Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Δημήτρης Δασκαλόπουλος

Ένας υπαινικτικός πεζογράφος

Γιώργος Συμπάρδης, Πλατεία Κλαυθμώνος, Μεταίχμιο, 2023.

Οφείλω να ομολογήσω πως έφτασα αργά στην πεζογραφία του Γιώργου Συμπάρδη. Το πρώτο βιβλίο του, το Μέντιουμ (1987), μου είχε διαφύγει. Κατά τη δεκαετία του 1990, όταν έγραφα κριτικά σημειώματα στην εφημερίδα Τα Νέα για την τρέχουσα πεζογραφική παραγωγή, ο Συμπάρδης φαινόταν να έχει σιωπήσει. Το αμέσως επόμενο μυθιστόρημά του κυκλοφόρησε έντεκα χρόνια μετά από το πρώτο, λίγο πριν γυρίσει ο αιώνας, το 1998, όταν είχα πλέον διακόψει τη συνεργασία μου με την εφημερίδα και είχα πάψει να παρακολουθώ τις καινούργιες εκδόσεις. Δεν γνώριζα, εξάλλου, προσωπικώς τον ίδιον. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το 2011 σε μια γιορτή που είχαν ετοιμάσει οι εκδόσεις Μεταίχμιο για να υποδεχτούν την, εκ «μεταγραφής» από τον Κέδρο, Άλκη Ζέη. Ο Συμπάρδης προερχόταν από την ίδια «μεταγραφή», όπως ο Γιάννης Κοντός, ο Αλέξης Πανσέληνος και άλλοι –όχι μόνον συγγραφείς. Γίναμε σύντομα φίλοι. Διαπιστώσαμε πως είμαστε περίπου γείτονες και, με τον καιρό, ανακαλύψαμε πως διαθέτουμε παρεμφερείς απόψεις και κριτήρια για τη λογοτεχνία. Διάβασα αναδρομικώς τα έως τότε βιβλία του και παρακολούθησα από κοντά την τυχερή χρονιά του, το 2013, όταν η Υπόσχεση γάμου (2011) απέσπασε όλα τα βραβεία: το κρατικό για μυθιστόρημα, το ανάλογο της Ακαδημίας Αθηνών και το διεθνές βραβείο Καβάφη στο Κάιρο. Θυμάμαι με ειλικρινή συγκίνηση την ανοιξιάτικη βραδιά του Δεκεμβρίου στην Αίγυπτο, όταν έγινε η απονομή του βραβείου Καβάφη, καθώς και τα επινίκια που ακολούθησαν.

Η έως τώρα κριτική για το έργο του τον έχει κατατάξει στους ολιγογράφους συγγραφείς, λόγω της αραιής, περίπου ανά δεκαετία, έκδοσης βιβλίου, παρά το γεγονός ότι κατά τα τελευταία χρόνια έχει ανασκευαστεί αυτή η ιδέα με τη διαδοχική κυκλοφορία καινούργιων έργων του. Οι νέοι ποιητές συνήθως δημοσιεύουν τα πρώτα τους ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά έως ότου πάρουν την απόφαση να εκδώσουν συλλογή. Κάποτε και οι νέοι πεζογράφοι δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους γράφοντας διηγήματα, προτού ανοίξουν πανιά για το πέλαγος του μυθιστορήματος. Λιγότερο συχνές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρώτη εμφάνιση ενός πεζογράφου πραγματοποιείται με μυθιστόρημα, και σπανιότερες όταν αυτή η αφετηριακή, πρώτη γνωριμία με το κοινό γίνεται μ’ ένα καλό, επιτυχημένο μυθιστόρημα. Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, η περίπτωση του Γιώργου Συμπάρδη με το βιβλίο του Μέντιουμ.

Σύμφωνα με σχετική ένδειξη στο τέλος του κειμένου, αυτό το παρθενικό του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1987 και γράφτηκε κατά την τριετία 1981-1984, όταν δηλαδή ο συγγραφέας πλησίαζε τα σαράντα του χρόνια. Δεν γνωρίζω να έχουν προηγηθεί άλλα δημοσιεύματα του ίδιου· η γραφή και το ύφος αυτού του μυθιστορήματος αντιπροσωπεύουν, πάντως, και καταδεικνύουν έναν ήδη έμπειρο συγγραφέα, ο οποίος έχει σχολαστικά δοκιμάσει τις περιγραφικές και συνθετικές του ικανότητες. Το πιθανό δίλημμα, εάν το Μέντιουμ αποτελεί νουβέλα ή μυθιστόρημα (κυρίως λόγω της όχι πολύ μεγάλης έκτασής του), δεν αφορά την τελική θετική εκτίμηση, επειδή πρόκειται για «συμπαγές» κείμενο με πολλές αρετές. Σε όλα τα επόμενα βιβλία του ο Συμπάρδης αποτυπώνει πιστά και με σταθερότητα κομμάτια της σύγχρονής του αθηναϊκής ζωής. Θα ήταν σωστότερο να πω πως όλα τα μυθιστορήματά του εκτυλίσσονται στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, όπως Υπόσχεση γάμου, οι Μεγάλες γυναίκες του 2015, τα Αδέλφια (2018) και το πλέον πρόσφατο Πλατεία Κλαυθμώνος που κυκλοφόρησε πέρυσι.

Στο σημείο αυτό κάνω μια παρέκκλιση που ελπίζω πως δεν θα φανεί αδικαιολόγητη. Ανοίγω παλαιά λεξικά (τα εμπιστεύομαι περισσότερο από το διαδίκτυο) και διαβάζω το λήμμα «υπαινίσσομαι»: «Υποδηλώ τι κεκαλυμμένως χωρίς να το αναφέρω ρητώς». Επίσης η λέξη «υπαινιγμός» ορίζεται ως «η πράξη του υπαινίσσεσθαι». Αυτή είναι η κεντρική τεχνική που χρησιμοποιεί ο Συμπάρδης στην πεζογραφία του. Είναι εξάλλου γνωστό πως μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα αποκτούν όσα δεν λέγονται και όσα δεν γράφονται στην πλοκή κάθε ιστορίας, αλλά ο συγγραφέας τα αφήνει στην απόλυτη διάθεση του αναγνώστη να τα κρίνει, να τα αποκαλύψει και να τα ερμηνεύσει. Από την άποψη αυτή, ο συγγραφέας μας διαθέτει ιδιαίτερη μαστοριά. Ξέρει να κεντά με τρόπο υπαινικτικό όσα έχει κατά νου, και αφήνει τον αναγνώστη να κινητοποιηθεί, να μην παραμείνει αμέτοχος και απαθής. Ακόμη και ορισμένες ερωτικές σκηνές δεν τις περιγράφει με την τρέχουσα, ρεαλιστική υποτίθεται, αναπαράσταση, όπως τουλάχιστον τη συναντάμε σε άλλους πεζογράφους, αλλά με τρόπο έμμεσο, και γι’ αυτό είναι περισσότερο δραστικές. Αυτή η αρετή του έχει κατά καιρούς επισημανθεί από την κριτική –οσάκις είναι γνήσια και δεν αρκείται σε γενικότητες. Αν θα έπρεπε να τον συγκρίνω με κάποιους συγγραφείς του ελληνικού παρελθόντος, θα τον κατέτασσα, χωρίς τούτο να αποτελεί υπερβολή, δίπλα σε δύο: τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Μιχαήλ Μητσάκη. Διάβασα το περασμένο καλοκαίρι, για μια φορά ακόμη, τα διηγήματα και τα χρονογραφήματα του Μητσάκη· έμεινα περίπου άναυδος από τις περιγραφές προσώπων και καταστάσεων.

Οι ήρωες των μυθιστορημάτων του Συμπάρδη στροβιλίζονται σε μικρά ή μεγάλα ανθρώπινα πάθη, προσπαθούν να διασκεδάσουν τις όποιες αδυναμίες τους και να βρουν διεξόδους στα προβλήματά τους. Ασφαλώς δεν πρόκειται για άτομα λούμπεν, αλλά είναι, και εν πολλοίς οι ίδιοι αισθάνονται πως βρίσκονται στο περιθώριο. Έχουν αποδεχτεί τη μοίρα τουςꞏ κινούνται περίπου εγκλωβισμένοι στα περιστατικά της καθημερινής ζωής τους. Ο συγγραφέας φαίνεται να τρέφει ιδιαίτερη αδυναμία σε φυσιογνωμίες αυτού του τύπου, στη λαϊκότητά τους, και παρακολουθεί από κοντά την πορεία τους. Σ’ αυτό το πλαίσιο, διαθέτει ένα ακόμη πλεονέκτημα: την άρτια γλωσσική εκφορά. Ολοκληρωμένες φράσεις, εκφράσεις που αποδίδουν πλήρη νοήματα, αποφυγή του περιττού, παρά τις τόσο λεπτομερειακές περιγραφές. Με δυο λόγια: γλώσσα ρέουσα, που σέβεται τόσο τον εαυτό της όσο και τον αναγνώστη.

Όταν διάβασα την Πλατεία Κλαυθμώνος, έστειλα ένα περίπου τρισέλιδο στον συγγραφέα, καταθέτοντας τις αναγνωστικές εντυπώσεις μου. Απ’ αυτήν την, ας πούμε, επιστολή, αντιγράφω παραλλαγμένα ορισμένα σχόλια, αφαιρώντας τον ιδιωτικό χαρακτήρα της. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του. Πρέπει να είχε μεγάλα συγγραφικά κέφια όταν το έγραφε. Είναι, για ακόμη μια φορά, ο εαυτός του στις αναλυτικές περιγραφές καταστάσεων και προσώπων. Είναι αυτός που γνωρίσαμε σε όλα τα προηγούμενα έργα του: εξονυχιστική περιγραφή όλων των μυθιστορηματικών συνθηκών, χωρίς να εξαντλείται σε ψυχολογικές αναλύσεις· αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη του να βγάλει τα συμπεράσματά του. Ο πολύ ανθρώπινος και τόσο συμπαθητικός ήρωάς του, έτσι όπως περνάει τις διαδοχικές μεταπτώσεις, μου θύμισε μυθιστορήματα ενηλικίωσης. Δεν έχει τίποτε το ρομαντικό ή γλυκερό η περίπτωσή του. Ο συγγραφέας βλέπει (και βλέπουμε και μαζί του) κατά πρόσωπο την πραγματικότητα.

Δυο λόγια για την υπόθεση του βιβλίου. Βρισκόμαστε στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας του 1967. Ένας φοιτητής νομικής δεκαεννέα ετών συλλαμβάνεται από την αστυνομία, επειδή κυκλοφορεί κοντά στα τότε δημόσια ουρητήρια της Πλατείας Κλαυθμώνος, που αποτελούν στέκι ομοφυλοφίλων. Προσπαθώντας να ανακαλύψει την προσωπική του ταυτότητα αλλά και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, καθώς και τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του, θα βιώσει συνεχείς εμπλοκές στις όχι και τόσο ομαλές οικογενειακές του συνθήκες. Στην καταληκτική παράγραφο του βιβλίου δηλώνονται οι ενδόμυχες προθέσεις του συγγραφέα. Παραθέτω: «Με ρωτάς τι θα κάνω και πώς θα πορευτώ στο εξής. Δεν το σκέφτομαι τώρα, θα δω […] Και δεν μίλησα γιατί με προκάλεσες, αλλά γιατί το χρειαζόμουνα. Και ήξερα ότι θα καταλάβεις».

 Όταν έγγραφε το βιβλίο, μας είχε προειδοποιήσει πως πρόκειται να προκαλέσει, κυρίως για το θέμα που πραγματεύεται. Υποθέτω, χωρίς να έχω ευρύτερη γνώση, πως το θέμα που τον απασχολεί στην Πλατεία Κλαυθμώνος δεν πρέπει να είναι άγνωστο στην ξένη λογοτεχνία. Εις τα καθ’ ημάς, πρέπει να πρωτοπορεί, αλλά οι πάσης φύσεως κοινωνικές αντιστάσεις θεωρώ πως έχουν διευρύνει τα όρια ανοχής και επιτρεπτού, τουλάχιστον στον καλλιτεχνικό χώρο (εννοώ, τις κάθε λογής εκφράσεις σε όλες τις μορφές τέχνης: λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφο, ακόμη και στα εικαστικά). Βέβαια, σε αυτού του τύπου επαρκείς αναγνώστες πιστεύω πως απευθύνεται. Είμαι βέβαιος πως, αν διαβάσει το μυθιστόρημα κάποιος απ’ αυτούς που ανήκουν στον κύκλο των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, ασφαλώς θα ενοχληθεί και, πιθανώς, θα αντιδράσει. Δεν ξέρω αν στη λογοτεχνία μάς ενδιαφέρει περισσότερο το θέμα και λιγότερο ο τρόπος χειρισμού του από τον συγγραφέα. Πιστεύω και κλίνω προς το δεύτερο. Το έχουμε πει, εξάλλου, πολλές φορές πως όλα τα ανά τους αιώνες θέματα που έχουν απασχολήσει τις τέχνες έχουν τεθεί και σχολιαστεί από τους αρχαίους και από αρκετούς νεότερους.

Ένα στοιχείο που θέλω να επισημάνω είναι και ο έμμεσος τρόπος με τον οποίον περνά στο γραφτό του η δικτατορία. Πιστεύω πως δεν πρόκειται για αμιγές πολιτικό βιβλίο, αλλά η ατμόσφαιρα που αναδίνεται είναι τόσο έντονη που την κάνει να διαφέρει πολύ από ένα βιβλίο με «επαναστατικά» ή ευθέως πολιτικά μηνύματα. Η σύγχρονη λογοτεχνία μας, εννοώ αυτή που γράφεται την εποχή του διαδικτύου και των προσωπικών επιδιώξεων, κατατρύχεται σε θέματα και τρόπους που έχουν (ή πιστεύουν οι συγγραφείς τους πως έχουν) άμεση ανταπόκριση με τρέχοντα ζητήματα. Και μέσω αυτής της θεματικής, επιδιώκουν την αναγνώρισή τους. Έχω τη γνώμη πως ο Συμπάρδης ακολουθεί έναν δρόμο σταθερό, που τον χάραξε από χρόνια τώρα και τον συνεχίζει με επιτυχία. Αν θυμάμαι καλά, σχολιάζοντας προ ετών τα πρώτα βιβλία του έγραφα πάνω κάτω τα εξής: Συγκροτούν μια πολυπρόσωπη τοιχογραφία στην οποία πρωταγωνιστούν πολλά «μυθιστορηματικά» πρόσωπα, εννοώ πρόσωπα που ξεφεύγουν από τις καθιερωμένες νόρμες και συνιστούν εξαιρέσεις. Δεν ξέρω αν η τρέχουσα κριτική είναι σε θέση να κάνει αυτές τις αναγωγές, αλλά η τελική αποτίμηση όλων μας, όλων όσων γράφουμε, είναι ένα θέμα που έχει να κάνει με την πιο αυστηρή και δίκαιη κρίση, την κρίση του χρόνου. Και τούτο, επειδή μπορεί να έχουμε όλοι μας μια προσωπική εντύπωση (κατά κανόνα θετική, κάποτε και υπερθετική) για ό,τι και όσα γράφουμε, αλλά ο κάθε αναγνώστης έχει το δικό του δικαίωμα να μας κρίνει. Το λέω αυτό, επειδή προ καιρού είχα μια συζήτηση μ’ έναν νέο (σχετικά νέο) ποιητή, ο οποίος προσπαθούσε να με πείσει πως το καινούργιο βιβλίο του ήταν κάτι το καινοφανές, σχεδόν ένα αριστούργημα. Δεν δέχτηκε καμιά από τις ενστάσεις μου. Απεναντίας, προσπάθησε με επιμονή να με πείσει για το αντίθετο. Ο Συμπάρδης κατέβηκε στον λογοτεχνικό στίβο με αγαθές προθέσεις και χωρίς υπερφίαλες προκαταλήψεις. Συνεχίζει με την ίδια διάθεση τη γραφή. Η Πλατεία Κλαυθμώνος, αν όχι τίποτε άλλο, είναι ασφαλώς ένα τίμιο, ειλικρινές και ολοκληρωμένο βιβλίο. Πρέπει, τέλος, να σημειώσω πόσο με εντυπωσίασε η κατάληξη κάθε κεφαλαίου, όταν ο συγγραφέας απευθύνεται στον εαυτό του ή στον αναγνώστη. Μια, θα έλεγα, εξομολόγηση που εισχωρεί βαθιά στην ψυχολογία του συγγραφέα.

Κύλιση στην κορυφή