Ερχόμενος κανείς αντιμέτωπος με ένα τέτοιο θέμα, ή μη-θέμα, αντιμετωπίζει, αν έχει γεννηθεί σαν και εμένα το 2001, μια αρχική αμηχανία σχετικά με το περιεχόμενο των όρων, ή με το ίδιο το προσωπικό αντίκρισμα του ζητήματος. Μια αμηχανία που στη συνέχεια εξαπλώνεται και κυριεύει τελικά ολόκληρο τον ορίζοντα του προβληματισμού. Και ενώ ο λόγος μπορεί να φαίνεται απλός, όταν κανείς συζητάει το θέμα με τους —περίπου— ομηλίκους του, η γραφή έχει πάντα άλλες απαιτήσεις απέναντι σε τέτοιες απλότητες. Έτσι ξεκινώ να προσεγγίζω το κείμενο αυτό με έναν προεξαγγελτικό αφοπλισμό απέναντι σε κάθε δυνατό μέτωπο. Πρώτον, αγνοώ ποια ακριβώς είναι η γενιά μου, δεύτερον, δυσκολεύομαι να καταθέσω απλώς μια προσωπική μαρτυρία και, το σημαντικότερο απ’ όλα, δεν ξέρω καν πώς να θεματοποιήσω αυτή μου τη γενική δυστοκία.
Αποφάσισα λοιπόν να διατρέξω, κάπως ελλειπτικά, τους περιμετρικούς άξονες που συνενώνουν το εν λόγω ζήτημα και που χορηγούν, επιπλέον, απαραμείωτη στατικότητα στη στραβή θεμελίωσή του. Ελπίζοντας, βέβαια, πως διαγράφοντας μια τέτοια διαδρομή, ένα-δυο πρόσφορα θέματα ίσως προκύψουν κατά τη διάρκειά της—γνωρίζοντας μολονότι πως σπάνια τέτοιες ελπίδες ξεγλιστρούν του καθεστώτος τους και αναλαμβάνουν μια οντολογία διάφορη της αρχικής τους συνθήκης.
Σχετικά, λοιπόν, με το περιεχόμενο, συνηθίζω να απαντώ στο ερώτημα «σε ποια γενιά ανήκεις;» με την ενοχλητική πόζα: «εξαρτάται ποιο σάιτ διαβάζεις». Αυτό εκ πρώτης όψεως είναι απλώς εύκολο και θα έπρεπε να απουσιάζει από ένα τέτοιο κείμενο, αλλά, σε δεύτερη σκέψη, κυκλώνει τον αρχικό μου προβληματισμό στιγματίζοντας παράλληλα κάθε ανάλογη προσωπική αναρώτηση. Σε ποια γενιά ανήκω; Μέχρι το 2015, αν θυμάμαι καλά, κοινωνιολογικά εντασσόμουν στο ανώτατο όριο των Μillennials, από κει και ύστερα μάλλον θεωρούμαι Gen Z. Αυτού του είδους η θεωρία βρίσκει πάντα τυπικούς όρους περιγραφής και αυτοί κινούνται πάνω-κάτω στις εξής προδιαγραφές: κινητό πήρα πρώτη φορά στις αρχές του λυκείου (κάπως αργά), μουσική μεγάλωσα να ακούω σε cd αλλά κάπου στο γυμνάσιο κατέβαζα κομμάτια σε ένα μικρό πράσινο iPod χωρίς οθόνη, σταθερός υπολογιστής ανέκαθεν υπήρχε στο σπίτι και το μάθημα της πληροφορικής το διδασκόμουν από το δημοτικό. Όλα αυτά προφανώς κάτι σημαίνουν, αλλά αγνοώ τι ακριβώς, καθώς για εμένα το ζήτημα στη γενιά τη δική μου δεν ήταν ποτέ ο ευρύς κοινός τόπος, αλλά οι ειδικές, ιδιόφωνες και προσωπικές χρήσεις πάνω σε αυτόν τον κοινό τόπο. Είμαι έτοιμος να γράψω ότι μια τέτοια δήλωση λειτουργεί ως πύκνωση του συμπτώματος που αντιμετωπίζουμε συλλογικά, αλλά αυτό είναι ψέμα, ή ψιλή θεωρία, ή τέλος πάντων κακή ενατένιση· δεν πρόκειται περί συμπτώματος αλλά περί της καταστατικής ορίζουσας της γενιάς μου. Και όσο και αν θα ήθελα να βγάλω τον εαυτό μου απ’ έξω και να κάνω κριτική στη σταδιακή οχύρωση του εαυτού εξωτερικά, εγώ ο ίδιος βρίσκομαι εντός του οχυρού ως τέκνο της εποχής μου. Το αν εγώ, για παράδειγμα, ένεκα προσωπικού γούστου, προτιμώ να γράφω σε πολυτονικό και να διαβάζω εφημερίδα, ή να πηγαίνω δια ζώσης στις δημόσιες υπηρεσίες, ή να πηγαίνω στους Χαιρετισμούς κ.τ.λ. δεν πρόκειται περί συντηρητικών αποπειρών ενάντια στη γενιά μου, αλλά περί του απολύτου γνωρίσματός της. Όταν ο Χάμπερμας έλεγε ότι η θραύση της ενότητας του μύθου παράγει την ιδεολογία, ήταν μοντερνιστής. Σήμερα βρισκόμαστε στην, πέραν της ιδεολογίας, εκ νέου εξερεύνηση του μύθου, αλλά αυτή τη φορά ιδιωτικά. Ο καθένας έχει τον δικό του προσωπικό μύθο, πράγμα αδιανόητο για τη νεωτερική κριτική, αλλά απολύτως δεδομένο για κάθε άνθρωπο της ηλικίας μου που ζει τη ζωή του στη βάση μιας εσωτερικά οργανωμένης μυθολογίας, κοινωνήσιμη πιθανώς μονάχα στο μέτρο της αναζήτησης ανθεκτικότερων υλικών για τη θεμελίωσή της. Το παλιό και ξεχασμένο όνειρο τής, σχεδόν καθεστωτικής σήμερα, αναρχικής σκέψης, ή απλώς της παλαιάς χριστιανικής συλλογικότητας για ενοριακή άρθρωση του κοινωνικού, αναβιώνεται σήμερα σαν το Craigslist. Ο καθένας, δηλαδή, ζητά καλύτερα υλικά για να χτίσει και έρχεται σε επαφή με μια διαπλανητική, άνευ τοπικών προσδιορισμών, ετερότητα για να του προσφέρει την κάθε φορά σωστή τεχνογνωσία για την οικοδομή του. Ο Λεβινάς, που για κάποιο λόγο εμφανιζόταν συχνά-πυκνά ως προασπιστής της τεχνολογίας, είχε φτάσει να δηλώσει πως στο απόλυτα τεχνικό περιβάλλον, αυτή η απουσία του τοπικού επιτρέπει στο πρόσωπο να φανερωθεί σε όλο του το μεγαλείο. Αυτό εν μέρει σήμερα δικαιώνεται, αλλά χάνει τον άλλο του συστατικό πόλο, τη σχέση. Κι έτσι, αν μιλήσουμε ιουδαϊκά, έχουμε γεμίσει πρόσωπα που ανεβοκατεβαίνουν το κύκλωμα, αλλά αδυνατούν να σαββατίσουν. Ενώ αν μιλήσουμε χριστιανικά, έχουμε γεμίσει ατομικότητες που αδυνατούν να σχετιστούν. Αν μιλήσουμε μια τρίτη γλώσσα όμως, θα δούμε πως η σχέση μεταστοιχειώνεται σε δικτύωση—κι αυτό κάτι είναι, ή μάλλον κάτι παραπάνω, καθώς η συναίρεση κεφαλαίου-τεχνολογίας πρέπει να έχει και από μυστικό. Όπως σε κάτι αρχαίες επιστημολογίες το νοητό πρέπει να έχει και κίνηση γιατί αλλιώς θα υπολείπεται του αισθητού στην κίνηση, ήτοι θα είναι σε κάτι φτωχότερο κι αυτό είναι μεταφυσικά ασύλληπτο, έτσι κι η εν λόγω συναίρεση θα αδράξει από το μυστικό τρόπους για να γίνει καλύτερη και αποδοτικότερη ή απλώς γιατί δεν γίνεται να είναι λειψή. Δικαιώνοντας παράλληλα τους μυριάδες μάγους των χιλιετηρίδων που τελικά δεν δούλευαν εις μάτην.
Για να μη γράψουμε όμως μια εντελώς cyber-punk γιανναρική επιφυλλίδα, έχει ένα νόημα να μην εμπλακούμε παραπάνω με το γνωστό και εν πολλοίς σωστό πρόβλημα της σχέσης με την επεξεργασία, απλώς εδώ προσανατολισμένη στο τεχνικό οικοσύστημα. Από την άλλη, ούτε και η συνέχεια αυτής της πρώτης σκιαγράφησης του οχυρωμένου εαυτού στον αντίποδα του πορώδους, όπως την κατέγραψε ο Τέηλορ, φαίνεται να φωτίζει πραγματικά το θέμα σε όλες του τις σημαντικές πτυχές. Ενώ τελικά η μεταμοντέρνα συζήτηση για μια άλλη κατανόηση ενός τεχνολογικού προγράμματος κατοίκησης και ενδιαίτησης με τις βασικές διατάξεις του μυστικισμού να επανεφευρίσκονται εδώ και μάλιστα οξυμένες (η μέθεξη λαμβάνει ηλεκτρονικό και δικτυωματικό χαρακτήρα και η πορεία προς αυτήν, με αφετηρία την αποχή από το ενδόκοσμο, παραμένει εδώ εντελώς ιδιωτική) έχει κι αυτή ενδιαφέρον, αλλά και πάλι δεν εντοπίζει τον πυρήνα του εδώ ζητήματος.
Πώς θεματοποιείται λοιπόν η απουσία του γενεακού διακυβεύματος; Μόνο, νομίζω, όπως το υπονοήσαμε παραπάνω, με την κατάδειξη της εκρηκτικής παρουσίας του. Κάθε τι, δηλαδή, που παρατηρούμε στην καθημερινότητα και μας παρακινεί σε μια βαρύγδουπα αρνητική ερμηνεία, είναι, στην πραγματικότητα, συστατικό γνώρισμα ακριβώς της γενιάς με της οποίας την ύπαρξη δυσκολευόμαστε (ο πληθυντικός μπορεί να είναι και ευγενείας).
Παρόλα αυτά έχει μια σημασία μια αναφορά σε αυτό το κείμενο όχι θεωρητική ως προς την κοινωνιολογία της γενιάς γενικά, αλλά ως προς μια από αυτές τις άπειρες ιδιοτυπίες που αφορά εμένα και έχει να κάνει με τη γραφή και την ανάγνωση. Άλλωστε το ίδιο το κείμενο αυτό είναι προϊόν τριβής με μια τέτοια παράξενη συναλληλία.
Στο έδαφος, λοιπόν, αυτού του τριχοειδώς πλέον εξαπλωμένου «anything goes» που ρυθμίζει ακριβώς τη θερμοκρασία των πραγμάτων και επομένως ελέγχει την τήξη και την πήξη τους, ίστανται και οι διάφορες κοινότητες που συγκροτούνται από τη σύντηξη και των διαφορετικών αναγνωστικών μικροκόσμων. Εδώ, που η μορφική τάξη είναι περίπου όπως την έχουμε περιγράψει, περιεχομενικά συντελούνται διάφορες αμυδρές αλλαγές στην πίεση και στη χημεία της ατμόσφαιρας μέσα στο τερράριο. Ενώ στην επιφάνεια του εδάφους ο καθένας στέκεται πρώτον σε διαφορετικά σημεία του ορίζοντα και δεύτερον αναπνέει ταυτόχρονα και τον εξωτερικό αέρα, ορισμένοι ιστοί κειμένων μοιάζουν να λειτουργούν σαν σημαδούρες. Έκαστος λοιπόν ακολουθεί έναν φωσφορισμό και ανασκάπτοντας το σημείο της λάμψης εντοπίζει άλλους πέντε-έξι που δεν είχαν άλλο καλύτερο από το να σκάψουν επίσης και να βρεθούν κατά λάθος ένα γεωλογικό στρώμα κάτω. Εκεί (όπως και παντού), η έννοια του κοινού αναπροσδιορίζεται ως ανάγκη συλλογικής πλοήγησης στο υπέδαφος. Τέτοιες εξερευνήσεις οδηγούν σε επαφή με παλιές αρδεύσεις (τόπος, τρόπος κ.λπ.), που κανείς στην πραγματικότητα δεν έχει τι να κάνει πέρα από να τις ανακατευθύνει σε προσωπικό πάλι πότισμα, το οποίο κάποιες φορές τυχαίνει και καρποφορεί. Ενώ σε άλλες πιο ειδικές περιστάσεις, μεταφέρονται ακόμη και στην επιφάνεια, δημιουργώντας ξανά μια αμηχανία σχετικά με το νόημα της ευρύτερης νομής τους.
Ένας καλός φίλος, λίγο μεγαλύτερος, με ρωτάει συχνά πώς και επιστρέφουμε στα κείμενα [αυτά] χωρίς μια σειρά συμβολικών πατροκτονιών που στην πραγματικότητα απαιτούνται αν κάποιος έχει μια αξίωση ειλικρινούς σχετισμού με το εκάστοτε έργο. Θα του αντέτεινα λοιπόν, και ελπίζω να μην το θεωρούσε αποφυγή, πως η πατροκτονία προϋποθέτει μια συμβολική σχηματοποίηση του πατέρα που πλέον απλώς δεν υφίσταται. Υπάρχει πατέρας προφανώς, αλλά βρίσκεται σε απόλυτη ενδόρρηξη με τη μητέρα, όπως και με τον υιό κι άλλο τόσο με την κόρη. Στο μέτρο αυτής της λογικής, εγώ που διαβάζω ένα x κείμενο κι είμαι απ’ όλα, ποιον να πρωτοσκοτώσω; Και όπως έχει αρχίσει πλέον να φαίνεται, ό,τι και να σκοτώσω, κομμάτι δικό μου θάβω, καθώς τα κείμενα, όσο κι αν θέλουμε να το κρύψουμε, είναι πια πολυπρισματικά κάτοπτρα που καθρεφτίζουν κάθε φορά τη μισή έκφανση μιας υποκειμενικότητας που σπάει σε εκατό διαφορετικές κατευθύνσεις.
Και ενώ όλα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους μας, υπάρχουν ορισμένα σημεία που διαφεύγουν πάντα του θεωρητικού βλέμματος, ακόμα και όταν είναι πολλαχώς πιο επιμελημένο από το δικό μου. Και αυτό είναι ακριβώς το ευτύχημα, ότι αυτό που μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε πραγματικά είναι ένα υλικό αγνώστου προέλευσης που δεν θεματοποιείται ούτε από την καλύτερη όψη της κριτικής. Τη στιγμή που θα ανακαλύψουμε και αυτή την τελευταία ταυτότητα προέλευσης και θα αφήσουμε την ταξινομία να την ονομάσει, ακόμα και ένα ποτό θα γίνει αβίωτο. Τουλάχιστον, προς το παρόν, οι ουσιαστικότεροι δεσμοί που προκύπτουν εντός ή εκτός των διαφορετικών πλαισίων αντλούν την ουσία τους από αυτό, ακόμη, το υλικό και ακόμα και αν η συνεκτικότητα μεταξύ μας δεν είναι το σημερινό φόρτε, πάντα κάτι από την υποκειμενικότητα θα σπάει εορταστικά προς τον άλλον.

