Στέφανος Δημητρίου

Ένας ρόλος και η ηθική του

Βασίλης Βουτσάκης, Η ηθική των δικηγόρων, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2025.

I

Υπάρχει δεοντολογία που να χαρακτηρίζει –ή πολύ περισσότερο– να δεσμεύει το έργο του δικηγόρου, ικανή να θέσει ένα πλαίσιο, εντός του οποίου να μπορεί κανείς να επεξεργαστεί τα εισαγωγικά ερωτήματα που θέτει ο Βασίλης Βουτσάκης; Είναι ερωτήματα του κάθε ανθρώπου: «Μπορεί ένας δικηγόρος να υπερασπισθεί ένα άτομο με τις πολιτικές πεποιθήσεις του οποίου διαφωνεί; Μπορεί ένας δικηγόρος να αναλάβει τη δικαστική εκπροσώπηση ενός πελάτη, το ένδικο μέσο του οποίου δεν έχει καμιά πιθανότητα να γίνει δεκτό; Έχει ο δικηγόρος του ενάγοντος δικαίωμα να θέτει ερωτήματα στην εναγομένη που να αγγίζουν τον πυρήνα της ιδιωτικής ζωής (ενώ έχει ήδη τεκμηριώσει ικανοποιητικά το βάσιμο των ισχυρισμών του πελάτη του); Είναι ανεκτό ένας δικηγόρος να προσποιείται ότι ο πελάτης του δεν θα αποδεχθεί μια πρόταση σε διαπραγμάτευση ενώ κατ’ ιδίαν γνωρίζει το αντίθετο; Μπορεί ένας δικηγόρος να δίνει αμφίσημες πληροφορίες στον δικηγόρο του αντιδίκου; Επιτρέπεται ένας δικηγόρος να αποκαλύψει πληροφορίες που του εμπιστεύτηκε ο πελάτης του και αφορούν άλλα άτομα;» (σ. 3). Ο συγγραφέας, ελαυνόμενος από τέτοια ερωτήματα, άγεται προς το να εξετάσει τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δεοντολογίας, τη δικαϊκή υφή των οποίων βεβαίως αναγνωρίζει. Εξετάζει, όμως, κριτικά την ταύτιση της δεοντολογίας των δικηγόρων με τους κανόνες που τίθενται, λαμβάνοντας υπόψη τη θέσπισή τους, τη συμμετοχή των ίδιων των δικηγόρων στην αρχική τους σύνταξη και εν συνεχεία στη διαμόρφωσή τους. Η κριτική εξέταση του Βασίλη Βουτσάκη δεν προσεγγίζει τον Κώδικα Δεοντολογίας ως απλό νομοθέτημα. Εάν είναι θεμιτή μία τέτοια κριτική στάση, τότε, εφόσον η δεοντολογία των δικηγόρων δεν υπάγεται μόνο στο θετικό δίκαιο, θα πρέπει να εξεταστεί και να προσδιοριστεί το πού αυτή ανήκει. Κατά τον συγγραφέα, η προσπάθεια να προσδιοριστεί το πού ανήκει η δεοντολογία των δικηγόρων υπερβαίνει κατά πολύ την κοινωνική ηθική, η οποία περιλαμβάνει τις ισχυρότερες, κάθε φορά, κοινωνικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις ως προς τι είναι δίκαιο και άδικο, ηθικό και ανήθικο και, πολύ περισσότερο, καλό ή κακό. Ο αξιακός πλουραλισμός είναι, εκ των πραγμάτων, μία κατά πολύ ευρύτερη συνθήκη, ένα πιο ανοικτό πεδίο σημασιολογήσεων όλων των παραπάνω. Εάν όμως η κοινωνική ηθική δεν επαρκεί, τότε πια θεώρηση είναι πληρέστερη; Ο συγγραφέας, χωρίς να αποφαίνεται αφοριστικά, πιστεύει ότι η ανεπάρκεια της κοινωνικής ηθικής επιτρέπει θεωρήσεις του ζητήματος, στο πλαίσιο θεωριών περί αρετής (που έχουν αριστοτελική προέλευση) και θεωριών που περιλαμβάνουν τη σχέση ηθικών καθηκόντων και δικαιωμάτων. Αυτή η παραδοχή του Βασίλη Βουτσάκη προϋποθέτει μία σαφή θέση ως προς το πού θα μπορούσε να ανήκει η συζητούμενη δικηγορική δεοντολογία. Ο συγγραφέας δεν δέχεται ότι μπορεί να υπάρχει ένα διακριτό, αυτεξάρτητο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας ή της εφαρμοσμένης ηθικής, στο οποίο να μπορεί να ενταχθεί η εν λόγω δικαιολογία, διότι, όπως τονίζει, η εφαρμοσμένη ηθική προϋποθέτει μία συνεκτική διδασκαλία, η οποία θα πρέπει να είναι πλήρης και επαρκής και, μάλιστα, ως προς τη δυνατότητα της εφαρμογής της.

Τότε ποιος θα είναι ο ρόλος των δικηγόρων, σε αυτό το πλαίσιο; Ο συγγραφέας θα μας μιλήσει για μια θεωρία των ρόλων. Πώς, όμως, η θεωρία των ρόλων αναδεικνύει τα ζητήματα με τα οποία θα αναμετρηθεί, καθώς και τις προτεραιότητές της; Ο Βασίλης Βουτσάκης, κατά τρόπο απροσδόκητο, θα ξεκινήσει από ένα διήγημα του Μπόρχες, το «Η απορία του Αβερρόη» (Ανθολογία, μτφ. Λ. Καμπερίδης, Δόμος, Αθήνα 1979, σ. 119 επ.), το οποίο αρχίζει περιγράφοντας μια σκηνή από την ημέρα του Αβερρόη. Το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι ο Μπόρχες τονίζει τη δυσκολία του Αβερρόη ως προς το να ερμηνεύσει τα έργα του Αριστοτέλη, διότι ο Αβερρόης, το προηγούμενο βράδυ, είχε περιέλθει σε κατάσταση σύγχυσης. Αιτία για αυτήν τη σύγχυση ήταν η απόδοση των όρων «Τραγωδία» και «Κωμωδία», διότι αυτές δεν υπήρχαν στον ισλαμικό κόσμο. Δεν θα εκθέσω λεπτομερώς την πολύ ενδιαφέρουσα διήγηση, για την οικονομία του κειμένου. Συνοπτικά, όμως, η διήγηση εξιστορεί την πορεία του ταξιδευτή Αμπουλκασίμ Αλ-Ασαρίμ, που είχε προσφάτως γυρίσει από το Μαρόκο και ο οποίος, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, διηγείτο τα ταξίδια του στην Κίνα. Τότε διηγείται και μια εξωτική ιστορία, σύμφωνα με την οποία οδηγήθηκε από εμπόρους σε ένα ξύλινο, ζωγραφισμένο σπίτι, όπου βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι. Το σπίτι ενιαίο, όπως ένα δωμάτιο, αλλά και με ατελείωτες καμάρες και μπαλκόνια, το ένα επάνω από το άλλο. Σε όλα τα μέρη του σπιτιού, άνθρωποι έτρωγαν και έπιναν και άκουγαν μουσικά όργανα. Όχι, όμως, όλοι. Υπήρχαν και κάποιοι, με κόκκινα προσωπεία, που τραγουδούσαν, συζητούσαν και προσεύχονταν. Ήταν φυλακισμένοι, τη φυλακή των οποίων ουδείς έβλεπε, ενώ οι ίδιοι κουβαλούσαν και άλογα, τα οποία πάλι κανείς δεν έβλεπε, και μάχονταν και με καλαμένια σπαθιά. Αυτή η διήγηση θα σκοντάψει στη δυσπιστία των συνδαιτημόνων. Ο Αμπουλκασίμ, για να το ξεκαθαρίσει, θα πει ότι μπορεί κανείς να φανταστεί έναν διαφορετικό τρόπο από τη λεκτική αφήγηση μιας ιστορίας: αντί κάποιος να την πει, την δείχνει. Φέρνει ένα παράδειγμα. Το παράδειγμα όμως, που ήταν η ιστορία των Επτά Παίδων της Εφέσου, που βρίσκονται σε μια σπηλιά, προσευχόμενοι και κοιμώμενοι, με ανοιχτά τα μάτια, ενώ, κατά τη διάρκεια του ύπνου, μεγαλώνουν και, στο τέλος, τους βλέπουμε ξύπνιους στον Παράδεισο, δίνει την αφορμή στον Αβερρόη να θυμηθεί και να πει για την περίοδο που, ευρισκόμενος στο Μαρακές, ενθυμούμενος βασανιστικά την Κόρδοβα, κατεύνασε τον πόνο της ανάμνησης, επαναλαμβάνοντας στροφές ενός ποιήματος. Ο Αβερρόης κατέληγε ότι η αξία της ποίησης συνίσταται στο ότι τα λόγια που έγραψε ένας βασιλιάς, με καημό για την Ανατολή, τού προσέφεραν την παυσίλυπη παραμυθία που χρειαζόταν για τη νοσταλγία του για την Ισπανία. Στο τέλος της ιστόρησης, ο Αβερρόης, αρχίζοντας πάλι το μισοτελειωμένο γραπτό του, διατυπώνει τη λύση στο ερμηνευτικό του πρόβλημα: «Ξαφνικά, σα να του ανακαλύφτηκε η έννοια των δύο αμφίρροπων λέξεων. Με σταθερή και προσεχτική αλληλογραφία, πρόσθεσε τις παρακάτω γραμμές στο χειρόγραφο. Ο… Αριστοτέλης τραγωδία καλεί τα πανηγυρικά και κωμωδία τις σάτιρες και τ’ αναθέματα. Στο κοράνι έχουμε ένα σωρό τραγωδίες και κωμωδίες» (σ. 23). Γιατί, όμως, αυτό; Διότι, όπως δείχνει ο Βασίλης Βουτσάκης, τόσο ο Αμπνταλμαλίκ όσο και ο Αβερρόης δεν μπορούν να καταλάβουν τι είναι μια θεατρική παράσταση, άρα και τι ακριβώς κάνει ο ηθοποιός, όταν παίζει έναν ρόλο. Με τα λόγια του Μπόρχες, όπως τα παραθέτει ο συγγραφέας, «δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι ο κόσμος μπορεί να αναπαρίσταται».

Για τον Βασίλη Βουτσάκη, το διήγημα του Μπόρχες θέτει ευθέως το ζήτημα ως προς το τι χρειαζόμαστε εμείς οι ίδιοι, όχι για να καταλάβουμε τι είναι μια θεατρική παράσταση, αλλά για το πώς προσλαμβάνουμε έναν θεατρικό ρόλο, κατανοώντας το τι κάνει ο ηθοποιός, όταν παίζει τον ρόλο, με τον τρόπο που υποδύεται και ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα, άρα με το τι του συμβαίνει. Από αυτήν την απορητική θέση, ο Βασίλης Βουτσάκης θα προχωρήσει στα «πιο δικά του», δηλαδή στον σκηνικό χώρο του δικαστηρίου, την πράξη του ίδιου του γεγονότος της δίκης και, βεβαίως, στον ρόλο εκάστου συντελεστή. Άλλωστε οι ρόλοι είναι παντού: «Οι ρόλοι θεωρούνται πλέον παγίως στη ζωή των ανθρώπων, ατομικής ή κοινωνικής: δεν είμαστε γονείς, επαγγελματίες, δάσκαλοι, πειραχτήρια ή γείτονες αλλά υποδυόμαστε τον ρόλο του γονέα, τον ρόλο του επαγγελματία κ.λπ. Κάποιοι από τους ρόλους είναι κατ’ αρχήν βιολογικοί (π.χ. ο ρόλος του πατέρα), άλλοι έχουν κυρίως πολιτισμική διάσταση (π.χ. ο ρόλος της Ελληνίδας μάνας), σε άλλους κυριαρχούν οι θεσμικές όψεις (π.χ. οι επαγγελματικοί ρόλοι)∙ ορισμένοι επιλέγονται (π.χ. ο ρόλος του διανοούμενου ή του αστείου της παρέας), άλλοι επιβάλλονται έξωθεν (π.χ. ο ρόλος του γονέα ή του γείτονα). Το ερώτημα που προβάλλει είναι κατά πόσον τα ερωτήματα που τίθενται ως προς τον θεατρικό ρόλο έχει νόημα να τεθούν και ως προς τους άλλους ρόλους που υποδυόμαστε όλοι μας, ορισμένους δε από αυτούς ταυτόχρονα. Είναι βέβαιο ότι οι θεατρικοί ρόλοι είναι ιδιάζοντες και διαφέρουν από τους ρόλους που προαναφέρθηκαν: οι τελευταίοι είναι δομικά στοιχεία της ζωής μας κι όχι διακριτοί από τη ζωή των ηθοποιών, όπως οι θεατρικοί ρόλοι που οι τελευταίοι παίζουν. Έτσι στα προηγούμενα γνωσιοθεωρητικά ερωτήματα προστίθενται και άλλα, διαφορετικού χαρακτήρα. Ας πάμε στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος: πώς οργανώνεται ένας ρόλος, όπως αυτός του δικηγόρου, ούτως ώστε να αποτελέσει διακριτό στοιχείο στη ζωή ενός ανθρώπου, ιδίως σε σχέση με την ηθική του συγκρότηση; Ή ποια λειτουργία επιτελεί ένας τέτοιος ρόλος στη ζωή του φορέα του;» (σ.25). Πώς, όμως, συγκροτείται ένας τέτοιος ρόλος; Τι προϋποθέτει η δικανική, σκηνική του απόδοση; Και τα δύο αυτά ερωτήματα, εάν έχουν κάποια σημασία, υπάγονται στην προτεραιότητα της υποβολής ενός άλλου ερωτήματος: πώς είναι δυνατή η ερμηνευτική κατανόηση και εξήγηση του υποκριτικού κώδικα ενός δικηγόρου, όταν αυτός ερμηνεύει τον αντίστοιχο ρόλο;

II

Ο συγγραφέας, πραγματευόμενος τους κανόνες, από τους οποίους συγκροτούνται οι ρόλοι, στο πεδίο μιας πρακτικής, θα συνδέσει την πρακτική με τον ανθρώπινο βίο και αυτόν με την έννοια της αρετής, που, στην αριστοτελική της τουλάχιστον εννοιολόγηση, αφορά τη νοηματοδότηση της ζωής του ανθρώπου. Ο δικηγόρος, όμως, που στοχάζεται απορητικά για αυτά, που αναλύει, συνθέτει και κρίνει, δεσμεύεται από καθήκοντα και υπερασπίζεται δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι και τα δικά του, και όχι μόνον των εντολέων του. Για τον Βασίλη Βουτσάκη, αυτή η πρόκληση έγκειται στο «να ορίσουμε σε τι συνίστανται τα ηθικά δικαιώματα και από πού απορρέει η δεσμευτικότητά τους. Ας συνδέσουμε τα ερωτήματα αυτά με τη θεματική της εμπιστοσύνης, που, όπως έχουμε δει, βρίσκεται στον πυρήνα της σχέσης που συνδέει τον δικηγόρο με τον πελάτη του: πώς πρέπει να νοηθούν τα ηθικά δικαιώματα του πελάτη έναντι του δικηγόρου αλλά και αντιστρόφως του δικηγόρου έναντι του πελάτη ούτως να συνιστούν το θεμέλιο της εμπιστοσύνης που τους συνδέει;» (σ. 119).

Ο συγγραφέας, αφού παρουσιάσει με εξαιρετικό τρόπο τη γνωστή ταινία And Justice for All, του Νόρμαν Τζούισον (1979), με τον Αλ Πατσίνο, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του δικηγόρου Άρθουρ Κέρκλαντ, θα σταθεί στο κέντρο του ζητήματος, δηλαδή στο πρόβλημα που αφορά τη σχέση ανάμεσα στις ηθικές αξίες και τα δικαιώματα που έχει ο πελάτης ενός δικηγόρου. Στην εν λόγω ταινία, ο Κέρκαλντ εγκαταλείπει και καταγγέλλει τον πελάτη του, άρα παραβιάζει τα δικαιώματά του. Ο συγγραφέας, λοιπόν, ευλόγως διερωτάται: «Ποια είναι η θεωρία που, χωρίς να απεμπολεί τον ηθικό της χαρακτήρα, προσδίδει βαρύνουσα σημασία σε ηθικά δικαιώματα; Αν το δικηγορικό επάγγελμα ασκείται σε μια ηθικά μη αδέσμευτη ζώνη, σε τι συνίστανται οι δεσμεύσεις που ενδημούν σε αυτήν και πηγάζουν από ηθικά δικαιώματα;» (σ. 124). Για τον Βασίλη Βουτσάκη, το πλέον κρίσιμο και σημαντικό σε αυτήν τη δέσμη των προβλημάτων, αλλά και ως προς τον αξιακό προσανατολισμό που θα πρέπει να έχει η δικανική, δεοντολογική ηθική, είναι η δεσμευτική ισχύς των δικαιικών αρχών. Αυτό συνεπάγεται αντίστοιχη δεσμευτική ισχύ τόσο για τα ίσα δικαιώματα –προφανώς σε αναφορά και αντιστοιχία προς ίσες υποχρεώσεις– όσο και ως προς τα απορρέοντα συναφή καθήκοντα. Αυτή όμως δεν είναι μια δογματική παραδοχή. Αντιθέτως ο υποστηρίζων τα παραπάνω υπέχει την αυστηρή υποχρέωση της επιχειρηματολογικής δικαιολόγησης αυτής της δεσμευτικότητας. Εφόσον αυτές οι δικαιικές αρχές οφείλουν να έχουν γενικό χαρακτήρα και αφηρημένο (όχι με την έννοια της σημασιολογικής αοριστίας, αλλά ως προς το να μην καθορίζονται από ιδιαίτερα, επιμέρους περιεχόμενα) περιεχόμενο, το πρόβλημα αφορά το πώς θα επιτελέσουν το αναγκαίο, δύσκολο έργο, το οποίο αποσκοπεί στη δικαιική ρύθμιση της συμπεριφοράς όλων μας ως συγκεκριμένων ατομικοτήτων, συγκεκριμένων ανθρώπων. Το πρόβλημα συγκροτείται και νοηματοδοτείται εντός του πεδίου της σχέσης δικαίου και ηθικής. Οι δύο όροι δεν ταυτίζονται, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ηθικοληπτική εννόηση και εφαρμογή του δικαίου, αλλά τελούν υπό καθεστώς κανονιστικής συνάφειας. Είναι θέμα ως προς το πώς μπορεί να τίθεται, εντός του δικαιικού πεδίου, το ζήτημα της ηθικής αυτονομίας και των ηθικών δικαιωμάτων. Η δεοντοκρατική προβληματική του Βασίλη Βουτσάκη είναι σε διαρκή διάλογο με τον Ρόναλντ Ντουόρκιν και τον Τζων Ρωλς και βεβαίως με την καντιανή ηθική και πρακτική φιλοσοφία. Η τελευταία προϋποθέτει ότι κάθε αναφορά στην ηθική αυτονομία και τον ηθικό νόμο, άρα και στο κύρος του ορθού πρακτικού λόγου, είναι και αναφορά στο ιδεώδες του ανθρώπου λογιζομένου ως προσώπου. Αυτό είναι εναργώς διακριτό στην προβληματική και την επιχειρηματολογία του Βασίλη Βουτσάκη, σε βαθμό που να διαλέγεται ουσιωδώς με τον Ντουόρκιν και τον Ρωλς. Γι’ αυτό και όταν εξετάζει με διεισδυτικότητα τα καθήκοντα που οφείλει να αναγνωρίζει ο δικηγόρος έναντι του πελάτη του, του κράτους και της κοινωνίας, οδηγείται από την επίγνωση ότι ο ηθικός νόμος είναι νόμος της ελευθερίας. Αυτό σημαίνει, αλλά και συνεπάγεται, ότι η ανωτέρω επίγνωση συναρτάται ευθέως με την παραδοχή ότι η εν λόγω ελευθερία είναι και υπευθυνότητα ως προς τους ιεραρχούμενους σκοπούς. Χωρίς αυτούς και τη δυνατότητα της διαρκούς, δυνητικής τους αναστοχαστικής εξέτασης, αλλά και συνεχούς δικαιολόγησης και υπεράσπισης των συναφών καθηκόντων, η ηθική των δικηγόρων δεν θα είναι συνεπής ως προς το δεοντολογικό της περιεχόμενο. Αυτό συναρτάται με τον ηθικό νόμο, τον οποίον μπορεί να θέτει στον εαυτό του ο δικηγόρος, άρα να οριοθετεί ο ίδιος την ελευθερία του, υποκείμενος και σε όλες τις εξωτερικές κανονιστικές δεσμεύσεις, άρα να συναντά, σε αυτό το σημείο, και την ηθική του αυτονομία ως προς τη συνειδητή επιτέλεση του καθήκοντος και των επιμέρους, συγκεκριμένων αντικειμένων αυτής της ενιαίας αντίληψης περί καθήκοντος. Η αναγνώριση όμως της αναγκαίας αναστοχαστικής εξέτασης από τον Βασίλη Βουτσάκη, μας δείχνει γιατί μπορεί να αναζητεί μια τέτοια δεοντοκρατική ηθική, υπό το πνεύμα της διαρκούς αναφοράς στον ηθικό νόμο, εκτός από τα σαφώς καθορισμένα κανονιστικά καθήκοντα. Και μάλιστα, να το επιχειρεί αυτό χωρίς να λοξοκοιτάζει προς τον δογματισμό και τον ηθικιστικό εξωραϊσμό τού τι θα λογίζεται ορθό: «Το δίκαιο είναι αναγκαίο όχι μόνο για να διασφαλίσει τη δεσμευτικότητα της ηθικής, αλλά και για να την οριοθετήσει από την ηθικοκρατία. Δεν είναι σπάνιες οι φορές όπου η ηθική παύει να είναι σύμφωνη με τον ίδιο της τον εαυτό και εκπίπτει σε ηθικοκρατία. Η ηθικοκρατία μπορεί να εννοηθεί με πολλούς τρόπους σε κάθε δε περίπτωση το αν μια συμπεριφορά είναι ηθικοκρατική συναρτάται με το τι είναι η ηθική. Από τη σκοπιά της δεοντοκρατίας, ένας π.χ. ισχυρισμός μπορεί να είναι ηθικοκρατικός επειδή, κατ’αυτόν, υπάγονται στο πεδίο της ηθικής πλευρές της ζωής ενός ανθρώπου που, από τη σκοπιά της ηθικής αυτονομίας, δεν πρέπει να υπάγονται σε αυτήν: για παράδειγμα, ο στιγματισμός της ερωτικής ζωής ενός ανθρώπου υπερβαίνει τα όρια της ηθικής κι ανήκει στο πεδίο της ηθικοκρατίας. Αλλά και μια υπερβολικά αυστηρή συμπεριφορά μπορεί, από τη σκοπιά της δεοντοκρατίας, να διαπνέεται από ηθικοκρατία: η χωρίς ίχνος κατανόησης αποδοκιμασία μιας συμπεριφοράς ως αντίθετης με την ηθική είναι ηθικοκρατική. Η ηθικοκρατία, με άλλα λόγια, αφορά είτε στο περιεχόμενο είτε στο ύφος μιας ενέργειας» (σ. 196). Το ότι ο Βασίλης Βουτσάκης διευκρινίζει τα ανωτέρω με τόσο σαφή και αποφασιστικό τρόπο, νομίζω ότι οφείλεται στο ότι διαβλέπει τον κίνδυνο ο οποίος ελλοχεύει, όταν υπερισχύει μία τέτοια ηθικοκρατική χειραγώγηση του δικαίου, η οποία, εν τέλει, καταργεί τους ανθρώπους ως ελεύθερα και ίσα ηθικά πρόσωπα. Αυτό όμως απέχει πάρα πολύ από μια δημόσια αντίληψη της δικαιοσύνης, η οποία να αντανακλά στη θεσμική συγκρότηση της κοινωνίας. Και αυτή η αντίληψη, καθώς και η υπεράσπισή της, νομίζω ότι είναι η κύρια γνωσιοθεωρητική και ηθική έγνοια του Βασίλη Βουτσάκη στο τόσο ενδιαφέρον βιβλίο του.

⸙⸙⸙

[Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.]

Κύλιση στην κορυφή