Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Στεφάν Μαλαρμέ

Ἐπικήδεια πρόποση

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής

Ὦ ἐσύ, τῆς εὐτυχίας μας μοιραῖο ἔμβλημα, ὦ ἐσύ!
Χαιρετισμὲ τῆς παρανοίας καὶ συνάμα ὠχρὴ σπουδή,
στὴ μαγικὴν ἐλπίδα τοῦ διαδρόμου μὴν πεῖς ὅτι ἐγὼ
θὰ δώσω τὸ ἄδειο κύπελο, ὅπου βασανίζεται χρυσὸ
στοιχειό! Δὲν φτάνει, ναί, καθόλου δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐμφάνισή σου·
γιατὶ ἕναν τόπο πορφυρὸ ἔχω ὁρίσει γιὰ μεριὰ δική σου.
Συνήθεια πάντα τό ʼχουνε τὰ χέρια τοὺς πυρσοὺς νὰ σβήνουν·
τὸ συμπαγὲς τὸ σίδερο στοὺς τάφους μόνο του τ’ ἀφήνουν·
καλὰ τὸ ξέρω, μὲ διαλέξανε γι’ αὐτὴ τὴν τελετὴ
ἁπλὰ νὰ τραγουδήσω γιὰ τὴν ἀπουσία τοῦ ποιητῆ,
ποὺ τοῦτο τ’ ὄμορφο μνημεῖο ὄμορφα καὶ ἀκέραιον τὸν κλείνει.
Ἡ δόξα ἡ φλογερή, φεῦ, τοῦ ἐπαγγέλματος τώρα ὑποτείνει
τὰ πάντα, καὶ τῆς τέφρας ἡ κοινή, ἡ κακιὰ ἡ ὥρα ἐδῶ προβαίνει
μέσ’ ἀπ᾽ τὸ ἑσπερινὸ γυαλὶ ποὺ ὑπερηφάνως καταβαίνει
γιὰ νὰ γυρίσει στοῦ καθάριου, πλὴν θνητοῦ ἥλιου τὶς φωτιές.

Ἀρχοντικός, ὁλοκληρωτικὸς καὶ μόνος, ἔτσι μὲς
στὴν ψεύτικην ὑπερηφάνεια τῶν ἀνθρώπων τρέμει, σβήνει.
Κι αὐτὸς ὁ διεστραμμένος ὄχλος λέει: Ἐμεῖς ἔχουμε μείνει
ἡ θλιβερὴ σκιερότης τῶν μελλοντικῶν μας φαντασμάτων.
Μὰ τῶν πενθῶν ὁ θυρεὸς ἐπὶ ματαίων πετασμἀτων
—δακρύων τρόμος φωτεινὸς ξαστόχησεν ἐντός μου, πάει—
ὅταν (κουφὸς στὸν ἱερό μου στίχο πιά, ποὺ δὲν ξυπνάει
περαστικοὺς περήφανους, τυφλούς, μουγκούς) ἁπλώνεται,
σὲ σάβανα ἀόρατα κεντιέται καὶ μεταμορφώνεται
στὸν ἥρωα τὸν παρθένο κάποιας προσμονῆς ὀψιγενοῦς.
Ἀβύσσων ἄβυσσος φερμένη ἐπάνω σὲ ὁμιχλῶν σωροὺς
ἀπ’ τὸν παράφορο ἄνεμο τῶν λέξεων, ποὺ δὲν ἔχουν κὰν λεχθεῖ,
στὸν Ἄνθρωπο, ποὺ ἀείποτε ἔχει σβηστεῖ, τὸ Τίποτα θὰ ʼρθεῖ νὰ πεῖ:
«Τῶν ὁριζόντων θύμησες ἡ Γῆ εἶναι — βλέπεις πόσο μοιάζει;»
οὐρλιάζει τὸ τραγούδι. Μιὰ φωνή, ποὺ ἡ διαύγεια της ἀλλάζει,
«Δὲν ξέρω», λέει, καὶ παιχνίδι εἶναι τοῦ σύμπαντος καὶ κτῆμα.

Ὁ Κύριος μὲ βλέμμα βαθύ, στοχαστικό, μὲ στέρεο βῆμα,
γαλήνεψε τὸ θαῦμα τῆς Ἐδὲμ τὸ ἀνήσυχο, ποὺ πάει
φωνάζοντας, καὶ τὸ ὕστατο φρικίασμά της τῆς ξυπνάει
ὡς πρὸς τὸ Ρόδο καὶ τὸ Κρίνο ἕνα ὄνομα ἐκμυστηρευμένο.
Μένει (ἢ ὄχι;) τίποτα ὑπαρκτὸ ἀπὸ τοῦτο δῶ τὸ πεπρωμένο;
Μὰ γιά ξεχάστε τη ὅλοι ἐσεῖς τὴν πίστη τὴ ζοφώδη πιά.
Τὸ ἀθάνατο τὸ πνεῦμα τὸ αἰώνιο, τὸ λαμπρὸ δὲν ἔχει σκιά.
Νὰ δῶ ποθῶ ἐγώ, ὁ γιὰ τοὺς πόθους σας καὶ μεριμνῶν καὶ στέργων,
αὐτὸν ποὺ χτὲς ἐξαφανίστη — νὰ δῶ, ἐδῶ, ἐπὶ τὸ ἔργον,
τὸ ἰδανικὸ ποὺ θάλλει μὲς στοὺς κήπους πού ᾽χει τοῦτο τὸ ἄστρο
γιὰ νὰ ἐπιζοῦμε γιὰ τὴν ἤρεμη καταστροφή: ἕνα κάστρο,
μιὰ ταραχὴ ποὺ ἀπ’ τοὺς αἰθέρες ἐπισήμως κατεβαίνει
τῶν λέξεων: μέγα κύπελο φωτός, πορφύρα μεθυσμένη —
βροχὴ καὶ ἀδάμαντες μαζί: διαυγές, κρυστάλλινο παρτέρι
τὸ βλέμμα, ἀπιθωμένο ἐκεῖ, πάνω στ’ ἀμάραντα ἄνθη, ξέρει
στὶς ὧρες πῶς καὶ στὶς ἀχτίδες τῆς ἡμέρας ν’ ἀπομονωθεῖ!

Ἕν’ ἀπ’ τ’ ἀληθινά μας δάση εἶναι ὅλη τούτη ἐδῶ ἤδη ἡ διαμονή,
κι ἐδῶ μὲ μιὰ χειρονομία ταπεινὴ ὁ ἁγνὸς ὁ ποιητὴς
ἀπαγορεύει τὸ ὄνειρο, ἐχθρὸ τῆς δικῆς του ἐντολῆς.
Ἑωθινὸς καὶ μὲ ὑψηλὴν ἀνάπαυση εἶναι πάντοτε
ὁ ἀρχαῖος θάνατος καὶ ὐφίσταται ὅπως καὶ γιὰ τὸν Γκωτιέ.
Θὰ βουβαθεῖ· στὰ ἱερά του μάτια τώρα πιὰ φῶς δὲν θὰ φύεται,
μὰ ἀπ’ τὴς ἀλέας τὸν πρέποντα τὸν στολισμὸ θὲ ν’ ἀναδύεται
τὸ στέρεο μνῆμα ὅπου ὅ,τι βλάπτει κείτεται ὄντας ἀσκημάδι:
καὶ ἡ φιλάργυρη σιωπὴ καὶ τ’ ἀδιαπέραστο σκοτάδι.

Κύλιση στην κορυφή