Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Ευαγγελία Σκούρα

Έννοιες και ιδεολογικές προσεγγίσεις του περί έθνους λόγου κατά τη δεκαετία του 1960. Θέσεις και αναθεωρήσεις των Ελλήνων διανoούμενων

Λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες της δεκαετίας του 1960 και τους παράγοντες που επιδρούν στη μετεξέλιξη της σκέψης των Eλλήνων διανοούμενων δύο δεκαετίες μετά τον εμφύλιο, οι συνιστώσες του λόγου που διατυπώνουν οι τελευταίοι συνδιαμορφώνουν, μεταξύ άλλων, μία ανανεωμένη αντίληψη για το έθνος. Ο νέος αυτός εθνικός λόγος επαναπροσδιορίζει έννοιες και επιχειρήματα που υπήρχαν στον δημόσιο λόγο από την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο, ενώ εισάγει επίσης κάποια καινούργια στοιχεία, διαμορφωνόμενος σε ένα «αμάλγαμα» με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, η συγκριτική εικόνα της συντηρητικής, φιλελεύθερης και αριστερής εικόνας του έθνους και των εθνικών χαρακτηριστικών υποδεικνύει κι εκείνη τη χρησιμότητα της απομόνωσης και διακριτής μελέτης του περί έθνους λόγου της δεκαετίας του 1960.

Μεταξύ των προκλήσεων που είχε να αντιμετωπίσει την περίοδο αυτή η σκέψη των Eλλήνων διανοούμενων ήταν ο προσδιορισμός της έννοιας του έθνους με βάση τις ολοένα εξελισσόμενες ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και η σύνδεσή του με τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό, την εθνικοφροσύνη, την ελληνικότητα κ.ο.κ. Κατ’ επέκταση, μεγάλο μέρος της παρέμβασης των στοχαστών εστιάστηκε στη μελέτη της εθνικής συνείδησης σε ελληνικό επίπεδο και διεθνώς, δεδομένου μάλιστα ότι οι αντιλήψεις σε σχέση με το έθνος υπήρξαν ρυθμιστικός παράγοντας όχι μόνο της ελληνικής πολιτικής σκηνής, αλλά και πολλών πτυχών του διπολισμού και της ευρύτερης διεθνούς κατάστασης. Άλλοτε εξεταζόμενες σε συγκριτικό επίπεδο και άλλοτε μεμονωμένα, οι ελληνικές και οι διεθνείς «αναπαραστάσεις» του έθνους τροφοδοτήθηκαν από την ιδεολογική σύγκρουση της εποχής και παράλληλα έγιναν μέρος της, εντασσόμενες σε πολιτικές επιλογές και στρατηγικές του ψυχρού πολέμου, αλλά και της ελληνικής ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης. Τα παραδείγματα που θα στοιχειοθετήσουν τις παραπάνω θέσεις έχουν αντληθεί κατά κύριο λόγο από τα δημοφιλέστερα πολιτιστικά περιοδικά του φιλελεύθερου, φιλελεύθερου συντηρητικού και αριστερού χώρου αντίστοιχα κατά τη δεκαετία του 1960, δηλαδή τις Εποχές, τη Νέα Εστία, και την Επιθεώρηση Τέχνης, τα οποία συσπείρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής διανόησης που ήταν φίλα προσκείμενη στους τρεις παραπάνω ιδεολογικούς χώρους.

Η έννοια του εθνικισμού[1] αποτελεί μία από τις πτυχές του περί έθνους λόγου που γνωρίζει διαφορετικές διαστάσεις και ερμηνείες κατά τη δεκαετία του 1960, ανάλογα με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις των διανοούμενων. Αρχικά ο φιλελεύθερος λόγος παίρνει αποστάσεις από τον εθνικισμό, παρότι ο φιλελευθερισμός και ο εθνικισμός δεν θεωρούνται εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη ασυμβίβαστοι μεταξύ τους[2]. Αναφορές στον εθνικισμό κάνει, για παράδειγμα, ο Ρόδης Ρούφος που τη δεκαετία του 1960 δείχνει να έχει ενστερνιστεί πλήρως τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, απαρνούμενος τον «ακραίο αντικομμουνισμό» της προηγούμενης περιόδου.[3] Ενδεικτικά είναι τα επιχειρήματα κατά του εθνικισμού που παραθέτει σ’ ένα από τα γνωστότερα δοκίμιά του με τίτλο «Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου».[4] Στο άρθρο ο Ρούφος σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι ο εθνικισμός, ο οποίος έκανε τους κλασικούς Έλληνες να θεωρούν «βάρβαρο» οτιδήποτε ήταν ξένο προς αυτούς, περνώντας από πολλές μεταμορφώσεις, έχει γίνει η κινητήριος δύναμη στο παρόν για όσους αρθρογραφούν κατά των «βαρβάρων», εξυμνούν τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» ή αποκαλούν τους συμπατριώτες τους «Βουλγάρους».[5]

Στο περιοδικό Εποχές, όπου είχε φιλοξενηθεί το παραπάνω κείμενο, γίνεται και σε άλλες περιπτώσεις προσπάθεια να εντοπιστεί η ρίζα του εθνικισμού, προκειμένου να απορριφθεί ο τελευταίος. Οι εθνικιστικές συμπεριφορές παρουσιάζονται να πηγάζουν από ριζωμένες αντιλήψεις των λαών που κινούνται γύρω από την ιδέα της «κυριαρχίας του κράτους» και από «συναισθήματα εθνικής αποκλειστικότητας και υπεροψίας που εδημιούργησε ο πατριωτισμός στις ακραίες του εκδηλώσεις[…]».[6] Συνέπεια τέτοιων αντιλήψεων είναι, με βάση την αρθρογραφία του περιοδικού, οι αιματηροί πόλεμοι και αντιπαραθέσεις μεταξύ των λαών, όπως η διαμάχη Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας για το «Μακεδονικό», το θέμα της αλβανικής μειονότητας στο γιουγκοσλαβικό Κοσσυφοπέδιο κ.ο.κ.[7]

Σύμφωνα με τον διευθυντή των Εποχών Άγγελο Τερζάκη, ο εθνικισμός των βαλκανικών χωρών είναι ένας ιδιαίτερα «επιθετικός εθνικισμός», που έχει «δηλητηριάσει» για χρόνια τους λαούς.[8] Όπως προσθέτει ο Τερζάκης, αν οι λαοί αναγνωρίσουν ότι «οι ρίζες του πολιτισμού τους είναι ελληνικές» και φροντίσουν να αποκαταστήσουν τον «σύνδεσμό τους με τον ελληνισμό», μπορεί να βοηθηθούν ως προς την άμβλυνση των εθνικιστικών τους αισθημάτων.[9]

Η άποψη αυτή, η οποία από τη μία πλευρά καταδικάζει τον «επιθετικό εθνικισμό» και από την άλλη μιλάει για τις ελληνικές ρίζες του πολιτισμού άλλων χωρών, μας βοηθάει στη μετάβαση από τα επικριτικά απέναντι στον εθνικισμό άρθρα σε αυτά που βρίσκονται εγγύτερα σε στοιχεία του λόγου του εθνικισμού, όπως για παράδειγμα η προτροπή να προστατευθούν οι Έλληνες από το «ξένο μίασμα» και την «εισβολή του ξένου χρόνου στην εθνική και ατομική μας ιστορία».[10] Όπως σημειώνει ο Απόστολος Σαχίνης, σε άλλο κείμενο των Εποχών, είναι απαραίτητο οι λογοτέχνες να μπορούν να εκφράζουν «το πατριωτικό συναίσθημα, το εθνικό ρίγος, ένα είδος υπερηφάνειας για τον ελληνισμό και την υπεροχή του[…]» [11].

Ο Γιώργος Θεοτοκάς συγκαταλέγεται στους φιλελεύθερους διανοούμενους που παίρνουν αποστάσεις από τον εθνικισμό, ενώ μελετάει την παρουσία του τελευταίου στον ελληνικό και τον διεθνή χώρο και τη σύνδεσή του με την εθνική συνείδηση των λαών. Ανάμεσα στα γνωστά κείμενά του κατά τη δεκαετία του 1960 βρίσκεται το αρχικό κείμενο του πρώτου τεύχους των Εποχών με τίτλο «ο Σοβιετικός πατριωτισμός».[12] Το άρθρο ανήκει σε μια σειρά κειμένων που έγραψαν οι διανοούμενοι κατά τη μεταπολεμική περίοδο, διερευνώντας την εθνική ταυτότητα της Σοβιετικής Ένωσης, όπως αντίστοιχα και της Αμερικής, οι οποίες διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά του ψυχρού πολέμου, ενώ απέκτησαν και οι ίδιες νέα χαρακτηριστικά συσχετιζόμενα με τον ψυχρό πόλεμο.[13]

Σύμφωνα με τον γράφοντα, κατά την εν λόγω περίοδο το σοβιετικό καθεστώς ταλανίζεται όσο ποτέ από την αντίφαση ανάμεσα στη σύμφωνη με τον μαρξισμό-λενινισμό «κατάργηση και συγχώνευση των εθνών» και από την άλλη στον διάχυτο πατριωτισμό με στοιχεία «έντονης εθνικής υπερηφάνειας»[14], που δεν είναι πάντα εύκολο να διαχωριστεί από τον εθνικισμό[15]. Ο Θεοτοκάς, μάλιστα, θεωρεί ότι στη σοβιετική, καθώς και στην αμερικανική κοινωνία, πλάθεται μια «εθνική συνείδηση νέου τύπου».[16] Σε κάθε περίπτωση διαχωρίζει το «χωνευτήρι», όπως το αποκαλεί, της Αμερικής,[17] όπου, λόγω της έλλειψης κοινού παρελθόντος,[18] οι άνθρωποι αποδέχονται την ιδιότητά τους ως Aμερικανοί πολίτες, από τη Σοβιετική Ένωση, όπου καθένα από τα σοσιαλιστικά κράτη διατηρεί την εθνική του υπόσταση.

Πέρα από την επίδραση του εθνικισμού στην Ελλάδα και διεθνώς, ο ελληνικός περί έθνους λόγος εστιάζει σε κάποιες ακόμη έννοιες, όπως η ελληνικότητα και ο ελληνοκεντρισμός, όχι όμως και στην εθνικοφροσύνη που είχε πρωταγωνιστήσει στον λόγο του συνόλου των μη κομμουνιστών διανοουμένων κατά την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο.[19] Με το αντικομμουνιστικό μένος να κατευνάζεται, την αντιδεξιά να ενισχύεται και το μετεμφυλιακό καθεστώς να αμφισβητείται ευθέως από την κοινωνία, η εθνικοφροσύνη συνεχίζει να υποστηρίζει την υπάρχουσα δομή εξουσίας, αλλά δεν προβάλλεται έντονα στον μη δεξιό λόγο. Από την άλλη, η ελληνικότητα συνεχίζει να είναι παρούσα στις συζητήσεις και την αρθρογραφία της ελληνικής διανόησης, παραμένοντας «μέτρο» και οδηγός για την τέχνη[20], ωστόσο κατά τη δεκαετία του 1960 μετεξελίσσεται σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν είχε γίνει κεντρικό σημείο διαμάχης ανάμεσα στον συντηρητισμό και τον φιλελευθερισμό.[21]

Ο φιλελεύθερος λόγος της εποχής αναφέρεται σε μια ελληνικότητα που δεν απορρίπτει τις διεθνείς επιρροές, όπως κάνει ο ελληνοκεντρισμός[22] και αφήνει περιθώριο για ανάπτυξη επαφών, κατά κύριο λόγο με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη, επιτρέποντας τη σύζευξη εθνικού και παγκόσμιου.[23] Η ιδέα αυτή είναι ορατή στα κείμενα πολλών εκπροσώπων της γενιάς του ’30 που είχαν συνδέσει το όνομά τους με την έννοια της ελληνικότητας και παρέμεναν έντονα ενεργοί κατά τη δεκαετία του 1960 στην πνευματική ζωή της χώρας (Σεφέρης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Δημαράς κ.ο.κ.),[24] συνδυάζοντας τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό με τον σεβασμό στις ρίζες.[25]

Ο Κ.Θ. Δημαράς αναφέρει, για παράδειγμα, στις Εποχές ότι η ελληνικότητα είναι η «ιστορικότητα» και η «αναγκαιότητα» του έργου των λογοτεχνών,[26] ενώ ο Απόστολος Σαχίνης σημειώνει ότι στα χαρακτηριστικά της συμπεριλαμβάνονται η ομορφιά, το ήθος, το μέτρο και η κατάφαση ζωής.[27] Η λίστα των στοιχείων της ελληνικότητας έρχεται να εμπλουτιστεί από την «κίνηση, το μοναδικό και το ανεπανάληπτο», καθώς και από την έλλειψη δογματικότητας,[28] ενώ ο Παναγιώτης Μουλλάς προσθέτει ότι κριτήριο για την ελληνικότητα ενός έργου είναι η αλήθεια του: «το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ό,τι είναι αληθές».[29]

Η φιλελεύθερη οπτική, όπως περιγράφηκε παραπάνω, διαφοροποιείται από τις συντηρητικές θέσεις πάνω σε έννοιες και ιδέες που αφορούν στο έθνος. Εξαιρώντας τα αντιδραστικά ή αμιγώς συντηρητικά έντυπα της δεκαετίας του 1960, ακόμη και ο «νηφάλιος», διαλλακτικός συντηρητισμός, που συμπλέκεται συχνά με τον φιλελευθερισμό, όπως εκφράστηκε στο μακρόβιο περιοδικό κύρους, τη Νέα Εστία, δίνει διαφορετικές αποχρώσεις σε κεντρικά ζητήματα που αφορούν στο έθνος σε σχέση με εκείνες που εντοπίζει κανείς σε μη συντηρητικά έντυπα, όπως οι Εποχές. Η σύγκριση μεταξύ των εν λόγω περιοδικών ως προς τον περί έθνους λόγο τους παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο κορμός κειμένων από τον οποίο προκύπτει η συνολικά συντηρητικότερη οπτική της Νέας Εστίας εμπεριέχει, πέραν των κειμένων συντηρητικών διανοούμενων, δημοσιεύσεις ή αναδημοσιεύσεις φιλελεύθερων λόγιων, πολλοί εκ των οποίων συνεργάζονται στενά με τις Εποχές. Τα συγκεκριμένα κείμενα, εξεταζόμενα μεμονωμένα, όπως επιλέγονται από τη Νέα Εστία, δίνουν μια διαφορετική, κατά βάση συντηρητικότερη εικόνα από εκείνη που προκύπτει αν εξετάσει κανείς άλλα κείμενα, καθώς και τη συνολική αρθρογραφία των ίδιων προσώπων επί των θεμάτων αυτών. Με άλλα λόγια, στις συνθήκες της ιδεολογικής ρευστότητας και της κινητικότητας προσώπων και ιδεών της δεκαετίας του 1960 ίδια πρόσωπα μπορεί να ενισχύουν, εν γνώση ή εν αγνοία τους, διαφορετικά επιχειρήματα.

Αναφορικά με τον τρόπο αντίληψης του εθνικισμού, ενδεικτικό είναι κείμενο του Ανδρέα Καραντώνη, στο οποίο ο τελευταίος διαχωρίζει τον εθνικισμό ανάλογα με τα κίνητρά του, προκειμένου να εξυψώσει τον ελληνικό εθνικισμό έναντι εκείνου άλλων λαών. Έτσι καταγγέλλεται το «ανθρωποκτόνο πνεύμα» του τουρκικού εθνικισμού ή ο εθνικισμός που επέδειξε ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός και ο ιταλικός φασισμός, ενώ «ελαφρυντικά» αναγνωρίζονται στον αραβικό ή παναφρικανικό εθνικισμό που είναι συνδεδεμένοι με το αίτημα της ανάπτυξης.[30] Ο Καραντώνης καταλήγει ότι μόνο ο ελληνικός εθνικισμός εξυψώνει την έννοια στο πραγματικό της περιεχόμενο, καθώς επιβλήθηκε από την ιστορική ανάγκη να μείνουν αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά μιας φυλής που συνέβαλε τα μέγιστα στην ανθρωπότητα, ενώ δεν υπήρξε ποτέ «αιμοχαρής». Ο διευθυντής της Νέας Εστίας Πέτρος Χάρης με τη σειρά του παρουσιάζει τον «καθαρό εθνικισμό» των Ελλήνων να είναι ο μόνος τρόπος απάντησης στο αδιέξοδο της νέας εποχής της τεχνικής προόδου και του ξεπεσμού των αξιών.[31]

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κείμενα εξωραϊσμού του ελληνικού εθνικισμού είναι άρθρο και πάλι υπογεγραμμένο από τον Πέτρο Χάρη, με τίτλο «Ένας ακαταμάχητος σωβινισμός».[32] Ο γνωστός διανοούμενος περιγράφει μια βόλτα στην ελληνική εξοχή και νοσταλγεί την εποχή που «όλα ήταν ελληνικά», ακόμη και τα λουλούδια, τα οποία δεν είχαν διασταυρωθεί με ξένη ρίζα. Το παραπάνω άρθρο εντάσσεται σε μία κατηγορία κείμενων της Νέας Εστίας με εθνικές-φυλετικές αναφορές, αντίστοιχες με αυτές του λόγου της εθνικοφροσύνης.[33] Μεταξύ αυτών, βρίσκονται κείμενα τα οποία κάνουν λόγο για μοναδικότητα της ελληνικής φυλής, καθαρότητα της φυλής χωρίς καμία ανάμιξη με Εβραίους, Τούρκους κ.ο.κ.

Στοιχεία του λόγου του εθνικισμού, χωρίς ρητή αναφορά στον όρο, αλλά και ηπιότερες εκφράσεις πατριωτισμού και εθνικής υπερηφάνειας υπάρχουν και σε άλλα κείμενα του περιοδικού που εξετάζουν, μεταξύ άλλων, τη συμβολή του ελληνικού πνεύματος στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού και την ευρύτερη αποτίμηση των κατακτήσεων του ελληνικού έθνους. Μία κατηγορία αυτών των κειμένων έχει ως σημείο αναφοράς τον φιλελληνισμό που βασίστηκε στον θαυμασμό για τα ιστορικά και πολιτισμικά επιτεύγματα των Ελλήνων.[34] Η Νέα Εστία χρησιμοποιεί ακόμη σχήματα όπως το μεγαλείο του ελληνισμού,[35] το «αθάνατο πνεύμα» των Ελλήνων,[36] ενώ η Ελλάδα χαρακτηρίζεται «μάνα» του δυτικού πολιτισμού. Πρόκειται για μία αντίληψη που, αν και προϋπήρχε, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο για τη συγκρότηση της «νέας ελληνικής ταυτότητας», [37] ενώ είχε συναντηθεί και στον διεθνή τύπο, λαμβάνοντας διαφορετικές προεκτάσεις κατά περίπτωση.[38]

Σε αντίθεση με τις Εποχές, ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός είναι μία ακόμη προσφιλής έννοια σε κείμενα της Νέας Εστίας. Στο περιοδικό διατηρείται η φόρτιση που είχε ο όρος κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο, όταν η συζήτηση για το «ελληνοχριστιανικό» στοιχείο απέκτησε ιδιαιτέρως σημαντικές πολιτικές διαστάσεις και συνδέθηκε με τον αντικομμουνισμό, αφού επέτρεπε, βάσει των δύο συστατικών της έννοιας, καταπολέμηση των «άθεων» και των «ανθελλήνων», χαρακτηριστικά που οι εθνικόφρονες απέδιδαν στους κομμουνιστές.[39]

Έμφαση δίνεται ακόμη στην ελληνική προέλευση των εννοιών δημοκρατία και ελευθερία και στο γεγονός ότι η Γαλλική Επανάσταση ήταν εμποτισμένη με τα ελληνικά ιδεώδη.[40] Ως εκ τούτου, η «ανελεύθερη» φάση που διανύει η ανθρωπότητα χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα ανθελληνική. Ο εθνικός λόγος του περιοδικού συμπεριλαμβάνει επίσης προσκόλληση στην παράδοση, συνδυασμένη σε κάποιες περιπτώσεις με το αίτημα της εδαφικής ακεραιότητας και αλυτρωτικές διεκδικήσεις, αντίστοιχες με αυτές του λόγου της εθνικοφροσύνης.[41]

Ο ελληνοκεντρισμός της Νέας Εστίας περιλαμβάνει σε πολλά κείμενα αμφισβήτηση της Δύσης, απόρριψη του μιμητισμού των ξένων και ανησυχία για την πιθανή αφομοίωση του ελληνικού πολιτισμού από τον «πολιτισμό των προηγμένων».[42] Τα στοιχεία αυτά παραπέμπουν στην «παλιά» διάκριση ευρωπαϊσμού και ελληνοκεντρισμού που συνδέθηκε με το δίλημμα ελληνικότητα-νεωτερικότητα.[43]

Σε συνέχεια των παραπάνω, στη Νέα Εστία υπάρχουν εκδηλώσεις τόσο της «ανοιχτής ελληνικότητας» όσο και της κλειστής ελληνικότητας που είχε συνδεθεί με τον «ξενόφοβο εθνοκεντρισμό».[44] Ο συγγραφέας Τάσος Αθανασιάδης σε άρθρο του οδηγείται στον χαρακτηρισμό της ελληνικότητας ως «το βαθύτερο ύφος και ήθος μας». Όπως υπογραμμίζει, δε σχετίζεται με επιφανειακά χαρακτηριστικά που μας διαφοροποιούν από άλλους λαούς, αλλά με ένα σύνολο από «έκτυπα» χαρακτηριστικά αποτυπωμένα μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα σε χρόνο και σε συνθήκες που να τα καθιστούν απολύτως μοναδικά.[45]

Η ελληνικότητα, σε κείμενο του Πάνου Καραβία, παίρνει τον ορισμό της μέσα από το παράδειγμα της τέχνης του Σολωμού, ο οποίος βρήκε το νήμα που ενώνει την ελληνική παράδοση από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και έδωσε γλαφυρά την αίσθηση αυτής της συνέχειας.[46] Ο Σπύρος Λουλακάκης σημειώνει με τη σειρά του ότι η ελληνικότητα επιβάλλει ένα «πλέγμα αυτοδεσμεύσεων» που αποκτά εφαρμογή σε διάφορα πεδία, όπως ο τουρισμός.[47] Ο γράφων επισημαίνει ότι υπάρχει ένα «ισχυρό αμυντικό κρηπίδωμα» για τους Έλληνες απέναντι στην ξένη απειλή κι αυτό είναι η ιστορική και πνευματική κληρονομιά τους, η οποία καθορίζει τα όρια της ελληνικότητας, με βάση, όχι τη μισαλλοδοξία ή τον πατριωτισμό, αλλά την αναγνώριση των επιτευγμάτων του ελληνισμού.

Στις παραπάνω προσεγγίσεις θα αντιπαρατεθεί ο εθνικός λόγος των αριστερών διανοούμενων, όπως αποτυπώνεται κατά κύριο λόγο στην Επιθεώρηση Τέχνης, η οποία συσπειρώνει το μεγαλύτερο μέρος της ευρύτερης αριστερής διανόησης, απομακρυνόμενη από τη λογική του αποκλεισμού των «ετερόδοξων» αριστερών φωνών που υιοθετούσαν άλλα έντυπα του ίδιου ιδεολογικού χώρου. O εθνικός λόγος της Επιθεώρησης Τέχνης ως κομμάτι της ευρύτερης παρέμβασής της περιείχε στοιχεία μιας «νέας θεωρίας», όπως την αποκαλεί ο Φίλιππος Ηλιού, ενός νέου αριστερού λόγου που βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα, ωστόσο περιείχε εν σπέρματι ιδέες και θέσεις που μετεξελίχθηκαν σε μια συγκροτημένη αριστερή παρέμβαση.[48] Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρει η Ελισάβετ Κοτζιά, παρά τις πολυάριθμες αναφορές σε σχέση με το εθνικό συμφέρον, το εθνικό φρόνημα, τους εθνικούς αγώνες, τον λαό κ.ο.κ. το περιοδικό δεν πραγματοποίησε «συστηματική συζήτηση για την έννοια του έθνους».[49]

Αρχικά η Επιθεώρηση Τέχνης αποποιείται τον εθνικισμό, στοχοποιώντας εθνικιστικές συμπεριφορές παραγόντων που αναφέρονται στους αριστερούς ως «ανθέλληνες», επειδή προσπαθούν να κινητοποιήσουν τη σκέψη του ελληνικού λαού και να αναστείλουν τον αφιονισμό του από το καθεστώς της εθνικοφροσύνης.[50] Σύμφωνα με το περιοδικό, οι εθνικόφρονες προβάλλουν τον πατριωτισμό τους, την ίδια ώρα που επί της ουσίας υποσκάπτουν την εθνική ανεξαρτησία. Η λογοκρισία και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, που εντάσσονται στο πλαίσιο του βίαιου αποκλεισμού των μη εθνικοφρόνων από την εκπαίδευση και γενικότερα τη δημόσια ζωή, είναι κάποιοι από τους τρόπους με τους οποίους προσπαθεί η εθνικόφρων ιδεολογία να εξοβελίσει την υποτιθέμενα «αντεθνική» σκέψη.[51] Οι πολιτικές επιλογές στα καίρια ζητήματα της δεκαετίας του 1960, όπως το Κυπριακό, τα Ιουλιανά και οι ζυμώσεις κατά την περίοδο πριν από την επιβολή της δικτατορίας εντάσσονται όλες, σύμφωνα με την Επιθεώρηση Τέχνης, στη λογική της εθνικής υποτέλειας.[52]

Συνεχίζοντας να αναφέρεται στην υποτέλεια, το γνωστό περιοδικό κατά τη δεκαετία του 1960 δίνει έμφαση στους κινδύνους που αντιμετωπίζει το ελληνικό έθνος από τον ξένο παράγοντα. Όπως σημειώνει η Επιθεώρηση Τέχνης, από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε η πρώτη ξένη στρατιωτική βάση στην Ελλάδα τέθηκαν σε κίνδυνο όλες οι κατακτήσεις του ελληνισμού ανά τους αιώνες, ακόμη και η ίδια η Ακρόπολη. Εξάλλου η Ελλάδα, σύμφωνα με τo περιοδικό, είναι ολόκληρη «ένας ιερός βράχος που κρύβει στα σπλάχνα του τα επάλληλα στρώματα πολιτισμών πολλών χιλιετηρίδων».[53]

Αλληλένδετη με την προστασία από τον ξένο παράγοντα είναι και η έννοια της «εθνικής ανεξαρτησίας»,[54] η διαφύλαξη της οποίας προβάλλεται ως προτεραιότητα για το έθνος. H εθνική ανεξαρτησία και η προάσπιση του ελληνισμού που επικαλείται το περιοδικό θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα είδος εθνικιστικής επιχειρηματολογίας, παρά το γενικευτικό σχήμα που θέλει τους σοσιαλιστές να απορρίπτουν τον εθνικισμό (λόγω του προλεταριακού διεθνισμού που οραματιζόταν ο μαρξισμός) και τους δεξιούς να τον υιοθετούν.[55]

Ενδεικτική του πλήγματος που υφίσταται ο ελληνισμός παρουσιάζεται να είναι η αδυναμία επίτευξης της επιστροφής των ελγίνειων μαρμάρων ή της Αφροδίτης της Μήλου. Σύμφωνα με την Επιθεώρηση Τέχνης, μια κυβέρνηση που θέλει να χαρακτηρίζεται «ελληνική» οφείλει να θέσει ως προτεραιότητά της την «σταυροφορία» για την επιστροφή των κορυφαίων έργων του ελληνικού πολιτισμού. Πρόκειται για θέση την οποία θίγει συστηματικά το περιοδικό, δείχνοντας να αντιλαμβάνεται ότι υπερβαίνει τις κομματικές και ιδεολογικές γραμμές.[56] Στη διεθνή βιβλιογραφία το επιχείρημα ότι «τα μάρμαρα ανήκουν στην Ελλάδα επειδή είναι ελληνικά», έχει χαρακτηριστεί κατά περιπτώσεις ως επιχείρημα του «πολιτιστικού εθνικισμού».[57] Πέρα από το θέμα των μαρμάρων, η αγάπη για την αρχαιότητα ευρύτερα, η συνείδηση ότι «ο τόπος χρειάζεται ήρωες» και το «ιδεολόγημα του περιούσιου λαού» υπήρξαν στοιχεία διακομματικά,[58] παρότι γνώριζαν διακυμάνσεις και διαφορετικούς τρόπους έκφρασης κατά περίπτωση.

Ο Γιώργος Βαλέτας αναφέρεται σε κείμενό του στην υποχρέωση του πνευματικού κόσμου να προασπίζεται τον ελληνισμό, εμπνέοντας τον κόσμο μέσα από ένα «αντιστασιακό πατριωτικό κήρυγμα» βασισμένο σε αρχές όπως «νεοελληνικότητα, λαϊκισμός, αντιδυναστισμός, αντιφεουδαρχισμός».[59] Ο συγγραφέας επικαλείται εδώ στοιχεία που συγκροτούν το «αντι-ηγεμονικό εθνικό αφήγημα», όπως το αποκαλεί ο Αντώνης Λιάκος, με το οποίο η αριστερά μιλάει για συνέχεια του ελληνισμού –που μέχρι τότε αποτελούσε κατά κύριο λόγο επωδό της δεξιάς–, συμπλέκοντας το λαϊκό με το αντιστασιακό και το αριστερό στοιχείο.[60] Στην Επιθεώρηση Τέχνης, συμπληρώνει ο Νίκος Χατζηνικολάου, αποτυπώθηκε η αριστερή οπτική της «αδιατάρακτης συνέχειας του ελληνισμού», η οποία συνδέθηκε με την αναζήτηση της ελληνικότητας και την άποψη ότι η αριστερά είναι «ο υπερασπιστής των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων και ο εκφραστής, σε ένα ανώτερο επίπεδο, του λαϊκού πολιτισμού».[61]

Χαρακτηριστική περίπτωση καλλιτέχνη που μεταφέρει στο πεδίο της μουσικής το νέο εθνικό αφήγημα, είναι ο Μίκης Θεοδωράκης.[62] Ο γνωστός μουσικός, σε άρθρο του στην Επιθεώρηση Τέχνης, μιλάει για την αναγκαιότητα να κυριαρχεί το στοιχείο της ελληνικότητας στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.[63] Ο Μίκης Θεοδωράκης πρωταγωνίστησε γενικότερα στη συζήτηση αυτής της περιόδου για το δημοτικό τραγούδι, το «αστικό επιβίωμά του», το ρεμπέτικο και τη μουσική συνολικά. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, στην Επιθεώρηση Τέχνες εμφανίστηκαν έννοιες «πολύσημες και άκρως ιδεολογικοποιημένες: εθνικό, λαϊκό, ελληνικό».[64]

Σε άλλο κείμενο, αντίστοιχα, τίθεται το ερώτημα αν η απαραίτητη ελληνικότητα, που είναι «μια μερική άποψη στη γενική έννοια της εθνικότητας», μπορεί να υπάρχει στον πολιτισμό, για παράδειγμα στην αφηρημένη, αμορφική τέχνη. Η απάντηση που δίνεται είναι ότι η αφηρημένη τέχνη μπορεί να δώσει ένα «ψυχικό κλίμα», αλλά όχι εθνικά στοιχεία και έτσι δεν μπορεί να συνυπάρξει με την ελληνικότητα.[65] Η Επιθεώρηση Τέχνης υποστηρίζει εν ολίγοις ένα επιχείρημα από καιρό δημοφιλές στον χώρο της αριστερής διανόησης και της λογοτεχνίας, ότι δηλαδή η αναζήτηση της ελληνικότητας στην τέχνη επέτασσε την επιλογή της χώρας να αντιπαρατάξει στον «πολιτισμικό ηγεμονισμό της Δύσης» ένα σύγχρονο, νεοελληνικό καλλιτεχνικό πρόταγμα.[66]

Xαρακτηριστικό για τη συγκεκριμένη συζήτηση είναι άρθρο του Τάσου Βουρνά στην Αυγή, στο οποίο ο γνωστός αριστερός διανοούμενος συνδέει την ελληνικότητα με την έννοια της προόδου, διευκρινίζοντας ότι η νεοελληνική παράδοση είναι κάτι εξελισσόμενο και όχι στατικό.[67] Η ελληνικότητα στην τέχνη, συνεχίζει, είναι αίτημα του προοδευτικού κόσμου και διαχωρίζεται από τον λαϊκισμό, καθώς δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει «τυφλή επιστροφή στην παράδοση», ενώ συνυπάρχει με τους «αγώνες για τον κοινωνικό μετασχηματισμό».

Η αντίθεση παράδοσης και προόδου είναι γενικότερα βασικό συστατικό του εθνικού λόγου της Επιθεώρησης Τέχνης. Αντιπροσωπευτικά αυτής της αντίληψης είναι τα κείμενα που αναφέρονται στον Δημήτρη Γληνό και προκρίνουν τον «δημιουργικό ιστορικό» έναντι της «πιθηκικής μίμησης». Ο Γιάννης Ιμβριώτης αναφέρει ότι, μέσα από την παραπάνω διαδικασία, ο Γληνός προβάλλει ως «εθνικός απελευθερωτής» και «ριζοσπαστικός ανακαινιστής».[68] Κείμενα, όπως αυτό, αποτελούν μέρος της ευρύτερης αριστερής προσπάθειας, που αποτυπώνεται και στην Επιθεώρηση Τέχνης, για «απελευθέρωση» από το παρελθόν και ανατροπή των παραδεδομένων».[69]

Η συζήτηση για τη δημιουργική αφομοίωση του εθνικού παρελθόντος αντί της μίμησης συνυπάρχει και με άλλα θέματα, πολιτιστικού πρώτιστα ενδιαφέροντος, καθώς στην Επιθεώρηση Τέχνης το εθνικό με το πολιτιστικό είναι άρρηκτα δεμένα. Στο θέμα της αρχαίας τραγωδίας, για παράδειγμα, οι οπαδοί της προσκόλλησης στο πρωτότυπο αντιπαρατίθενται στους θιασώτες της επαναπροσέγγισης του είδους με νέα εργαλεία.[70] Χαρακτηριστικό είναι κείμενο συνέντευξης με τον καθηγητή George Thompson, ο οποίος, με αφορμή το παράδειγμα της αρχαίας τραγωδίας, αναφέρεται στις αξίες του εθνικού πολιτισμού:

Η ιστορία αποδείχνει πως όσο πιο λαϊκός είναι ένας πολιτισμός, τόσο είναι πιο εθνικός, και όσο είναι πιο εθνικός τόσο είναι πιο παγκόσμιος. Στους αιώνες που ακολούθησαν την παρακμή και το γκρέμισμα του αρχαίου ελληνικού και αργότερα του βυζαντινού κόσμου, είναι ο λαός που διατήρησε δημιουργικά ζωντανή την ελληνική γλώσσα και την ελληνική ποίηση, και μονάχα με τη γλώσσα και στις παραδόσεις του λαού ρίζωσαν και βλαστοβόλησαν οι πολιτιστικές αξίες που συνιστούν τον εθνικό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας.[71]

Κλείνοντας, ο Thompson σημειώνει ότι είναι ίδιον των σοσιαλιστικών χωρών να καλλιεργούν συστηματικά τις λαϊκές τους παραδόσεις, οδηγούμενες προς την «εκπολιτιστική ανάπτυξη».

Η εθνική λαϊκή παράδοση, όπως γίνεται αντιληπτή από την Επιθεώρηση Τέχνης, διέπεται από μία συνέχεια που έχει ως σημείο αναφοράς τη διαχρονική αντίσταση του ελληνικού λαού.[72] Μελετώντας κανείς την πορεία της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή διαπιστώνει συνάφεια στον τρόπο που ο ελληνικός λαός προδίδεται, το πολίτευμα «βιάζεται» και η λαϊκή κυριαρχία υπονομεύεται. Έτσι η Επιθεώρηση Τέχνης τοποθετεί δίπλα-δίπλα όλες τις «εθνικές αποφράδες», όπως τις αποκαλεί, δηλαδή την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, τον διεθνή οικονομικό έλεγχο του 1897, την έναρξη του εθνικού διχασμού το 1915, τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 αλλά και την επέλαση των χιτλερικών ορδών στην Αθήνα το 1941.[73] Ως ζητούμενο προβάλλεται να συμπυκνωθούν όλες οι εθνικές και λαϊκές παραδόσεις, «από την αρχαιότητα, το ʼ21, μέχρι τους λαϊκούς κοινωνικούς αγώνες και το παρόν»,[74] σ’ ένα απόσταγμα που θα γίνει οδηγός για την περαιτέρω δράση του ελληνικού έθνους.

Η μουσική αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα «νεοελληνικής παράδοσης» που εντάχθηκε στον «πολιτιστικό εθνικό κορμό». Η αφήγηση της μουσικής παράδοσης ακολουθεί την ελληνική ιστορία και αλληλεπιδρά με αυτήν. Όπως αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς, η πρόοδος ή η κατάπτωση του τραγουδιού «δε μπορεί να εξεταστεί ξεκομμένη από τον υπόλοιπο κοινωνικό κορμό».[75] Το δημοτικό τραγούδι παρουσιάζεται να έχει λειτουργήσει ως «συνδετικός δεσμός» των Ελλήνων σε πολλές ιστορικές φάσεις. Αντίστοιχα, το ρεμπέτικο τραγούδι κατά τον 20ό αιώνα κατάφερε να ξεπεράσει σταδιακά τον καταπτωτικό του χαρακτήρα, να εκφράσει «των καταπιεσμένων λαών τα βάσανα και τους πόνους», ενώ υπηρέτησε και την Αντίσταση, διαμορφωνόμενο τελικά «σε λυρική έκφραση ενός λαού περήφανου, αγωνιστή, δημοκράτη και ειρηνικού».[76]

Πέραν των παραπάνω, στον αριστερό εθνικό λόγο χρησιμοποιείται επίσης η έννοια του «ελληνοκεντρισμού». Η Επιθεώρηση Τέχνης δηλώνει ενδεικτικά ότι «μένει πάντα ελληνοκεντρική στην αποτίμηση κάθε φαινομένου». Συμπληρώνει, ωστόσο, ότι ο ελληνοκεντρισμός δεν αναιρεί ούτε συγκρούεται με τη συνείδηση της ανάγκης να έρθει η πολιτιστική ζωή του τόπου σε επαφή με την παγκόσμια, δίνοντας ένα τέλος στον απομονωτισμό.[77] Το στοιχείο που εντοπίζει κανείς εδώ είναι αυτό που η Αιμιλία Καραλή αποκαλεί «σύζευξη ενός αριστερού και ενός εθνικού λόγου», καθώς το περιοδικό μιλάει για ελληνοκεντρισμό και «ανάπτυξη των υγιών δυνάμεων του έθνους», διατηρώντας όμως μία μαρξιστική προσέγγιση στην κοσμοαντίληψή του.[78]

Ο ελληνοκεντρισμός, πάντως, δεν είχε σταθερά θετική χροιά στον αριστερό λόγο, γεγονός που αποτυπώνεται, για παράδειγμα, στην απαντητική επιστολή του Νίκου Σβορώνου προς τον Γιάννη Χαΐνη, έπειτα από πρόσκληση συνεργασίας του τελευταίου στην υπό έκδοση Επιθεώρηση Τέχνης. Ο Νίκος Σβορώνος διατυπώνει τους στόχους που, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να θέσει το περιοδικό σημειώνοντας μεταξύ άλλων:

[…] η ελληνική σκέψη αρχίζει να ξεφεύγει από τον ελληνοκεντρισμό του περασμένου αιώνα και την απασχολούν καλά ή κακά ζητήματα που δεν διαφέρουν από κείνα που απασχολούν τους Ευρωπαίους […] το πρόβλημα για μας μπαίνει πώς θα γεφυρώσουμε το χάσμα, που χωρίζει τη δική μας παράδοση και τη σημερινή ευρωπαϊκή σκέψη.[79]

Συγκεφαλαιώνοντας, στον λόγο περί έθνους φιλελεύθερων, συντηρητικών και αριστερών διανοούμενων κατά τη δεκαετία του 1960 υπάρχουν στοιχεία τα οποία συνδέονται με την «παραδοσιακή» ιδεολογική ερμηνεία των εννοιών που σχετίζονται με το έθνος, στοιχεία μετεξέλιξης που αναδύονται λόγω των συνθηκών της δεκαετίας του 1960, καθώς και κοινά στοιχεία που προκύπτουν από διακομματικού χαρακτήρα αντιλήψεις και εικόνες για το έθνος. Για παράδειγμα, ο εθνικισμός στη συνείδηση των φιλελεύθερων στοχαστών της δεκαετίας του 1960, όπως εκείνων που υπογράφουν τα άρθρα των Εποχών, δεν είναι αποδεκτός, καθώς υποδαυλίζει τον φανατισμό και θέτει εμπόδια στη συνεννόηση των λαών. Από την άλλη, στις σελίδες του περιοδικού συναντώνται, έστω και σε μη συστηματική βάση, επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο λόγος του εθνικισμού και σχετίζονται με την υπεροχή και το μεγαλείο του ελληνισμού.

Τα επιχειρήματα αυτά συναντώνται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα και οξύτητα στη Νέα Εστία. Το γνωστό περιοδικό, αν και εγκαινιάζει νέες συζητήσεις που αρμόζουν στο κλίμα της δεκαετίας του 1960 και προσπαθεί να ενισχύσει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του που συνυπάρχει σταθερά με τον συντηρητισμό, παραμένει σε μεγάλο βαθμό δέσμιο αντιλήψεων «ριζωμένων» στη συντηρητική σκέψη κι αυτό γίνεται εμφανές, μεταξύ άλλων, στον περί έθνους λόγο. Από την άλλη, το γεγονός ότι η Νέα Εστία παρουσιάζει έναν «διαλλακτικό» συντηρητισμό, που αποκτά φιλελεύθερες αποχρώσεις κατά περίπτωση, επιτρέπει να εντοπίσουμε την επίδραση των εξελίξεων της περιόδου στη σκέψη των διανοούμενων που κινούνται εντός του συγκεκριμένου ιδεολογικού χώρου.

Σε κάθε περίπτωση, σε κείμενα της Νέας Εστίας ο εθνικισμός παρουσιάζεται ως άμυνα απέναντι στο ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον της εποχής, την τεχνική πρόοδο και την αλλαγή των ηθών. Επίσης, σε εθνικιστικά επιχειρήματα κειμένων του περιοδικού υπάρχουν στοιχεία ανορθολογικά ή φυλετικά,[80] σε αντίθεση με τον «εθνικισμό» των φιλελευθέρων ή της αριστεράς όπου τα παραπάνω στοιχεία κατά βάση εκλείπουν.[81] Η ξενοφοβία είναι ένα ακόμη στοιχείο του εθνικισμού των συντηρητικών που, ωστόσο, στα κείμενα της Νέας Εστίας, συνυπάρχει με την πίστη στις συμμαχίες και την ένταξη στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για μία «διγλωσσία» που είχε συναντηθεί κατά κόρον στην εθνικόφρονα ιδεολογία.[82] Το περιοδικό αναφέρεται, επιπρόσθετα, στην Ελλάδα ως «μάνα» του δυτικού πολιτισμού, στο «αθάνατο πνεύμα» των Ελλήνων, στην ιερή αποστολή του έθνους, στον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό και σε άλλα σχήματα συνδεδεμένα κατά κύριο λόγο με τον εθνικισμό των συντηρητικών και, παράλληλα σε κάποιες περιπτώσεις, με την εθνικοφροσύνη. Σημειώνεται ότι παρεμφερή στοιχεία συναντώνται την ίδια περίοδο και σε άλλα έντυπα του συντηρητικού χώρου, όπως η Ελληνική Πρωτοπορεία.[83]

Στην Επιθεώρηση Τέχνης αρθρώνονται επιχειρήματα που τοποθετούνται σε μία περιοχή του περί έθνους λόγου μεταξύ του πατριωτισμού και του εθνικισμού, η οποία δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί με σαφήνεια. Πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα που αναφέρει ο Γιώργος Θεοτοκάς σε προαναφερθέν κείμενο, όταν σημειώνει ότι η σχέση πατριωτισμού-εθνικισμού, όπως αντίστοιχα διεθνισμού-κοσμοπολιτισμού είναι προβληματική και όχι σαφής στον λόγο της σύγχρονης αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση, το περιοδικό παίρνει ξεκάθαρη θέση κατά του εθνικισμού, επικρίνοντας την τακτική του καθεστώτος να στιγματίζει ως «ανθέλληνες» του κομμουνιστές.

Σε εξέλιξη είναι αντίστοιχα κατά τη δεκαετία του 1960 η συζήτηση για την ελληνικότητα, χωρίς να λαμβάνει την ένταση ή τις συνυποδηλώσεις προηγούμενων δεκαετιών. Στον φιλελεύθερο λόγο της εποχής η ελληνικότητα είναι τοποθετημένη μέσα σ’ ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, αφομοιώνοντας τις ξένες επιρροές, ενώ στον συντηρητικό λόγο υπάρχει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι στην «ανοικτή» σε διεθνή ερεθίσματα ελληνικότητα, παρότι η ιδέα αυτή εκ των συνθηκών δεν μπορεί να απορριφθεί από τον αστικό κόσμο. Στον αριστερό λόγο από την άλλη, όπως εκείνον της Επιθεώρησης Τέχνης, η ελληνικότητα, η οποία συνδέεται με την έννοια της προόδου, κατά βάση δεν συνυπάρχει, αλλά αντιπαρατίθεται στην πολιτιστική ηγεμονία της Δύσης.

Σε αντίθεση με την ελληνικότητα, που παραμένει παρούσα στις αναλύσεις των διανοούμενων της δεκαετίας του 1960, η εθνικοφροσύνη έχει πολύ μικρότερη παρουσία σε όλα τα περιοδικά, δεδομένου μάλιστα ότι η κυρίαρχη διαιρετική τομή εθνικοφροσύνη-μη εθνικοφροσύνη έχει δώσει τη θέση της κατά την περίοδο αυτή στη διαίρεση δεξιά-αντιδεξιά.

Μία ακόμη έννοια που έχει λίγες εμφανίσεις στα περιοδικά της δεκαετίας του 1960 είναι ο ελληνοκεντρισμός, ο οποίος δεν αποκτά ένα σαφές και ιδεολογικά καθορισμένο περιεχόμενο, γι’ αυτό και κατά περίπτωση μπορεί να συνδέεται με διαφορετικά νοήματα. Για παράδειγμα, στην Επιθεώρηση Τέχνης υπάρχουν κάποιες αναφορές στον όρο με θετικό πρόσημο, ως συνώνυμο ενός καλώς εννοούμενου πατριωτισμού. Επιπρόσθετα, ο ελληνοκεντρισμός μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον περί έθνους λόγο των Εποχών και της Νέας Εστίας, καθώς, αν υιοθετηθεί η θεωρία της αντιπαράθεσης ευρωπαϊσμού-ελληνοκεντρισμού, το περιοδικό του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη υπηρετεί περισσότερο την πρώτη έννοια και η Νέα Εστία τη δεύτερη.

Στον αριστερό εθνικό λόγο παραμένουν προσφιλείς οι έννοιες της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής υποτέλειας, συσχετιζόμενες με τον ρόλο του ξένου παράγοντα και του καθεστώτος της εθνικοφροσύνης. Αντιθέτως, στον συντηρητικό λόγο η εθνική ανεξαρτησία εμφανίζεται ως έννοια, αλλά συσχετίζεται με την απαλλαγή από τον κομμουνισμό. Στον αμιγή φιλελευθερισμό, όπως αυτόν των Εποχών, η εθνική ανεξαρτησία, αν και είναι επίσης υπαρκτή ως όρος, δεν είναι κεντρική έννοια κατά τη δεκαετία του 1960, καθώς το ξεπέρασμα του «φοβικού» αντικομμουνισμού κατά την ίδια περίοδο, όσο και η εξωστρέφεια που δίνει ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας του περιοδικού, μειώνουν την αίσθηση της «απειλής» που δέχεται ο ελληνισμός.

Η αντίθεση παράδοσης και προόδου είναι ένα επιπλέον βασικό συστατικό του εθνικού λόγου της αριστεράς, καθώς η εξέλιξη του έθνους συσχετίζεται με την ικανότητα μετασχηματισμού της κοινωνίας με γνώμονα την πρόοδο. Για τη Νέα Εστία, από την άλλη, η διαφύλαξη των εθνικών αξιών είναι εφικτή κυρίως μέσα από την προσκόλληση στην παράδοση, ενώ στις Εποχές για μια ακόμη φορά προβάλλεται ένα ισόποσο μείγμα παρελθόντος και παρόντος.

Πέρα από τις διαφορές, υπάρχουν κάποιες «διακομματικές» θέσεις για το έθνος στον λόγο των διανοούμενων αντίθετων ιδεολογικών πεποιθήσεων. Μία από αυτές είναι η προαναφερθείσα αντίληψη για την αρχαιότητα και το «μεγαλείο» του ελληνισμού. Επιπλέον, σε αναλύσεις για την ελληνική ιστορία υπάρχουν κοινές αναφορές στην έννοια της συνέχειας της ιστορίας, η οποία όμως έχει διαφορετική εστίαση κατά περίπτωση –στη Νέα Εστία, για παράδειγμα, οδηγός για τη συνέχεια είναι ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ενώ στην Επιθεώρηση Τέχνης η διαχρονική αντίσταση του λαού. Επιπρόσθετα, το εθνικό συμπλέκεται σε όλα τα περιοδικά με έννοιες όπως η δημοκρατία και η ελευθερία, εντούτοις κάθε ιδεολογία δίνει διαφορετικό περιεχόμενο στις έννοιες αυτές. Το θέμα της ανάπτυξης, που είναι κεντρικό για τη δεκαετία του 1960 πρωταγωνιστώντας στην ψυχροπολεμική διαμάχη, είναι επίσης μέρος των εθνικών αναλύσεων, όχι μόνο με εστίαση στα καθ’ ημάς, αλλά και σε κείμενα για την εθνική πορεία άλλων λαών.[84]

Η εμπέδωση και επέκταση διακομματικών στοιχείων, όπως τα παραπάνω, στον περί έθνους λόγο των περιοδικών κατά τη δεκαετία του 1960 είναι μέρος μιας ευρύτερης σύγκλισης ανάμεσα σε ιδεολογικούς χώρους, που σχετίζεται με μια σειρά από παράγοντες: την ύφεση του ψυχρού πολέμου, τον πολιτιστικό ψυχρό πόλεμο που μετέφερε τη διένεξη σε άλλο επίπεδο,[85] την επαναδιαπραγμάτευση των ιδεολογιών (που έχει εντονότερη αποτύπωση στην Επιθεώρηση Τέχνης με την ανάδυση νέων αριστερών και «ψέλλισμα» πρώιμων ευρωαριστερών απόψεων), τη φιλελευθεροποίηση του κλίματος της εποχής, την αντιδεξιά συσπείρωση που ώθησε τους φιλελεύθερους συντηρητικούς σε «διαλλακτικότερες θέσεις», τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η προοπτική της ένταξης στην ΕΟΚ, τη σταδιακή άμβλυνση του αντικομμουνισμού κ.ά.

Εν ολίγοις, στον λόγο των διανοούμενων της δεκαετίας του 1960 το εθνικό συμπλέκεται με το κοινωνικό, το πολιτικό και το πολιτιστικό και γίνεται μέρος ενός συνολικού διακυβεύματος που, ανεξαρτήτως των σημείων επαφής των ιδεολογιών, παραμένει διαφορετικό κατά περίπτωση. Στις Εποχές η εθνική πορεία διαγράφεται σ’ ένα πλαίσιο ανάπτυξης και εξωστρέφειας, στη Νέα Εστία υπάρχει μια λελογισμένα αμυντική στάση απέναντι στις σύγχρονες εξελίξεις υπό το φόβο της απειλής για το έθνος και στην Επιθεώρηση Τέχνης δίνεται έμφαση στην πρόοδο του έθνους, τις σημερινές προκλήσεις, την εθνική ανεξαρτησία και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει γεγονός ότι οι αναζητήσεις του εθνικού λόγου των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν στην πνευματική ζωή της χώρας κατά την κρίσιμη δεκαετία του 1960 είχαν γονιμοποιό επίδραση στη μεταφορά της συζήτησης για το έθνος σ’ ένα πεδίο αλληλεπίδρασης με τα σύγχρονα δεδομένα στην πολιτική, την κοινωνία και τις ιδεολογίες.

⸙⸙⸙

Η Ευαγγελία Σκούρα είναι Μεταδιδάκτορας Ερευνήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. 


[1] Για τον εθνικισμό ως «εναρμόνιση της πολιτικής και της εθνικής οντότητας» βλ. Ernest Gellner, Έθνη και Εθνικισμός, Μετάφραση: Δώρα Λαφαζάνη, β’ έκδ., εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992, σ. 13· Επίσης E. J. Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός, Από το 1780 μέχρι σήμερα, Μετάφραση: Χρυσ. Νάντρις, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, σ. 22· Ο Heywood εστιάζει στη σχέση του εθνικισμού με «κινήματα και ιδέες» προσηλωμένα στο έθνος. Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Πρόλογος-Επιμέλεια: Νίκος Μαραντζίδης, Μετάφραση: Χαρίδημος Κουτρής, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2007, σ. 291.

[2] David Miller, «Crooked Timber or Bent Twiq? Isaiah Berlin’s Nationalism», Political Studies, τχ. 53, 2005, σ. 113-117.

[3] Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2015, σ. 176-177.

[4] Ρόδης Ρούφος,«Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου», Εποχές, τχ. 1, Μάιος 1963, σ. 17-22· του ίδιου, Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου και άλλα δοκίμια, Εισαγωγή: Νίκος Αλιβιζάτος, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2018, σ. 16.

[5] του ίδιου,«Οι μεταμορφώσεις», ό.π.

[6] Π. Α. Παπαδάτος,«Το πρόβλημα της πολιτικής αγωγής», Εποχές, τχ. 26, Ιούνιος 1965, σ. 41-51.

[7] Χ. Κ. Μπουσμπουρέλης, «Η Ευρώπη και η προσέγγιση των δύο κόσμων», Εποχές, τχ. 39, Ιούλιος 1966. 74· του ίδιου,«Οι ανταρσίες επακόλουθο της προσέγγισης», Εποχές, τχ. 38, Ιούνιος 1966, σ. 567.

[8] «Οι πνευματικές σχέσεις με τους γείτονες», Εποχές, τχ. 19, Νοέμβριος 1964, σ. 70· Όπως επιβεβαιώνει ο σύμβουλος του περιοδικού Κωστής Σκαλιόρας, τη στήλη «Χρονικά-Σχόλια», που εμφανιζόταν ανυπόγραφη στο περιοδικό, συνέτασσε ο διευθυντής των Εποχών Άγγελος Τερζάκης. Βλ. Ηλίας Μαγκλίνης, «Η εποχή των Εποχών», εφ. Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες, 15 Φεβρουαρίου 2004.

[9] «Οι πνευματικές σχέσεις με τους γείτονες», ό.π.

[10] Παντελής Πρεβελάκης,«Ιδέες και χαρακτήρες στην “Κεφαλή της Μέδουσας”», Εποχές, τχ. 7, Νοέμβριος 1963, σ. 17-20.

[11] Απ. Σαχίνης,«Η εξέλιξη του Κοσμά Πολίτη», Εποχές, τχ. 19, Νοέμβριος 1964, σ. 52-57.

[12] Γιώργος Θεοτοκάς,«Ο Σοβιετικός πατριωτισμός», Εποχές, τχ. 1, Μάιος 1963, σ. 5-8.

[13] Robert Jervis, «Identity and the Cold War», Melvyn Leffler – Odde Arne Westad (επιμ.),Τhe Cambridge History of the Cold War, τ. B’, εκδ. Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 2012, σ. 22-43.

[14] Γ. Θεοτοκάς, ό.π., σ. 5-8.

[15] Για τον διαχωρισμό πατριωτισμού-εθνικισμού βλ. για παράδειγμα Anthony Giddens, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς, Mετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, σ. 57.

[16] Η ιδέα της «νέας εθνικής συνείδησης» της σοβιετικής κοινωνίας προσέκρουσε στις αντιρρήσεις διανοητών όπως ο Βάσος Βασιλείου (Διεθνείς Σχέσεις, Μάιος 1963) και ο Γεωρ. Αλεξιάδης (Προοπτική, Μάιος 1963). Βλ. Αρχείο Γιώργου Θεοτοκά, φ. 10, υποφ. 22, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, σ. 32, 74. Για την απάντηση του Θεοτοκά βλ. στο ίδιο.

[17] Για τη σταδιακή περιθωριοποίηση της άποψης που ήθελε τις ΗΠΑ να είναι το «χωνευτήρι των πολιτισμών του κόσμου» κατά τη δεκαετία του 1960 και τον αυτοπροσδιορισμό τους ως «πολυεθνική κοινωνία» βλ. Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Βόρεια και Νότια Αμερική. Οι ομογενείς στις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000. Νικητές και Ηττημένοι, 1949-1974. Νέοι ελληνικοί προσανατολισμοί: ανασυγκρότηση και ανάπτυξη, τ. Θ’, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ. 305.

[18] Στην ιδεολογία του αμερικανισμού που παγιώθηκε κατά τον 19ο αιώνα, ελλείψει της δυνατότητας αναφοράς σ’ ένα κοινό παρελθόν, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της Ευρώπης, δόθηκε έμφαση στην «αναφορά στο μέλλον, σε έναν κοινό προορισμό». Βλ. Ζ. Λιαλιούτη, Ο «άλλος» ψυχρός πόλεμος, H αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953-1973, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019, σ. 21.

[19] Ευαγγελία Σκούρα, «Πολιτισμικές αναπαραστάσεις του Ψυχρού Πολέμου και νέα κοινωνικά αιτήματα: Τα λόγια περιοδικά της δεκαετίας του 1960», διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2020, σ. 54-57.

[20] Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τα μεταπολεμικά λογοτεχνικά περιοδικά˙ λογοτεχνία, κριτική και ιδεολογία», Η εκρηκτική εικοσαετία, Επιστημονικό Συμπόσιο (10-12 Νοεμβρίου 2000), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 2002, σ. 323.

[21] Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989, σ. 163.

[22] Για τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εθνοκεντρισμού βλ. Γεώργιος Κοντογιώργης, Νεοτερικότητα και πρόοδος, Το ελληνικό παράδειγμα, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2001, σ. 74&80-81· Ο Χ. Λ. Καράογλου χαρακτηρίζει «ελληνοκεντρικές» τις αντιλήψεις εκείνες που θεωρούν εχθρικές μεταξύ τους τις έννοιες που συγκροτούν δίπολα όπως εθνισμός-διεθνισμός, ελληνικό-ξένο, παραδοσιακό-νεοτερικό, δυτικό-ανατολικό κ.λπ. Βλ. Χ. Λ. Καράογλου, «Βιβλιογραφώντας τα περιοδικά του μεσοπολέμου», Ο Περιοδικός Τύπος στον Μεσοπόλεμο, Επιστημονικό Συμπόσιο (26-27 Μαρτίου 1999), Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 2001, σ. 222· Ωστόσο, υπάρχει και η άποψη ότι η «ελληνικότητα» της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης εμπεριέχει τον «ελληνοκεντρισμό». Βλ. Ευγένιος Ματθιόπουλος, «Ιδεολογία και τεχνοκριτική τα χρόνια 1949-1967: ελληνοκεντρισμός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός, μοντερνισμός», 1949-1967, Η εκρηκτική εικοσαετία, ό.π., σ. 368-369.

[23] Η σχέση του εθνικού με το παγκόσμιο διαμορφώθηκε σε μια μη συγκρουσιακή βάση λόγω της αποδοχής της ηγεμονίας των ΗΠΑ. Βλ. Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων, Η συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922-1967, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2006, σ. 178-180.

[24] Ως προς την ελληνικότητα του Θεοτοκά, βλ. για παράδειγμα Πέτρος Σπανδωνίδης, «Η κριτική σκέψη στη σύγχρονη Ελλάδα», Νέα Πορεία, τχ. 86, Απρίλιος 1962, σ. 114.

[25] Βλ. Δ. Τζιόβας, ό.π., σ. 39.

[26] Κ. Θ. Δημαράς, «Μια προβολή στα περασμένα», Εποχές, τχ. 8, Δεκέμβριος 1963, σ. 5-9.

[27] Απόστολος Σαχίνης, «Η Πεζογραφία ενός ποιητή», Εποχές, τχ. 10, Φεβρουάριος 1964, σ. 69-71.

[28] Λίζα Πετρίδη,«Η συνάντηση των Αθηνών», Εποχές, τχ. 15, Ιούλιος 1964, σ. 61-65.

[29] Παν. Μουλλάς,«Σημειώσεις πάνω στον Σεφέρη», Εποχές, τχ. 8, Φεβρουάριος 1964, σ. 10-14· Για τα κοινά σημεία της ελληνικότητας του Σεφέρη και του Ελύτη βλ. Ελισάβετ Κοτζιά, Ιδέες και Αισθητική, Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικοί Πεζογράφοι 1930-1974, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σ. 131-132.

[30] Ανδρέας Καραντώνης, «Ο τουρκικός σωβινισμός και η ποίηση των δήμιων»(αναδημοσίευση από την Ημέρα), Νέα Εστία, τχ. 887, 15 Ιουνίου 1964, σ. 895.

[31] Πέτρος Χάρης, «Ο καινούργιος μύθος», Νέα Εστία, τχ. 999, 15 Φεβρουαρίου 1969, σ. 214.

[32] Πέτρος Χάρης, «Ένας ακαταμάχητος σωβινισμός», Νέα Εστία, τχ. 792, 15 Ιουλίου 1960, σ. 905.

[33] Για τη συνύπαρξη του εθνικού-φυλετικού στοιχείου με τον αντιολοκληρωτικό μύθο και τον λόγο της εθνικοφροσύνης βλ. Δ. Παπαδημητρίου, ό.π., σ. 216-218. Η αντίθετη άποψη αποτυπώνεται, για παράδειγμα, στα λόγια του Γιώργου Θεοτοκά που υποστηρίζει ότι «η έξαρση του αίματος, της φυλής, με τη βιολογικήν έννοια είναι καθαρή μυθολογία που αποδείχτηκε, μάλιστα, στα χρόνια μας νοσηρή κι επικίνδυνη για την υπόσταση του ανθρώπου». Γιώργος Θεοτοκάς, «Παράδοση και μοναξιά», Ευθύνη, Δεκέμβριος 1961, σ. 92.

[34] «Ο γαλλικός φιλελευθερισμός και ο Σατωμπριάν», Νέα Εστία, τχ. 995, Χριστούγεννα 1968, σ. 218· Γρηγ. Κασιμάτης, «Σατωβριάνδος, “Ο πολίτης του νέου ελεύθερου κόσμου”», Νέα Εστία, τχ. 995, Χριστούγεννα 1968, σ. 143 κ.ά.

[35] Δημήτρης Σιατόπουλος, «Η αντίσταση του λόγου», Νέα Εστία, τχ. 954, 1 Απριλίου 1967, σ. 442.

[36] Ν. Κ. Λούρος, «O καλλιεργημένος άνθρωπος», Νέα Εστία, τχ. 998,1 Φεβρουαρίου 1969, σ. 144.

[37] Despina Papadimitriou, «Establishing the cultural identity of the west in the early Cold War: A conceptual approach», π. Historein, τχ. 14, 2014.

[38] Για το παράδειγμα του γαλλικού τύπου βλ. Νάση Μπάλτα, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-1949) μέσα από τον γαλλικό τύπο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1993, σ. 229-234.

[39] Σπύρος Σακελλαρόπουλος, Τα αίτια του απριλιανού πραξικοπήματος, 1949-1967, Το κοινωνικό πλαίσιο της πορείας προς τη δικτατορία, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα 1998, σ. 160-161· Για παραδείγματα σχετικών κειμένων στο περιοδικό βλ. Ν. Κ. Λούρος, «O καλλιεργημένος άνθρωπος», Νέα Εστία, τχ. 998, 1 Φεβρουαρίου 1969, σ. 144· Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, «Ο Διονύσιος Κόκκινος και η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», Νέα Εστία, τχ. 968, 1 Νοεμβρίου 1967, σ. 1459 κ.ά.

[40] Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος συντηρητικών λόγιων όπως ο Κ. Τσάτσος, στον οποίο περιγράφεται η «πολιτιστική αποστολή» που έχει η Ελλάδα να μεταδώσει την έννοια της ελευθερίας στον υπόλοιπο κόσμο. Βλ. D. Papadimitriou, ό.π., σ. 77· Για σχετικά παραδείγματα στο περιοδικό βλ. Θανάσης Απάρτης, «Η εθνική επέτειος», Νέα Εστία, τχ. 835, 15 Απριλίου 1962, σ. 536· Γ. Κουρνούτος,«Ο Έλληνας κι ο κόσμος», Νέα Εστία, τχ. 929, 15 Μαρτίου 1966, σ. 384 κ.ά.

[41] Βλ. για παράδειγμα Κ. Α. Αλεξανδρής, «H πρακτική χρησιμότης της μελέτης της ιστορίας», Νέα Εστία, τχ. 979, 15 Απριλίου 1968.

[42] Ε.Π. Παπανούτσος,«Κράτη Πολυεθνή»(αναδημοσίευση από το Βήμα), Νέα Εστία, τχ. 820, 1 Σεπτεμβρίου 1961, σ. 1175· Κ. Θ Δημαράς, «Κοινός παρονομαστής»(αναδημοσίευσηαπό το Βήμα), Νέα Εστία, τχ. 927, 15 Φεβρουαρίου 1966, σ. 245· Χατζ., «Η Μοίρα του Ελληνισμού», Νέα Εστία, τχ. 957, 15 Μαΐου 1967, σ. 687 κ.ά.

[43] Δ. Τζιόβας, ό.π., σ. 16-24.

[44] Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Εν ονόματι του έθνους, Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2010, σ. 45· Βλ. επίσης Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, «Πολιτισμικές και ιδεολογικές εκφράσεις της μετεμφυλιοπολεμικής νεωτερικότητας», Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), 4ο επιστημονικό συνέδριο (24-27 Νοεμβρίου 1993, Πάντειο Πανεπιστήμιο), εκδ. Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα 1994, σ. 406.

[45] Τάσος Αθανασιάδης, «Ο Περικλής Γιαννόπουλος», Νέα Εστία,τχ. 852, 1 Ιανουαρίου 1963, σ. 19.

[46] Πάνος Καραβίας, «Ο Σολωμός», Νέα Εστία, τχ. 811, 15 Απριλίου 1961.

[47] Σπύρος Λουλακάκης, «Η Ελληνικότητα και ο τουρισμός», Νέα Εστία, τχ. 939, 15 Αυγούστου 1966, σ. 1155.

[48] Φίλιππος Ηλιού «Ιστορίες της Επιθεώρησης Τέχνης», Επιθεώρηση Τέχνης, Μια κρίσιμη δωδεκαετία, Επιστημονικό Συμπόσιο (29-30 Μαρτίου 1996), εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας- Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1997, σ. 274.

[49] Ε. Κοτζιά, ό.π., σ. 248.

[50] «Εθνικιστικός υστερισμός», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 94-95, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1962, σ. 518.

[51] «Πνευματικός διωγμός της κ. Θάλειας Κολυβά», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 104, Αύγουστος 1963, σ. 206· «Οι δηλώσεις Νομιμοφροσύνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 117, Σεπτέμβριος 1964, σ. 131·Σ. Γιαννούλης, «Το δικαίωμα της ελεύθερης Παιδείας», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 78, Ιούνιος 1961, σ. 606 κ.ά.

[52] «Κύπρος», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 109, Ιανουάριος 1964, σ. 5· «Αν τολμήσουν», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 141, Σεπτέμβριος 1966, σ. 131 κ.ά.

[53] «Η Ακρόπολη-Ελλάδα κινδυνεύει», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 80-81, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1961, σ. 131.

[54] Βλ. για παράδειγμα «Πνευματική ελευθερία και αντικομμουνισμός», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 133-134, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1966, σ. 113.

[55] A. Heywood, ό.π., σ. 311-333.

[56] Βλ. για παράδειγμα «Πότε επιτέλους», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 99, Μάρτιος 1963, σ. 99.

[57] Βλ. για παράδειγμα John Henry Merryman, Thinking about the Elgin Marbles: Critical Essays on Cultural Property, Art and Law, β’ εκδ., εκδ. Κluwer Law International, Όστιν, Βοστόνη, Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ολλανδία 2009, σ. 52.

[58] Θανάσης Καλπαξής, «Η τυραννία του αρχαιοελληνικού μεγαλείου», Επιθεώρηση Τέχνης, Μια κρίσιμη δωδεκαετία, ό.π., σ. 206.

[59] Γ. Βαλέτας, «Η αναβίωση της Ερωφίλης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 80-81, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1961, σ. 171.

[60] Αντώνης Λιάκος, «Δεκαετία του ’60: Η ιστορική συνείδηση και οι μύθοι της», Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, Θεσμικό πλαίσιο, κομματικές στρατηγικές, κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτισμικές διεργασίες, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σ. 95.

[61] Νίκος Χατζηνικολάου, «Υποδοχή και προβολή αισθητικών αξιών και καλλιτεχνικών τάσεων από την Επιθεώρηση Τέχνης», Επιθεώρηση Τέχνης, Μια κρίσιμη δωδεκαετία, ό.π., σ. 184.

[62] Α. Λιάκος, ό.π., σ. 95.

[63] Μίκης Θεοδωράκης, «Το νήμα καλλιτέχνη και λαού», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 82, Οκτώβριος 1961, σ. 342.

[64] Αλέξης Πολίτης, «Παράδοση και Ιστορία, Η Αριστερά και το εθνικό παρελθόν», Επιθεώρηση Τέχνης, Μια κρίσιμη δωδεκαετία, ό.π., σ. 248.

[65] «Μικρό απάνθισμα από τα Άπαντα, Δημοκρατία και Ελευθερία», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 133-134, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1966, σ. 68.

[66] Δημήτρης Τζιόβας, ό.π., σ. 40.

[67] Τάσος Βουρνάς, «Η ελληνικότητα στην τέχνη», εφ. Αυγή, 10 Φεβρουαρίου 1960.

[68] Γιάννης Ιμβριώτης, «Η ιδεολογική πορεία του Δημήτρη Γληνού», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 119-120, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964, σ. 389.

[69] Α. Πολίτης, ό.π., σ. 245-246.

[70] Αλεξάνδρα Μπουφέα, «Η αρχαιοελληνική παράδοση στις σελίδες της Επιθεώρησης Τέχνης», Επιθεώρηση Τέχνης, Μια κρίσιμη δωδεκαετία, ό.π., σ. 122.

[71] George Thompson «Οι παραστάσεις της αρχαίας τραγωδίας και η εκπολιτιστική αξία των λαϊκών παραδόσεων», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 114, Ιούνιος 1964.

[72] Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Μετάφραση: Αικατερίνη Ασδραχά, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1985, σ. 12-13.

[73] «Η επέτειος της ντροπής», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 137-138, Μάιος- Ιούνιος 1966, σ. 483.

[74] «Πράγματα», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 69-72, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1960, σ. 81.

[75] Τάσος Βουρνάς «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 76, Απρίλιος 1961, σ. 277-285.

[76] στο ίδιο.

[77] «Στο κατώφλι του έβδομου χρόνου», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 73-74, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1961, σ. 1.

[78] Αιμιλία Καραλή, Μια ημιτελής άνοιξη…, Ιδεολογία, πολιτική και λογοτεχνία στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης(1954-1967), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σ. 1.

[79] Νίκου Σβορώνου «Για τα περιοδικά αναζητήσεων», Ανέκδοτη επιστολή προς τον Γιάννη Χαίνη, Μανδραγόρας, τχ. 6-7, Μάρτιος 1996, β’ εκδ., σ. 119.

[80] Άλκης Ρήγος, «Για τη σύντομη δεκαετία τoυ ’60: η σημαντική μιας εποχής», Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, ό.π.,σ. 443·

[81] Βλ. για παράδειγμα A. Heywood, ό.π., σ. 311-333.

[82] Δ. Παπαδημητρίου, ό.π., σ. 209.

[83] στο ίδιο, σ. 283-284.

[84] Ε. Σκούρα, ό.π., σ. 190-197, 219, 363-369, 396-397, 600-602& 722.

[85] Βλ. για παράδειγμα Peter Romijn, Giles Scott-Smith, Joes Segal (επιμ.), Divided Dreamworlds? The Cultural Cold War in East and West, εκδ. Amsterdam University Press, Άμστερνταμ 2012, σ. 1-9· Οdd Αrne Westad, The Cold War: A World History, Λονδίνο 2017·, Ζ. Λιαλιούτη, ό.π. κ.ά.

Κύλιση στην κορυφή