Γεωργία Συλλαίου

Ενηλικίωση;

Το θέμα ας τεθεί ως διπλό ερώτημα. Πότε ενηλικιώνεται κάποιος; Ποια ακριβώς είναι η γενιά μου και πώς προσδιορίζεται; Προσωπικά μιλώντας, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η ενηλικίωση μάλλον δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Υπάρχουν βέβαια περιστατικά από την παιδική ηλικία μέχρι την έκτη δεκαετία της ζωής μου τα οποία θεωρώ κομβικά, κάτι που ισχύει και σε πολλούς άλλους ανθρώπους: η πρώτη μέρα στο σχολείο, το πρώτο βιβλίο που με συγκλόνισε, η πρώτη μουσική που με παρέσυρε, το πρώτο μεγάλο ταξίδι. Η πρώτη απώλεια. Αλλά έως εκεί. Κάθε ζωή εξελίσσεται διαφορετικά και ένα πράγμα που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι από πολύ νωρίς η κυριαρχία της αμφισβήτησης και η αποδοχή των ανατροπών ήταν οι προσωπικές μου βεβαιότητες.

Κάνοντας τον απολογισμό, βλέπω τον εαυτό μου: μια μικρούλα σκιά που επιχειρεί και συνήθως κατορθώνει βήματα εξόδου από την παιδική χώρα με τις ατελείωτες ονειροπολήσεις και τη δημιουργία παράλληλων κόσμων, όπου έχει χαθεί προ πολλού η αντικειμενική διάσταση του τόπου και του χρόνου. Ναι, πάει παραπέρα, αλλά προτιμά τις παρακαμπτηρίους από την ευθεία οδό και πάντοτε φτάνει η στιγμή που αρκεί μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω για να επιστρέψει πρόθυμα στους χλοερούς τόπους της παιδικότητας. Βλέπω αυτή τη σκιά, που δεν μεγαλώνει ποτέ, να διανύει τις αποστάσεις, να σκοντάφτει, να προδίδει και να προδίδεται. Να ψεύδεται και να διαψεύδεται. Να φοβάται και να υποκινείται.

Δεν γνωρίζω με ακρίβεια ποια είναι η γενιά μου, δεν μπορούσα ή δεν ήθελα να συντονιστώ με τον ρυθμό της. Δεν έκανα καμιά σοβαρή προσπάθεια να την οριοθετήσω και κυρίως να την καταλάβω. Οι μοναχικές πορείες ήταν αυτές που με τραβούσαν, όπως και η επίμονη αντανάκλαση των παρελθόντων, η προσπάθεια της αποκωδικοποίησης αυτού που ήδη συνέβη. Θυμάμαι, έστω και αμυδρά, τη μυρωδιά της γκαζόλαμπας όταν την άναβε η μητέρα μου πριν από πολλά καλοκαίρια σε ένα χωριό της Χαλκιδικής. Δεν πέρασε πολύς καιρός και έζησα το πέρασμα στη νέα χιλιετία. Τώρα στέκομαι ενεή ενώπιον των κατορθωμάτων της ψηφιακής επανάστασης. Αυτή η αμείλικτη ταχύτητα. Το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πετρογκάζ και της τεχνητής νοημοσύνης είναι αβυσσαλέο.

και μια ιστορία παρ’ ολίγον ενηλικίωσης

Το 1996 ο πατέρας μου κατέρρευσε, ανεύρυσμα στη σπονδυλική στήλη. Έτσι, στα ξαφνικά. Ένας ρωμαλέος άνδρας που ξεκίνησε από το χωριό του για την Αθήνα με ένα κομμάτι ψωμί μέσα στο ταγάρι, εργάστηκε για ένα διάστημα στο Βήμα και κατόπιν πήγε στη Θεσσαλονίκη, στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Έγινε δάσκαλος.

Το 1996 βρέθηκα προ του τετελεσμένου: ο μπαμπάς ήταν πια σε αναπηρικό καροτσάκι, ανήμπορος, για πρώτη φορά στη ζωή του εξαρτημένος. Για δεκαέξι χρόνια καθηλωμένος. Πήγαινα και τον έβλεπα, μιλούσαμε, όμως ανυπομονούσα να φύγω, να αναπνεύσω μακριά του. Τα δύο τελευταία χρόνια ήταν τα πιο δύσκολα. Μπήκε στο νοσοκομείο. Την τελευταία φορά που τον είδα δεν μπορούσε να μιλήσει, όλο του το πρόσωπο ήταν τα μάτια του. Μου έγραψε σε ένα χαρτί αυτά που ήθελε να μου πει. Και δύο μέρες αργότερα, πέθανε. Την ημέρα της κηδείας του ήρθε η κούτα με τα αντίτυπα του πρώτου μου βιβλίου. Για δες, είχα πει. Φεβρουάριος, στο νεκροταφείο φυσούσε, ήταν ευπρόσδεκτος εκείνος ο αέρας που πάγωνε τα πάντα. Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας και άρχισε ο πόνος. Κυριολεκτώ: Πονούσε αφόρητα το δεξί μου πόδι. Όλο και χειροτέρευε, έφτασα να το σέρνω. Το καλοκαίρι πήγαμε πάλι με τον Σάκη στην Επανομή. Και ένα ωραίο, λαμπερό πρωινό κατέρρευσα καθώς πήγαινα στη θάλασσα. Το πόδι μου λύγισε, με εγκατέλειψε. Καθώς κειτόμουν ανάσκελα κάτω από τον ήλιο, άρχισα να γελάω με το χάλι μου και ήμουν ευγνώμων γι’ αυτό το δώρο, το δώρο της αναπηρίας και του πόνου. Με εξιλέωνε, με απελευθέρωνε.

Δεν υπάρχει ηθικό δίδαγμα σ’ αυτή την ιστορία, όπως και δεν υπάρχει σε καμία ιστορία. Υπάρχουν μόνο γεγονότα, συναισθήματα, αναλογίες και κατά συνθήκη ψεύδη. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα με μια παράλογη βεβαιότητα ότι ο πόνος κάποτε θα έφευγε. Ακίνητη και ανήμπορη, έκανα με τη φαντασία μου μεγάλα βήματα, έκανα άλματα. Σε έναν κόσμο που δεν είχα φανταστεί πως υπήρχε.

Το ίδιο καλοκαίρι του 2012, ήρθε στο σπίτι μας η Γάτα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Κύλιση στην κορυφή