Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, μια αναγεννησιακή προσωπικότητα που άφησε έντονο το στίγμα του στα γράμματα και τη νεοελληνική θεατρολογία το τελευταίο μισό του εικοστού αιώνα και το πρώτο τέταρτο του εικοστού πρώτου, υπήρξε ένας υπέρμαχος της ελληνικής γλώσσας. Μαθητής ακόμη της έκτης τάξης του Δημοτικού στη Σχολή Παπαρούπα ξεχώρισε με την απόδοσή του, ενώ από τις εκατό εκθέσεις που συμπεριελήφθησαν σε ένα βιβλίο των εκδόσεων Πεχλιβανίδη με τον τίτλο «Τα αγριολούλουδα», οι δώδεκα ήταν δικές του.
Επιτυχημένος καθηγητής στη δευτεροβάθμια και στην τριτοβάθμια ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση, ακολούθησε πιστά τη συμβουλή του πατέρα του που ήταν: «Ο δάσκαλος πρώτον πρέπει να ξέρει, δεύτερον πρέπει να ξέρει και τρίτον πρέπει να ξέρει». Όταν στο μάθημα της Δεοντολογίας της Κριτικής στο Πανεπιστήμιο, διαπίστωσε ότι και οι δέκα φοιτητές του που είχαν εξεταστεί, δεν είχαν παρακολουθήσει το τελευταίο δεκάμηνο ούτε μία θεατρική παράσταση, εγκατέλειψε απογοητευμένος τη θέση του. Μετά τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, μαθήτευσε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Δασκάλους που τους πίστωνε ισόβια την αγάπη που είχε για το θέατρο. Πολλές είναι οι αρχαίες τραγωδίες που μετέφρασε, αλλά και μεγάλος ο αριθμός των στίχων που έγραψε με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρης και μελοποιήθηκαν από πολύ γνωστούς Έλληνες συνθέτες. Αλησμόνητοι παραμένουν στην ακοή μου οι στίχοι του τραγουδιού του «Χίλια μύρια κύματα» με μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και με τη μοναδική φωνή του Νίκου Ξυλούρη, αλλά και αμέτρητοι άλλοι στίχοι του που εξακολουθούμε να τραγουδάμε ως τα σήμερα.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω μαζί του θεατρικές παραστάσεις τόσο στην Αθήνα όσο και στην Επίδαυρο. Δεν υπήρξε μόνον ένας γοητευτικός στις αναλύσεις κριτικός με βαθιά γνώση και τεκμηρίωση, αλλά και ένας υποδειγματικός θεατής. Ήταν γενναιόδωρος σε σχέση με όλους τους συντελεστές μιας παράστασης όταν διατηρούσε ένα μέτρο και μια ισορροπία στην σκηνική της απόδοση και επιφυλακτικός ή και αρνητικός όταν συχνά παρατηρούσε να ανασκολοπίζεται ένα θεατρικό έργο. Αντικειμενικός στις κριτικές του, που δημοσιεύονταν για δεκαετίες στις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα, ως τις τελευταίες σχεδόν ημέρες της ζωής του. Έχω υπάρξει και ο ίδιος ένας από τους φανατικούς του αναγνώστες.
Η προσφορά του στο νεοελληνικό θέατρο υπήρξε εξόχως σημαντική και μαζί με τον Τάσο Λιγνάδη είναι ίσως ο μοναδικός που υποστήριξε και υπερασπίστηκε ένθερμα τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Γεγονός τόσο πιο επαινετέο καθώς το φαινόμενο της ξενομανίας εξακολουθεί όχι μόνο να υφίσταται, αλλά να γίνεται ολοένα και πιο έντονο σαν να μην υπάρχουν σημαντικοί νεοέλληνες θεατρικοί συγγραφείς. Οι μεταφράσεις του των αρχαίων τραγικών παραμένουν ξεχωριστές καθώς, πιστός στο πνεύμα τους, απέφευγε ανούσιες και περιττές προσθήκες όπως συνηθίζουν αρκετοί σημερινοί μεταφραστές που, ενώ απλώς κακοποιούν τα κείμενα, έχουν την εντύπωση ότι κάνουν κάτι σπουδαίο.
Υπέρμαχος της αμιγούς έννοιας του θεάτρου, υπήρξε και ένας μεγάλος μαχητής μέσα από τις πολλές θέσεις και τα αξιώματα που κατά καιρούς του είχαν ανατεθεί. Αλησμόνητες θα μου μείνουν οι πάμπολλες συζητήσεις μας κατά την περίοδο που είχε αναλάβει τη διεύθυνση του Θεατρικού Μουσείου που στεγαζόταν στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Το ταμείο του Μουσείου ήταν σχεδόν άδειο, με αποτέλεσμα να εξοφλεί από προσωπικά του χρήματα ακόμη και λογαριασμούς της ΔΕΗ, και όχι μόνο. Έπρεπε να απολογείται και να υπερασπίζεται τον εαυτό του στα ελληνικά δικαστήρια δίχως την παραμικρή βοήθεια από την Πολιτεία. Αυτή ήταν πράγματι μία σκληρή και πικρή περίοδος της ζωής του και έχω την εντύπωση πως ακόμη και σήμερα δεν έχει αναγνωριστεί αυτό το έργο του όσο θα έπρεπε. Αναφερόταν συχνά στη μεγάλη βοήθεια, φροντίδα και συμπαράσταση που του πρόσφερε η αγαπημένη του κόρη Εύα. Πέραν αυτής της δύσκολης περιόδου, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έτυχε μεγάλης αναγνώρισης και εκτίμησης και τιμήθηκε όπως του άξιζε.
Έχουν γραφεί αναρίθμητα κείμενα γι’ αυτόν τον φωτισμένο και σπουδαίο δημιουργό, ενώ πιστεύω πως η αναγνώριση των ιστορικών του μέλλοντος θα αποτελεί μάλλον πλεονασμό γιατί την υψηλή του θέση στα γράμματα την έχει ήδη κατακτήσει.
Προσωπικά τον ευγνωμονώ για τη στήριξη που μου πρόσφερε κατά τη διάρκεια της ποιητικής μου πορείας, καθώς και για όλα όσα διδάχθηκα από τα κείμενά του αλλά και τις κατά καιρούς συζητήσεις μας.

