Μελανία Δαμιανού

Ένα αχνό συναίσθημα

Συχνά η αλήθεια είναι επίκληση
   
             Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος

Α. Εν αρχή ην το κενό

Δεν ήξερα ότι επέστρεψε στη πόλη. Τα αρχεία μου δεν είχαν ενημερωθεί εγκαίρως. Όταν αναζητούσα ίχνη ζωής στον χάρτη των πρόσφατων συμβάντων έβλεπα μόνο σκιές ζώων και κάτι μαυριδερά σύννεφα που είχαν καθηλωθεί τυχαία μέσα στις τρισδιάστατες φωτογραφίες.

Έψαχνα καθημερινά, αυτή ήταν η δουλειά μου. Δεν είχα πολλά καινούργια δεδομένα, η σκόνη κρύβει τα σημάδια, τα ίχνη των μετατοπίσεων, τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Το γνωρίζουμε εδώ και αιώνες αυτό. Η σκόνη είναι παντοδύναμη. Καταφθάνει από τις μεγάλες ερήμους που περιβάλλουν τη χώρα, με τους ανέμους που φυσάνε όλες τις εποχές. Οι ωχροί της στρόβιλοι σαρώνουν σχεδόν καθημερινά ό,τι βρεθεί μπροστά τους. Οι πόλεις παραμένουν ανυπεράσπιστες, έρμαια αυτής της εισβολής που αχρηστεύει τους αισθητήρες των σπιτιών, τις αμέτρητες κεραίες των εργαστηρίων κι όσους τολμούν να κυκλοφορήσουν χωρίς τις ειδικές στολές.

 «Η σκόνη είναι εχθρός», έτσι αρχίζει το Εγχειρίδιο του Πολίτη. Κι εμείς προσπαθούμε να την αντιμετωπίσουμε ή παριστάνουμε ότι την αγνοούμε, ότι την παρακάμπτουμε –και πάντα στο τέλος νικάει αυτή, μας πνίγει και μας παρατάει σ’ έναν τόπο μισοθαμμένο.

«Πρέπει ν’ ανέβεις στο υπερώο», μου είπε εμφατικά η Διευθύντρια των Χρονικών Φραγμάτων. «Θέλω να δεις τα σύνορα των συνοικιών, αυτά που ο χάρτης σου τα κρύβει κάτω από ενδείξεις ζωής σε άλλες εποχές, τότε που ακόμη δεν ήξεραν ότι ο χρόνος είναι απλώς ένα συναίσθημα».

Ανέβηκα. Και κοίταξα εκεί κάτω, στην αχανή πλατεία που έλαμπε ολόχρυση μέσα στο φως του ηλιοβασιλέματος. Ήταν η ώρα που την καθάριζαν μετά από τη γιορτή της Πανσελήνου. Υδροφόρα οχήματα εκτόξευαν τόνους νερού πάνω στις μαύρες πλάκες, τις καρέκλες και τους πάγκους, στα μηχανήματα παρασκευής γευμάτων και βολίδων εκπλήξεων. Όλα πλενόντουσαν κι άστραφταν κι η σκόνη –για λίγο τουλάχιστον– είχε κατατροπωθεί.

Β. Μια ελάχιστη αλλαγή

Κι έτσι όπως κοίταζα θαμπωμένη τους πίδακες του νερού να καμπυλώνουν σαν υδάτινες γέφυρες, την πλατεία να αχνίζει μέσα στους ζεστούς υδρατμούς κι εδώ κι εκεί να ξεπηδούν ουράνια τόξα που έσβηναν μόλις προλάβαινες να τ’ αντιληφθείς, τον είδα. Μια αδιόρατη κίνησή του τον πρόδωσε. Αρχικά δεν ήθελα να δεχτώ αυτό που έβλεπα: έναν άνθρωπο –που οι πολλαπλοί ανιχνευτές δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν.

Στην πραγματικότητα, εκείνη τη στιγμή μόνο εγώ μπορούσα να τον δω. Στο σημείο που βρισκόταν, ανάμεσα στους πίδακες και τα ουράνια τόξα, οι περιφερειακές αντένες ήταν απενεργοποιημένες –οι τεχνικοί προσπαθούσαν να τις απαλλάξουν από τα καινούργια στρώματα της σκόνης. Πώς είχε αυτή την πληροφορία, πώς πέρασε από τα φράγματα; Οι άνθρωποι με σάρκα και οστά χρειάζονται ειδική άδεια για να μπουν στην πρωτεύουσα. Γνώριζα τη λίστα με τις λιγοστές άδειες των τελευταίων ημερών, είχα μελετήσει προσεκτικά το προφίλ όλων των εισερχομένων. Οι διαδρομές τους εντός της πόλης ήταν προκαθορισμένες. Για μας οι άνθρωποι είναι από τα πιο επικίνδυνα είδη που έχουν επιβιώσει, πιο άπληστοι και πιο καταστροφικοί κι από τη σκόνη. Δεν τους εμπιστευόμαστε.

Έστρεψα όλο το πεδίο της προσοχής μου πάνω του, δεν ήταν εύκολο να συντονιστώ, μεσολαβούσαν συγχορδίες παρασίτων και καθημερινών ήχων. Είχα εξασκηθεί για τις δύσκολες ανιχνεύσεις που μπορούσαν να προκύψουν. Μέσα από τον δίαυλο της εστίασης τον κοίταξα καλύτερα, κεντράροντας στο βλέμμα του. Ακούστηκε ο συριστικός ήχος της ταύτισης. Η απόσταση ανάμεσά μας δεν είχε πιά καμία σημασία. Άκουγα τον σφυγμό του. Τον αναγνώρισα.

Κατάλαβε βέβαια ότι τον παρατηρούσα, δεν ήμουν κρυμμένη. Έβλεπε ξεκάθαρα την ιριδίζουσα ακτίνα που ερχόταν καταπάνω του από το υπερώο. Μπορούσαμε να μιλήσουμε πιά.

«Μη με καρφώσεις», είπε.

Μη-με-καρφώσεις, επανέλαβε ο γραφέας της εσωτερικής μου οθόνης. Λέξεις-σαν- κοφτερά-χαλίκια, σχολίασε ακριβώς από κάτω. Χρειάζομαι-περισσότερα-δεδομένα. Θα τα έχεις.

Τώρα όλα γύρω μας ήταν πολύ ήσυχα, το πεδίο είχε φιλτραριστεί ολοκληρωτικά από τα ηχητικά παράσιτα.

 «Έχεις ήδη ταυτοποιηθεί. Γιατί ξαναγύρισες;» ρώτησα με την πιο φυσική φωνή που διέθετα.

Δεν ξαφνιάστηκε που μιλούσαμε με νοητικά σήματα. Ανήκε σ’ εκείνη τη σπάνια κοινότητα που έχει εξοικειωθεί με αυτή τη δυνατότητα. Τα μέλη της πιστεύουν ακόμα στα ξόρκια, στη δύναμή τους. Δεν πηγαίνουν πουθενά χωρίς αυτά. Κι ας μη βρίσκουν αποδέκτη οι ικεσίες τους, κι ας χάνονται συνεχώς σε προβλεπόμενες παγίδες. Εκείνοι εξακολουθούν να πιστεύουν και πορεύονται περίπου στα τυφλά, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση τους δείχνει ο τρόμος του θανάτου. «Κι ό,τι γίνει», έτσι λένε. Τους παρατηρούμε να χάνουν τον χρόνο της ζωής τους, βολοδέρνοντας μέσα σε ακατανόητους λαβυρίνθους.

«Γύρισα γιατί έχασα κάτι και θέλω να το ξαναβρώ».

Στεκόταν ακίνητος και με κοίταζε από την άλλη άκρη της πλατείας. Δεν ξέρω ακριβώς τι έβλεπε. Τι μπορούσε να δει με τα ανθρώπινα, περιορισμένα του μάτια, ίσως κάτι φευγαλέο, μια αύρα κυματοειδή που άλλαζε χρώματα όσο περισσότερο προσπαθούσε να διακρίνει αναγνωρίσιμα στοιχεία, ένα πρόσωπο, σώμα, χέρια που κάνουν ένα σινιάλο από μακριά.

«Μπήκες χωρίς άδεια. Είσαι ανεπιθύμητος, το ξέρεις.».

«Γι’ αυτό κρύβομαι συνεχώς. Οι αμμοθύελλες με βοηθάνε να εντοπίσω τις αφύλαχτες ζώνες».

Οι-αφύλαχτες-ζώνες, επανέλαβε αργά ο εσωτερικός γραφέας. Άρα-και-οι- πληροφορίες-είναι-αφύλαχτες;…έγραψε από κάτω με το φωτογενές του αλφάβητο. Πρόσεχε- επανέλαβε τρεις φορές, αναβοσβήνοντας την μεγεθυμένη λέξη. Μην- ξεχνάς-όσα-γνωρίζουμε-για-τους-ανθρώπους. Και βέβαια δεν ξεχνούσα. Απλώς ήθελα να καταλάβω. Δεν-χρειάζεται-να-καταλάβεις.-Ξέρεις μουυπενθύμισε. Προσθέτουμε όμως κι άλλα δεδομένα, του απάντησα. Τα χρειαζόμαστε συνεχώς, για να μην κάνουμε λάθη. Επιπλέον ο χρόνος, ο δικός τους χρόνος μετράει αντίστροφα. Εμείς δεν ζούμε μέσα σ’ αυτή την ανεπαρκή διάσταση. Έχουμε έτσι το πλεονέκτημα να βλέπουμε με διαύγεια όλο το φάσμα της αστάθειας και της ανισορροπίας του κόσμου τους.

Όπως-νομίζεις, είπε ο γραφέας. Στην εσωτερική οθόνη εμφανίστηκε ο γαλάζιος κύκλος της σιωπής.

«Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα κι ύστερα θα εξαφανιστώ».

«Μα δεν μπορώ να σου δώσω χρόνο. Δεν τον χρησιμοποιούμε ως δεδομένο. Μου ζητάς κάτι που δεν υπάρχει εδώ –για μας τουλάχιστον».

Κι άλλη σιωπή, από τη μεριά του αυτή τη φορά. Αναρωτιόμουν τι νόημα έχει όλη αυτή η αγωνία, τόσο ρίσκο για το τίποτα. Αν ήμουν άνθρωπος, θα έλεγα ότι ένιωθα ένα είδος θλίψης… Ένιωθα; Καλή-ερώτηση, ο γραφέας αφυπνίστηκε. Πάντως-σε-είχα-προειδοποιήσει. Δεν ξέρω, πρέπει να αναλύσω στο εργαστήριο αυτή την πρισματική, απαιτητική λέξη. Η μήπως καλύτερα να τη διαλύσω για να παραμείνω ατόφια, δηλαδή αυτή που είμαι: Επαρκής, αποτελεσματική, εστιασμένη. Επαρκής; – Ήδη ξεφεύγεις-από-τον-αρχικό-σου-προσανατολισμό-Συγκεντρώσου.

Προσπαθώ, γραφέα.

Η πλατεία εκεί κάτω στέγνωνε πιά μέσα στον ζεστό ήλιο του απομεσήμερου. Οι γυάλινοι ουρανοξύστες που την περιέβαλλαν, άστραφταν σαν κρύσταλλοι που επέτρεπαν να δεις πίσω από τη διαφάνειά τους την πόλη να εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα.

«Ξέρω τι ψάχνεις. Δεν θα βρεις τίποτα, κάθε τι που είναι πολύτιμο είναι κλειδωμένο. Θα συναντήσεις μόνο τοίχους αδιαπέραστους, θα το δεις και μόνος σου. Φύγε, δεν θα καταγράψω τη παρουσία σου. Όμως δεν θα ξαναμπείς ποτέ σ’ αυτή την πόλη – αν επιζήσεις».

Κάτι πήγε να πει, αλλά δεν πρόλαβε. Οι αντένες μπήκαν ξανά με ένα ελαφρύ βούισμα σε λειτουργία. Ήδη λάμβαναν θερμικά σήματα μιας ξένης παρουσίας στον χώρο. Τον είδα να χώνεται τρέχοντας μέσα στη στοά που ανοιγόταν πίσω του.

Ήχος βημάτων στα σκαλιά. Η Διευθύντρια των Χρονικών Φραγμάτων ανέβαινε στο υπερώο. Αποσύνδεσα αμέσως τον χάρτη, η ακτίνα εντοπισμού έσβησε απαλά αφήνοντας πίσω της έναν φωτεινό ίσκιο.

Γ. Αποσιώπηση

Έσβησα το αποτύπωμά του από την ημερήσια αναφορά μου, δεν ξέρω γιατί το έκανα τελικά. Μήπως περνούσα στο στάδιο ανάδυσης περιττών συναισθημάτων; Κι αν η λέξη «περιττό» είναι κι αυτή λάθος; Βρίσκεσαι-στην-άκρη-μιας-δίνης-και-την- παρατηρείς, σχολίασε ο εσωτερικός γραφέαςκι ύστερακατέκλυσε την οθόνη με πύρινα σύμβολα συναγερμού. Μη φοβάσαι, του απάντησα. Ακόμα μαθαίνω.

Κύλιση στην κορυφή