Κωνσταντίνος Λερούνης

Ένα όλως επίκαιρο έργο

Christopher Clark, Time and Power. Visions of History in German Politics, from the Thirty Years’ War to the Third Reich, Princeton University Press 2019.

Ο Κρίστοφερ Κλαρκ είναι ένας από τους ελάχιστους συγχρόνους ιστορικούς που γράφουν ιστορία με φιλοσοφική θεμελίωση. Η δυσκολία του έγκειται ακριβώς στην αποφυγή της αφηγηματικής ιστορίας και στη συνεχή και εκτενή διερεύνηση των προϋποθέσεων της ιστορικότητας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι το έργο του για τις αιτίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ένα από τα σημαντικότερα έργα που δημοσιεύθηκαν για την εκατονταετηρίδα από την κήρυξή του.

Με την τετράδα των σημαντικότερων έργων του (Το Σιδηρούν Βασίλειο, Δεσμώτες του Χρόνου, Χρόνος και Ισχύς και Οι Υπνοβάτες) ο Κλαρκ απέδειξε πως όχι μόνο έχει δαμάσει το υλικό του, αλλά χειρίζεται δεξιοτεχνικά και την ιστορική διάρκεια, τη μικρή και τη μεγάλη. Ευτυχώς μοιάζει να έχει παρέλθει η εποχή που οποιοδήποτε ιστορικό πρόσωπο πριν περίπου το 1900 παρουσιαζόταν περίπου ως ελαττωματικό σε μια ελαττωματική εποχή. Η ιστοριογραφική του προσέγγιση καθιστά δυνατή την εκ νέου ανάδυση του ατομικού δρώντος μέσα από ένα πλέγμα ισχύος και ιδεών, με την υπόκρουση της υπόκωφα ειρωνικής και ταυτόχρονα απαλλαγμένης από κάθε συγκαταβατικότητα ματιάς του στο μεγαλείο, τη σοφία και τις ψευδαισθήσεις των δρώντων. Το είδος του δοκιμιακού λόγου του Κλαρκ βρίσκεται σαφώς εγγύτερα στους Γερμανούς παρά στους αγγλοσάξονες ιστορικούς.

Η δομή του έργου είναι σπονδυλωτή όπως στους Δεσμώτες του Χρόνου, που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί μια προέκταση των βασικών προβληματισμών του μείζονος υπό κρίση έργου, αλλά ο θεματικός περιορισμός δημιουργεί ένα πολύ συμπαγέστερο κείμενο. Το ζήτημα που διερευνά στο έργο του ο Κλαρκ είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένες συλλήψεις του χρόνου καθιστούν δυνατές, οριοθετούν και θεμελιώνουν ορισμένες αξιώσεις ισχύος. Από αυτή την άποψη και επειδή τα τέσσερα δοκίμια που απαρτίζουν το βιβλίο λειτουργούν ως ένας καθρέφτης πτυχών της εξέλιξης της Γερμανικής πολιτικής σκέψης, το ανά χείρας έργο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Μια άλλη εξαιρετικά επίκαιρη πτυχή του έργο είναι η αναδίφηση της επίκλησης σε μια πραγματική ή εικαζόμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ώστε να ανασταλούν και, στη συνέχεια, να ακυρωθούν οι παραδοσιακές ελευθερίες που απήλαυαν ατομικές και συλλογικές οντότητες. Ο Κλαρκ εκθέτει τους μηχανισμούς και τις δυνάμεις που θέτουν σε κίνηση αυτή τη διαδικασία.

Ήδη ο πρώτος στίχος του έργου είναι εμβληματικός και συναγωνίζεται στην αφοριστική πυκνότητά του τις καλύτερες σελίδες του Ριβαρόλ: «Όπως η βαρύτητα καμπυλώνει το φως, έτσι και η ισχύς καμπυλώνει τον χρόνο» [1][1]. Ο Κλαρκ σχολιάζει θετικά τη «χρονική στροφή» των ιστορικών σπουδών, δηλαδή την εκ νέου επικέντρωση στον χρόνο ως μια ενδεχομενική πολιτισμική κατασκευή με υφή και μορφή και όχι ως ένα «κουτί» (οιονεί νευτώνειο θα συμπληρώναμε εμείς) μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα ιστορικά γεγονότα.

Στο Α΄ Κεφάλαιο με τίτλο «Η Ιστοριομηχανή», διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος, Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου και Δούκας της Πρωσίας (1620-1640-1688) έθεσε τα θεμέλια της Πρωσικής ισχύος παραβιάζοντας και ιδιοποιούμενος, όμως, τα παλαιότατα δικαιώματα, τις ελευθερίες που σεβάστηκε ο χρόνος και τα σεβάσμια προνόμια των πόλεων και των ποικιλόμορφων δικαιοδοσιών στην επικράτειά του. Στα τεκμήρια της διαμάχης αναφαίνεται η αντίθεση μεταξύ των δύο αντιλήψεων του μέλλοντος: από τη μία οι αρχές των πόλεων αντιλαμβάνονται τον μελλοντικό χρόνο ως μια συνέχεια του παρόντος με απαραίτητη προϋπόθεση τη διατήρηση των παλαιών προνομίων ως εγγύηση, ενώ οι εκλεκτορικές αρχές προτάσσουν την αντιμετώπιση του μελλοντικού κινδύνου, όσο ασαφής και αν είναι, κατά τρόπο απόλυτο. Η αντίληψη αυτή έχει συγκεκριμένες συνέπειες αφού, όπως επιχειρηματολογεί ένας από τους εκπροσώπους των εκλεκτορικών αρχών, «η αναγκαιότητα δεν γνωρίζει τον νόμο και καταλύει κάθε παλαιά ελευθερία» [33]. Οι κατά τόπους Δίαιτες και Συνελεύσεις των Τάξεων μάταια προσπαθούν να ανασχέσουν την ισχύ της κεντρικής εκτελεστικής εξουσίας, η οποία οδηγεί σε βέβαιο θάνατο των κόσμο των Τάξεων, των παλαιών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Κάθε περιγραφή μέσα στο βιβλίο μοιάζει οδυνηρά οικεία και άμεσα σχετιζόμενη με τις πολιτικές εξελίξεις στον σύγχρονο κόσμο.

Εξίσου οδυνηρά οικεία είναι η περίπτωση του βαρώνου Samuel von Pufendorf, του πολυμαθούς επίσημου ιστορικού του Εκλέκτορα του Βρανδεμβούργου και Βασιλιά στην Πρωσία Φρειδερίκου Α΄ / Γ΄ και ο αναγνώστης απορεί που ο Κλαρκ δίνει τις πληροφορίες, αλλά δεν προωθεί αρκετά τα συμπεράσματά του. Θα λέγαμε δηλαδή ότι η συμβολή του Πούφεντορφ στην υπεράσπιση του φυσικού δικαίου ήταν νεωτερικά εργαλειακή, αφού στόχευε ακριβώς στην υπεράσπιση και προώθηση της αποψίλωσης των παλαιών ελευθεριών και δικαιωμάτων με θεμέλιο τον αδιόρατο κίνδυνο και την επαπειλούμενη επιστροφή στην φυσική κατάσταση. Στον αντίποδα του Πούφεντορφ βρίσκεται ο Ισπανός ιστορικός Χουάν ντε Μαριάνα, ο οποίος υπερασπίζεται τα παλαιά έθη, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες ακριβώς ως θεμέλια της βασιλικής εξουσίας και κάθε εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, απαραβίαστοι θεωρούνται οι εκκλησιαστικοί, θρησκευτικοί και φορολογικοί νόμοι.

Φαίνεται, παρά ταύτα, κατά την άποψή μας, ότι το είδος του χρόνου που καθιστά δυνατή τη σκέψη του Πούφεντορφ αποτελεί ένα δευτερογενές παράγωγο της σκέψης του περί πολιτικής αναγκαιότητας και όχι το αντίστροφο. Ίσως μάλιστα ο Μαριάνα παρά ο Πούφεντορφ να επιτρέπει σε μεγαλύτερο βαθμό σε μια συγκεκριμένη αίσθηση τους ιστορικού χρόνου να διαμορφώσει τις ιδέες του. Ήδη σε αυτή την εποχή διακρίνονται δύο διαφορετικές προδιαθέσεις στη δεξίωση του χρόνου: ο χρόνος ως ριζική και απροϋπόθετη ανοιχτότητα στο μέλλον και ταυτόχρονα ως «χώρος» κυοφορίας δεινών και ο χρόνος ως φυσική συνέχεια του παρελθόντος, όπου η συνέχεια εγγυάται την άμυνα εναντίον των μελλοντικών κινδύνων.

Φυσική συνέχεια είναι το Β΄ Κεφάλαιο για την ιστορική σκέψη ενός από τους πλέον μορφωμένους μονάρχες της εποχής του, του Φρειδερίκου Β΄ της Πρωσίας. Επιγράφεται ο Ιστορικός-Βασιλιάς κατά το εκγαλλισμένο πλατωνικό roi-philosophe, τίτλο τον οποίο ο Φρειδερίκος χρησιμοποίησε αυτοπεριγραφικά στη νιότη του. Ο Κλαρκ αναλαμβάνει υπορρήτως την αποστολή να διορθώσει την εικόνα του Φρειδερίκου ως ενός ακόμη Διαφωτιστή. Μπορεί ο Φρειδερίκος να δέχθηκε στην αυλή του τον Βολταίρο, αλλά δεν δίστασε να τον ξαποστείλει όταν υπερέβη τα εσκαμμένα, διατάσσοντας την καύση των ανεπαίσχυντων λιβελλογραφημάτων του εναντίον του Μωπερτουί. Με ειδικό διάταγμα ο Φρειδερίκος διέτασσε την κανονική ανακύκληση των ίδιων μουσικών έργων στην Αυλή, ώστε ο «Απόλλωνας και οι γιοι του να μη βγουν εκτός ελέγχου και χειροτερέψουν» [73]. Ο κρίνων δεν μπορεί να αντισταθεί στην ιδέα ότι ο Απόλλωνας δεν είναι άλλος από τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ (του οποίου δύο έργα ταυτοποιήθηκαν πρόσφατα). Ωστόσο, η μυθική μεταφορά που χρησιμοποιεί, επιβεβαιώνει εκ νέου την αναφορά στην κοσμική τάξη και τον κοσμικό χρόνο ως κυκλικότητα. Η ανακύκληση των ίδιων έργων του ίδιου μουσουργού, του Johann Joachim Quantz, παρομοιάζεται με την πρισματική προβολή stet sol («ας μείνει ακίνητος ο ήλιος») που συγκέντρωνε τις αχτίνες του ήλιου σε ένα ορισμένο σημείο. Ο συνδυασμός σταθερού σημείου και κυκλικότητας μέσα από ένα νεότερο μέσο αποτελεί επίρρωση των αξιώσεων του κυκλικού χρόνου. Η ανιστορική αντίληψη της ηγεμονίας του θεμελιώνεται στο κλασικό γούστο και την αποσύνδεση από τις αφηγήσεις συγκρούσεων, από τις οποίες έβριθαν οι ιστορικές αφηγήσεις του 17ου και του 18ου αι. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κλαρκ, υπάρχει μια υφέρπουσα ένταση ανάμεσα στην ιστορικότητα του Διαφωτισμού και την διακριτά μη-δυναμική θεώρηση της θέσης του Βασιλιά στον χρόνο που αναπτύσσει ο ίδιος [115].

Ο Φρειδερίκος αποδεικνύεται έτοιμος για πολύ μεγαλύτερες καινοτομίες από ό,τι θα φανταζόταν ακόμη και ένας υποψιασμένος μελετητής της ιστορίας. Ο Φρειδερίκος δεν διστάζει να επικρίνει στα έργα του τις πράξεις του Adam Graf [Κόμη] von Schwarzenberg, τοπικού διοικητή του Μεγάλου Εκλέκτορα, ο οποίος με τις ενέργειές του να επιβάλει νέους φόρους στέρησε από τα παλιά τους προνόμια τις τοπικές αριστοκρατίες. Τα ιστορικά έργα του Φρεδερίκου δεν είναι μόνο αφηγήσεις του παρελθόντος, αλλά και δυναμικές προβολές στο μέλλον. Σε αντίθεση με τους προγόνους του, ο Φρειδερίκος συνήψε έναν άτυπο συμβιβασμό με τις αριστοκρατικές τάξεις, φροντίζοντας μάλιστα να μη διαμελίζονται και να μην κατάσχονται τα κτήματά τους ώστε να διατηρούν την αυτονομία τους. Η προσπάθειες αυτές καταγράφουν μία φυγή, εξαιρετικά επιτυχημένη αν κρίνουμε από τα στρατιωτικά αποτελέσματα της Πρωσίας μέχρι και τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο, έξω και πέρα από το ιστορικό παρόν του 18ου αιώνα. 

Η σημασία αυτού του ισχυρισμού υπονοείται στο βιβλίο αλλά ποτέ δεν εκφράζεται expressis verbis: η απόπειρα συγγραφής ιστορίας δικαιώνεται προκαταβολικά, ανεξάρτητα από το αισθητικό και ιστοριογραφικό αποτέλεσμα. Και μάλιστα δεν δικαιώνεται ως απλή μαρτυρία ενός δρώντος υποκειμένου με προνομιούχο θέαση και γνώση των γεγονότων, αλλά ως ιστοριογραφική παραγωγή. Θα ήταν εξαιρετικά γόνιμη η αναζήτηση της καταγωγής αυτής της φρειδερίκειας πεποίθησης και θα είχε, ενδεχομένως, προσθέσει μια ακόμη διάσταση σε ένα εξαιρετικά διεισδυτικό δοκίμιο∙ φρονώ ότι κατάγεται από τη νοητική σύλληψη των arcana imperii της αναγέννησης, η οποία, όμως, έχει μεταφερθεί από το πεδίο της πολιτικής πράξης σε εκείνο της ιστοριογραφικής αποτύπωσής της.

Ο σχεδόν διαβόητος στην Ελλάδα ―για λανθασμένους συνηθέστατα λόγους― καγκελάριος, αρχικά της βασιλικής Πρωσίας και αργότερα της αυτοκρατορικής Γερμανίας, Otto von Bismarck, αποτελεί τον επόμενο και όλως αναμενόμενο σταθμό του Κρίστοφερ Κλαρκ. Ο Μπίσμαρκ αναζητεί την απόλυτη στιγμή μέσα στον χρόνο, την αποφασιστική στιγμή, η οποία θα μορφοποιήσει κοινωνικές δυνάμεις που δεν μπορούν πλέον να ανασχεθούν. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Μπίσμαρκ τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο ιστορικό συνεχές ως έναν μοναδικά προικισμένο ερμηνευτή της ιστορικής στιγμής. Η αντίληψη του Μπίσμαρκ για τον χρόνο και την ανθρώπινη αυτενέργεια έρχεται πολύ κοντά στις κοινώς αποδεκτές αντιλήψεις του σήμερα για την ανθρώπινη βούληση προς δράση, ενώ παράλληλα συνεχίζει να εμφορείται από ένα είδος αυτοπαθητικής ηρωολατρείας. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις του Μπίσμαρκ είναι ότι το κράτος ως φορέας ισχύος είναι μόνιμο και αμετάβλητο, αντιθέτως όμως οι πολιτειακές και συνταγματικές ρυθμίσεις που το υποστυλώνουν και συντηρούν τον πολιτικό βίο είναι μεταβλητές [156]. Δημιουργείται έτσι ένα ενδιαφέρον σχήμα, μια ένταση μεταξύ ενός μη-μεταβλητού κράτους και μιας μεταβλητής πολιτειακής μορφής. Έτσι, το κράτος παραμένει κατ’ ουσίαν υπερβατικό. Το σχήμα αυτό διαψεύδει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι ο Μπίσμαρκ ήταν απλώς και μόνο ένας ακόμη ρεαλιστής, αν και αναμφίβολα ήταν και αυτό.

Στο Δ΄ Κεφάλαιο, το οποίο αφορά τις χρήσεις και καταχρήσεις του χρόνου στη ναζιστική Γερμανία, διερευνάται η σχέση ανάμεσα στο αιώνιο που δήθεν αντιπροσωπεύει η νέα Γερμανία και οι θεσμοί της και το τετριμμένα χρονικό που τάχα εκπροσωπούν οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Το μουσείο, ως θεσμός, γίνεται ένα όπλο για τη χειραγώγηση της χρονικής συνείδησης. Τα μνημεία των νεκρών απομνημειώνουν τον χρόνο ως ένα διαρκές παρόν. Παρά τις κάποιες συγκλίσεις της επαναστατικότητας του φασισμού με αυτήν του λενινισμού, αφού και οι δύο βασίζονται «σε ένα είδος τουρμπο-εγελιανισμού» [187], η απόπειρα διαφυγής από τον χρόνο συνιστά μια φασιστική ιδιαιτερότητα και είναι ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητα που άνοιξε τον δρόμο για την απεχθή ναζιστική βιολογία. 

Η πολύ απλή και ενοειδής αρχή cui bono διαπερνά κάθε στοιχείο της σκέψης του Κλαρκ. Για να αποκομίσει όμως ο αναγνώστης τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια χρειάζεται να μην αρκείται στη διερεύνηση του συγγραφέα, αλλά διαρκώς να αναπαράγει το ερώτημα αυτό σε κάθε στιγμή ανάγνωσης των πηγών που παρατίθενται.

Αν και δεν αναφέρεται στο βιβλίο, είναι ευνόητο ότι εκάστη εκ των τεσσάρων αντιλήψεων περί χρόνου έχει συγκεκριμένες φιλοσοφικές προϋποθέσεις. Η ιστορική σκέψη του Μεγάλου Εκλέκτορα και του Πούφεντορφ αναβρύζει αφενός από την έννοια της ετοιμότητας στον νεοστωικισμό και, αφετέρου, θεμελιώνεται στη μηχανιστική φιλοσοφία του 17ου αιώνα και την χομπσιανή απειλή επιστροφής στη φυσική κατάσταση. Η χρονική αντίληψη που προάγει το έργο του Φρειδερίκου του Μεγάλου πηγάζει από τη σύλληψη του κλασικού πνεύματος ως μίας ουτοπικής ευτοπίας στην οποία αναστέλλεται πλήρως ο συγκρουσιακός χρόνος. Η γερμανική φαντασίωση του κλασικισμού, ως ενός ενεργού παρελθόντος μέσα στο παρόν, αποτελεί την καύσιμη ύλη της ιστορικής ατμομηχανής του Φρειδερίκου του Μεγάλου, μία παρομοίωση την οποία αναμφίβολα ο ίδιος θα βδελυσσόταν. Τέλος, το ναζιστικό αιώνιο παρόν συνυφαίνει και χειραγωγεί τις έννοιες της κοινότητας και του θανάτου μέσα από μία κωδική απομνημείωση ώστε να δημιουργήσει μια ψευδαισθητική αιωνιότητα. 

Παρά το γεγονός ότι η ανάγνωση του έργου προϋποθέτει κάποια προηγούμενη εξοικείωση με τη γερμανική ιστορία, ο αναγνώστης που πληροί έστω και στο ελάχιστο την προϋπόθεση αυτή θα ανταμειφθεί πολλαπλά.

Και πάλι αναζητείται ο εκδότης που θα εισάγει το σπουδαίο αυτό έργο στην ελληνική βιβλιογραφία.


[1] Στο εξής ο αριθμός σελίδας που αντιστοιχεί στο κάθε παράθεμα από το βιβλίο θα τίθεται σε τετράγωνες παρενθέσεις.

Κύλιση στην κορυφή