Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Θεοφάνης Τάσης

Εν μέση οδώ

Ο Søren Kierkegaard επισκέπτεται το Βερολίνο τέλη Μαΐου του 1843, έχοντας γιορτάσει πριν από μερικές εβδομάδες τα τριακοστά του γενέθλια. Μερικούς μήνες νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το αριστούργημά του Είτε-Είτε, το οποίο έγραψε κατά το μεγαλύτερο μέρος όταν έμεινε για πρώτη φορά στο Βερολίνο, τον χειμώνα του 1841. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς είχε χωρίσει τη μνηστή του Regine Olsen, για την οποία γνωρίζει τώρα, προτού αναχωρήσει εκ νέου για το Βερολίνο, πως αρραβωνιάστηκε με τον Johan Frederik Schlegel λίγο μετά την κυκλοφορία του Είτε-Είτε. Αυτή τη φορά στις αποσκευές του ο συντετριμμένος Kierkegaard έχει το χειρόγραφο της Επανάληψης. Στο έργο αυτό ένας νέος άντρας ταξιδεύει για δεύτερη φορά στο Βερολίνο έχοντας διαλύσει τον αρραβώνα του. Μένει ξανά, όπως ο Kierkegaard, στο ίδιο διαμέρισμα στην κεντρική πλατεία Gendarmenmarkt. Τρώει καθημερινά στο ίδιο εστιατόριο και ακολουθεί τη ρουτίνα που είχε υιοθετήσει κατά την προηγούμενη διαμονή. Παρά ταύτα, όλα μοιάζουν διαφορετικά. Όχι επειδή η πόλη έχει αλλάξει, αλλά επειδή ο ίδιος είναι πλέον ένας άλλος. Κλονισμένος από τις αμφιβολίες ως προς την επιλογή του να χωρίσει, αδυνατεί να επαναλάβει το παρελθόν του.

Αντιθέτως ο Kierkegaard αναβιώνει αβίαστα την εμπειρία της πρώτης διαμονής του στο Βερολίνο. Όλα μοιάζουν να παραπέμπουν στο παρελθόν, προξενώντας τα ίδια συναισθήματα. Γιατί άραγε; Στην Επανάληψη ο Kierkegaard διερωτάται πώς μπορεί να βιώσει κανείς με αυθεντικό τρόπο τον βίο του, ανταποκρινόμενος ταυτόχρονα στις υποχρεώσεις προς τους αγαπημένους και στις προσδοκίες τρίτων. Ενάμιση χρόνο μετά τον χωρισμό του από την Regine εξακολουθεί να τη σκέφτεται, αμφιβάλλοντας για την απόφασή του. Επέλεξε την αυθεντικότητα ακολουθώντας την κλίση του στη φιλοσοφία ή μήπως δείλιασε έναντι των υποχρεώσεων του γάμου; Μπορούσε να παραμείνει πιστός στον εαυτό του όντας παντρεμένος με την Regine ή αναπόφευκτα θα πρόδιδε τελικά έναν από τους δυο; Αν επέστρεφε στο παρελθόν ίσως να λάμβανε την ίδια απόφαση, μολονότι προσεύχεται καθημερινά για εκείνη φορώντας το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει, μεταποιημένο πια σε έναν μικρό διαμαντένιο σταυρό.

Περπατάμε με τη γυναίκα μου στη συννεφιασμένη Gendarmenmarkt όπου γίνονται έργα αναστύλωσης. Συνήθιζα να έρχομαι εδώ όταν εκπονούσα τη διδακτορική μου διατριβή. Ενίοτε αναπολώντας τα φοιτητικά χρόνια στην Κρήτη και άλλοτε ονειροπολώντας τα μελλοντικά. Πριν από μερικές εβδομάδες έδωσα μια διάλεξη στο Ηράκλειο, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης όπου σπούδασα Φυσική. Ακολούθως επισκέφθηκα το Ρέθυμνο όπου σπούδασα Φιλοσοφία. Επανέλαβα λοιπόν απροσχεδίαστα ένα μέρος του παρελθόντος μου. Πρόκειται για σύμπτωση ή για την πραγμάτωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας; Ή μήπως τα πρόσφατα ταξίδια μου αποτελούν ένα ημιδιάφανο προς εμένα εγχείρημα επανάληψης της βιογραφικής διαδρομής; Αλλά σε τι αποσκοπεί; Γιατί επισκεπτόμαστε ξανά τόπους, φίλους ή εραστές από το παρελθόν; Ενδίδουμε στη νοσταλγία, στην πλήξη ή αποσκοπούμε σε κάτι άλλο; Εκφράζει η επιδίωξη της επανάληψης μια ανάγκη παρηγοριάς για το ανεπίστρεπτο ή την έκφραση ευγνωμοσύνης για την διανυθείσα διαδρομή; Προσφέρει μια καθησυχαστική επιβεβαίωση της ορθότητας της αρχικής επιλογής ή συνιστά μια αδύνατη απόπειρα αναθεώρησής της; Αν η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως, τότε τι μαθαίνουμε επιχειρώντας να επαναλάβουμε το παρελθόν; Άραγε είναι δυνατόν κατά αυτόν τον τρόπο να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό; Αν ναι, τότε μήπως συνιστά αυτή η αυτογνωσία προϋπόθεση ώστε να δημιουργήσουμε έναν αυθεντικότερο βίο; Όχι αναγκαία. Σε κάποιες περιπτώσεις η επιθυμία για επανάληψη ενδέχεται να αποτελεί σύμπτωμα μιας διαταραχής της εμπειρίας του χρόνου. Με άλλα λόγια σύμπτωμα μιας χρονικής νόσου. Έτσι ορισμένοι άνθρωποι νιώθουν εγκλωβισμένοι στο παρελθόν τους, ενώ άλλοι ζουν μόνο για το μέλλον τους, λησμονώντας το παρελθόν και το παρόν τους. Τέλος, μερικοί ζουν αποκλειστικά στο παρόν τους αδιαφορώντας για το παρελθόν και το μέλλον τους. Κάποιοι ζουν σε μια παρελθούσα εποχή, όπως ο Δον Κιχώτης, ή σε μια μελλοντική, όπως ο Ιούλιος Βερν. Αμφότερους μπορούμε να τους σκεφθούμε ως χρονικούς μετανάστες. Επιπλέον, υπάρχουν και όσοι βρίσκονται εκτός εποχής, δίχως να γνωρίζουν αν το παρόν τους υπήρξε κάποτε ως κοινωνικός χρόνος ή αν πρόκειται να υπάρξει.

Κατά τη δεύτερη διαμονή του στην Gendarmenmarkt πριν από εκατόν ογδόντα χρόνια ο Kierkegaard αναρωτιέται: «Τι μαθαίνω από την εμπειρία; Τι είναι καθολικά ανθρώπινο αν υπάρχει κάτι καθολικά ανθρώπινο; Ποιος είναι ο εναπομείναν εαυτός όταν ένα άτομο χάσει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν έχει απωλέσει ακόμη τον εαυτό;»(Kierkegaard’s Journals and Notebooks, Volume 3: Notebooks 1–15, σ. 409–411). Ο Kierkegaard προσπαθεί να απαντήσει στα παραπάνω αναπτύσσοντας ένα φιλοσοφείν με επίκεντρο την προσωπική εμπειρία. Πιστεύει πως παρά το ότι η επανάληψη εξασφαλίζει τη συνέχεια του εαυτού, οδηγεί στη μονοτονία και στην πλήξη, καταλήγοντας στην απελπισία όταν δεν νοηματοδοτείται ξανά κάθε φορά ως έναυσμα αυτοδημιουργίας. Ωστόσο ο Kierkegaard έχει φέρει στο Βερολίνο επίσης ένα δεύτερο χειρόγραφο με τίτλο Φόβος και Τρόμος, που θα εκδοθεί αφού επιστρέψει στην Κοπεγχάγη, στα τέλη του 1843. Εδώ η υποκειμενική εμπειρία της πράξης είναι αυτή η οποία νοηματοδοτεί τόσο την τελευταία όσο και τη δέσμευση στο απόλυτο. Παρά τη διάλυση του αρραβώνα, η δέσμευση του Kierkegaard στον έρωτα για την Regine παραμένει απόλυτη. Έτσι ώστε η επανάληψη της απόφασης του χωρισμού στην Gendarmenmarkt, αλλά και συνολικά κατά τη διάρκεια του βίου του, ως αναβίωση της εσωτερικής σύγκρουσης να νοηματοδοτείται διαρκώς από την αρχή αποτελώντας συνθήκη πνευματικής τελείωσης. Όμως στο Φόβος και Τρόμος αχνοφαίνεται επίσης η ελπίδα του να επιστρέψει η Regine σε αυτόν. Εις μάτην. Έως ότου στα μέσα Μαρτίου του 1855, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια σιωπής, η Regine θα τον χαιρετίσει σε έναν δρόμο κοντά στο σπίτι του λέγοντας: «Ο Θεός να σας ευλογεί. Να είστε καλά.» Εκείνο το απόγευμα θα διασχίσει για πάντα με τον σύζυγό της τον Ατλαντικό Ωκεανό. Ο Kierkegaard θα εισαχθεί στο νοσοκομείο λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1855, όπου θα καταλήξει αφήνοντας όλα του τα υπάρχοντα σε εκείνη.  

Love is a Loosing Game (Amy Winehouse, Truth& Soul Remix)

⸙⸙⸙

[Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Θεοφάνη Τάση Εν Μέση Οδώ, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο από τις Εκδόσεις Αρμός.]

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή