Μαίρη Μικέ, Ανθεκτική εκκρεμότητα. Ο μύθος της Πασιφάης σε νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα του 20ού αιώνα, Gutenberg, Αθήνα 2022.
Η αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία σαγηνεύει στη διάρκεια των αιώνων συγγραφείς και καλλιτέχνες ορίζοντας ένα σταθερό, αέναα επισκέψιμο διακείμενο και δημιουργώντας παράλληλα ένα τεράστιο και ανεξάντλητο πλέγμα σημασιολογικών διασταυρώσεων: εντός του νεότερες επεξεργασίες του μύθου ανακαλούν σύγχρονες ή παλαιότερες διαχειρίσεις του για να τις επεκτείνουν, να τις τροποποιήσουν, να τις αναθεωρήσουν ή να τις αναιρέσουν στη βάση ιδεολογικών και αισθητικών κριτηρίων, προσωπικών καλλιτεχνικών μύθων και επιδιώξεων. Από τη δεκαετία του 1980 έως τις μέρες μας, όψεις της πλούσιας διακειμενικής δικτύωσης[1] που δημιουργεί η λογοτεχνική μνήμη του μύθου, διερευνώνται εντός του πολυποίκιλου πεδίου των σπουδών πρόσληψης της αρχαιότητας. Το πρόσφατο βιβλίο της Μαίρης Μικέ, Ανθεκτική εκκρεμότητα. Ο μύθος της Πασιφάης σε νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα του 20ού αιώνα, διεκδικεί επάξια τη δική του ξεχωριστή θέση σε αυτό το πεδίο. Πριν περάσω στα περιεχόμενά του, θα σταθώ για λίγο στην καταγωγική συνθήκη του.
Αναγνωρισμένη μελετήτρια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ασκημένη στη χρόνια και εις βάθος ανάγνωση, στην έρευνα και ανάλυση με επιστημονικά εργαλεία των λογοτεχνικών κειμένων, η Μικέ είναι ταυτόχρονα μια γυναίκα δημιουργός –μια συγγραφέας που στις μυθοπλαστικές διηγήσεις της συναντιέται και διαλέγεται με τον φιλολογικό και αναγνωστικό εαυτό της. Στην τελευταία συλλογή διηγημάτων της, τους Ζωντανούς ίσκιους,[2]η Μικέ σκηνοθετεί συνομιλίες με πρόσωπα βγαλμένα από τον χώρο της λογοτεχνίας, συγγραφείς, ήρωες και ηρωίδες, μετασχηματίζοντας τον βίο και τις ιστορίες τους, ενσωματώνοντας κομμάτια του λόγου τους και αφήνοντας τους πάλλοντες ίσκιους τους να λειτουργήσουν ως ζωογόνα νάματα της σκέψης και της γραφής της. Η διήγηση «Ο ιστός της Πασιφάης», από την εν λόγω συλλογή, φέρει μέσα της το σπέρμα του παρόντος βιβλίου: η βασίλισσα προβάλλει στη διήγηση αποκαθηλωμένη και απεγνωσμένη μέσα στο έρεβος του Εμφυλίου, όπου την είχε μεταφέρει προηγουμένως ο Μίλτος Σαχτούρης, να αναλογίζεται τις τύχες που της έλαχαν και να συγκατοικεί με μια άλλη τραυματισμένη μυθική μορφή, την υφάντρα Αράχνη, πλασμένη με σπαράγματα εξορυγμένα από τον κόσμο της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ. Η Μικέ είχε προηγουμένως συναντήσει τη λαμπερή βασίλισσα με τη δύσκολη ιστορία στις επίμονες λογοτεχνικές οδοιπορίες της, και αναλάμβανε εδώ την πρόκληση μίας ακόμα, μετα-αφηγηματικής αυτή τη φορά, ανάπλασής της.
Η μελέτη της, που ακολούθησε το 2022, με τον νοηματικά πυκνό τίτλο «Ανθεκτική εκκρεμότητα» λύνει, τρόπον τινά, μια δική της φιλολογική «εκκρεμότητα» με το θέμα: τη διερεύνηση άλλων, προγενέστερων μεταφορών και μετατροπών του αρχετυπικού συμβόλου και του μύθου της μινωικής Πασιφάης στην ελληνική λογοτεχνία. Ο μύθος παραμένει, βέβαια, υπόθεση ανοικτή σε νέες ερμηνείες και αναδημιουργίες, όπως μας δείχνει η Μικέ, συμπεριλαμβάνοντας ως υστερόγραφο στη μελέτη της ένα ποίημα του 21ου αιώνα για την εισχώρηση του ανθρώπινου στο ζωώδες: την «Πασιφάη» (2007) του Θανάση Χατζόπουλου.
Στον πρόλογο του βιβλίου της, η συγγραφέας εξηγεί με εντιμότητα τους στόχους της: μελετά τον μύθο μέσα από παραδειγματικά κείμενα, ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά συγγραφής τους από το 1915 έως το 1986, στοχεύοντας όχι στη «συστηματική αποδελτίωση» αλλά στην ανάδειξη της «πολυσημίας ενός μυθικού συμβόλου» (σ. 15) και των διαφορετικών προβληματισμών που αυτό γεννά στο άνυσμα του χρόνου εντός μιας συγκεκριμένης λογοτεχνικής παράδοσης. Στην παρούσα περίπτωση, ο περιορισμός της έρευνας, τόσο από ειδολογική άποψη –ποιητικά ιδίως κείμενα– όσο και από χρονολογική, από την εποχή του Μεγάλου Πολέμου έως το τέλος της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, αποδεικνύεται ευεργετικός. Επιτρέπει στη συγγραφέα να αποκρυσταλλώσει σχήματα και να σημαδέψει κόμβους που δημιουργούνται στην πορεία της υποδοχής της μυθικής Πασιφάης στη νεοελληνική ποιητική γραφή. Και αν από τη μια πλευρά η έρευνά της επικεντρώνεται στα έργα εννέα γνώριμών μας ποιητών και ποιητριών, του Κωστή Παλαμά, του Άγγελου Σικελιανού, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Μίλτου Σαχτούρη, του Νίκου Καζαντζάκη, του Γιάννη Ρίτσου, της Άντειας Φραντζή και της Αθηνάς Παπαδάκη, από την άλλη εξακτινώνεται σε πλατιά μήκη: η Μικέ αναπτύσσοντας το υπόβαθρο των κείμενων που σχολιάζει, εντάσσει στην ανάλυσή της πλήθος άλλων αναπαραστάσεων της μυθικής βασίλισσας, από την κλασική γραμματεία, την αρχαία αγγειογραφία και τη γλυπτική έως τη σουρεαλιστική ζωγραφική και τη σύγχρονη φωτογραφία, καθώς και στοιχεία από την ιστορία της εποχής των κειμένων. Ο λόγος της διακρίνεται από τη διεπιστημονική του πρόθεση, καθώς την ενδιαφέρουν οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στα κείμενα που σχολιάζει και μια πλειάδα καλλιτεχνικών εκφράσεων· από πραγματολογική επάρκεια, καθώς μεριμνά πάντοτε να τεκμηριώσει το ιστορικό συγκείμενο, και από μια λεπτή αναγνωστική ευαισθησία που την οδηγεί σε παραγωγικές ερμηνείες. Η Μικέ αποτυπώνει τη φιλολογικά ματιά της στα πράγματα και τα κείμενα με μια ρέουσα γραφ,ή διάστικτη με μεταφορές και ασύνδετα, χαρίζοντας στο κείμενό της ένα προσωπικό δοκιμιακό ύφος.
Αλλά ποια ήταν η Πασιφάη και γιατί, τέλος πάντων, αυτή;
Στο γιατί, απαντάει, πέρα από την εγκαταστημένη σχέση της Μικέ δημιουργού με τη μυθική βασίλισσα, το γεγονός ότι το σύμβολό της κεντρίζει πολύ λιγότερο την καλλιτεχνική έμπνευση, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μορφές του μινωικού κύκλου, αρσενικές όπως ο Μίνωας, ο Μινώταυρος και ο Θησέας, και θηλυκές όπως η Αριάδνη και η Φαίδρα. Ακριβώς όμως η σπανιότητα των εμφανίσεών του, δίνει στους δημιουργούς μεγαλύτερη ελευθερία στη χρήση του. Δεν είναι τυχαίο ότι «σπινθήρας» του βιβλίου υπήρξε η κρυπτική αραιογραμμένη κατακλείδα του Νίκου Εγγονόπουλου στο τελευταίο ποίημά του από Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939): «και τώρα παρεμβάλλεται το δράμα της Πασιφάης» (σ. 47). Αυτό το εμφατικά δηλωμένο και ταυτόχρονα άγραφο δράμα, εσωκλείει την ουσία του δίφορου, θεωρώ, μύθου της Πασιφάης, που από τη μια λάμπει και τους φωτίζει όλους, κατά το έτυμον του ονόματός της, και από την άλλη ζει καταδικασμένη στο σκότος, μακριά από την κοινώς παραδεκτή ηθική τάξη εξαιτίας της νοσηρής σεξουαλικής επιθυμίας της για ένα κτήνος.
Η Πασιφάη, θυγατέρα του Ήλιου και της Περσηίδας, αδελφή του Πέρη, του Αιήτη, βασιλιά της Κολχίδας, και της μάγισσας Κίρκης, θεία της μάγισσας Μήδειας, σύζυγος του Μίνωα, που τον γιάτρεψε από αφροδίσιο νόσημα, και μητέρα των παιδιών του, είναι από τα σπάργανά της μια άνομη μορφή. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση δεν ήταν μόνο βασίλισσα, αλλά και μάγισσα που υποτυπώνει μια ισχυρή μινωική θέα ή θεότητα συγγενή με τη Σελήνη.
Η ιστορία της είναι συνδεδεμένη με μια πράξη παραβίασης της θεϊκής εντολής –δηλαδή με ένα αρχετυπικό αμάρτημα–[3] είτε από τον Μίνωα που δεν θυσίασε στον Ποσειδώνα τον θεσπέσιο ταύρο του, είτε από την ίδια που περιφρόνησε τη λατρεία της Αφροδίτης, είτε τέλος από τον πατέρα της Ήλιο, που αποκάλυψε στον Ήφαιστο τον παράνομο έρωτα της Αφροδίτης με τον Άρη.[4] Οι θεοί για να τιμωρήσουν την ανυπακοή ενέβαλαν στη βασίλισσα ασυγκράτητο πόθο για τον ταύρο. Η Πασιφάη ζευγαρώνει με το ζώο μέσω ενός ξύλινου, κούφιου εσωτερικά, ομοιώματος δαμάλας που κατασκεύασε για χάρη της ο Δαίδαλος. Από την παράδοξη ένωση του ζώου με τη Πασιφάη, η οποία, παρατηρεί η Μικέ, διαφέρει από ανάλογες μυθικές συνευρέσεις καθώς δεν εμπεριέχει το στοιχείο της μεταμόρφωσης, γεννιέται ο θανατηφόρος Μινώταυρος: μισός ταύρος, μισός άνθρωπος, κατοικεί στο Λαβύρινθο, έργο επίσης του Δαίδαλου, και τρέφεται με ανθρώπινη σάρκα.
Aμαρτωλή βασίλισσα που παίρνει πρωτοβουλία για την εκπλήρωση της επιθυμίας της; Θύμα της παντοδύναμης εξουσίας των θεών; Τερατώδες θηλυκό ή πάσχουσα γυναίκα;
Η Πασιφάη τροφοδότησε την καλλιτεχνική φαντασία από τον Ησίοδο και τον Ευριπίδη, τον Βιργίλιο, τον Οβίδιο και τον Λουκιανό έως τον Jackson Pollock και τον Δημήτρη Παπαϊωάνου. Η Μικέ συνοψίζει εύγλωττα τις αντιδράσεις απέναντι στη μορφή της που κυμαίνονται «από τον αποτροπιασμό, την κατάκριση και την περίσκεψη έως τη συμπάθεια και τη συναισθηματική σύγκλιση» (σ. 28). Η συγγραφέας αναλαμβάνει να μελετήσει τις μεταπλάσεις του μύθου και την υποδοχή του συμβόλου στη νεοελληνική λογοτεχνία σε σχέση κάθε φορά με τα «ζητούμενα του δημιουργού και του καιρού» (σ. 14). Οι τίτλοι των 8 ενοτήτων/κεφαλαίων του βιβλίου συμπυκνώνουν εύγλωττα το στίγμα της κάθε λογοτεχνικής σύλληψης. Στο πρώτο, με τον τίτλο «Η εξορία», η Μικέ συζητά το ποίημα «Μια βραδιά σ’ ένα σπίτι» από τους Βωμούς (1915)του Κωστή Παλαμά και το «V. Διοτίμα» από την ενότητα «Η συνείδηση της γυναίκας» (1916) του Προλόγου στη ζωή του Άγγελου Σικελιανού. Ο Παλαμάς δεν βλέπει στην Πασιφάη παρά τη γεννήτρα του τέρατος που ενσαρκώνει εντός της εθνικής του ποίησης τους αντιμάχους της ελληνικής λευτεριάς και αντίστασης. Για τον Σικελιανό το αχαλίνωτο σεξουαλικό πάθος της βασίλισσας, σε αντίθεση με την ηθικά μετρημένη ιέρεια Διοτίμα, εμποδίζει το υψηλό ποιητικό του όραμα. Με την έννοια αυτή, κατά τη Μικέ, και οι δυο ποιητές συλλαμβάνουν την Πασιφάη αρνητικά, ως ένα σκοτεινό σημείο, και την εξορίζουν από την ποιητική τους χώρα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο το «Το “δράμα”», η συγγραφέας ανασυνθέτει τους πολλαπλούς δρόμους που ακολούθησε η ερευνητική της περιέργεια προκειμένου να ξεκλειδώσει το «δράμα της Πασιφάης» που παρεμβάλλεται με την ηχηρή απουσία του στο ποίημα «Στους φίλους των πόλεων» του Εγγονόπουλου από τα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939). Η ερμηνευτική συλλογιστική της Μικέ δείχνει πώς μέσα στο απειλητικό, τραγικό και ταυτόχρονα κωμικό και αποτροπαϊκό σκηνικό του ποιήματος, όπου ευοίωνα σύμβολα ελπίδας και ανατροπής συνυπάρχουν με δυσοίωνα σύμβολα κατασταλτικής εξουσίας, το δράμα της Πασιφάης δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στην αχαλίνωτη αγριότητα, στο παράλογο σκοτάδι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που μόλις ξέσπαγε
Ο Σικελιανός επιστρέφει στην Πασιφάη με τον Δαίδαλο στην Κρήτη, που τον γράφει το 1942.Παρά τον ζόφο της ιστορικής στιγμής, ο ποιητής απομακρύνει τον μαύρο πέπλο από τη μινωική βασίλισσα. Εκκινώντας από μια άλλη εκδοχή του μύθου της, που ταυτίζει την Πασιφάη με τη Σελήνη, τη μετασχηματίζει σε προεξάρχουσα ιέρεια μυημένη στο πνεύμα της ποίησης και σε κήρυκα του αιτήματος για ελευθερία. Αυτόν τον μετασχηματισμό συνοψίζει ο τίτλος του τρίτου κεφαλαίου «Η ιερότητα». Ο θάνατος της Πασιφάης δικαιώνει την επιθυμία της για έξοδο από τη βία του Μίνωα και για απελευθέρωση από τον εγκλεισμό στον Λαβύρινθο –που εδώ παραπέμπει στη ναζιστική Κατοχή. Για πρώτη φορά στην έμμετρη τραγωδία του Σικελιανού, όπως μας δείχνει η Μικέ, η Πασιφάη στη συνάντησή της με την πολύπαθη ελληνική ιστορία, εξαγνίζεται.
Στο τέταρτο κεφάλαιο, την «Αποθέωση», βρίσκει τη θέση του η «Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης» του Εμπειρίκου, ποιητικό πεζό γραμμένο το 1945, μόλις 3 χρόνια μετά τον Δαίδαλο στην Κρήτη. Η Κατοχή έχει μεν τελειώσει, αλλά ο Εμφύλιος μαίνεται. Όπως διαπιστώνει ο Μικέ, ο Εμπειρίκος χαιρετίζει τον Σικελιανό και μοιράζεται στοιχεία του ύφους και του οράματός του, αλλά εντός του δικού του επαναστατικού υπερρεαλιστικού προγράμματος για έναν έρωτα «άνευ ορίων και άνευ όρων», η λαγνεία της Πασιφάης αποθεώνεται θριαμβικά. Η νεαρή θηριοδαμάστρια Ζεμφύρα έρχεται αντιμέτωπη με τον λαβύρινθο των παθών της καθώς προσεγγίζει με ηδυπάθεια το αρσενικό λιοντάρι που της επιτίθεται, προκαλώντας τις ιαχές των θεατών του τσίρκου και φέρνοντάς τους σε επαφή με τα μύχια «ορμέμφυτα» που συνέχουν τη ζωή. Η τελετουργία ηδονής, απαλείφοντας τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και ζώου και μεταλλάσσοντας το δέος του θανάτου σε οργασμό ζωής, δημιουργεί ένα ουτοπικό νέο σύμπαν ερωτικής συνύπαρξης. Η παράθεση όλου του κειμένου του Εμπειρίκου στην παρούσα ενότητα, θα βοηθούσε τον/την αναγνώστη/τρια να παρακολουθήσει καλύτερα το σύνθετο ερμηνευτικό ξεκλείδωμά του από τη Μικέ. Στην ουσία, η εμπειρίκεια μεταμόρφωση της Πασιφάης καταλύει τολμηρά την έννοια της αρχετυπικής παράβασης που ενυπάρχει στον δυτικό πολιτισμό και σαλπίζει την πλήρη σεξουαλική απελευθέρωση από κάθε φραγμό. Στη βάση αυτή, η συγγραφέας προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση του διαζευκτικού ή του τίτλου, στην οποία η Ζεμφύρα συνεπάγεται τον «αποκλεισμό» της «μυθικής, μυστικοπαθούς Πασιφάης» και τη «διάλυση» του μυστικού της (σ. 93). Θα μπορούσαμε, πάντως, να διαβάσουμε τον σύνδεσμο και ως γλωσσικό σημαίνον μιας ταύτισης: το μυστικό της Πασιφάης δεν είναι παρά η ίδια η Ζεμφύρα,το αδάμαστο ζώωδες ένστικτο που ενυπάρχει σε κάθε έμβιο ον.
Ο επόμενος ποιητής, ο Μίλτος Σαχτούρης, όπως μας αποκαλύπτει η Μικέ στην ενότητα «Η διάλυση», δεν τραβά το νήμα από τη θετική μεταστροφή του μύθου στον Σικελιανό και τον Εμπειρίκο αλλά από τον συγγενικό ομότεχνό του, Νίκο Εγγονόπουλο. Στην «Πασιφάη» από τη μετακατοχική συλλογή του Παραλογαίς, εκδομένη το 1948, ο Σαχτούρης δημιουργεί ένα υλικά αισθητό, σπαρακτικό σκηνικό, μέσα στο οποίο η αγριεμένη βασίλισσα σε αναζήτηση της κομματιασμένης δαμάλας της αποτυπώνει την εμφυλιακή δίψα για θάνατο. Με την τραγωδία Κούρος του 1955, ο Νίκος Καζαντζάκης επιστρέφει στον μινωικό μύθο, στοιχεία του οποίου είχε ήδη εγκλιματίσει στην Οδύσεια (1938), όπως επισημαίνει διεισδυτικά η Μικέ στην ενότητα «Η συνύπαρξη». Ωστόσο, μόνο δύο έμμεσες αναφορές κάνει στην Πασιφάη, και αυτές αντιφατικές: από τη μια η βασίλισσα είναι φορέας μολυσμένου αίματος και γι’ αυτό, όπως συμβαίνει στον Σικελιανό προηγουμένως, καταδικάζεται από τον Θησέα, αρσενικό ηγήτορα ενός νέου πολιτισμού, ενώ από την άλλη ενσαρκώνει στα μάτια της κόρης της, Αριάδνης, τον γυναικείο καημό για μια υπερβατική χαρά, για ένα σμίξιμο ανθρώπων και θεριών.
Με τον Ρίτσο του κεφαλαίου «Η συσκότιση» εισερχόμαστε και πάλι στη ζώνη των σχέσεων μύθου και ιστορικής συγκυρίας. Το ποίημα «Ο νέος χορός», γραμμένο το 1968 στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων στο Παρθένι της Λέσβου, καταδικάζει τη βασίλισσα ακόμα πιο βαθιά, σπάζοντας το ενιαίο μυθικό της πρόσωπο σε πολλαπλά και τετριμμένα –φωτογραφικά θα έλεγα– αντίγραφα, σε Πασιφάες, που όπως και οι Μινώταυροι και οι Λαβύρινθοι, συμβολοποιούν τα ζοφερά πάθη, τη βαναυσότητα και τα μυστικά που κρύβονται πίσω από τις ευφρόσυνες φιέστες, τις στίλβουσες παρελάσεις και τα έπαθλα της «πλαστογραφημένης πραγματικότητας» [5] της δικτατορίας:
Κι αργότερα ξεχάσαμε ολότελα Μινώταυρους και Πασιφάες και Λαβυρίνθους, ακόμη και την άμοιρη Αριάδνη παρατημένη στη Νάξο να πεθαίνει ολομόναχη. Ο χορός, ωστόσο, διαδόθηκε γρήγορα κι έμεινε. Τον χορεύουμε ακόμη. Κι είναι από τότε που θεσπίστηκε ο φοίνικας σαν έπαθλο στους δήλιους γυμνικούς αγώνες.[6]
Περνώντας με το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου της, τη «Μυθολογία του γυναικείου σώματος», στη λογοτεχνία της μεταπολιτευτικής περιόδου, η Μικέ αναδεικνύει μια ριζική μετατόπιση στον χειρισμό του μύθου, ο οποίος τώρα συνδέεται με τρία χαρακτηριστικά της περιόδου: την πολιτική στροφή προς τη γυναικεία απελευθέρωση, τη σταδιακή στροφή της λογοτεχνίας προς τη σφαίρα του ιδιωτικού και την ανάδυση ισχυρών γυναικείων ποιητικών φωνών. Η Πασιφάη που προβάλλει στον «Λαβύρινθο» της Άντειας Φραντζή (1982) και στη «Μητρότητα» (1986) της Αθηνάς Παπαδάκη, συνδέεται με τη διερεύνηση της μύχιας γυναικείας εμπειρίας, με την ατελέσφορη λαχτάρα του ποιητικού υποκειμένου για ερωτική ένωση και κυοφορία στο πρώτο, με τη σύνδεση του ποιητικού λόγου με το ενσώματο βίωμα της μητρότητας, στο δεύτερο. Η Πασιφάη της Παπαδάκη από γεννήτρα του τέρατος μετατρέπεται σε σύγχρονη μητέρα τροφό, προσφέροντας ένα ακόμα παράδειγμα της οικειοποίησης γυναικείων μυθικών μορφών για την έκφραση υπαρξιακών αγωνιών από τις ποιήτριες της Μεταπολίτευσης.
Στα επιλεγόμενα του βιβλίου της, η συγγραφέας επισκέπτεται από ένα μακροσκοπικό πρίσμα τις μεταμορφώσεις της Πασιφάης που μελέτησε, διακρίνοντας δύο θεματικές κατευθύνσεις. Γύρω από έναν πρώτο άξονα περιστρέφονται όσα ποιήματα έχουν ως κέντρο αναφοράς την ερωτική ή αισθησιακή όψη της βασίλισσας, καταδικάζοντας, απογειώνοντας ή υπερασπίζοντας τον σωματικό πόθο της ή τοποθετώντας στο προσκήνιο το στερημένο σώμα της. Γύρω από τον δεύτερο άξονα κινούνται όσα ποιήματα μιλούν με όχημα τον μύθο για την τρέχουσα ιστορική συνθήκη: σε αυτά υπερισχύει μια καταδικαστική πρόσληψη της Πασιφάης ως σύμβολου της προδοσίας, του παράλογου και της αγριότητας. Η ευαίσθητη αναγνωστική περιπλάνηση της Μικέ στα χνάρια της υποφωτισμένης λογοτεχνικής Πασιφάης, μας αποκαλύπτει εκ νέου την αέναη γοητεία που ασκεί ο αρχαιοελληνικός μύθος στους νεοέλληνες δημιουργούς, ιδίως στους ποιητές[7], καθώς τους επιτρέπει να αρθρώσουν την προσωπική τους σύλληψη του πραγματικού με όρους συλλογικούς. Και ταυτόχρονα μας δείχνει πώς οι λογοτεχνικές μετουσιώσεις του μύθου κρυσταλλώνουν κάθε φορά τη σύγχρονη ιστορική και πολιτισμική κατάσταση των δημιουργών τους: έτσι, μας προσκαλεί να αναμένουμε, σε αυτήν την αειθαλή εκκρεμότητα, το νέο φανέρωμά του.
[1] Βλ. τη μελέτη αναφοράς του Ζαχαρία Σιαφλέκη, Η εύθραυστη αλήθεια. Εισαγωγή στη θεωρία του λογοτεχνικού μύθου, Gutenberg, Αθήνα 2 1998.
[2] Ζωντανοί ίσκιοι. Διηγήσεις, Gutenberg, Αθήνα 2020.
[3] George Palmer Garrett, «The Function of the Pasiphae Myth in Brother to Dragons», Modern Language Notes 74, no. 4 (1959): 311–13. https://doi.org/10.2307/3040070.
[4] Βλ. σχετικά το ψηφιακό λήμμα της Δήμητρας Μήττα, «Πασιφάη» στο «Μορφές και θέματα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας», Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα: https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/crete/page_007.html (ανάκτηση 5/11/23).
[5] Βλ. το κείμενο των Γ. Ψυχοπαίδη, Κ. Κατζουράκη και Γ. Βαλαβανίδη, 29/2/1972, που κυκλοφόρησε της παραμονές της Έκθεσης των «Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών, στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, τον Μάρτιο του 1972, στο Γιώτα Χρήστου, «Η αντίδραση των Ελλήνων καλλιτεχνών απέναντι στη Χούντα» στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.artycle.gr/theoria-istoria/174-i-antidrasi-ton-kallitexnon-sti-xounta.html (ανάκτηση 5/11/23).
[6] Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τόμ. Ι΄ 1963-1972, Αθήνα, Κέδρος 1989, σ. 54.
[7] Όπως παρατηρούσε ο Peter Mackridge, «Yet it is in poetry that the modern Greeks have made the profoundest and most sophisticated use of ancient mythology», «Introduction», στο P. Mackridge (επιμ.), Ancient Greek Myth in Modern Greek Poetry. Essays in Memory of C.A. Trypanis, London, Frank Cass 1996, σ. xiv.

