδρών, την απόσταση που πήρε η Ρωζέττη και την, μέχρι τέλους, «άρνησή» της «να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό»[35] (245). Έτσι βολικά και διαστρεβλωτικά που απαλείφει κοινωνικές επιταγές και καταπιέσεις, μηχανισμούς επιβίωσης και τραύματα, όπως (αφελώς ή εντέχνως) παραμερίζει τον υπαρκτό δαίμονα της λεσβιοφοβίας, με κάνει να αναρωτιέμαι ποια φοβάται πιο πολύ: η λεσβία την κοινωνία ή η κοινωνία τη λεσβία. Μου θυμίζει ταυτόχρονα πως άλλα άτομα και πράγματα είναι αξιομνημόνευτα για την καθεμία· πως μια αφήγηση, όπως και μια αποσιώπηση, μπορεί να αντανακλά σχέσεις εξουσίας.

Το ημερολόγιο ήταν της Καλογλοπούλου, το μυθιστόρημα δεν είναι (τουλάχιστον όχι αποκλειστικά), ισχυρίζεται, με λίγα λόγια, η Ντουνιά[36]. Προσωπικά, έχοντας διαβάσει πολλάκις τόσο το βιβλίο όσο και τη μαρτυρία της Ρωζέττη, λαμβάνοντας υπόψιν τις εκδοτικές διαδικασίες, γνωρίζοντας πως ένας επιμελητής μπορεί να προτείνει (και ένας εκδότης να επιβάλει) ένα άλλο τέλος, αδυνατώ να καταλάβω γιατί να μας περνάει καν απ’ το μυαλό να δούμε τους Τσουκαλά και Σημηριώτη σαν κάτι άλλο από επιμελητές. Έρχεται να με διευκολύνει η Ντουνιά στο σημείο αυτό. Το 2006 έλεγε: «Αν μάλιστα αληθεύει ότι το βιβλίο δεν έχει γραφεί από την ίδια [ενν. τη Ρωζέττη], το όλο θέμα μοιάζει ακόμα πιο κοντά στα γούστα της δικής μας εποχής»[37]. Μπίνγκο.

Το ζήτημα δεν είναι αν θα δούμε μια μέρα την Ερωμένη της με τα ονόματα των Τσουκαλά και Σημηριώτη στο εξώφυλλο (που το απεύχομαι), αλλά τι θα άλλαζε αν δεχόμασταν (που θα μας απέτρεπα) πως το βιβλίο είναι και δικό τους. Θα εξακολουθούσε να αποτελεί τεκμήριο λεσβιακής ιστορίας; Θα μιλούσαμε ακόμα για λεσβιακό βίωμα; Δεν θα έπρεπε να αναζητήσουμε τότε ένα ή δύο ανδρικά βλέμματα στο κείμενο; Θυμίζω πως Η ερωμένη της στέλνει ρητά «στο διάολο την Κοινωνία και τις απαιτήσεις της και το μέλλον και όλα» (88). Προσθέτω πως εκπέμπει αγωνιώδη ερωτήματα που θα μπορούσαν να διατυπωθούν κάπως έτσι: «Πώς γίνεται να μου αρέσει μια ομόφυλη; Τι συνεπάγεται αυτό; Σε τι διαφέρω από τις άλλες;»[38]. Διευκρινίζω (αν και μπορεί να είναι περιττό) πως ανάλογα ζητήματα δεν απασχολούν άντρες συγγραφείς που εντάσσουν στο έργο τους σκηνές με γυναίκες που χαριεντίζονται ή ερωτοτροπούν μεταξύ τους, για να ικανοποιήσουν κάποιον κρυμμένο παρατηρητή[39] και, στη συνέχεια, τους (άντρες επίσης) αναγνώστες τους. Σκηνές που κλείνουν με τις γυναίκες να επιστρέφουν στην αφάνεια[40], μιας και δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως οντότητες[41].

Στα θέμα μου: Από τα τέλη του 2024, όποια ζητάει την αξιανάγνωστη Ερωμένη της στο βιβλιοπωλείο τη λαμβάνει μαζί με το νέο επίμετρο. Και ενώ αυτό, φέροντας και τη βούλα του πανεπιστημίου, βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για να αποτελέσει τη βάση αυτού που εύκολα θα μπορούσε να γίνει το κυρίαρχο αφήγημα, η εκτενής αποκαλυπτική μαρτυρία της Ρωζέττη δεν συνοδεύει το κείμενο, δεν κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις, δεν είναι καν στα προτεινόμενα της Ντουνιά.

Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να διαβάσω την ιστορία της Ντόρας, της Νέλλης, της λεσβιακής επιθυμίας, μαζί με την Ερωμένη της· αυτήν όμως δεν θα μπορούσε να τη γράψει η Ντουνιά. Θα περίμενα από την Ντουνιά να πει τη συνέχεια της περιπέτειας του ρομάντζου, επιλέγει όμως να μην το κάνει. Το αποτέλεσμα είναι, παρ’ ότι περίμενα τη νέα έκδοση πώς και πώς, να έχω διαβάσει το επίμετρο δεκάδες φορές και ακόμα να με θυμώνει. Γιατί αποσιωπώντας κομμάτια της ιστορίας, την παραποιεί. Και κάνει τις λεσβίες (ξανά μανά) αόρατες.

Σε μια απ’ τις αναγνώσεις μου αναρωτήθηκα απλοϊκά πώς γίνεται να γράφονται τέτοια πράγματα, που δεν λογαριάζουν παράγοντες όπως η ευαλωτότητα και η περιθωριοποίηση, το 2024. Μια απάντηση που έδωσα αργότερα είναι πως τα πράγματα αυτά δεν γράφτηκαν το ’24, αλλά πολύ παλιότερα. Αν αντιπαραβάλετε το «Φεμινισμός και ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», που δημοσίευσε το 2006 η Ντουνιά, με το νέο της επίμετρο, θα καταλάβετε τι εννοώ[42]. Σχετική διευκρίνιση πάντως δεν δίνεται, και στο κλείσιμο του επίμετρου αναγράφεται: «Μάιος 2024».

Απαντάω λοιπόν στα ερωτήματα του τίτλου μου: Δεν αναγνωρίζω κανέναν «εμπλουτισμό» σε αυτό που μας επιφύλασσε το Μεταίχμιο. Το πάρτι για τα ενενηνταπεντάχρονα της Ερωμένης της καταδικάστηκε σε αποτυχία τη στιγμή που πάρθηκε η διαστροφική απόφαση να απαγορευτεί η είσοδος στις λεσβίες.

Ευχαριστώ πολύ τη Δήμητρα, τη Βενετία, την Ελισάβετ, που διοργάνωσαν την ημερίδα «Ακατάγραφες ζωές». Ευχαριστώ έξτρα την Ελισάβετ, για την ιδέα που είχε και για όλα όσα μοιράζεται. Ευχαριστώ τα μέλη του πάνελ «Πολλαπλές αναγνώσεις της Ντόρας Ρωζέττη», την Κατερίνα Σεργίδου, την Αθηνά Ζώτου-Βαρούτα, την Παναγιώτα Βογιατζή, την Ελισάβετ Πάκη, που το έκαναν πραγματικότητα. Ευχαριστώ τη Νίκη Σταυρίδη για τα λόγια, τα πράγματα, την ουσία. Τη ΛΟΑ, που υπήρξε. Όποιο «λεσβιακό συνεχές» υπάρχει. Τη Βάσω, που έκανε τα αδύνατα δυνατά να μου βρει αντίτυπο της εξαντλημένης έκδοσης του 2005. Τις φίλες που με άκουσαν. Όλα τα άτομα που διαβάζουν, μιλάνε και γράφουν για την Ντόρα Ρωζέττη και την Ερωμένη της, που μνημονεύουν την Ελένη Μπακοπούλου, που λένε λέξεις που μπορεί να ενοχλούν, ακόμα και να ξεβολεύουν.

Η Χριστίνα Ντουνιά δεν ήταν παρούσα στην ημερίδα. Στη συζήτηση που άνοιξε αφού ολοκληρώθηκαν οι εισηγήσεις μας, ακούστηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα λόγια της Μαίρης Λεοντσίνη: «Δεν ξέρω αν ο στόχος είναι η Ντουνιά, η Ντουνιά βρήκε κάτι, της το οφείλουμε». Φυσικά και της (το) οφείλουμε. Προσπάθησα να το κάνω σαφές τότε, θα ήθελα να το επισημάνω και τώρα: Δεν τα έγραψα όλα αυτά για να κατηγορήσω· για να παρασταθώ τα έγραψα. Κάτι να αποκαταστήσω προσπαθώ. Η Νέλλη είναι που χρειάζεται υπεράσπιση, στη Νέλλη (και σε όσες πατάνε στα χνάρια της) παραμένει στραμμένο το δικό μου βλέμμα.

Για περαιτέρω διάβασμα – ενδεικτικές προτάσεις

Για τη λέξη «λεσβία» (που, σαν [την] αλήθεια, καλό είναι να λέγεται), βλ. Βενετία Καντσά, «Λεσβία: Η αβάσταχτη βαρύτητα μιας λέξης», στο Κώστας Κανάκης (επιμ.), Γλώσσα και σεξουαλικότητα: Γλωσσολογικές και ανθρωπολογικές προσεγγίσεις,Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2011, σ. 111-134, όπου αναφέρεται μάλιστα Η ερωμένη της ως «σπάνια εξαίρεση» όσον αφορά τις γνώσεις μας «για τις ομοερωτικές σχέσεις γυναικών στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και πριν την εμφάνιση του λεσβιακού-φεμινιστικού κινήματος» (σ. 124, σημ. 21).

Για ζητήματα λεσβιακής ορατότητας (σε ελληνικό συγκείμενο), βλ. ενδεικτικά τις βιωμένες εμπειρίες της Μαρίας Cyber: Μια λεσβιακή ζωή, Το Ροδακιό, Αθήνα 2023 και τις ανθρωπολογικές μελέτες της Βενετίας Καντσά: Daughters Who Do Not Speak, Mothers Who Do not Listen: Erotic Relationships Among Women in Contemporary Greece, αδημοσίευτη διδ. διατριβή, University of London, London School of Economics and Political Science, Λονδίνο 2000· Δυνάμει φίλες, δυνάμει ερωμένες: Συναντήσεις γυναικών στην Ερεσό Λέσβου 1994/ 1995, Πολύχρωμος Πλανήτης, Αθήνα 2010 (στον πρόλογο [σημ. 3], αναφερόμενη στις προσπάθειες καταγραφής της λεσβιακής ιστορίας στην Ελλάδα, αναφέρει τόσο την Ντόρα Ρωζέττη όσο και την Ελένη Μπακοπούλου)· «Ορατά αόρατες/ αόρατα ορατές: Δύο όψεις της λεσβιακής παρουσίας στην Ελλάδα», στο Άννα Αποστολέλλη & Αλεξάνδρα Χαλκιά (επιμ.), Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σ. 29-52. Σημειώνω τέλος το βιβλίο της Ελισάβετ ΚιρτσόγλουFor the Love of Women: Gender, Identity and SameSex Relations in a Greek Provincial Town (Routledge, Λονδίνο 2004), παρ’ ότι σε καμία περίπτωση δεν περιστρέφεται γύρω από τη λέξη «λεσβία».

Για τον φεμινισμό του καιρού της Ρωζέττη, η Ντουνιά (στο παλιό της επίμετρο) παραπέμπει στο (οπωσδήποτε χρήσιμο) Έφη Αβδελά – Αγγέλικα Ψαρρά (επιμ.), Ο φεμινισμός στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου: Μια ανθολογία, Γνώση, Αθήνα 1985. Μπορείτε να δείτε επίσης τα: Κούλα Ξηραδάκη, Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα 1830-1936: Πρωτοπόρες Ελληνίδες, Κουκκίδα, Αθήνα 2020· fight back! / antifa negative, Έθνος, φύλο και γυναικεία κινήματα στην Ελλάδα 1880-1949, 2021 γ΄ έκδ. [2017]. Αυτό το τελευταίο λαμβάνει υπόψιν τόσο την Ερωμένη της όσο και τη μαρτυρία της Ρωζέττη. Και είναι ξεκάθαρο από τις πρώτες σελίδες του: «Όταν συζητάς για “γυναίκες και ιστορία” είναι έγκλημα να μη θίγονται οι αιώνες της σιωπής και της λήθης που επεφύλαξε η ίδια η ιστορία για τις γυναίκες ολόκληρου του κόσμου»[43] (σ. 15). Μπορεί να σας ενδιαφέρει επίσης το Ευτυχία Λεοντίδου & Sigrid R. Ammer, Η Ελλάδα των γυναικών: Διαδρομές στο χώρο και το χρόνο, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1992, στο οποίο περιλαμβάνεται, π.χ., το Δήμητρα Σαμίου, «Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1860-1960)», σ. 57-63 (αλλά και το Χαρούλα Ψευδωνύμου, «“Κραυγές και ψίθυροι”: Για το λεσβιακό ζήτημα στην Ελλάδα», σ. 81-90). Αναφέρω τέλος την Ιστορία του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος της Σάσας Μόσχου-Σακορράφου, που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1990.

Για ματιές σε προγενέστερους χρόνους, βλ. Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών: Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Παπαζήση, Αθήνα 62011 [1987]. Για προγενέστερους χρόνους σε άλλους τόπους (μεταφρασμένα όμως στα ελληνικά), βλ. Ελένη Βαρίκα – Κωστούλα Σκλαβενίτη (ανθολόγηση, μτφ., σχόλια), Η εξέγερση αρχίζει από παλιά: Σελίδες από τα πρώτα βήματα του γυναικείου κινήματος, Εκδοτική Ομάδα Γυναικών, Αθήνα 1981 και Σίλα Ροουμπόθαμ, Στο περιθώριο της ιστορίας: 300 χρόνια γυναικείας καταπίεσης και αγώνων, μτφ. Ελένη Βαρίκα, Γνώση, Αθήνα 1984 [1980].

Για να έρθουμε στο φινάλε κάπως πιο κοντά στο τώρα και για να κλείσουμε διαθεματικά (και πολυφωνικά), προτείνω τέλος ένθερμα το Αθηνά Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, Νήσος, Αθήνα 2006.


[1] Για περισσότερα, βλ. εδώ.

[2] Οι αριθμοί των σελίδων που δίνονται σε παρενθέσεις μες στο κείμενο αντιστοιχούν στην έκδοση του 2024 (που περιλαμβάνει και το επίμετρο του 2005).

[3] Βλ., π.χ., Μικέλα Χαρτουλάρη, «Μοντέρνο φάντασμα», «Βιβλιοδρόμιο», Τα Νέα, 19/11/2005, σ. 8.

[4] Ελισάβετ Κοτζιά, «H μυστηριώδης ερωμένη», «Τέχνες και Γράμματα», Η Καθημερινή, 22/01/2006, σ. 6.

[5] Από τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, την Ελισάβετ Κοτζιά και τη Χριστίνα Ντουνιά στον Ιανό της Αθήνας τον Φεβρουάριο. Από τον Λάμπρο Βαρελά και την Ντουνιά στην 3η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης τον Μάιο. Δεν παρευρέθηκα δυστυχώς σε καμία από τις δύο παρουσιάσεις. Μου έχουν μεταφέρει το κλίμα, της πρώτης μόνο, φίλες.

[6] Τον Μάρτιο έδωσε συνέντευξη στη Μαρία Νικολάου και τον Παρατηρητή της Θράκης (διαθέσιμη εδώ)· οι ερωτήσεις ήταν αρκετές, οι απαντήσεις όλες σύντομες. Εμφανώς πιο αναλυτικές ήταν οι απαντήσεις της Ντουνιά στον Μισέλ Φάις τον Ιούλιο: «Στον αστερισμό του ερωτικού πάθους», «Βιβλιοθήκη», Ελευθεροτυπία, 14/07/2006, σ. 16-19.

[7] Στην ετήσια πολιτιστική έκδοση Επίλογος, σ. 239-245. Παραδόξως, στο κείμενο αυτό Η ερωμένη της φαίνεται να έχει και υπότιτλο: «Ημερολόγια και μυθοπλασίες» (βλ. σ. 239).

[8] Για περισσότερα, βλ. εδώ.

[9] Στο τεύχος 132 φιλοξενείται εκτενές αφιέρωμα με τίτλο «Η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη», στο 133 περιλαμβάνονται «Το όνομα, παραλειπόμενα και φωτογραφίες της συγγραφέως του βιβλίου Η ερωμένη της». Θα ακολουθήσουν δύο δημοσιεύματα ακόμα, στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού και στο Βήμα στις 30/07/2006.

[10] Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός, με υπότιτλο Το νεανικό της λεύκωμα. Από αυτό αντλούνται οι πληροφορίες της παραγράφου. Βλ., ειδικότερα, σ. 9-12 και το σημείωμα του Χρονά στο οπισθόφυλλο.

[11] Στη συνέντευξη στον Φάις (σ. 17) και στο «Φεμινισμός και ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου» (σ. 242).

[12] Στο τεύχος 119 (Απρίλιος-Ιούνιος 2006) του Πόρφυρα, π.χ., διαβάζουμε πως «η Ντόρα Ρωζέττη δεν είναι άλλη από τη Θεοδώρα Τριανταφυλλίδη». Βλ. «Ποια ήταν η Ντόρα Ρωζέττη», σ. 211-214, σ. 213. Το κείμενο είναι ανυπόγραφο, αποδίδεται όμως στον Φίλιππο Δρακονταειδή.

[13] Βλ. «Και πάλι η Ντόρα Ρωζέττη», τώρα στο Η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη, σ. 177-182.

[14] Σύμφωνα με τον Δημήτρη Βλαχοδήμο, ο Μανώλης Πιμπλής («Πεζογραφία όπως… ειδησεογραφία», «Βιβλιοδρόμιο», Τα Νέα, 24/06/2006) κάνει λόγο για «7.000 αντίτυπα μέσα σε έξι μήνες». Βλ. «Προσθήκες στην κριτική υποδοχή του μυθιστορήματος Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη (Πέτρος Σπανδωνίδης, Γρηγόριος Ξενόπουλος)», Νέα Εστία 1812/2008, σ. 1132-1151, σ. 1146.

[15] Βλ. όμως την ενότητα «Η επαναστατική Ερωμένη της Ντόρας Ρωζέττη» στη διπλωματική εργασία της Παναγιώτας Βογιατζή Αναπαραστάσεις της γυναικείας ομοφυλοφιλίας στην ελληνική λογοτεχνία των αρχών του 20ού αιώνα (Ιωάννινα 2019), καθώς και την ενότητα «Γυναικεία σώματα υπό κάθεξη. Το τραύμα της ετεροφυλοφιλικής προσταγής: Ντόρας Ρωζέττη, Η ερωμένη της (1929)» στη διπλωματική της Ελισάβετ-Αντωνίας Χαντζή Γυναίκες στο περιθώριο: Αναπαραστάσεις γυναικείων μορφών στην πεζογραφία κατά το α´ ήμισυ του 20ού αιώνα (Ιωάννινα 2020). Διαθέσιμες αμφότερες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο Ολυμπιάς.

[16] Διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της ΛΟΑ: https://loa.gr/.

[17] Επισκέφτηκε, π.χ., το Beaver με την Ερωμένη της όχι μία, αλλά δύο φορές: τον Ιούνιο του 2018 και τον Ιανουάριο του 2019. Για λίγο περισσότερα εδώ.

[18] Όχι όμως αναθεωρημένη. Δεν έχουν διορθωθεί αβλεψίες της προηγούμενης έκδοσης. Το επώνυμο της Βενετίας Καντσά, π.χ., παραμένει παρατονισμένο (βλ. τις σημ. στις σ. 223, 224).

[19] Δύο φορές, αφού η ίδια σημ. υπάρχει στις σ. 242 και 244. Πρόκειται για το «Ευρήματα και νέες προτάσεις για το “ρομάντζο” Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη», Νέα Εστία 1808/2008, σ. 261-300.

[20] Αντιθέτως, δεν έχει πέσει ποτέ στην αντίληψή μου να παραγνωρίζεται από φεμινιστικούς ή/και λεσβιακούς κύκλους η συνεισφορά της Ντουνιά.

[21] Με τη σειρά: «Η Ερωμένη της, Ντόρα Ρωζέττη. Φίλες κι ερωμένες στους δρόμους της Αθήνας. Χώρος, ομοερωτική επιθυμία και χειραφέτηση», Kaboom 2, 2017, σ. 247-263· «Μικρό ιστορικό για την “Ερωμένη” της Ντ. Ρωζέττη», Νταλίκα 4, 2010, σ. 38-41 (το τεύχος είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της ΛΟΑ)· «Συναντήσεις για το λεσβιακό αρχείο: Η Ερωμένη της και το Lesbian Blues στην Οξφόρδη», Νταλίκα 6, 2012, σ. 30-35 (τη Ρωζέττη αφορούν οι σ. 30-32)· «Η Ντόρα Ρωζέττη και η επίμονη επιθυμία για επιβίωση», yusra 17, 2023, σ. 74-75. Δεν εννοώ στο σημείο αυτό πως μας χρωστούσε η Ντουνιά μια βιβλιογραφική επισκόπηση (δεν μας είχε τάξει ποτέ κάτι τέτοιο). Στέκομαι απλώς σε (μερικά από τα) κείμενα που φωτίζουν, κατά τη γνώμη μου, πτυχές που θα θεωρούσα γόνιμο να συνυπολογιστούν σε ένα ενημερωμένο επίμετρο.

[22] Ρωτάω και, αντί ρητής διάψευσης, κόβουν βόλτες μες στο κεφάλι μου τα παρακάτω λόγια: «Πέρα από τις συζητήσεις με άνδρες κυρίως συναδέλφους, δημόσια στην παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης και ο Χρήστος Χωμενίδης διατύπωσαν την υπόθεση ότι το ψευδώνυμο ανήκει σε άνδρα» (Ντουνιά, «Φεμινισμός και ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», σ. 244, σημ. 9). Βλ. και τη διατύπωση της Ρωζέττη «εμένα μου έκαναν κακό πολλοί γιατί δεν ακολούθησα την πεπατημένη»: «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», τώρα στο Η φίλη μου Κυρία Ντόρα Ρωζέττη, σ. 19-52, σ. 30.

[23] «Ευρήματα και νέες προτάσεις για το “ρομάντζο” Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη», σ. 265.

[24] Η πιο γενναιόδωρη έκφρασή της είναι η: «Οι πληροφορίες που μας δίνει η Μπακοπούλου είναι αξιόπιστες, αν συνδυαστούν με τα υπόλοιπα στοιχεία» (σ. 242).

[25] Περιέργως, Ντόρα τη λέει, επανειλημμένως μάλιστα, και η Δήμητρα Τζανάκη. Βλ., π.χ., Ιστορία της μη κανονικότητας: Εισαγωγή στην ιστορία του εκθηλυσμού, της υστερίας, του αυνανισμού, της ομοφυλοφιλίας και της πορνείας στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Ασίνη 2016, σ. 152, σημ. 77. Στην ίδια σελίδα, εκ παραδρομής προφανώς, το βιβλίο της Ρωζέττη αναφέρεται με ένα «μου» στη θέση του «της». Για λοιπές αναφορές στη Ρωζέττη και το έργο της, βλ. σ. 156-157 και 282, σημ. 13.

[26] «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 43 & 49.

[27] «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 41 και 39, αντίστοιχα.

[28] Βλ., ενδεικτικά, «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 20 και 31.

[29] Βλ. όμως και: «δεν μπόρεσα να εξηγήσω πώς γίνεται αυτό να την αγαπάει τόσο και να ’ναι και αρραβωνιασμένη, δηλαδή να την αφήσει σε λίγο για να παντρευτεί έναν άντρα» (σ. 47), «Η φίλη μου η Ρίτα ξέχασε τους λεσβιακούς της έρωτες στη Σύρα… Έφυγε για το εξωτερικό, το απροσδοκητότερο: παντρεύτηκε!…» (σ. 128).

[30] «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 25. Στο μυαλό μου έρχεται και η Γαλάτεια Καζαντζάκη που (ως Πετρούλα Ψηλορείτη) απευθυνότανε «Σε μια κυρία» το 1915 με τα λόγια «Κρίμα, ένας παληωμένος νόμος σ’ έσυρε και Σένα στο χαμό». Αυτή η «μικρή πρόζα» δημοσιεύτηκε στα Γράμματα (Αλεξάνδρειας) και είναι διαθέσιμη εδώ. Στην Καζαντζάκη θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να μας οδηγήσει και η θεματική «γυναικεία φιλία». Βλ., π.χ., Ridi pagliaccio (Αθήνα, Μπαρμπουνάκης 31984 [1909]), σ. 36-38, από όπου παραθέτω ενδεικτικά: «Κύμα μυρουδιάς μ’ έλουσε με τον ερχομό της, κ’ ευθύς κατάλαβα πως δεν ερχόμουν ίσως άδικα. Αφροί νταντελλένοι την ετύλιγαν», «Καθήσαμε στον καναπέ κι άρχισε κείνη να μου αραδιάζει παράπονα και να με ερωτά τι ήταν αυτό το πράμα να την ξεχάσω, ενώ εκείνη δεν έπαψε ούτε λεπτό να μ’ αγαπά και να με συλλογάται», «Μα θα μένουμε μόνες; θα μας αφήνουνε μονάχες; (πρόστεσε με παιδιακίσιο ύφος)».

[31] Βλ. και «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 41: «Τότε που αποφάσισα να παντρευτώ σκέφτηκα πως θα μπορούσα να τα έχω και τα δύο. Να συνεχίσω και μετά το γάμο όπως έκαναν και άλλες που είχαν παντρευτεί». Βλ., επίσης, σ. 45. Αλλά και Τζανάκη, Ιστορία της [μη] κανονικότητας, σ. 157: «Η ματιά μας πρέπει να στραφεί στη δόμηση του κυρίαρχου επιστημονικού λόγου της εποχής, ο οποίος οδήγησε ακριβώς τη Ρωζέττη στη ντροπή, στην ενοχή (προς το πάθος) και στη συναίνεση (προς την ετεροφυλοφιλία και τον γάμο). Κι αυτό γιατί ο επιστημονικός λόγος ήταν αυτός που έδινε ρητές εντολές».

[32] «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 31-33.

[33] Ειλικρινά, δεν θέλω να είμαι εριστική. Δεν με πειράζει καθόλου ωστόσο να φανεί ο εκνευρισμός μου, τον οποίο και (εξακολουθώ να) θεωρώ απολύτως βάσιμο.

[34] Βλ. «Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 33: «Έγινε σκάνδαλο!», «Φόβος, όχι ψέματα», «Πόσα κάψαμε!», «Αλλά και μόνη μου […] τα έκαιγα».

[35] Αυτή η ανατριχιαστική, κατά τη γνώμη μου, παρανόηση ξεκινάει από τη συνέντευξη της Ντουνιά στον Φάις το 2006: «σύμφωνα με εκδοχή της κ. Μπακοπούλου, η Καλογλοπούλου της εξομολογήθηκε ότι ήταν μεν η ηρωίδα, αλλά όχι η συγγραφέας του μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και είχε πάρει τις αποστάσεις της από το βιβλίο Η ερωμένη της, το οποίο εμφανίζει ως δημιούργημα δύο ανδρών» (σ. 18). Το ζήτημα έγκειται στις πρώτες ειδικά λέξεις του αποσπάσματος, που τα αποδίδουν όλα αυτά στην Μπακοπούλου. Νωρίτερα στην ίδια συνέντευξη (αλλά και ακόμα νωρίτερα, στη συνέντευξη στη Νικολάου) αναγνωρίζεται πάντως πως η συγγραφέας (που στη συνέχεια παύει ν’ αναγνωρίζεται ως τέτοια) «κινδύνευε με απομόνωση κοινωνική, το εγχείρημά της ίσως να είχε και ποινικές συνέπειες» (σ. 16).

[36] Αν υποθέσουμε πως χρειαζόμαστε αποδείξεις για το αντίθετο: «Το βιβλίο μου το έγραψα στην ψυχαρική γλώσσα», «στο βιβλίο μου ήταν ο νέος ποιητής που διάβαζε τα σονέτα του και εσυγκινείτο η Λίζα», «Τα βιβλία μας, το δικό μου πεζό και το δικό της με ποιήματα, ήταν τα αμαρτωλά βιβλία που πήγαιναν ανσάμπλ στις βιβλιοθήκες των λεσβιαζουσών», «Εγώ από τη μια μεριά μίσησα το βιβλίο για όλα τα προβλήματα που μου είχε προκαλέσει, αλλά από την άλλη μεριά το είχα αγαπήσει κιόλας. Όσο νάναι, περιείχε όλα τα μύχια της ψυχής μου…» («Μαρτυρία Ντόρας Ρωζέττη», σ. 21, 26, 34 & 35, αντίστοιχα).

[37] «Στον αστερισμό του ερωτικού πάθους», σ. 19.

[38] Βλ. ενδεικτικά: «Αν είναι δυνατόν, λέει, ν’ αγαπώ μια γυναίκα!…», «Δε φανταζόμουν δυο γυναίκες ερωτευμένες να βρίσκουνε τέτοια εμπόδια στις συναντήσεις τους, πιότερα από ένα ετερόφυλο ζεύγος!…» (σ. 20 και 84-85, αντίστοιχα).

[39] Σκέφτομαι, π.χ., τον Λούμα στο «Όταν σκάνε τα λουλούδια» του Δημοσθένη Βουτυρά. Παρακολουθεί κρυμμένος «δυο κόρες» που αλληλοεπιθυμούνται και φιλιούνται κι ύστερα πετάγεται γυμνός μπροστά τους από το πουθενά και τις κυνηγά. Το, δημοσιευμένο το 1913, διήγημα κυκλοφορεί σήμερα σε αυτοτελή έκδοση από τον Πολύχρωμο Πλανήτη. Σκέφτομαι και τις, πολύ μεταγενέστερες, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Σεφέρη, που τις μνημονεύει η Ντουνιά στο παλιό επίμετρό της, εντοπίζοντας κοινά σημεία με την Ερωμένη της (σ. 229). Ο Στράτης παρακολουθεί στα κρυφά ολόκληρη τη σκηνή ανάμεσα στη Σαλώμη και τη Λάλα και το ομολογεί αργότερα στην τελευταία: «Ξέρεις […] ήμουν εδώ […] το βράδυ που πρόσφερες στη Σαλώμη ένα ροδάκινο» (Αθήνα, Ερμής 1974, σ. 153-163 και 212).

[40] Ή στη σεξεργασία τους: «Κυρίως όμως οι λεσβιακοί έρωτες στην πρωτότυπη νεοελληνική λογοτεχνία της δεκαετίας του 1920 παρουσιάζονται ενταγμένοι στο περιβάλλον των πορνείων». Βλ. Βαρελάς, «Ευρήματα και νέες προτάσεις για το “ρομάντζο” Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέττη», σ. 277-278.

[41] Να γράφεις για στενές σχέσεις ή και για συνευρέσεις μεταξύ γυναικών δεν συνεπάγεται συμπάθεια προς τις λεσβίες. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις πως οι γράφοντες δεν είναι σεξιστές ή/και ομοφοβικοί. Μπορούμε, π.χ., να συζητήσουμε τη σχέση που έχει η Μάρθα με την Ισμήνη στο «Όλα εν τάξει» του Θεοτοκά: αν αγαπιούνται, πώς αγαπιούνται, αν θα ήθελαν να είναι μαζί, γιατί δεν είναι. Το διήγημα περιλαμβάνεται στο Ευριπίδης Πεντοζάλης και άλλες ιστορίες (1937), όπως και η «Θεραπεία», από την οποία παραθέτω: «Στη φαντασία μου παρομοίαζα τους άντρες με τους σκύλους και τις γυναίκες με τις γάτες. Αγαπούσα κ’ εκτιμούσα το καλόβολο και τίμιο σκυλί. Μισούσα, περιφρονούσα και φοβόμουν την άναντρη, την άσπλαχνη και ξετσίπωτη γάτα με τα ύπουλα νύχια» (σ. 72). Το απόσπασμα δεν αποδεικνύει τίποτα για τον συγγραφέα του, το δίνω για να προϊδεάσω την αναγνώστρια που θέλει να προϊδεαστεί. Αντίθετα, η αλληλογραφία ενός συγγραφέα κάτι μπορεί να δείχνει: «τους περισσότερους διανοούμενους που συναντώ, και μάλιστα τους Έλληνες, τους θεωρώ κλέφτες και σωματέμπορους και ομοφυλόφιλους μέχρις αποδείξεως του εναντίου, σοβαρά σου τα λέω όλα αυτά κι όχι για να γελάσουμε», «δεν ταιριάζει σε ανθρώπους ρωμαλέους και καλοφαγάδες και καλογαμιάδες σαν κι εμάς, αλλά μονάχα σε ασθενικούς ονειροπόλους και σε πουσταρέλια σαν το σιχαμένο Μαρσέλ Προυστ». Το 1931 αυτά, από τον Θεοτοκά προς τον Σεφέρη. Βλ. Αλληλογραφία (1930-1966), Ερμής, Αθήνα 1975, σ. 53 και 56, αντίστοιχα. Δεν ξέρω έπειτα πόσο ευφρόσυνα διαβάζει μια (άλλη από μένα) λεσβία το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη: Ο Παύλος ακούει τη Βίργκω να του λέει πως «[ε]ξαιτίας [τ]ου θα συχαθ[εί] τους άντρες, θα επιθυμήσ[ει] […] κάτι το τρυφερό που μόνο μια γυναικεία φιλία θα μπορέσει να [της] δώσει», τη βλέπει μετά με το κεφάλι ακουμπισμένο «στο αγορίσιο στήθος της Καίτης» και ενοχλείται λιγάκι: «Α, όχι, δε μπορώ ν’ ανεχθώ μια τέτοια κατάσταση. Έχω όρεξη να σηκώσω εκείνη τη μεγάλη πέτρα και να κάνω θρύψαλα το κεφάλι του αγοροκόριτσου, έτσι σα να ’ταν κάποιο σερπετό» (Α. Καραβία, Αθήνα 41967 [1930], σ. 117, 118, 119). Ο νους μου πάει και στο (μεταγενέστερο βέβαια) «10» του Καραγάτση, όπου η Μαρία βιάζεται, μετά τις ερωτικές περιπτύξεις της με την Ξανθή, να επιστρέψει στον Κίτσο, αφού η «αφύσικη ηδονή τής γέννησε πιο δυνατή επιθυμία για φυσική» (Εστία, Αθήνα 252021 [1964], σ. 112). Επιτρέψτε μου όμως να το αφήσω ασχολίαστο.

[42] Βλ., π.χ., τις σ. 242 («Λίγους μήνες μετά»)-244 («το Φθινόπωρο του 2005») του πρώτου, παράλληλα με τις σ. 240-247 του δεύτερου. Το πιο εντυπωσιακό είναι μάλλον η μη μετατόπιση ως προς την πρόσληψη μέσα σε σχεδόν μια εικοσαετία. Η τακτική της (verbatim συχνά) επανάληψης έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από την Ντουνιά στο ιστορικό της Ερωμένης της. Στο «Φεμινισμός και ομοφυλοφιλία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου» (του 2006) έχουν ενσωματωθεί άγαρμπα και μερικές παράγραφοι του παλιού επίμετρου. Διαβάζουμε, π.χ., πως το όνομα της Ρωζέττη «βρίσκεται ακόμα στη σκιά», ενώ παρακάτω στην ίδια σελίδα (242) γίνεται λόγος για την Μπακοπούλου και την Καλογλοπούλου. Στο νέο επίμετρο πρωτογράφονται, ωστόσο, τα περί «ντεκανταντίστικης υπογραφής» και λογοτεχνίας «του αισθητισμού και της ντεκαντάνς» (σ. 244).

[43] Βλ. επ’ αυτού και Έφη Αβδελά & Αγγέλικα Ψαρρά (επιμ.), Σιωπηρές ιστορίες: Γυναίκες και φύλο στην ιστορική αφήγηση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.

Κύλιση στην κορυφή