Αρντίτα Ιατρού,
Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου,
Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2024.
Άραγε πόσο παράλογο θα ήταν να υποθέσει κανείς ότι ο ρατσισμός ακολουθεί κι εκείνος τις μόδες του; Σίγουρα ενέχει ταξικά στοιχεία, αυτό το γνωρίζουμε – ειδάλλως, ο Σουηδός τουρίστας θα κινδύνευε να μαχαιρωθεί μέσα σε κάποιον σταθμό του Ηλεκτρικού από νεοναζιστικές συμμορίες τόσο όσο ο Πακιστανός μικροπωλητής. Όμως δεν υπάρχουν αυξομειώσεις στον βαθμό «μισητότητας» όλων αυτών των «υποδεέστερων» εθνικοτήτων; Ίσως υπάρχουν. Για παράδειγμα, εν έτει 2024, το μέσο ρατσιστικό παραλήρημα στον ελλαδικό χώρο είναι πιθανότερο να περιλαμβάνει λέξεις και φράσεις όπως «ισλαμοφασίστας», και «αλλοίωση του πολιτισμού [μας]» παρά σλόγκαν όπως «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ/ Αλβανέ/ Αλβανέ». Και πράγματι, σήμερα, όταν αυτός ο μέσος ρατσιστής έχει να αντιμετωπίσει τόνους δέρματος πολύ σκουρότερους και θρησκευτικές πρακτικές πολύ διακριτότερες από το σύνηθες στη βαλκανική γειτονιά, είναι λογικό να μην ασχολείται και τόσο πια με τους «Αλβανούς κλέφτες» και τις «Βουλγάρες πόρνες». Εξάλλου, και να ήθελε να ασχοληθεί, ίσως δεν θα μπορούσε να τους εντοπίσει και πολύ εύκολα, αφενός επειδή η όψη τους δεν ξεχωρίζει (ή, αν ξεχωρίζει, το κάνει με τα ανοιχτότερα κι όχι σκουρότερα χρώματά της) και αφετέρου επειδή δεν ξεχωρίζει ούτε και η προφορά τους (με τόσους ανθρώπους που γεννιούνται πλέον στην Ελλάδα, πηγαίνουν σε ελληνικό σχολείο και μεγαλώνουν ακούγοντας ελληνικά), ενίοτε δε ούτε και το ίδιο το όνομα. Ειδικά οι Αλβανοί αποτελούν περίπου τον μισό από τον μη ελληνικό πληθυσμό του τόπου, και ίσως δεν υπάρχει άλλο έθνος που να έχει προσπαθήσει (ή αναγκαστεί, όπως το πάρει κανείς) με μεγαλύτερο ζήλο και μεγαλύτερη επιτυχία να αφομοιωθεί από τον ντόπιο πληθυσμό. Οι Αλβανοί που κατέφταναν στην Ελλάδα μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος, στα κύματα της δεκαετίας του 1990, ήταν κάτι ξένο και αξιοπερίεργο. Σήμερα, όμως, ειδικά οι νεαροί Έλληνες, που γεννήθηκαν από το 2000 και ύστερα, πώς θα μπορούσαν να εκλαμβάνουν τους Αλβανούς ως κάτι «ξένο και αξιοπερίεργο», όταν η πλειονότητα των Αλβανών τους οποίους συναναστρέφονται είναι πιθανότατα οι –γεννημένοι στο ίδιο μαιευτήριο και συμφοιτητές στην ίδια Φιλοσοφική– συνομήλικοί τους Χρήστοι και Δημήτρηδες, Άννες και Ελένες; Όχι πως οι Αλβανοί δεν αντιμετωπίζονται πλέον ρατσιστικά. Όμως ίσως δεν βρίσκονται στην κορυφή της ρατσιστικής πυραμίδας – ειδικά όσοι ανήκουν σε δεύτερη ή και τρίτη γενιά μεταναστών δεν βιώνουν όσα βίωσε η πρώτη γενιά, της δεκαετίας του 1990.
Η γεννημένη το 1972 στα Τίρανα Αρντίτα Ιατρού ανήκει σε αυτή την πρώτη γενιά, που ήρθε στην Ελλάδα μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος. Και στο βιβλίο της Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου, με το οποίο συστήνεται επισήμως στο ελληνικό κοινό, μεταφέρει κυρίως δύο εμπειρίες: την εμπειρία του να είσαι μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 και την εμπειρία του να είσαι θηλυκός μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990.
Η Ιατρού χειρίζεται άριστα την ελληνική και εξακολουθεί να μιλά και να γράφει (και ποίηση) στη μητρική της γλώσσα, την αλβανική. Αυτό το δεύτερο είναι μάλλον άξιο αναφοράς, εάν τεθεί ένα ερώτημα κατά πόσο οι γεννημένοι ή/και μεγαλωμένοι στην Ελλάδα Αλβανοί μαθαίνουν ή, έστω, διατηρούν μια σχέση με τη μητρική τους γλώσσα. Ακόμα και μετανάστες πρώτης γενιάς συχνά εμπλέκουν τις δύο γλώσσες, χωρίς κανείς να μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια εάν το κάνουν για εξάσκηση ή από διαβρωτική συνήθεια. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς πώς μια παρέα Ρωσίδων στο λεωφορείο της γραμμής ανοίγουν ολόκληρη συζήτηση στα ρωσικά, αλλά πού και πού αφήνουν κανένα «καλά», «εντάξει», «σου λέω», «τη Δευτέρα» στα ελληνικά. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική γραφή, η διγλωσσία αποτελεί ένα σημαντικό «προσόν», όχι με την ηθικολογική έννοια («μπράβο που μιλάτε τη γλώσσα σας!»), αλλά για τη χάρη μιας διερεύνησης –σε δεύτερο χρόνο– του κατά πόσο η γραφή στη μια γλώσσα επηρεάζει την άλλη, του κατά πόσο ομοιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής των αλβανικών και ο τρόπος με τον οποίο ποιητής των ελληνικών φτάνουν στο χαρτί.
Τα ποιήματα του βιβλίου Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου δεν είναι μεταφρασμένα. Παραδόθηκαν κατευθείαν στα ελληνικά από την Ιατρού. Ακόμα κι αν κάποιο γράφτηκε στα αλβανικά και μεταφράστηκε από την ίδια, η ελληνική του βιβλίου συνολικά είναι υποδειγματική. Βέβαια, τούτο δεν οφείλεται μόνο στη γνώση της γλώσσας ως τέτοιας, αλλά και στη γνώση της ποίησης. Παρόλο που το Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου είναι το πρώτο βιβλίο της Ιατρού στα ελληνικά, έχουν προηγηθεί άλλα έξι βιβλία (πέντε ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα), μεταξύ των οποίων το 66 kilos of solitude, που εκδόθηκε το 2018 στις ΗΠΑ από τις εκδόσεις Transcendent Zero Press. Αξίζει να αναφερθεί, επίσης, ότι η Ιατρού είναι Γενική Γραμματέας του Συλλόγου Αλβανών Μεταναστών Συγγραφέων «Το πράσινο κλαρί», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, στα πενήντα δύο της, παρουσιάζεται πια στο ελληνικό κοινό με ένα βιβλίο ήδη ώριμο, τόσο γλωσσικά όσο και θεματικά.
Η θεματική ωριμότητα πιθανώς συνίσταται στο γεγονός ότι το τραύμα της μετανάστευσης δεν είναι ακριβώς το «κεντρικό θέμα» του βιβλίου, αλλά μάλλον η βάση του, ή, καλύτερα, μια αφορμή από την οποία ξεπηδούν όλα τα άλλα. Υφίσταται ένα λεπτό οδοιπορικό νήμα, που βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί την περιπλάνηση του ανθρώπου στους τόπους, στην Ιστορία και, τελικά, στη ζωή καθώς μεγαλώνει. Αυτό εκφράζεται μέσα από τα ποιήματα που έχουν ως άξονα πρόσωπα της οικογένειας ή παντί τρόπω οικεία:
Δημιουργήσαμε τον Θεό μας
ενώ η μάνα μου κάθε μήνα πουλούσε το αίμα της
τριακόσια γραμμάρια για τριακόσια λεκ…
(«Ήρθε κάποτε μια μέρα», σελ. 15)
Στον πλανήτη της κακουχίας
ήμουν το μοναδικό παιδί
που κοιμόταν πάνω στο τραπέζι
με ζύμη στο χέρι…
(«Το εργοστάσιο αρτοποιίας», σελ. 26)
Και γυρνούσαν ηττημένοι στα κελιά
στη γωνιά τους την ώρα του γεύματος
από τα εβδομαδιαία κουπόνια…
(«Τα παιδιά του ’70», σελ. 40)
Και ούρλιαξα από τρόμο
όταν είδα τη Νόνα στο κατώφλι να γελά
κουβαλώντας στην πλάτη της έναν βράχο.
(«Νόνα», σελ. 47)
Οι μνήμες από την παιδική/νεανική ηλικία τοποθετούνται πάντα σε ένα δυσχερές περιβάλλον (άλλοτε με τονισμένες τις συνθήκες ακραίας φτώχειας και άλλοτε απλώς με μια ταπεινότητα) και εστιάζουν πάντα σε ένα πολύ σημαντικό οικείο πρόσωπο, συνήθως δε γυναικείο. Η μητέρα επανέρχεται συστηματικά μέσα στα ποιήματα. Και αποτελεί την κλασική –και απολύτως ρεαλιστική– αγία μητέρα, εκείνη που κάνει τα πάντα για να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη για τα παιδιά της, εκείνη που θα προτιμούσε να κυκλοφορεί ξυπόλυτη παρά να αγοράσει παπούτσια για τον εαυτό της, εκείνη που προστατεύει και παρηγορεί, εκείνη που δεν εκφράζει ποτέ τον πόνο της (τα παιδιά της συνειδητοποιούν την ύπαρξή του όταν είναι πια μεγάλα και σε θέση να τον βιώσουν και τα ίδια). Επίσης, υπάρχει η αόριστη παρουσία μιας γιαγιάς, καθώς και νεαρά κορίτσια, έως και ξεκάθαρη αναφορά στην ύπαρξη της κόρης, η οποία ολοκληρώνει έναν κύκλο γυναικών, μια αλληλουχία γενεών. Οι μητρικές φιγούρες συνδέουν την ποιήτρια με την πατρίδα, με τα φτωχά αλλά –με κάποιο τρόπο– ασφαλή και πιο ανέμελα χρόνια, γεμάτα γλυκόπικρες εικόνες, αρώματα και υφές. Ανάμεσα σε αυτές τις γηραιότερες και στις νεότερες γυναίκες φαίνεται πως μεσολαβεί το χάσμα του άγνωστου και του ξένου – του άγνωστου/ξένου παρόντος και του άγνωστου/ξένου μέλλοντος τόσο για την ίδια την ποιήτρια (καθώς μεγαλώνει), όσο και για την απόγονό της, αλλά και για τις συνομήλικές της, για τις γυναίκες σαν την ίδια, που ενδεχομένως απέκτησαν τις ίδιες εμπειρίες, και για τις γυναίκες που ήρθαν ύστερα από την ίδια, σε μια άλλη χώρα, μια άλλη εποχή, έναν άλλο κόσμο.
Ανδρικές οικείες φιγούρες υπάρχουν επίσης εδώ κι εκεί στα ποιήματα, όμως η αύρα τους είναι αρκετά διαφορετική από των γυναικών. Οι άνδρες εμφανίζονται συνήθως αφυπνίζοντας μια συγκαταβατική καλοσύνη μέσα στην ποιήτρια. Δεν είναι πλάσματα που διαμόρφωσαν την ποιήτρια, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που το έκαναν οι γυναίκες. Είναι πλάσματα που η ποιήτρια τα κάνει να μοιάζουν κάπως ανέγγιχτα από το άχθος της γυναικείας πραγματικότητας, πλάσματα που η ποιήτρια συλλογίζεται αγαπητικά σαν να αποδέχεται το ποσοστό ευγνωμοσύνης που τους οφείλει για το «bare minimum», για το «μη χείρον βέλτιστον» σε έναν κόσμο φτιαγμένο για άνδρες:
Είμαι τυχερή
που έχω έναν σύζυγο
ο οποίος δεν αποπειράθηκε ποτέ
να με δολοφονήσει.
(«Υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση», σελ. 9)
Η πόρτα ανοίγει.
Ο άντρας μπαίνει μέσα αμίλητος.
Όλοι γύρω από το τραπέζι
σηκώνονται όρθιοι και
χαμηλώνουν τα μάτια στο πάτωμα,
— Καλώς ήρθες, πατέρα!
(«Το Σκότος», σελ. 37)
Πάντα ήσουνα
μέσα σ’ ένα κελί.
Έπρεπε κάποτε να δηλώσω το επάγγελμά σου,
φυλακισμένος, έγραψα
και η πίκρα να λέγεται
η μπαλαρίνα που δεν έγινα ποτέ
[…]
Το έμαθα
όταν πέθανες μήνες πριν.
Δεν έκλαψα, μα ούτε γέλασα.
(«Είμαι η κόρη ενός φυλακισμένου», σελ. 65)
Και οι γυναικείες και οι ανδρικές μορφές στο βιβλίο της Ιατρού εντάσσονται στο δικό τους φάσμα. Δεν είναι όλες οι γυναικείες μορφές θετικές και δεν είναι όλες οι ανδρικές μορφές αρνητικές. Οι γυναικείες κουβαλούν επίσης πικρίες, παράπονα και φόβο, όπως οι ανδρικές κουβαλούν επίσης στοργή, ασφάλεια και οικειότητα. Συνολικά, όμως, υπάρχει εμφανής διαφορά ανάμεσα στις γυναίκες και στους άνδρες που συνθέτουν τον κόσμο αυτού του βιβλίου. Ο οποίος κόσμος του δεν είναι ένας οποιοσδήποτε κόσμος, αλλά ο κόσμος της κατώτερης τάξης στις πατριαρχικές (ενίοτε δε και ολοκληρωτικές) κοινωνίες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Το τραύμα της «υποδεέστερης» γυναίκας, που βιώνει σιωπηλά την τυραννία του να είσαι και θηλυκό και φτωχό θηλυκό, δεν εκφράζεται μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης κριτικής στα φαινόμενα βίας κατά των γυναικών και ανισότητας. Από αυτή την άποψη, δεν πρόκειται για φεμινιστικά ποιήματα, αλλά για ποιήματα που απλώς συγκεντρώνουν και αποτυπώνουν δεκαετίες βίωσης μιας πραγματικότητας «παλαιάς κοπής», μιας πραγματικότητας όπου η καταπίεση των γυναικών, η βία προς αυτές και συχνά ακόμα και ο αφανισμός τους δεν ήταν αξιοπερίεργα πράγματα. Εντάσσονταν απλώς στην τάξη της καθημερινότητας, που κανένας βαθμός δυσφορίας δεν θα αρκούσε για να την αμφισβητήσει.
Προφανώς, και μόνο η αναφορά σε τέτοια θέματα συνιστά ένα είδος κριτικής. Δηλαδή, μπορεί στα ποιήματα του Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου να υπερέχει το βίωμα, αλλά η εστίαση σε τέτοια θέματα προϋποθέτει ούτως ή άλλως συνειδητοποίηση της ιδιαίτερης σημασίας τους. Παράλληλα, όμως, αυτή η υπεροχή του βιώματος διαμορφώνει και τον χαρακτήρα του βιβλίου. Η αποτύπωση πρωτογενών συναισθημάτων, γεγονότων και καταστάσεων, ίσως και βιογραφικών ή αυτοβιογραφικών, δεν επιτρέπει μια, τρόπος του λέγειν, «θεωρητική» διαχείριση της θεματικής. Τέτοιου είδους θέματα, δηλαδή, είτε θεωρητικά τα εξετάζει κανείς είτε «πρακτικά» (π.χ. αυτο-θεραπευτικά). Η θεωρητική διερεύνηση δεν προϋποθέτει απαραίτητα βίωμα (μόνο, ίσως, μετοχή στη συλλογική εμπειρία) και η προσωπική διερεύνηση δεν προϋποθέτει θεωρητικά ερείσματα. Από αυτή την άποψη, Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου δεν είναι ένα φεμινιστικό βιβλίο· ο απώτερος σκοπός του –αν υποτεθεί ότι υπάρχει– αφορά μάλλον μια συναισθηματική εκτόνωση ή/και αποκατάσταση, μια σύνοψη βιωμάτων και συμφιλίωση μαζί τους, έναν τελικό απολογισμό. Όσα περιγράφονται μέσα στο βιβλίο αποδεικνύονται συλλογικές εμπειρίες, αλλά δεν μεταφέρονται ως συλλογικές εμπειρίες, αντίθετα, μεταφέρονται ως απολύτως προσωπικές εμπειρίες, ως εμπειρίες που διαμόρφωσαν την ιδιαίτερη ταυτότητα ενός ανθρώπου.
Γι’ αυτό, εξάλλου, και οι εκφάνσεις του αρνητικού μέσα στα ποιήματα μεταφέρονται σχεδόν αποχρωματισμένες συναισθηματικά, με μια πραότητα. Η γυναίκα που διαμορφώθηκε μέσα σε όλα αυτά τα βλέπει τώρα από την απόσταση της ωριμότητας· διηγείται την ιστορία της, μετρά τις πληγές και τις χαρές της – δεν ενδιαφέρεται να ερμηνεύσει τα γεγονότα, δεν αναστοχάζεται ηθικά, δεν ξεδιαλέγει επίτηδες τις σκληρότερες από τις εικόνες του βίου της, για να καταδείξει τη βία της γυναικείας πραγματικότητας. Αυτά προκύπτουν δευτερογενώς για τον αναγνώστη. Με αυτή την έννοια μπορεί να απαλλαγεί η γραφή της Ιατρού από τον χαρακτηρισμό της ως φεμινιστικής. Για τον αναγνώστη, μπορεί να είναι φεμινιστική γραφή, μπορεί να αφήνει περιθώρια για τέτοιες προεκτάσεις, μπορεί να παρέχει τις πρώτες ύλες για εννοιολογήσεις, απλώς δεν είναι αυτό το κίνητρο της ποιήτριας, τουλάχιστον όχι το συνειδητό κίνητρο.
Εάν ήταν, τότε όλα αυτά τα πρόσωπα που διαμορφώνουν τους άξονες του βιβλίου θα εργαλειοποιούνταν και δεν θα εξυπηρετούσαν ποτέ τον σκοπό που φαίνεται τώρα ότι εξυπηρετούν μέσα στο ποίημα – την αποτύπωση του βίου της ποιήτριας, η οποία, σε κάθε άλλη περίπτωση, θα ήταν σαν να γιγαντώνει και να εκμεταλλεύεται στυγνά τις ίδιες της τις εμπειρίες, μετατρέποντας αυτοστιγμεί και τις εμπειρίες και τα πρόσωπα με τα οποία συνδέονται σε μη-πραγματικά, σε πλαστά, ή έστω σε αλλοιωμένα κακέκτυπα.
Τα πρόσωπα του βιβλίου συναρμόζουν για την ποιήτρια το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Αυτά δείχνουν την πορεία της μέσα στον χρόνο, από πού έρχεται, πού βρίσκεται και πού πηγαίνει. Παράλληλα, τα ίδια αυτά πρόσωπα δεν είναι μόνο αντανακλάσεις των αλλαγών που υφίσταται εκείνη ως άτομο στην πορεία της ζωής της, αλλά και αντανακλάσεις των αλλαγών που υφίσταται ο κόσμος γύρω της, συχνά ανεξάρτητα από εκείνη.
Τώρα γράφω για τα ίδια απέραντα ουράνια,
τα πλατιά και ξάστερα,
μα δεν έγινα ποτέ
το απραγματοποίητο όνειρο
της μητέρας.
(«Ο ουρανός πέρα από το γυαλί», σελ. 41-42)
Κάτω από τη σάρκα κρύψαμε όμορφα
τους σκοτωμένους μας
τις ανικανότητές μας τις κάναμε σλόγκαν,
«εμείς δεν θα γίνουμε,
εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ»…
(«Δημοκρατία», σελ. 70)
Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς η Ιατρού συνδυάζει την εμπειρία της μετανάστευσης με την ύπαρξη των προσώπων. Μέσα από εκείνα αποκαλύπτεται η εικόνα της ζωής που οδήγησε στη μετανάστευση. Μέσα από εκείνα αποκαλύπτεται η εικόνα της ζωής στον νέο τόπο. Και μέσα από εκείνα πηγαίνει να αποκαλυφθεί δειλά δειλά το ξένο που είναι καταδικασμένο να μετατραπεί σε δικό. Το βιβλίο περιέχει πολύ ισχυρά πρωτοπρόσωπα ποιήματα, που θα αρκούσαν για να εκθέσουν στον αναγνώστη τις κύριες προβληματικές. Όμως τα ποιήματα από τα οποία ξεπηδούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι παρέχουν μια «σφαιρική» εικόνα των γεγονότων, την ιστορία της ζωής μιας γυναίκας όχι μόνο όπως τη διηγείται η ίδια, αλλά εμπλουτισμένη με «τεκμήρια», που καλύπτουν διάφορα κενά. Οι άνθρωποι αυτοί είναι τα τεκμήρια. Τα συναισθήματα και οι εμπειρίες της γυναίκας είναι αρκετά, αλλά η ιστορία της γίνεται πλήρης μόνο μέσω αυτών των προσώπων, της φτώχειας που τα ορίζει, της βίας που υφίστανται, των σφαλμάτων που διαπράττουν, των θυσιών τους, των τραυμάτων τους, του ίδιου του χαρακτήρα τους και το ρόλου του στη ζωή του άλλου. Η πραγματικότητα της μετανάστευσης, εξάλλου, δεν περιορίζεται στο παρόν. Έχει ένα δυσχερές παρελθόν, από το οποίο προέκυψε, και ένα θολό μέλλον, το οποίο πρέπει κάπως να σχεδιαστεί. Έτσι και η Ιατρού δεν αναλώνεται σε μια αόριστη συναισθηματολογία του παρόντος. Μιλάει για το παρελθόν δείχνοντας ακριβώς ποια ήταν η μέση κατάσταση για έναν Αλβανό του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, που έφτασε κάποια στιγμή να μεταναστεύσει σε ξένο τόπο. Κάπου κάπου κοιτάζει το μέλλον δείχνοντας πώς ο Αλβανός μετανάστης βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τη γενεαλογία του να μοιράζεται στους τόπους.
Οι μητέρες και οι γιαγιάδες των ποιημάτων της Ιατρού δεν μετανάστευσαν οι ίδιες. Δεν είναι αυτό το θέμα των ποιημάτων που τις φιλοξενούν. Το θέμα των ποιημάτων που τις φιλοξενούν είναι η ανέχεια, η παιδική ηλικία σε έναν τόπο που μοιάζει πια απρόσιτος, οι ρίζες, το κίνητρο για την αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο, η ζωτική –απολύτως ζωτική– ανάγκη της μνήμης. Αν το βιβλίο ήταν πιο «θεωρητικό», εάν σκόπευε, μεταξύ άλλων, να λειτουργήσει και ως πολεμική για τον ρατσισμό και τον αλληλένδετο μισογυνισμό που βιώνεται στο ελληνικό περιβάλλον, δεν θα ήταν μόνο η θεματική του διαφορετική, εστιασμένη σε παροντικά γεγονότα, αλλά και το ίδιο το ύφος του, όπου δεν θα κυριαρχούσε η πραότητα της κατανόησης και του απολογισμού, ενίοτε ακόμα και μια παθητική πρόσληψη της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά στοιχεία πιο επιθετικά, όπως η ειρωνεία. Αντίθετα, η παρουσία της γενεαλογίας φέρνει στην επιφάνεια, όχι μόνο αυτό που βιώνει ένας μετανάστης, αλλά αυτό που δημιουργεί έναν μετανάστη, και ακόμα περισσότερο αυτό που μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία καθιστά τους απανταχού μετανάστες ένα «έθνος» από μόνους τους, ένα ξέχωρο σώμα ανθρώπων, που πραγματικά κοινά παρουσιάζουν μόνο μεταξύ τους, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης/διαβίωσής τους, ακόμα και της εποχής τους. Και το γεγονός πως η Ιατρού δεν αρκείται στο παρελθόν και το παρόν (όπως θα ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο για ένα βιβλίο που ενσωματώνει το τραύμα της μετανάστευσης), αλλά εξαντλεί αυτή τη γενεαλογία στρεφόμενη –πρωτότυπα και εντυπωσιακά– στο μέλλον, δείχνει την ιστορική έκταση αυτού του μονήρους «έθνους».
Ένα συνταρακτικό ποίημα, «Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια», όπου βρίσκεται και η αναφορά στην κόρη –την ενσάρκωση του μέλλοντος–, αποτυπώνει την καθολικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, ή, καλύτερα, των πιο οδυνηρών από τα ανθρώπινα πράγματα: την περατότητα, την ψευδαισθητική ιδέα του ελέγχου, τους ατέρμονους κύκλους. Όσο κι αν αυτό το σύντομο ποίημα, που σχεδόν δεν το πιάνει το μάτι, φαίνεται μάλλον άσχετο προς το θέμα της μετανάστευσης, δεν είναι. Αντίθετα, είναι το ποίημα που αφομοιώνει και μεταφέρει σε άλλη διάσταση το ρητό «είμαστε όλοι μετανάστες»: μετανάστες του θανάτου στη χώρα της ζωής· μετανάστες της αμείλικτης φύσης στη χώρα του πολιτισμού· μετανάστες του τίποτα στη χώρα των σχεδίων για το αύριο· οι νέοι είναι μετανάστες στο γήρας, οι γηραιοί είναι μετανάστες στη γνώση, ο άνθρωπος, που είναι η Ιστορία του, είναι μετανάστης στο ταυτοχρόνως άγραφο και προδιαγεγραμμένο, παράλογο και άλογο μέλλον. Εάν η κοινότητα του τραύματος της μετανάστευσης καθιστά τους επί γης απάτριδες «ένα έθνος μόνους τους», τότε η κοινότητα της μικρότητας όλων των ανθρώπων θα έπρεπε τουλάχιστον να τους υπενθυμίζει πως στο βάθος όλοι προέρχονται από το κραταιό έθνος των βροτών.
Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια
δεν τα φοράω πια.
Τα χάρισα στην κόρη μου.
Πάρε τα, της είπα,
για να νιώσεις τον πόνο της ομορφιάς
και κάνε λίγο θόρυβο όταν περπατάς
διότι μια μέρα άλλο πια δεν θα τα θες,
τη μέρα εκείνη που θα καταλάβεις
ότι στη μήτρα της γης
βαδίζουμε ξυπόλυτοι.
(«Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια», σελ. 34).
Φυσικά, όμως, Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου δεν στερείται ποιημάτων που καταπιάνονται και με το παρόν του μετανάστη, με τις ταπεινές εμπειρίες, με τα πρακτικά ζητήματα όπου συχνά οι ωραίοι στοχασμοί για τ’ ανθρώπινα δεν έχουν καμία επίδραση.
Είμαι στην ουρά
για την ανανέωση της άδειας παραμονής.
Έξω από το Αλλοδαπών.
Χειμώνας,
η ώρα πέντε.
Μπροστά και πίσω μου,
σαν μαζεμένα άλογα απ’ τις στέπες,
καπνίζουμε, μιλάμε δυνατά
και ο αστυνομικός που στέκεται στην πόρτα
[…]
δεν καταλαβαίνει λέξη.
(«Άδεια προσωρινής αξιοπρέπειας», σελ. 82)
[…]
κύριε μανάβη,
τα λασπωμένα βερίκοκα που μου πούλησες ακριβά
[…]
τα έκανα μαρμελάδα
ευχήθηκες με ουρλιαχτά να υπήρχε Χούντα
να με στείλει από κει που ήρθα
εξορία
επειδή είχα το θάρρος να σου πω
«βρε απατεώνα»,
κύριε, που μένεις στην απέναντι πολυκατοικία την πρώτη φορά με αποκάλεσες τσογλάνι χαμογέλασα ευγενικά γιατί δεν κατάλαβα το νόημα τη δεύτερη φορά με αποκάλεσες πόρνη εκεί δεν άντεξα, σε έβρισα στη μητρική μου γλώσσα. […]έχει έρθει η ώρα να απορρίψω την ιδέα της ταυτότητας εφόσον ποτέ δεν έχω δουλέψει δεν τη δικαιούμαι, φίλε μη με στέλνεις όμως από κει που ήρθα δεν με ξέρει κανείς.(«Έχει έρθει η ώρα…», σελ. 93-94).
Η πεζή καθημερινότητα του μετανάστη: Από τη μια, χαρτιά, δικαιολογητικά, δημόσιες υπηρεσίες, άγχος, μπερδέματα στη γραφειοκρατία, ένα πολυπόθητο καρτελάκι που αποδεικνύει –κυριολεκτικά– ότι ο άνθρωπος είναι άνθρωπος και, παρότι γεννήθηκε σε αυτόν τον πλανήτη, προς το παρόν του επιτρέπεται από τον νόμο να περπατάει πάνω του. Τυχεροί όσοι έχουν μια επαφή με τη γλώσσα και την κατάσταση των υπηρεσιών στην Ελλάδα και ξέρουν τι να περιμένουν. (Άραγε υπάρχει πιο λυπητερή εικόνα από εκείνη των Αφγανών μεταναστών οκτώ η ώρα το πρωί στην Εφορία, όπου πηγαίνουν πάντα δυο δυο, ένας για την υπόθεσή του και ο άλλος επειδή κουτσομιλάει τη γλώσσα. Εάν ο ντόπιος, που γνωρίζει και τη γλώσσα μια χαρά και την ελληνική γραφειοκρατία, δεν μπορεί να βγει αλώβητος από μια επίσκεψη σε κατάστημα της Εφορίας, ούτε ψυχικά αλλά ούτε και σωματικά καλά καλά, με όλες τις σκάλες που ανεβοκατεβαίνει καθώς οι υπάλληλοι τον παραπέμπουν ο ένας στον άλλο κι όλοι μαζί στο φωτοτυπάδικο απέναντι, πόσες ελπίδες έχει ο αραβόφωνος φτωχοδιάβολος;)
Από την άλλη, οι πονηροί πραματευτάδες που περιμένουν τον «ξένο» για να του μοσχοπουλήσουν τα ληγμένα, να τον κλέψουν στο ζύγι. Αυτός που στηνόταν με τις ώρες στην ουρά, με το δελτίο για το κρέας στο χέρι, για να πάρει ένα πακετάκι με ό,τι του λάχαινε, σιγά μην καταλάβει ότι τα βερίκοκα ήταν σάπια. Έτσι κι αλλιώς, χάρη του κάνουν που έχουν δοσοληψίες μαζί του και δέχονται τα βρόμικα λεφτά του. Από πού κερδίζει χρήματα ένας Αλβανός; Είτε κάθεται αραχτός και ζει με τα κρατικά επιδόματα (από τον ιδρώτα των φορολογούμενων πολιτών), είτε κλέβει, αν είναι άντρας, είτε εκδίδεται, αν είναι γυναίκα. Φυσικά, ο μετανάστης δεν επιτρέπεται να εκφράζει αντιλογίες – αν δεν του αρέσει, να πάει από κει που ήρθε.
Όμως, αυτό το «από κει που ήρθε» ο μετανάστης είναι μεγάλη ιστορία. Κατ’ αρχάς, υπάρχει αυτό το «εκεί»; Μπορεί να είναι βομβαρδισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη ή να περιμένει την οικουμένη να αναγνωρίσει την ύπαρξή του. Έστω ότι υπάρχει: τι του είναι του μετανάστη; Έχει σπίτι εκεί, έχει συγγενείς, φίλους; Βρίσκεται πουθενά το όνομά του σε κρατικά αρχεία; Ποιος τόπος ακριβώς αναγράφεται στο πιστοποιητικό γεννήσεώς του, ποια λέξη γεμίζει την κενή γραμμή ύστερα από τη λέξη «υπηκοότητα» στα χαρτιά του; Τι του λέει αυτή η λέξη; Μπορεί να είναι η λέξη «Νιγηριανός» κι αυτός να μη γνωρίζει ούτε πού πέφτει η Νιγηρία· μπορεί να είναι η λέξη «Γεωργιανός» κι αυτός το μόνο γεωργιανό που μπορεί να ξέρει είναι μια παιδική χαρά στα πέντε του. Ακόμα, όμως, κι αν η λέξη είναι σωστή, ξεκάθαρη κι απολύτως οικεία, μπορεί να είναι ο ίδιος άγνωστος για εκείνη. Έλληνας στην Τουρκία, Τούρκος στην Ελλάδα. Εβραίος στη Γερμανία, Γερμανός στη Γαλλία. Το πού «ανήκει» τελικά κανείς είναι ένα ερώτημα που τίθεται με τραγική συχνότητα.
Στο παρελθόν απεδείχθη ότι η ιθαγένεια είναι, στην πραγματικότητα, ένα προσόν –όπως το να είναι κανείς αρτιμελής ή εύπορος– και μάλιστα κάθε άλλο παρά αυτονόητο. Για κάποιους ανθρώπους, εξακολουθεί να αποτελεί ένα κάθε άλλο παρά αυτονόητο προσόν. Ως γνωστόν, η ιθαγένεια είναι εξαιρετικής σημασίας για την επιβίωση: εάν σου λείπει, δεν μπορείς να εργαστείς και δεν μπορείς, επίσης, να περάσεις ούτε απ’ έξω από σχολείο ή νοσοκομείο. Μπορείς μια χαρά να μπεις φυλακή χωρίς αυτή, αλλά δεν μπορείς με καμία δύναμη να βγεις. Επίσης, δεν μπορείς να μετακινηθείς, αν και την ίδια στιγμή δεν μπορείς να μείνεις ούτε εκεί που είσαι. Παράλληλα, όμως, η ιθαγένεια, ακόμα κι αν τυπικά υπάρχει, καμιά φορά υπάρχει μόνον ακριβώς έτσι: τυπικά. Το πρόβλημα είναι ότι τα μη τυπικά σημαινόμενα της ιθαγένειας είναι εξίσου ζωτικά για τον άνθρωπο με τα τυπικά. Μπορεί το αίσθημα του ανήκειν και η ιδέα της πατρίδας να μην είναι απαραίτητα για να βγάλεις ένα μεροκάματο, αλλά είναι απαραίτητα για όλα όσα έρχονται όταν τελειώνει το κυνήγι του μεροκάματου: το τηλεφώνημα στη μαμά· το ταξιδάκι «στα πάτρια»· το μοίρασμα, η ανταλλαγή, η επι-κοινωνία μεταξύ ανθρώπων που έχουν μεταξύ τους κάποια κοινά, από ολόκληρα φρονήματα έως αναμνήσεις παιδικών παιχνιδιών στη γειτονιά.
Να μην έχεις κάποιον να μοιράζεις
τις διαφορές σου,
για το γκρέμισμα του ειδώλου μπροστά στον καθρέφτη
[…]
γι’ αυτό που συμβαίνει,
που γράφτηκε
και θα έρθει,
διότι μπορεί να έχεις
δυο αποκαλούμενους φίλους
ή και κανέναν
και γίνεσαι αόρατη
[…]
όμως ελεύθερη
κι αυτό κανείς δεν το καταλαβαίνει
από την πλευρά σου.
(«Να μην έχεις κάποιον», σελ. 49)
Περιμένω τους άλλους από το παράθυρο να ξυπνήσουν να τους δω αν είναι ακόμα ζωντανοί, να με δούνε ότι είμαι ακόμα ζωντανή […][…] Βλέπω τη σκιά του θανάτου,
έχει σηκώσει τη σημαία του λίγο πιο πέρα.
Δεν φοβάμαι.
Γεννήθηκα στα χρόνια της υποταγής.
Εγώ άλλη ελευθερία δεν γνωρίζω.
[…]Δόξα τω Θεώ είμαστε ακόμα ζωντανοί και ακέραιοι πίσω από την τσιμεντένια μας παραφροσύνη.(«Ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους», σελ. 80-81)
Στο Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου αναδεικνύεται συχνά το πρόβλημα της μοναξιάς ή της μοναχικότητας και της αποξένωσης ή της απομόνωσης, όμως όχι ακριβώς με τη συμβατική έννοια ενός «σημείου των καιρών», μιας αναπόφευκτης παθογένειας των αχανών μητροπόλεων. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ένα φανερό χάσμα στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, κάπου κάπου λόγω διαφορετικών γλωσσών, συχνότερα όμως λόγω ενός μάλλον απροσδιόριστου εμποδίου να βρεθεί ένα σημείο συνάντησης. Το εμπόδιο αυτό είναι μάλλον ο συνδυασμός διαφορετικών νοοτροπιών και διαφορετικών συνόλων εμπειριών-αναμνήσεων. Η Ιστορία δεν «τρέχει» με τον ίδιο τρόπο για όλους. Ακόμα και σε μια ομάδα ανθρώπων με κοινές εμπειρίες –για παράδειγμα, μια παρέα ομοεθνών που μετανάστευσαν στην ίδια χώρα– καθένας μπορεί να βιώνει τις εμπειρίες αυτές πολύ διαφορετικά από τον άλλο, να τις προσλαμβάνει διαφορετικά, να τις χειρίζεται διαφορετικά και, τελικά, να τις αξιοποιεί διαφορετικά. Για κάποιον, το χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και στον άλλο μπορεί να είναι μόνο οδυνηρό· μπορεί να υπάρχει απόλυτη ανάγκη επικοινωνίας κάθε στιγμή· μπορεί το αίσθημα του ξένου στον νέο τόπο να είναι αφόρητο. Για κάποιον άλλο, μπορεί η εμπειρία της ζωής που ξεκινάει από το μηδέν και το αίσθημα του να στηρίζεσαι μόνο στις δικές σου δυνάμεις να δημιουργεί ένα καθεστώς ασφάλειας στην απόσταση από τον άλλο, ή μια λαχτάρα για εύρεση ισορροπιών ανάμεσα στη φυσιολογική ανθρώπινη επαφή και στη μοναχικότητα ή την απόλυτη ανεξαρτησία.
Πολλοί στίχοι στο βιβλίο της Ιατρού τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν πολυάριθμες προσεγγίσεις του προβλήματος της μοναξιάς, οι οποίες, όμως, σχεδόν πάντα συνοδεύονται από μια υπόνοια συμφιλίωσης μαζί της, αν όχι προτίμησης προς αυτή και μάλιστα για λόγους που δεν συνδέονται απαραίτητα με τραύματα. Ατομικά, φαίνεται πως την Ιατρού την απασχολούν αυτές οι ισορροπίες. Αναγνωρίζει και επιθυμεί τον άλλο, όμως εκτιμά και την ανεξαρτησία από τον άλλο, είτε αυτή είναι εγγενής είτε κληροδοτούμενη από την πορεία του βίου. Ωστόσο, συλλογικά, οι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων αποκτούν άλλο βάρος. Η διαφορά ανάμεσα στα ποιήματα «Να μην έχεις κάποιον» και «Ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους» είναι προφανής. Το πρώτο ποίημα πραγματεύεται τη μοναξιά του ανθρώπου ατομικά, εξού και η αναφορά σε αυτήν τη σκληρή «ελευθερία», που κοντράρει το μόλις δυο τρεις στίχους παραπάνω κυρίαρχο συναίσθημα της μελαγχολίας για την απώλεια κάποιου με τον οποίο μπορεί κανείς να μοιραστεί κάτι βαθύτερο. Το δεύτερο ποίημα πραγματεύεται τη μοναξιά του ανθρώπου συλλογικά: τη μοναξιά του απέναντι στον θάνατο και, ταυτόχρονα, τη μοναξιά του απέναντι στον θάνατο των άλλων· την απομόνωση στις χαώδεις πόλεις, την έλλειψη της εγγύτητας που προσφέρουν οι μικρές γειτονιές, οι μικροί τόποι όπου όλοι γνωρίζονται και μιλούν μεταξύ τους και, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η φυσική εξωστρέφεια ενός ανθρώπου σε οικείο περιβάλλον – στοιχείο που μπορεί να δίνει στο ποίημα μια επιπλέον πτυχή, αφού το πρόβλημα δεν είναι απλώς η χαώδης πόλη, αλλά η χαώδης πόλη σε έναν ξένο τόπο ή η χαώδης πόλη σε έναν ξένο τόπο που έρχεται σε αντίθεση με τη μικρή πόλη του οικείου τόπου.
Υπάρχουν δύο κεντρικές έννοιες εδώ, κοινές και στα δύο ποιήματα: ο θάνατος και η ελευθερία. Ο πυρήνας τους, όμως, είναι πολύ διαφορετικός. Στο «Να μην έχεις κάποιον», ο θάνατος υφίσταται ως συναίσθηση της θνητότητας και η ελευθερία ως φυσικό εμπόδιο στην απόλυτη ταύτιση ανάμεσα σ’ εσένα και στον άλλο, το οποίο και λειτουργεί ενδυναμωτικά για το άτομο. Στο «Ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους», ο θάνατος υφίσταται ως διαρκές άγχος για την παρουσία του άλλου και η ελευθερία ως συνώνυμη μιας στωικής αποδοχής των πραγμάτων και άρα ως μόνο εργαλείο για τη σίγαση αυτού του άγχους, το οποίο λειτουργεί αποδυναμωτικά (αφού ο άνθρωπος στερείται ένα μέρος της ανθρωπινότητάς του). Σε ρεαλιστικό/βιοπρακτικό πλαίσιο, τα δύο ποιήματα καταδεικνύουν την πάλη μεταξύ οικείου και ανοίκειου, μεταξύ της πατρίδας του εαυτού και της πατρίδας της κοινότητας. Σε όποιο πλαίσιο κι αν βιώνει κανείς αυτή την κατάσταση (απατρία, εξορία, εκτοπισμός, μετανάστευση, προσφυγιά, περιπλάνηση…), στο τέλος καταλαβαίνει πως κάθε άνθρωπος είναι φερέοικος – το σπίτι του είναι ο εαυτός του. Το αν η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος θα έχει ενδυναμωτική ή αποδυναμωτική επίδραση στον άνθρωπο εξαρτάται από άλλους παράγοντες.
Αυτή η διάκριση ατομικού και συλλογικού δεν παρουσιάζεται μόνο σε αυτά τα δύο ποιήματα. Στη συλλογή Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου παρατηρείται μια ευρύτερη διαφορά ανάμεσα στους στίχους όπου πρωταγωνιστεί ένα «εγώ» και στους στίχους όπου πρωταγωνιστεί συλλογικά ο άνθρωπος ως ον. Τα «εγωικά» ποιήματα χαρακτηρίζονται από ένα αόριστο αίσθημα ενοχής και μελαγχολίας, που προκύπτει από τη δυσκολία να αποδεχτεί κανείς ότι επιθυμεί αυτά που επιθυμεί, αισθάνεται αυτά που αισθάνεται, πιστεύει αυτά που πιστεύει, βιώνει αυτά που βιώνει κ.ο.κ. Στα ποιήματα που αφορούν ευρύτερα τον άνθρωπο και όχι τον εαυτό, οι ίδιες ακριβώς διερευνήσεις έχουν κατηγορηματικό χαρακτήρα, ακόμα και το άλλοτε πράο, σχεδόν «φοβικό» ύφος αποκτά μια ένταση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της ωριμότητας ή/και της θνητότητας, που εμφανίζονται επίσης συχνά μέσα στο βιβλίο, όταν η ποιήτρια απευθύνεται στον εαυτό της τότε εμφανίζεται αυτός ο συνδυασμός μελαγχολίας και αποδοχής:
Τα χείλη μου
δεν είναι πια εκείνα.
Έχω φιλήσει
μα δεν θυμάμαι ποιον.
Έχω καταπιεί
με μεγάλες μπουκιές
τις ανιαρές επιθυμίες μου.
[…]
[…]
Δεν είμαι πια εκείνη
(«Δεν είμαι πια εκείνη», σελ. 72)
Αντίθετα, όταν η ποιήτρια απευθύνεται στον άλλο, στο συλλογικό, ο τόνος της γίνεται ξαφνικά «επιθετικός», δηλώνοντας μια διάθεση να εξωθήσει τον άνθρωπο στο ζενίθ των δυνατοτήτων του.
Είσαι μικρός, ρε άνθρωπε,
[…]
Ένας κύκλος γύρω απ’ τον εαυτό σου είσαι
[…]
Πολύ αργά μαθαίνεις τη μικρότητά σου.
Για τούτο καλύτερα να σιωπάς,
τη γη σου να καλλιεργείς
από αίμα και σάρκα
και τον περαστικό να τρέφεις
για όσο καιρό θελήσει
μέσα σου να μένει.
Είσαι μικρός,
ρε άνθρωπε.
Κοινός
και θνητός.
Ένα σωματίδιο είσαι
μα έχεις τα κότσια
ν’ αναμετρηθείς με τον Θεό.
(«Ανθρωπάκι», σελ. 63)
Το παράδοξο είναι ότι σε εκείνα τα μελαγχολικά ποιήματα, μέσα στα οποία ο εαυτός μετράει τις μέρες του, διακρίνεται μια σιωπηλή δύναμη που χρησιμοποιεί το βάρος της πραγματικότητας για να διατηρήσει τη συνοχή του, ενώ στους βροντερούς στίχους που προσπαθούν να αναδείξουν τη χάρη του ανθρώπου ελλοχεύουν ενοχλητικές υπενθυμίσεις της τραγωδίας του. Το ποταπό πλάσμα που αναστοχάζεται τον εαυτό του μονάχο αποκτά με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ισχύ και διαύγεια· το ανθρώπινο γένος δύναται να αναμετρηθεί με τον Θεό –και αυτή είναι η ομορφιά του–, αλλά μόνο αν καταφέρει να χωνέψει τη μικρότητά του. Σε κάθε περίπτωση, κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις.
Η Ιατρού θα μπορούσε σίγουρα να γράψει αντίστροφα, δηλαδή: να είναι δυναμική με τον εαυτό της και τρυφερή με τους άλλους. Ο λόγος για τον οποίο τελικά δεν γράφει έτσι είναι συγκεκριμένος και εύληπτος: η γυναικεία ταυτότητα, που κάπου κάπου παρουσιάζεται ακόμα και ανεξάρτητα από σημαντικές πτυχές του βιβλίου, όπως η μετανάστευση, η κοινωνική τάξη και η προέλευση.
Μέσα στο βιβλίο, υπάρχουν γυναικείες μορφές οι οποίες ναι μεν συνδέονται –στενά ή πιο χαλαρά– με τις διάφορες θεματικές, παράλληλα όμως διατηρούν και μια αυτόνομη ιστορία:
Η τρελή της γειτονιάς
σέρνει το καροτσάκι πίσω της.
Σταματάει και μες στων σκουπιδιών τον κάδο
χώνεται ολόκληρη.
(«Η τρελή της γειτονιάς», σελ. 57)
Η πιο διασυρμένη γυναίκα στη γειτονιά μας
ήταν η Έλλη,
μεγαλωμένη σε ορφανοτροφείο.
Όλοι ξέραμε μα δεν είχαμε δει
την Έλλη που κυκλοφορούσε γυμνή
μες στο σπίτι της
[…]
Μια μέρα
κάποιος έγραψε στην πόρτα της,
«Έλλη, θέλω να σε γ…»,
η Λία και η Καμιλέ βάλανε τις φωνές
και τρίβανε τα γράμματα με πανιά
ρίχνοντας κατάρες και φτύνοντας στην πόρτα
την άθεη και ανήθικη γειτόνισσα.
[…]
(«Έλλη», σελ. 58)
Η Ιατρού ενσωματώνει στο βιβλίο της γυναίκες ενός απολύτως πραγματικού κόσμου, γυναίκες που οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν, που τις έχουν δει στη γειτονιά τους ή έχουν ακούσει γι’ αυτές. Δεν είναι τυχαίο ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα διαβιούν στις γειτονιές, που στο βιβλίο της Ιατρού αποτελούν ένα ιδιαίτερο περιβάλλον. Η γειτονιά με τις ταλαιπωρημένες γυναίκες της μοιάζει με μετεξέλιξη του ταπεινού σπιτικού της παιδικής ηλικίας, όπου κατοικεί η μητέρα. Αν και κεντρικό ρόλο έχει το γυναικείο πρόσωπο και όχι η γειτονιά καθαυτή, φαίνεται πως για την Ιατρού αυτός ο χώρος είναι σημαντικός. Και θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί μια σχέση με το ζήτημα της μετανάστευσης ακόμα και εδώ, που είναι η γυναίκα κυρίαρχη και όχι η πραγματικότητα του μετανάστη.
Η Λία και η Καμιλέ, οι γυναίκες της γειτονιάς που καταριούνται την Έλλη ως «άθεη και η ανήθικη», δεν είναι Ελληνίδες, κρίνοντας από τα ονόματά τους. Αν όχι η Λία, τότε σίγουρα η Καμιλέ. Κι όμως, αν και θα μπορούσε να πει κανείς ότι, ως γυναίκες και μετανάστριες, θα είχαν κάποια συμπόνια για την Έλλη, αντιθέτως το μόνο που έχουν εκείνες είναι πίστη στα χρηστά ήθη και δυνητικά την ικανότητα να λιντσάρουν τη νεαρή που σκανδαλίζει τη γειτονιά τους. Το συγκεκριμένο ποίημα αποκτά έτσι και μια άλλη πτυχή, παρουσιάζοντας τη μοναδικότητα και την αυτοτέλεια της γυναικείας, ειδικά, πραγματικότητας. Το να είσαι γυναίκα υπερβαίνει όλα τα άλλα – ακόμα και τις άλλες γυναίκες, ακόμα και την ανάγκη της αλληλεγγύης. Η καταπίεση της γυναίκας, όχι απαραιτήτως ως άσκηση κάποιας μορφής βίας αλλά ευρύτερα ως περιορισμός της σε προκαθορισμένα και δη στενά νοοτροπικά πλαίσια, δεν εξυγιαίνεται ως διά μαγείας στη θέα του εαυτού της – ούτε, φυσικά, εάν αναγκαστεί να αντιμετωπίζει προβλήματα σοβαρότερά της. Εκτός όλων αυτών, η Λία και η Καμιλέ εξυπηρετούν και έναν ακόμα σκοπό μες στο ποίημα, αφού εντείνουν τη νοσηρή πλευρά τής κατά τα άλλα προσφιλούς στην ποιήτρια ιδέας της γειτονιάς. Παρατηρεί κανείς πως οι άνδρες, που προσβάλλουν την ιδιωτικότητα της Έλλης, δεν δείχνουν να της προκαλούν δυσφορία, μάλλον τους αγνοεί ή προσπαθεί να τους αγνοεί. Ο βανδαλισμός του τοίχου είναι, φυσικά, ανησυχητικός, ωστόσο είναι οι κατάρες των δύο γυναικών αυτό που πιθανότατα θορυβεί αρκετά την Έλλη και τελικά τη διώχνει από τη γειτονιά.
Οι άνδρες είναι άνδρες – εάν δεν μας σκοτώνουν ή δεν μας βιάζουν, είναι τζάμπα κόπος να τους ξεσυνεριζόμαστε· μα οι γυναίκες; Εάν οι γυναίκες στραφούν εναντίον μας, τότε δεν υπάρχει πια χώρος για μας. Αυτό είναι το μεγάλο ιδανικό στο βιβλίο της Ιατρού και η πτυχή του που μπορεί να υποστηρίξει ακόμα και τον θεωρητικό φεμινισμό που κατά τα άλλα δεν έχει ανάγκη: Οι γυναίκες συστήνουν τον κόσμο των γυναικών. Η εμπειρία είναι συλλογική, συνεπώς η μεταξύ τους αλληλεγγύη είναι ένα είδος κοινής λογικής, κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Και η μεταξύ τους αλληλεγγύη δεν είναι απαραίτητη (μόνο) για ηθικούς λόγους, αλλά για λόγους επιβίωσης. Δεν έχουν πάντα τη δύναμη να αναχαιτίζουν ή να μετριάζουν την κακοποίηση, μπορούν όμως να μην κακοποιούν η μια την άλλη. Έτσι, στον αντίποδα της πανταχού-παρούσας-αγίας-μητέρας, που, με όλη την ταπεινότητα, τον πόνο και τα ανθρώπινα σφάλματά της, πλανιέται στο βιβλίο ως η πιο συγκινητική και πιο κατευναστική φιγούρα –καθώς και εκείνη η οποία διαμορφώνει τη γυναίκα απόγονό της ως άνθρωπο–, η Λία και η Καμιλέ ενεδρεύουν ως οι πιο βίαιες και πιο επικίνδυνες φιγούρες, πιο βίαιες και επικίνδυνες από τους άνδρες, από τη φτώχεια, από την απατρία, από τη μοναξιά, από το γήρας, από τον θάνατο. Ο εκτοπισμός στον οποίο εξαναγκάζουν εκείνες είναι εκτοπισμός από την ταυτότητα και εκτοπισμός από την ελευθερία.
Το ποίημα ολοκληρώνεται με την πληροφορία ότι η Έλλη τελικά φεύγει, όπως λένε οι φήμες, στο εξωτερικό και κανείς δεν ξανακούει τίποτα γι’ αυτήν. Η φυγή και η λήθη της Έλλης, στον βαθμό που μπορεί να οφείλεται στην εχθρότητα των γυναικών της γειτονιάς της, τη μετατρέπει σε μια αντικανονική (για τα δεδομένα του βιβλίου) γυναικεία μορφή, που ενσαρκώνει τη ρήξη στον αρμονικό δεσμό παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος, κι αυτό, φυσικά, ως αποτέλεσμα της αποπομπής της από το ίδιο της το «είδος».
Όλα αυτά, που απαρτίζουν τον κόσμο του βιβλίου Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου, προέρχονται σίγουρα από παλιότερα χρόνια. Όχι πως σήμερα έχουν πάψει να υφίστανται τέτοιοι ανθρωπότυποι, τέτοιες συνθήκες και τέτοια συμβάντα. Αλλά, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, όποιος έχει την εμπειρία του ελληνικού περιβάλλοντος τη δεκαετία του 1990 ίσως βρει πολλές οικείες εικόνες μέσα σε αυτό το βιβλίο, περισσότερες από τους νεότερους. Έτσι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το βιβλίο της Ιατρού, εκτός των άλλων, είναι και μια ματιά στην ανεπίσημη ιστορία της μετακίνησης των Αλβανών στον ελλαδικό χώρο. Ανύποπτοι στίχοι που φωτογραφίζουν τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων υπό το καθεστώς του Χότζα, που προσπαθούν να ανασυνθέσουν από καιρό διαρρηγμένους ανθρώπινους δεσμούς, που μεταφέρουν, σταράτα σαν σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, την καθημερινότητα των μεταναστών στην Ελλάδα. Η Ιατρού εντάσσει αυτά τα στοιχεία σε μια πυραμίδα φτιαγμένη από πρόσωπα, βιώματα και στάσεις στον χρόνο που εξισορροπούν την πολιτική διάσταση και την προσωπική διάσταση του βιβλίου. Είναι αναπόφευκτο να μιλήσει κανείς για όσα μιλάει η Ιατρού χωρίς να το κάνει πολιτικά. Όμως, δεν έχει και νόημα να μιλήσει γι’ αυτά αν όχι από την πλευρά εκείνου που τα βίωσε αυθεντικά και δεν έχει διάθεση να θεωρητικολογήσει.
Το ποίημα «Υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση», απόσπασμα του οποίου αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι το πρώτο κατά σειρά του βιβλίου και αφοπλιστικό.
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Είμαι ευτυχισμένη, αφού έχω οικογένεια.
Σύναψα συμφωνία με το υποσυνείδητο,
Γράφω αυθόρμητα ποιήματα.
[…]
Ζω τριάντα χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ψήφισα ποτέ.
Ανανεώνω την άδεια παραμονής μου
ανά πενταετία.
[…]
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Δεν έχω ακαδημαϊκή μόρφωση.
Πάσχω από κοινωνική φοβία.
[…]
Το βράδυ στο κρεβάτι πέφτω ξερή.
[…]
(«Υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση», σελ. 9)
Η Ιατρού χρησιμοποιεί, πιθανότατα, γνήσια αυτοβιογραφικά στοιχεία, με ένα τέχνασμα το οποίο παρουσιάζει τη ζωή ακριβώς τόσο απλή και κοινή όσο είναι, αποστάζοντας όμως μια ουσία κοινή όχι σε έναν ή δύο, αλλά σε πολλές χιλιάδες ανθρώπους. Η ευτυχία της τακτοποίησης (μια οικογένεια), η πολυτέλεια μιας ελάχιστης έκφρασης (τα αυθόρμητα ποιήματα), δεκαετίες ολόκληρες σε καθαρτηριακές συνθήκες (υπήκοος χωρίς υπηκοότητα, πολίτης χωρίς την ενέργεια του πολίτη), κοινωνική στασιμότητα (έλλειψη ακαδημαϊκής μόρφωσης), περιορισμένες δεξιότητες (κοινωνική φοβία), κάματος (ο λήθαργος της νύχτας δίχως το παίδεμα της ανίας). Φυσικά, όλα αυτά ίσως παρουσιάζονται κάπως πιο αρνητικά απ’ όσο είναι στ’ αλήθεια. Για παράδειγμα, η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει η Ιατρού τη λογοτεχνία και η θετική πρόσληψη του έως τώρα έργου της από το κοινό αποδεικνύει ότι ο «αυθορμητισμός» των ποιημάτων είναι (και) θέμα μεθόδου και ύφους, όχι άγνοια ή αδιαφορία για το γεγονός ότι αποτελούν καλλιτεχνική πράξη. Η δε έλλειψη ακαδημαϊκής μόρφωσης –παρότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που τουλάχιστον οι νέοι κατά μέσο όρο έχουν δύο μεταπτυχιακά– δεν σημαίνει πολλά. Η Ιατρού είναι καλλιτέχνις (σημειωτέον ότι, εκτός από την ποίηση, ασχολείται συστηματικά και με τη φωτογραφία), φανερά καλλιεργημένη, τουλάχιστον δίγλωσση (αν υποθέσουμε ότι εκτός από ελληνικά και αλβανικά δεν γνωρίζει καλά άλλες γλώσσες, όπως αγγλικά), δηλαδή με υπέρ το δέον καλά εφόδια. Επιπλέον, εάν στα νεανικά της χρόνια, στο καθεστώς του Χότζα, ζούσε στις συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, πλέον δεν μπορεί παρά να είναι ένα ήπιο είδος διαταξικής (transclasse), όπως και πολλοί άλλοι μετανάστες (ακόμα και πρώτης γενιάς), που σαφώς διαβιούν με καλύτερους όρους. Το γεγονός, όμως, ότι η πραγματικότητα του κόσμου μπορεί να είναι ελαφρώς καλύτερη από την πραγματικότητα της ποίησης δεν σημαίνει ότι η ποίηση σφάλλει, αλλά, αντίθετα, ότι εξυπηρετεί τέλεια τον ρόλο της: πρώτον, δείχνοντας ότι το περιβόητο «μη χείρον βέλτιστον» δεν είναι λόγος για να πανηγυρίζει κιόλας κανείς, και, δεύτερον, ότι το αντικειμενικό συχνά διαβρώνει το ανθρώπινο, αφού πέρα από ό,τι μπορεί «αντικειμενικά» να θεωρείται καλό ή κακό, ο τρόπος με τον οποίο το βιώνει ο άνθρωπος και η επίδραση που έχει στον ψυχισμό του μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός και, το δίχως άλλο, πιο αληθινός. Το ποίημα «Υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση» –όπως και το «Άδεια προσωρινής αξιοπρέπειας» αργότερα–, με όλη την πραότητά του, αποτυπώνει πρώτα απ’ όλα τα δεινά της αφομοίωσης, όχι με την έννοια των διακρίσεων και της βίας ενάντια σε έναν μετανάστη, αλλά με την έννοια της ασφυξίας που βιώνει κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει μάθει να υπενθυμίζει διαρκώς στον εαυτό του ότι υπάρχουν όρια για τα πάντα, για το ανήκειν, για την ευτυχία, για την ελευθερία, για την εξέλιξη, για την επικοινωνία, για την ποιότητα των πραγμάτων. Αυτή είναι η «συνήθεια στην υποταγή», η συνήθεια στους μέσους ρυθμούς της ζωής, η συνήθεια ακόμα και στο ελάχιστο που χρειάζεται κανείς για να ζει. Η υποταγή στο ελάχιστο είναι συχνή νόσος στους ανθρώπους που στερήθηκαν την πατρίδα – ειδικά την πατρίδα του εαυτού.
Καταληκτικά, το βιβλίο της Ιατρού δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ένα από τα σημαντικότερα των τελευταίων χρόνων για τη σοβαρότητα της θεματικής του και για τους σύνθετους και πολύπτυχους χειρισμούς της, που όμως τίθενται με τη μορφή μιας απλής, εύληπτης και ξεκάθαρης γλώσσας. Δυστυχώς, η γλώσσα του βιβλίου επισκιάζεται από το βάρος της θεματικής, οπότε οφείλεται μια έστω και μικρή μνεία για το δύσκολο έργο που επιτέλεσε η Ιατρού, κατορθώνοντας να προκαλέσει την ύψιστη δυνατή συγκίνηση με τη μέθοδο «μία λέξη ίσον χίλιες εικόνες»: χωρίς ατέρμονους στοχασμούς, χωρίς εμμονικές περιγραφές, χωρίς πολλούς προσδιορισμούς που να εξαναγκάζουν τον αναγνώστη σε έτοιμες κατευθύνσεις. Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου είναι –χωρίς υπερβολή– απαραίτητο ανάγνωσμα, εκτός των άλλων, και για όποιον ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνική πρόσληψη των βιωμάτων των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα, ιδιαίτερα εάν έχει γνώση της δεκαετίας του ’90. Εξίσου απαραίτητο ανάγνωσμα είναι και για όποιον ενδιαφέρεται για λογοτεχνικές εκφράσεις και εξερευνήσεις της γυναικείας ταυτότητας, που δεν στοχεύουν επί τούτου στον θεωρητικό προσδιορισμό του ζητήματος αλλά αναδεικνύουν τη βιωματική και βιούμενη πραγματικότητά του. Είθε να ακολουθήσουν και άλλα βιβλία.
⸙⸙⸙
Σημ.: Ο τίτλος του κειμένου δανείζεται σε παραλλαγή τον τίτλο του βιβλίου του Τσαρλς Μπουκόβσκι Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την κόλαση (Love is a Dog From Hell, 1977).

