Επιστολή πρώτη
Ευστάθιε Χαίρειν,
Δεν γνωριζόμαστε δια ζώσης, πράγμα που διευκολύνει την αλληλογραφία μας. Σε μια εποχή που όλοι πληκτρολογούν ταχυγραφίες, φαντασιοκοπήματα ναρκισσιστικά και κομψοπρεπή παραληρήματα, θέλησα να ξαναπιάσω την παλαιά συνήθεια της επιστολογραφίας να διαλέγεται με έναν ιδεώδη συνομιλητή, που ίσως να υπάρχει μακριά, μα και αν δεν υφίσταται, είναι σίγουρο ότι μια μέρα θα αναδυθεί όπως θα τον πλάσουν οι προκείμενες επιστολές. Συνελόντι ειπείν, το όνομά σου είναι μια αφορμή. Μην το πάρεις προσωπικά. Υπάρχεις, ναι, βέβαια, αλλά σε διάσταση άλλη, ετεροούσιος.
Διάβαζα ξέρεις κείμενα σου από παλιά, τα οποία έδινα στους φοιτητές για να τα ξαναγράφουν μέσα από τη δική τους ευαισθησία. Ζητούσα να επαναδιατυπώσουν παραγράφους, όπως είχαν δημοσιευτεί στο Τέταρτο, σε εφημερίδες και αργότερα στο διαδίκτυο: Το κοινό καθόριζε τη διάλεκτο: Πρωτέα, πανούργε, παντοδίαιτε. Οι ετεροειδείς μίξεις σου με συγκινούσαν ανέκαθεν. Μοίραζα λοιπόν τις συνεντεύξεις από το Αντίο Παλιέ Κόσμε στους φοιτητές ζητώντας να γράφουν τα δικά τους κείμενα μελετώντας τις ιδιοτυπίες σου. Το ύφος είναι ήθος, όπως έλεγε κι ο Μάνος Χατζιδάκης, αν θυμάμαι καλά. Ιδιοτυπήστε, ιδιοτυπήστε, τους παρότρυνα. Μόνο τότε θα ανακαλύψετε το κέντρο σας.
Ένιωσα λοιπόν κάποτε βαθειά ευφορία όταν μια φοιτήτρια είπε πως η συζήτησή σου με την Φλέρυ Νταντωνάκη την έκανε να ξαναδεί την Ελλάδα σαν ζωντανό οργανισμό και όχι σαν μούμια μουσειακή. Τελικά, έχουν και οι Έλληνες εσωτερικότητα και αυτοστοχασμό, πρόσθεσε, υποφέρουν από τη σκέψη, δεν είναι απλοί θεατές του εαυτού τους. Ανασκάπτεις συνειδήσεις, Ευστάθιε, ανασηκώνεις το γοητευτικό πέπλο της θεάς των ψευδαισθήσεων, των παρακρούσεων, της αυταπάτης. Με αυτά και αυτά με πυροκρότησες και αφέθηκα εις των πλεόντων τα έϊα μάλα.
Εξάλλου είναι δύσκολο από τη γη των αντιπόδων να μη βλέπω τα πράγματα ανάποδα. Εδώ, στη μεθόριο των στοχαστικών αναπροσαρμογών, δεν ξέρει κανείς πού ακριβώς είμαστε, ούτε πού ακριβώς πάμε, ούτε ακόμα αν έχουμε πράγματι φύγει από εκείνο το αλλού που μας στοιχειώνει. Όλα μας έχουν μείνει στο περίπου, στο όχι-ακόμα και στο παραλίγο. Ακόμα και εκείνο το κραυγαλέο για το πόσο μακρινή είναι η Αυστραλία εδράζεται πάνω σε μια εύπεπτη κατανόηση του εγγύς και της εγγύτητας. Η τυραννία της απόστασης είναι μάλλον ευλογία τώρα που γίναμε όλοι χωριάτες χωρίς χωριό, έχοντας θολώσει το βλέμμα με σκύβαλα ψηφιακών παραισθήσεων.
Το δίλημμα είναι βέβαια βαθύ, ενδότερο, δικό μας, απότοκο πολύτιμων δεινοπαθημάτων. Φτάνουμε εδώ, οι ελληνoγενείς με βαριές βεβαιότητες και εύθραυστες ειδωλολατρίες, για να τις βλέπουμε όλες να φυλλοροούν μέσα από τις συναινέσεις και τις αντιπαραθέσεις των καθημερινών συγκρητισμών. Κι έτσι περνάμε στην άλλη όχθη. Εσωτερικεύουμε ένα τραύμα κατωτερότητας και μειονεξίας και λαύροι στρεφόμαστε εναντίον όλων όσων μας έδωσαν τη δύναμη της άρνησης.
Βέβαια, μετά από τόσες δεκαετίες τραυμάτων και θριάμβων, μικρών θαυμάτων και μεγάλων απομυθεύσεων, γινόμαστε περισσότερο κυνικοί και αδιάφοροι περιφρονώντας και μυκτηρίζοντας την παιδεία, την ιστορία και την κοινωνία που μας ανέθρεψαν. Ενδίδουμε στη λαγνεία του μηδενός, να μην είμαστε ούτε ένα, να μη θέλουμε να είμαστε το ένα που αναπόφευκτα γινόμαστε. Η σοφία της γλώσσας βρίσκεται στην λέξη μηδ’ έν—και, ως γνωστόν, πήρε αιώνες να το επινοήσουμε.
Κάτω από αλλόκοσμες συναστεριές προσπαθούμε να ξεχάσουμε τα ψυχοφθόρα δοξάσματα που εμπεδώσαμε από τους ελάχιστους αγαπημένους μας δασκάλους. Επειδή μάλιστα ζούμε στις μεταίχμιες χρονικότητες άλλων τόπων, οι πλέον παράλογοι εξ ημών θέλουμε να αρθρώσουμε έναν ελληνισμό για τους εκτός των τειχών, μια παιδεία θέλω να πω, καμωμένη από αμφισημίες και αποκλίσεις, μολονότι ευδιάκριτα από τον μόχθο και την περιπέτειά μας. Ως Πελοποννήσιος, έχω μάθει να συνυπάρχω με αναμίξ γένη πολιτευόμενα πάμπολλα, ων τον χωρισμόν ευρείν νυν ούτε ράδιον, ούτε κατεπείγον, κατά τον ανώνυμο του Μάζαρι.
Επειδή προς τούτοις μεγάλωσα στον Πειραιά, δίπλα σε ρουμάνικες, αρμένικες, αλβανικές, και αβυσσινιακές πολυκατοικίες, δεν κατάλαβα ποτέ καμιά ιδανική ομοιογένεια που διατυμπανίζεται από χείλη επίσημα ή διαπομπεύεται η έλλειψή της από χείλη εξίσου επίσημα και καλοπληρωμένα. Έτσι συμβαίνει με την πολυμορφία των όντων, που στην πραγματικότητα είναι πολυωνυμία που έχει και αυτή το μένος και την πανουργία της. Είναι πάντα εμπρός μας, ελιξοπόρος και πολυπενθής, και το μέγα καθήκον της σκέψης εκάστου εξ ημών είναι να κατανομάσει τις μορφοπλασίες της.
Κάθε φορά που κουβεντιάζουμε για ταυτότητες και εθνική κληρονομιά και μνημονεύουμε επαναστάσεις και ήρωες, σκέφτομαι τα πουλιά που πετάνε, τα δέντρα που βλαστάνουν και τα νερά που τρέχουν, και τη γη που ανήκει μόνο στα φυσικά στοιχεία, στα έντομα και τον κοσμικό ρυθμό, και όχι σε ιδιοτελή φοβισμένα δίποδα. Περισκοπείν άστρων δρόμους ώσπερ συμπεριθέοντα –χρειαζόμαστε έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα για να το διατυπώσουμε;
Όσο πιο πολύ διαφορoποιείται ένας άνθρωπος τόσο πιο πολύ αναδημιουργεί το κέντρο και συνεπώς βοηθάει άλλους να επικεντρωθούν –κι εδώ στους αντίποδες είναι βασικό να προσανατολίζεσαι σε ένα κέντρο που δεν είναι κοντά σου και δεν σου δίνει ψευδαισθήσεις ασφάλειας ή μεγαλείου.
Η αλήθεια είναι βέβαια ότι το κέντρο δεν χάνεται ποτέ και, αν το έχεις αγγίξει μια φορά, έστω και λίγο, σε κρατάει δέσμιο μέχρι θανάτου. Συμβαίνει επίσης πολλάκις να μιλάς με αηδία και περιφρόνηση γι’ αυτά που πιο πολύ αγαπάς γιατί καταλαβαίνεις ότι σε ξεπερνάνε και ότι δεν θα μπορέσεις ποτέ να τα δαμάσεις και να τα υποτάξεις στο παραλογιζόμενο και τραυματισμένο θνητό σου συγκρότημα.
Κάτι προσπαθούμε να αποφύγουμε, να εξορκίσουμε και να εξοβελίσουμε, ακριβώς όπως φοβόμαστε τον θάνατο επειδή δίνουμε ελάχιστη σημασία στο συμβάν της γεννήσεώς μας. Τρομοκρατημένοι από το επικείμενο και το αναπόφευκτο, ξεχνάμε ότι είμαστε εδώ επειδή κάποιοι άλλοι υπήρξαν εδώ πριν από εμάς και η ιστορία δεν προέκυψε τη στιγμή που διαβάσαμε Φουκώ.
Θυμάσαι το ρητό του Ζεν που μας έμαθε η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ: ποιο ήταν το πρόσωπό σου πριν συναντηθούν οι γονείς σου; Μπορούμε άραγε να δούμε τον κόσμο χωρίς τις προβολές των επιθυμιών μας; Μήπως τελικά όλη η ζωή είναι η μελέτη της απουσίας μας από τον κόσμο, η ανασυγκρότηση δηλαδή τού πώς ήταν ο κόσμος πριν από εμάς και πώς θα είναι την επομένη της αποδημίας μας; Ψυχήν αντί ψυχής και σώμα αντί σώματος, που έγραφε και εις των παλαιών.
Πριν τελειώσω. Έχω πάθει ψύχωση εσχάτως με την ελληνική κλασική μουσική, τόσο άγνωστη και παρεξηγημένη. Ακούω την 3η Συμφωνία του Μίκη Θεοδωράκη. Αρχίζει με Σολωμό και Καβάφη και πάει πίσω στους Βυζαντινούς ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής. Λίγο χαώδης και παραληρηματική αλλά πρέπει να εξωκεανιζώμεθα για να βιώνουμε τις αμφιγένειες του κόσμου.
Η γιαγιά Διονυσία μου έλεγε όταν ήμουνα μικρός: Μη φύγεις ποτέ από την Κρέστενα και τον Μωριά. Παραμονεύουν πολλοί κακούργοι πάνω από το αυλάκι. Λοιπόν ιδού εγώ, απολωλός πρόβατο, έφυγα και ιδές τα αποτελέσματα. Κακούργησα και ο ίδιος και άντε να παλινοστήσω. Συφορά! Ούτε η Κρέστενα δεν με περιμένει πλέον.
Σταματάω. Αυτό δεν είναι γράμμα, είναι μονωδία.
Έρρωσο ευδαιμονών,
β.
Επιστολή δευτέρα
Πλείστα χαίρειν, Ευστάθιε.
Το Σύδνεϋ υπάρχει και κινείται γύρω μας μέσα στη βραχύχρονη αλλά δαιμονιώδη ιστορία του. Ελάχιστοι την γνωρίζουν και ελαχιστότεροι ενδιαφέρονται να σκάψουν στις αφώτιστες διαδρομές της και να ανακαλέσουν τους νεκρούς που το έφτιαξαν. Σάββατο 5 Μαρτίου του 1803, η εφημερίδα The Sydney Gazette κυκλοφόρησε το πρώτο της φύλλο τονίζοντας τη σημασία of the utility of a paper in the colony. Με τέτοιες επίκαιρες ειδήσεις κρατώ το μυαλό μου ακραιφνές και εν εγρηγόρσει στη γη των Κιμμερίων.
Εν μέσω παρόμοιων καινοφανιών, παραμένω πιστός στις αρχετυπικές τελετουργίες της πατριάς και πήγα στον άγιο Κωνσταντίνο την προηγούμενη εβδομάδα, με τους περιορισμούς της καραντίνας, για να ανάψω ένα κερί, να μνημονεύσω τους νεκρούς, μάνα, πατέρα, αδελφό, τρεις φίλους και να ψιθυρίσω εκείνη την ωραία προσευχή από τον Καζαντζάκη: Μάνα όλων των μανάδων του κόσμου και λοιπά και λοιπά, ίσως μάλιστα και κανένα ιδιόμελο από τη Νεκρώσιμη ακολουθία, το αισθαντικό μου πάθος.
Βρήκα τη θύρα κλειδωτή και δύο κυρίες από την Κυπαρισσία να την κουρταλάνε μαινόμενες, φωνάζοντας στον υπερενηκοντούτη πάτερ Νεκτάριο: Ανοίξτε την πόρτα, πάτερ… Κερί θέλουμε να ανάψουμε. Δεν θα κάνουμε φονικό… Τι στεναχώρια… Μόνο όταν ήλθε η Βουγιουκλάκη και δεν μπορέσαμε να της μιλήσαμε, είχαμε τόση στεναχώρια. Κυρία Νίτσα, επεμβαίνω κι εγώ απρόσκλητος, από τότε που πέθανε η Αλίκη, είμαστε όλοι τόσο μόνοι… Τι; έκανε με έκπληξη. Πέθανε η Αλίκη; Ναι, είναι κάποια χρόνια τώρα. Παπά, άνοιξε καλέ την πόρτα, φώναξε ολοφυρόμενη. Θέλουμε να διαβάσουμε μνημόσυνο στην Βουγιουκλάκη.
Έμεινα ενεός, κατά το κοινώς λεγόμενον. Τις ξανάδα μετά από μια εβδομάδα στην ίδια θέση φέρνοντας κόλλυβα για την ψυχή της Αλίκης. Από μικρός πήγαινα σε κηδείες για να πάρω κόλλυβα κι έτσι δεν έχασα την ευκαιρία να ταπεινωθώ στην κυρία Νίτσα ζητώντας μια φούχτα σπερνά. Όπως βλέπεις, ο ειρμός του ποταμού δεν θα διακοπεί ποτέ, ενόσω τρώμε κόλλυβα στην εκκλησία. Από την Περσεφόνη ως τη Βουγιουκλάκη οι μονόμυθοι ζουν και βασιλεύουν.
Άκουγα σήμερα το πρωί Αιμίλιου Ριάδη, Εγκώμιο στον Μωρίς Ραβέλ, έργο για πιάνο, καθώς ξύπνησα σε μια πόλη καλυμμένη από πυκνή ομίχλη. Θυμόμουνα τα βυζαντινά κείμενα που διάβαζα στο Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής στην Ιπποκράτους, ο Τζέτζης, αχ ο Τζέτζης, με έχει συντρίψει άχρι του νυν, χειμώνας βαθύς, έβρεχε πολύ και πάνω από την Αθήνα μαύρα σύγνεφα φωτογραφίζανε την κοσμική θλίψη που κέρδιζε έδαφος υποδόρια και καταβρόχθιζε τις γόνιμες εξάρσεις της εποχής, φέρνοντάς μας με χορευτική απαλότητα στη νεοπλατωνική φαντασίωση που κυριαρχεί σήμερα.
Διάβασα, θυμάμαι, εκατόν δέκα από τους εκατόν εξήντα πέντε τόμους της Πατρολογίας μέσα σε δύο χρόνια, μέχρι που κατανοήσα τη ματαιότητα της μάθησης και το έριξα στους έρωτες, χωρίς ωστόσο να κάμω προκοπή κι εκεί. Ματαιότης ματαιοτήτων, στα είκοσί σου μόνο ματαιοπονείς και ματαιοϊδρώνεις. Θα αφήσω όμως τα τηνικαύτα στα ου φωνητά και στα εξ απορρήτων.
Άλλες εποχές τότε, επαμφοτερίζουσες και μεταξυλογικές. Οι αντίπαλοι είχαν παρουσία και ήταν οι άνθρωποι που αγαπούσαμε και μας είχαν πλάσει την προσωπικότητα. Η γενιά μου εμφανίστηκε αμέσως μετά από την παμφάγα εκείνη του Πολυτεχνείου και πριν εκείνη του σαρκοβόρου τίποτε, ενσαρκώνοντας μια τραγική και ανεπίγνωστη μεσοβασιλεία. Διαβάζαμε τότε πώς ο Μαρξ είχε πεθάνει και ο θεός ήταν χρόνια νεκρός και πως έπρεπε να ψηφίσουμε ΠΑΣΟΚ και Ανδρέα Παπανδρέου για να τους αναστήσουμε και τους δύο. Ωραίες εποχές, γεμάτες αυταπάτες, ανελέητες. Έχεις γράψει αρκετά επ’ αυτών με την αγάπη και την περιφρόνηση που τους αρμόζει.
Οι νεορθόδοξοι έδιναν, έπαιρναν κι έπαιρναν. Ο Στέλιος Ράμφος έγραφε επικά βιβλία εναντίον της Δύσης και ο Χρήστος Γιανναράς έγραφε λυρικά βιβλία εναντίον της Δύσης, και όλοι γενικώς έγραφαν πολλά, λυρικά και επικά εναντίον των πάντων και βαττολογούσαν σε ατελείωτες συνεντεύξεις. Ο Σαββόπουλος νόμιζε ότι η πανδέγμων γαία στροβιλιζόταν γύρω από τα τραγούδια του και εμείς, αχνούδιστοι, ευφάνταστοι και ευεπίφοροι, περιμέναμε την οριστική λύση των μυστικών της ιστορίας από τα δελτία ειδήσεων της ΕΡΤ, τα λογύδρια του Κώστα Λαλιώτη και τα σήριαλ της Αλλαγής. Βαβέλ και Βαβυλωνία ταυτοχρόνως που τα νομίζαμε Εδέμ και Ηλύσια πεδία. Και μια ωραία ερινύα, η Μελίνα, κανοναρχούσε του εκλεκτού θιάσου.
Κάπου κάπου άκουγες κάποιες φωνές ενοχλητικές που χάλαγαν τη μανέστρα των οπτασιασμών, από τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, χωρίς συνέχεια όμως, χωρίς ορίζοντα. Στο μεταξύ, όσοι δεν είχαν γίνει δημόσιοι υπάλληλοι ή δεν το είχαν ρίξει στα ναρκωτικά, είχαν σχεδόν όλοι φύγει για τις τέσσερις άκρες της γης. Τί θανάσιμη ερημιά σε μια χώρα μονοσάνδαλη που αναγορευόταν σε πολιτισμική υπερδύναμη! Έτσι πολλοί σκορπίσανε στην ξενιτειά, που τελικά ήταν η πιο φιλόξενη πατρίδα, αφού σε άφηνε να είσαι ο εαυτός σου και σου ζητούσε να δώσεις αυτό που εσύ μπορούσες και ήθελες να δώσεις. Για να δώσεις όμως έπρεπε να έχεις. Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος, ως γνωστόν, και η καρδία εκ του περισσεύματος λαλεί. Ενώ στην πατρίδα οι ελλειμματικοί έδιναν από αυτά που δεν είχαν, δηλαδή έκλεβαν από τους άλλους και με τα δανεικά κι αγύριστα, έφτιαχναν μεγαλοφάνταστα περβόλια στον αέρα.
Έτσι λοιπόν εδώ εν γη αλλοτρία, μας έμειναν οι φίλοι και η γλώσσα, κι εκείνη η άγρια σολωμική ρήση με το αδυσώπητο o altra cosa, για να θυμίζει ότι η αποστολή μας ήταν να συναιρούμε τα ανόμοια και να αποτολμούμε μεγαλεπήβολες και αναπόδεικτες υποθέσεις εργασίας, ακόμα και αν κανείς στην πατρίδα δεν είχε καιρό να τις εξετάσει ή τη διάθεση να τις πλησιάσει. Πρέπει να ελπίζεις στη μεταθανάτια ζωή για να παραμείνεις ελληνίζων στη διασπορά. Γράφουμε κι εμείς λοιπόν στα τυφλά, λίγο απ’ όλα, προσπαθώντας να είμαστε σχετικοί με τους μεν χωρίς να αποσυσχετιζόμαστε από τους δε. Είμαστε οι κατεξοχήν άνθρωποι του μεταξύ και εξ αιτίας αυτού καταλήγουμε στο περίπου: λίγο απ’ όλα και τίποτε ολόκληρο.
Ψάχνουμε συνεπώς για μιαν εύκρατον αρμονία, μια μοιραία ισορροπία, που δεν μπορείς να κρατήσεις το ίσο της πάντα και που σε πάει πίσω στον δάσκαλο, τον Αδαμάντιο Κοραή, όστις αυτός βρίσκεται συνέχεια μπροστά μου. Για τη Διασπορά, ο Κοραής είναι το αρχέτυπο, ο πραγματικός νοσταλγός μιας πολιτείας που δεν είχε ποτέ ζήσει και τολμούσε μόνο να φανταστεί περπατώντας μοναχός στα ένδοξα Παρίσια, ζώντας ένα ονειροφύσημα που το ονόμαζε Ελλάδα και νόμιζε πως θα ήταν δημοκρατία και θα βασιζόταν στην αξιοκρατία και θα φρόντιζε τους πολίτες της. Τι βέβηλος άνθρωπος κι αυτός! Δεν φτάνει που πήγε να μας χαλάσει τη γλώσσα, θέλησε να μας χαλάσει και τη διαφωρικότητα, αν το γράφω σωστά αυτό.
Θυμάμαι ωστόσο εκείνη την ανεπανάληπτη αυτοβιογραφία του, τα συμβάματα της ζωής του, όπως έλεγε, ένα είδος που ελάχιστοι διακόνησαν στη γλώσσα μας. Για να γράψει όμως κανείς για τον εαυτό του πρέπει να έχει εαυτό, να μη θεωρεί το προσωπείο ως το πρόσωπό του, να μπορεί να διαχωρίσει ανάμεσα στο ουσιώδες και το συμβεβηκός, πράγμα δύσκολο γιατί δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο από την αυταπάτη, τη μαγευτική παράκρουση, το δαιμονιακό ψήλωμα του νου, που προκαλεί η φιλαυτία και η έπαρση. Το κράτος των παραισθήσεων είναι ακατανίκητο. Του παραδίδεσαι χωρίς όρους, καθώς κυριεύει τον νου και δυναστεύει τη γλώσσα σου. Στο τέλος απομένεις με ονοματοποιΐες: αι μέλισσαι ζιζίζωσι, οι τέττιγες γρυλλίζωσι, οι βάτραχοι κοάζωσι, τα ποίμνια βελάζωσι –τον κολοφώνα της ασημίας.
Αυτά σκεφτόμουν σήμερα πριν αποστείλω την οποία σου έγραψα επιστολή, όπως έλεγε και ο Αδαμάντιος, ο άσπονδος εχθρός της επιδείξεως. Θα επιστρέψω σε αυτό. Το έχεις άλλωστε διαδηλώσει: αν με ρωτήσετε τι είναι αυτό που ομορφαίνει έναν άνθρωπο, θα σας πω: τον ομορφαίνει η αποτυχία. Με καταπραΰνει η ετερορρέπειά μας. Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί. Προσπαθώ να ρίξω γέφυρες προς την επικράτειά σου και ωστόσο εκσφενδονίζομαι πίσω στον δέκατο όγδοο αιώνα. Τί να σημαίνει άραγε αυτό;
Σκαλκώτας, Η επιστροφή του Οδυσσέα. Ακούω και αναδρομώ στην εποχή που εισήχθη το αλφάβητο στα ελληνικά, πελασγίζω και λελεγίζω, κατά το κοινώς λεγόμενον.
Τυγχάνων ομογενής και συμπολίτης,
β.
Επιστολή τρίτη
Ευστάθιε ευτύχει και ευπράγει,
όταν βασανίζομαι από ανιαρές αγρυπνίες, με πιάνουν οχληρές σκέψεις, ποικιλότεχνες και ακατάστατες, που δεν έχουν τελειωμό. Από τον βαθμό ένα της γραφής εκτινάσσομαι ή εκτροχιάζομαι στην απειρία των στοχαστικών αποκαταλλάξεων, μηδέν και παρακάτω. Για ποιον και με τι και με ποιον τρόπο, τα γνωστά τριλήμματα της ερμηνευτικής που πάντα με φέρνουν σε απόγνωση με την απλότητα και τη σαγήνη τους. Λοιπόν ερώτημα πρώτο: για ποιον γράφουμε. Δεύτερο ερώτημα: με ποιους τρόπους. Ερώτημα τρίτο: με ποιον σκοπό.
Δεν φανταζόμουνα ότι θα με λογοκρατούσαν τοιαύτα ερωτημάτια. Έχω διαβάσει αρκετά και ξέρω ότι όσες απαντήσεις και αν δώσουμε θα παραμείνουν αναπάντητα. Ό,τι και να πούμε, θα είναι μια υπεκφυγή. Μια ομολογία αποτυχίας, όπως δηλαδή είναι τα περισσότερα έργα και οι συλλογισμοί μας. Όσο περνάνε τα χρόνια πυκνώνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν, που έλεγε κι ο ποιητής, τόσο πολύ ώστε στο τέλος εσύ ο ίδιος δεν θέλεις πλέον να αθωωθείς και γίνεσαι μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του εαυτού σου.
Οι επιτυχίες μας δεν μας ανήκουν, χάος και ορυμαγδός. Στα πνευματικά χρονικά γράφουμε και καταγράφουμε μόνο τη μεταθανάτια ζωή μας. Τα υπόλοιπα αφορούν το προσωπείο και τη σκηνή επί της οποίας αναγκάζεταί τις να διονυσιάζεται ή να κορυβαντιά. Γραφή σημαίνει χαρακτήρας –αν δεν πλάθεις χαραχτήρα, δεν πλάθεις ιστορία, δεν γίνεσαι ιστορία και κατά συνέπεια δεν εκμυστηρεύεσαι. Μόλις κατορθώσεις να μιλήσεις για τον εαυτό σου τότε κάνεις μυθιστορία, δηλαδή γίνεσαι ιστορία και μύθος. Εξάλλου, αποφεύγουμε να κάνουμε λογοτεχνία αλλά όταν το αποτολμούμε, σκοπός μας είναι να αληθεύουμε ψευδοφανώς –αλλά αυτό είναι μια παράπλευρη απώλεια που θα συζητήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο αν ποτέ ανταμώσουμε.
Τελικά, το ερώτημα είναι ποιανού φωνή ακούγεται να μιλάει και υποσημαίνει τη λαλιά μας. Σήμερα, ως γνωστόν όλα είναι αιχμαλωτισμένα σε θολομαγείες αυθεντικότητας, εφόσον επιτρέπεται να μιλάς μόνο για τον εαυτό σου, το δέρμα, το φύλο, τη σεξουαλικότητά σου και όσα άλλα υποδεικνύουν ότι είσαι και θέλεις να παραμένεις μια υποσημείωση, λήμμα περιπτωσιολογίας, ένα απόκομμα.
Όλα τα ξεκίνησαν οι ανοικονόμητοι φραγκοδομιστές, που πέθαναν τον συγγραφέα, και στη συνέχεια όλοι πέθαναν προδημοσιεύοντας αυτοβιογραφίες. Διακήρυξαν τον θάνατο του αφηγηματικού εγώ, για να καταλήξουν να γράφουν φαντασιακές αναστάσεις του εγώ τους. Γιατί; Διότι για να αποτάξεις το εγώ πρέπει πρώτα να το συντάξεις. Μόνο αυτό που έχεις μπορείς να δώσεις, να προδώσεις ή να καταδώσεις. Ακόμα και αν δανειστείς μέσω μεταφορών κατ’ αναλογίαν, που έλεγε ο Φιλόσοφος, και πάλι θα κατορθώσεις να φέρεις αυτό που μόνο εσύ μπορείς να δώσεις, έναν ρυθμό, ένα φθογγόσημο, κάποιον ανεπανάληπτο κραδασμό, πριν και, μερικές φορές, μετά τη γλώσσα.
Η διαφορά μεταξύ ποιητή και σοφιστή, έλεγε ο Φιλόσοφος και πάλι, είναι ότι ο πρώτος δουλεύει με συνωνυμίες και ο δεύτερος με ομωνυμίες: μεγίστη και μοιραία διαφορά. Ειδάλλως καταλήγεις, όπως κατέληξαν απαξάπαντες οι δομιστές, οι αποδομιστές και οι μεταδομιστές απανταχού της γης: ο σιγαλός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος, τουτέστιν ταυτολογίες, κενολεξίες, κουφολογίες και ηχηρά πολλά και βάναυσα ομοιοτέλευτα.
Γιατί ενόσω πολλοί μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό, κανένας δεν πράττει αυτό που εκείνος επιχείρησε, μεταμορφώνοντας τη γραφή σε μία αυθόρμητη αδιάκοπη προσπάθεια να σβήνη την προσωπικότητά του μέσα εις την απόλυτη αλήθεια. Τι είναι αλήθεια, θα ρωτήσεις. Ούτε ο Μεσσίας δεν μπόρεσε να απαντήσει στο πολύτροπο ερώτημα του Πιλάτου. Δεν μπορείς να ορίσεις και να αρθρώσεις την αλήθεια, γιατί μπορείς μόνο να την αναγνωρίσεις ή να σχετιστείς με αυτόν που αληθεύει. Η αλήθεια είναι σχέση, όχι ορισμός. Αν δεν κατορθώσεις να σχετιστείς με το αληθινό, δεν θα μπορέσεις ποτέ να αληθέψεις και να γίνεις οίος έσσι. Θα παραμείνεις ένα σύμπτωμα χωρίς ιστορία και επειδή δεν έχεις ιστορία, δεν μπορείς να εξιστορήσεις τον εαυτό σου. Διότι εν τέλει το μέγα ερώτημα δεν είναι ποιος κατέχει την αλήθεια, αλλά τις έστιν ο ποιών την αλήθεια –και αυτό είναι από το τέταρτο ευαγγέλιο, αν θυμάμαι καλά.
Ο Αριστείδης, ο Αυγουστίνος, ο Λιβάνιος, ο Ψελλός, ο Αβελάρδος, ο Ρουσσώ και ο Γκαίτε ιστοριομυθούσαν όταν έκαναν αυτοβιογραφία. Όπως έγραφε και ο Ηράκλειτος, διο καθ’ ό,τι αν αυτού της μνήμης κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν. Α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα. Και το ψέμμα είναι πάντα γλυκό και εφήμερο. Τί σαγηνευτικό που είναι το παραμύθι! Δεν βγήκαμε ποτέ από τον παράδεισο, η πτώση δεν έγινε ποτέ, η εικών της αρρήτου δόξης παρέμεινε χωρίς στίγματα: δεν χάσαμε ποτέ το πρόσωπο με πρόσωπο. Μολοντούτο κάποιος ή κάτι λείπει από την εποχή της αθωότητάς μας –αλλά τι, γιατί και πώς; Η σκέψη υφίσταται για να αρθρώνει αβεβαιότητες. Τελικά, είχες δίκιο εξαντλητικό όταν έγραψες κάπου: Αυτολογοκρίνομαι διαρκώς. Πιστεύω πώς ό,τι δείξω ή πω από τις εμπειρίες μου, τις απεμπλουτίζει. Και παρερμηνεύεται –και το θυμάμαι συχνά αυτό.
Προσδοκώ μια μουσική μετουσίωση, μια μετάφραση των σιωπών σε φιλομουσία για να μπορέσουμε και πάλι να μιλήσουμε αληθεύοντας. Σε θυμάμαι και πάλι: Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ταξίδι σ’ αυτό που ήταν. Ένα ταξίδι πίσω στο χώμα του. Ένα ταξίδι πίσω στο χώμα. Μέχρι τότε, προφάσεις, προσχήματα και προβολές: η γλώσσα μας θα κατοικηθεί από φαντάσματα και θα χάσουμε τη δύναμη να κοιτάμε τον ουρανό και τα καταχθόνια. Δεν θα γίνουμε ποτέ κρίκος συνδετικός ανάμεσα στη φανταστή και εμπειρική πραγματικότητα. Εκτοπλάσματα θα μείνουμε, χωρίς μνήμες, χωρίς σώμα, χωρίς αύριο. Αν όμως, αν όμως η σύγχυση εικονουργηθεί σε επιφάνεια, τότε μια ανελέητη μορφή μάς απολιθώνει. Το απόλυτο ωρίμασμα της ύπαρξης έρχεται σαν καταδίκη. Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας θεού ζώντος, φοβερόν και θαυματουργικόν, μόλις ολοκληρωθείς, σβήνεις, χάνεσαι. Χάος και ορυμαγδός.
Ω ναι, ναι, ακούω Tο Δαχτυλίδι της Μάννας του Καλομοίρη και παθαίνω ανατράνιση.
Εν γνώσει και ενσυνειδήτως,
β.
Επιστολή τετάρτη
Παρεπίδημος διασποράς προς Ευστάθιον.
Μετά φόβου και ιδρώτος εκπόνησα συνταγμάτιον εσχάτως για τις οπτήριες μορφές και θεώρητρα σημεία των έργων του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, όταν καθ’ οδόν ανακάλυψα ότι δεν έχουμε σχεδόν καθόλου φιλοσοφία στα νέα ελληνικά. Σχολιαστές και υπομνηματογράφους έχουμε ανάριθμους και ευκλεείς, αλλά φιλοσόφους που να στοχάζονται επί της δυνατότητας του σκέπτεσθαι, ξέχασέ το.
Μερικά ψελλίσματα εδώ κι εκεί, κάποια απελπισμένα επιγράμματα εγκατεσπαρμένα σε έξι αιώνες, διαξιφισμοί επί παραδοξολογημάτων, κοκκορομαχίες επί προσώπων, μαχαιρώματα για το περιβόητο γλωσσικό, απερείσια σοφίσματα και δοξάσματα περί ελληνικότητος, όλα ασύναπτα, ασύρραπτα και ατάσθαλα. Το τελευταίο μάλιστα ιλαροπαίγνιο περί ελληνικότητας έχει κάποια υπέρ λόγον αξία διότι είναι μέγα επίτευγμα να λογομαχείς για κάτι που γνωρίζεις ότι δεν μπορείς να προσδιορίσεις –εξ ορισμού και εξ υπαρχής.
Μόνο όσοι θέλουν να ζουν σε μια αιώνια εφηβολάγνα σύγχυση μαίνονται να προσδιορίσουν την ταυτότητα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να προσδιορίσουν. Η γιαγιά με την αγράμματη θυμοσοφία της δεν είχε ποτέ καμιά αμφιβολία ότι πολύ καιρό πριν ήταν Γραική, όπως έλεγε. Εμείς εδώ στα Ολύμπια, προσέθετε, νικήσαμε τον Σουφαράπη και τον Μπραΐμη μαζί. Να το αίμα, ποτάμι. Ο Αλφειός, βούρκος κατακόκκινος. Μετά από αυτό, μόνο Έλληνες, τίποτε άλλο. Και την αλλαγή αυτή την χαρακτήριζε με μια λέξη που δεν έχω ξανακούσει ποτέ και ψάχνω ακόμα σε όλα τα λεξικά, την αποκαλούσε «ανανόηση». Ναι, σε λέω, επέμενε, πάθαμε ανανόηση και γενήκαμε Έλληνες. Τρέχα γύρευε βέβαια τι ήθελε να πει η μάντισσα εκείνη. Δεν έχω ιδέα ούτε καιρό να ψάχνω τα λεξικά.
Θαύμαζα την οξυδέρκεια της αγράμματης να μιλάει για την ιστορία σαν να έγινε χτες και να επηρέαζε τη ζωή της τώρα. Με σεργιάνιζε στον κάμπο του Αλφειού για να μου δείχνει τη ζάλη πέτρα, το ύψωμα όπου οι μανάδες μαζεύονταν για να βλέπουν τα παιδιά τους στους αγώνες, ή τον Άγιο Ανδρέα, που έδιωξε τους Βούλγαρους από την Πάτρα, έχει κάμποσα φεγγάρια τώρα, αλλά όχι πολλά, πριν τη μέρα μου βέβαια, πολέμησε και η Παναγία μαζί τους πάνω στα τείχια, γι’ αυτό και νίκησαν, ή για εκείνον τον Φράγκο τον Ντζεφρέ, που χόρευε σαν ντελικανής και τραγουδούσε σαν τον Νίκο Γούναρη, αυτόν που έφτιαξε τη Γλαρέντζα, παλιόφραγκος, φίδι κολοβό, κολασμένος, θεομπαίχτης, γυναικάς ο μαλαγάνας, έφτιαχνε κάστρα για να σπιτώνει τις αμορόζες του, αψηφούσε τους παπάδες ο ζερζεβούλης, πέθανε άκληρος αλλά άφησε πολλά αποπαίδια στα κρυφά, ο αμοριασμένος ο παππούς σου πρέπει να ήτανε σπορά του, αλλά κι άλλοι πολλοί.
Τι λες, γελούσα εγώ. Μα πότε τον είδες; Μου τα έχει πει χαρτί και καλαμάρι η νόνα μου, απαντούσε. Κι εκείνη πού τα έμαθε; Ήξερε τα πάντα για τον τόπο από τη γιαγιά της. Και πότε έζησε αυτός ο Φράγκος, ρωτούσα. Πολύ πριν τη μέρα μου, έλεγε αγκουσεμένη, πριν τον Κολοκοτρώνη. Για να καταλάβεις, προτού φανεί η Τουρκιά.
Οι κουβέντες αυτές με την αρχόντισσα του χρόνου ήταν σχεδόν αυτονόητες και δεν τις επιχειρούσαμε συχνά, παρά μόνο όταν σεργιανώντας κάμπους και βουνά επισκεφτόμαστε τα παλάτια των παλιών, καθώς τα έλεγε. Για χρόνια μου έλεγε ότι γιόρταζαν τον προφήτη Ηλία δίπλα στα παλάτια των παλαιών Ελλήνων, στον Επικούριο Απόλλωνα. Και γιατί άφησαν τα παλάτια τους, ρωτούσα. Μόλις ήρθε ο πραγματικός θεός, έφυγαν και πήγαν κει πάνω, εκεί με τους ξανθούς ανθρώπους στον βορρά. Μας μείνανε τα παλάτια για να τους θυμόμαστε, μαζί με τον Προφήτη Ηλία που τα προσέχει.
Κι αφού έπαιρνε βαθιά ανάσα, έλεγε: Όλα καλά και ωραία μέχρι πούρθαν οι αρχαιόλογοι από την Αθήνα και φράξανε τον Επικούριο και τα Ολύμπια. Δεν μπορούσαμε να σιμώσουμε. Χλίψη, χλίψη. Το ίδιο κάνανε και με το κιούπι για το λάδι που είχα από τη γιαγιά μου. Το είδε μια Αθηναία, μια μέγαιρα, μια στρίγγλα και ήρθαν οι χωροφυλάκοι και το πήρανε. Το βάλανε στο μουσείο στα Ολύμπια και το γεμίσανε με άμμο. Ήτανε λέει παλιό, από κάτι ανθρώπες που τις λέγανε Μυκήνες. Πού ζούσανε αυτές και τι θέλανε στην Κρέστενα;
Πρέπει να μάθουμε να εκτιμούμε αυτό που έχουμε και αυτό που είμαστε πριν το χάσουμε. Γιατί πρέπει να το ξανακερδίζουμε μέσα από κρίσεις, στεναγμούς, ταλαιπωρίες, λιγοψυχίες, φόβους, παραιτήσεις, αποτυχίες, προδοσίες, καταστροφές και τα υπόλοιπα. Ταυτότητα σημαίνει ταύτιση και συνενσάρκωση. Οι παλιότεροι σου δίνουν τους συμβολικούς χάρτες κι εσύ μπαίνεις μέσα τους και σαλπάρεις. Ή δεν μπαίνεις και βρίσκεσαι σε συνεχή ανομία. Ή θέλεις να πας αλλού και διχάζεσαι ένοχος και φοβισμένος. Ή φεύγεις και δεν επιστρέφεις. Ή επιστρέφεις και δεν ξέρεις πού είσαι. Ή πηγαινοέρχεσαι και τραγουδάς μοναχικά άσματα και πένθιμους αποχαιρετισμούς. Ή τους αποδέχεσαι και υποτάσσεσαι στους διηνεκείς ενιαυτούς που φτιάχνουν τον βαθύ σου χρόνο. Όλα αυτά συντρέχουν κατά το μέτρον της ελλείψεως από αγάπη ή από αγωνία, κοινωνία παθημάτων, κατά τον Απόστολο. Συχνά αρνείσαι ό,τι πιο πολύ αγαπάς. Δεν καταδέχεσαι να αποδεχθείς τη συνέχεια που ενσωματώνεις άθελά σου και ολολύζεις και ολοφύρεσαι σέρνοντας με απελπισία και έξαρση το πτώμα του αγαπημένου σου Έκτορα.
Δεν είναι βέβαια μόνο ελληνική ψυχοπαθολογία οι παραδοξολογίες των σοφολογιώτατων να προσδιορίσουν μια ταυτότητα, που θα ήθελαν να έχουν αλλά φοβούνταν να αποκτήσουν. Εδώ όμως έχει κοπεί ο φιλοσοφικός λώρος και ο ειρμός της λαχτάρας. Συνεπώς, δεν φιλοσοφούμε γιατί δεν θέλουμε να εισέλθουμε στην επικράτεια του αβέβαιου και του απροσδιόριστου. Δεν φιλοσοφούμε και δεν φιλοκαλούμε επειδή δεν έχουμε πίστη σε τίποτε. Ούτε κατεχόμαστε από την αφροσύνη ή τον παραλογισμό της αμφιβολίας, που είναι τα βασιλικά ριζώματα κάθε θεολογίας. Μόνο άρνηση, καχυποψία και μισαλλοδοξία. Πόσο μακριά μπορείς να πορευτείς με αυτά;
Δεν συναγωνιζόμαστε, βλέπεις, με τα θεμελιώδη έργα του έλληνα λόγου. Δεν γράφουμε πλέον γόνιμη ποίηση, πέραν εκείνης των παρεξεσμένων λογοκλοπών, με λέξεις νοθογενείς και ξηροκακόζηλες, επειδή η γλώσσα της σημερινής σκέψης είναι παράγωγη, μυρίζει μετάφραση, δηλαδή εκτοπισμό, δεν συνομιλεί με τους βαθύρριζους ρυθμούς καμιάς φαντασιακής ειδωλοπλασίας, δεν συνδιαλέγεται με τους νεκρούς, δεν τους ανακαλεί στο είναι. Ποια είναι η πλέον νεόκοπη λέξη που μας κληροδότησε η σύγχρονη σκέψη; Ένα αδιατύπωτο ατόφιο ρήμα; Ένα άρρητο και άδολο επίρρημα; Ένα αυτοφυές ουσιαστικό, τέλος πάντων;
Διαβάζω τώρα από τις χειρόγραφες σημειώσεις μου: Η χαρά είναι καλλιτέχνις –πάει μόνο σε όσους ξέρουν να την τραγουδούν. Και το τραγούδι είναι χάρισμα –μια ειδική φιλοσοφική στάση. Αυτό μάλλον πρέπει να είναι δικό σου, αλλά δεν έχω κρατήσει παραπομπή.
Όσοι φιλοσοφούν ονειρεύονται την εντελέχεια των όντων, μετουσιωμένη, τετελεσμένη και οικοδέσποτη. Όταν ήμουν νέος και έπραττα νεανικά, έρρεπα προς το αναπάντεχο και το αιφνιδιαστικό. Το γήρας ουκ έρχεται μόνον βεβαίως και τώρα επιζητώ το συγκεκριμένο, το έμπρακτο, το ιδιοπαθές. Από το σύμπτωμα πρέπει να αποσπάσω το αναπόδραστο: αυτό που όλοι μπορούν να συμπεράνουν. Η φωτιά καίει. Το νερό δροσίζει. Η αγάπη ζαλίζει. Το θείον παραλογίζει. Υποθήκη προς εαυτόν: από την συνεκδοχή να ανασυγκροτείς το όλον. Και για να ξαναγυρίσω στα επίγεια, θυμάμαι την πυρακτωμένη κρητική παροιμία: άνδρα που δεν πουστίζει και γυναίκα που δεν πουτανίζει, πέψε τους στο διάολο. Ακραιφνής ελληνομανία εδώ.
Όπως έλεγε και η γιαγιά, ο πούχει κατωθεό έχει και πανωθεό. Εκτός αν το έλεγε ανάποδα: δεν θυμάμαι πλέον. Τι να εννοούσε τάχα;
Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι εδώ, όπως και παντού, όταν έχει συννεφιά και πάει να βρέξει. Μου κρατάνε συντροφιά τα Κουαρτέτα του Νικόλαου Μάντζαρου. Eξακτίνωσις, άπλωσις, αλλοίωσις.
Χάρις και Πνεύμα μεθ’ ημών. Πρόθυμος και αμαρτάνων,
β.
Επιστολή πέμπτη
Ευστάθιε ελλογιμώτατε χαίρειν,
Σκεφτόμουν αυτό που σου έλεγα προηγουμένως για την έλλειψη φιλοσοφίας και, τελικά, έκλαμψις εξ ουρανού και απ’ αρχαγγέλου στόμα. Η προσκύνηση του εφήμερου, η λατρεία του νυν, ιδού το απόρημα, η δειλία εμπρός στο μέλλον: κακός εκ του χακός, τουτέστιν δειλός, ο μη ανθιστάμενος τον πονηρό. Φαίνεται δυστυχώς πως προϋπόθεση αναγκαία του σκέπτεσθαι σήμερα είναι η πεποίθηση ότι ζούμε σαν να μην υπάρχει αύριο γιατί το αύριο είναι ανάβλεφτο και απροβούλευτο, όπως έλεγε και ο παππούς μου που πολέμησε στην Μικρά Ασία και βάδισε κουρελιάρης χιλιόμετρα μετά τη μάχη του Σαγγάριου, μόνος μέσα από την έρημο χωρίς νερό και θροφή και αρβύλες μετά την κατάρρευση του μετώπου.
Επειδή μάλιστα η αφήγησις κρύπτει νουν αληθείας, συνεχίζω. Σαν έφτασε ο δύσμοιρος μέρες μετά, νύκτωρ στην παραλία απέναντι στη Μυτιλήνη, έπεσε στη θάλασσα και χάιδευε τα κύματά της και γόγγυζε κλαίγοντας, να πινιγώ στο γαλανό σου, θαλασσάκι μου, να βουλιάξω στη δροσιά σου, να με φάνε τα ψάρια σου και άχου άχου, κλάμα και λυγμός, άχου άχου. Ξάφνου, μου είπε, την ώρα που τα δάκρυά του πέφτανε στην αλμυρή θάλασσα, ακούστηκε μια μηχανότρατα από νησιώτες που έψαχναν να σώσουν στρατιώτες και πρόσφυγες. Έλληνας είσαι, του φώναξαν. Ναι, ναι, από την άλλη μεριά του πελάγου, τον πέρα όχτο του νερού. Από τον Μωριά. Στη Μυτιλήνη κάθισε μέρες και έκλαψε έκλαψε έκλαψε σαν μην υπήρχε αύριο, όπως έλεγε. Ήθελα να πεθάνω, να σβήσω, να θαφτώ ζωντανός, μου έλεγε τυμβογέρων στα ενενήντα του. Με είχε πάρει στο χτήμα για να ξαπλώσουμε κάτω από τη μεγάλη πεύκα που φύτεψε ο προπαππούς του το 1850. Τόσο αίμα, τόσα παλληκάρια, τόσος θάνατος. Και απόσωνε με σπασμένη φωνή, τόση μοναξιά. Κι είχα να παντρευτώ, να κάνω παιδιά, να τα αναθρέψω, να τα σπουδάσω, να τα παντρέψω. Πέθανε κι ο μικρογιός μας στην Κατοχή. Κανείς δεν ρώτησε τι γίνεται μέσα μου, πώς κοιμάμαι, πώς ξυπνάω, τι βουή γεμίζει τα αυτιά μου, τι πέτρες χτυπάνε το νου μου και γιατί μιλάω στο μουλάρι, τον Τρύφωνα, σαν νάταν άνθρωπος. Βγήκες κι εσύ μέσα από αυτά, έλεγε θλιμμένα κοιτώντας μακριά, κι έχεις και τ’ όνομά μου. Ο τόνος της φωνής ήταν παράξενος. Πάντα με νόμιζε ξεφυσίδι: θα άντεχες τη μάχη στο Σαγγάριο, ρωτούσε και δεν περίμενε απάντηση.
Σήμερα όμως είμαστε αλλού. Νεοπλατωνικοί καιροί. Χωρίς αύριο. Πώς ζούμε και σκεφτόμαστε χωρίς αύριο; Η τραγωδία είναι παντού και εμείς σφυρίζουμε ανύποπτοι και χαπακωμένοι. Δεν εμπιστευόμαστε πλέον την ιστορία αλλά θαυμάζουμε τον ιστοριοπλέκτη κι εκείνο το μοχθηρόν και περικεκομμένον, το περιβόητο αφήγημα. Και τι βγαίνει από αυτά; Θλίψη και αθυμία –ή μάλλον κυνισμός και ειρωνεία. Πράγματα που μερικοί θεωρούν ανατρεπτικά και επαναστατικά, ενώ είναι απλός ιδιασμός και φιλαυτία, δηλαδή αυτοεγκλεισμός στην τυραννία του ιδίου θελήματος.
Ως πότε θα μένουμε δέσμιοι εφηβικών ανησυχιών και ανεκπλήρωτων ερώτων; Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών! Μη βασανίζεσαι πού και πώς και πότε γεννήθηκες, αλλά πού οδεύεις και με ποιον τρόπο και για ποιον σκοπό. Μια εμπρόθετη εντελέχεια λοιπόν, για να βγούμε από τη δεισιδαίμονα λατρεία του τώρα, από τον φρικώδη ναρκισσισμό της απελπισίας και τις προφάσεις με τις οποίες παραμυθιάζουμε και παραμυθιαζόμαστε.
Η γλώσσα μολοντούτο, το έθιμο των εθίμων, υπάρχει αθροιστικά ως επίστρωμα πάνω σε άλλο ίζημα και όλα μαζί λειτουργούν μέσα της ανερμήνευτα σαν τη μεγάλη πυραμίδα, αινίγματα και θραύσματα, όλο νόημα και αποκαραδοκία.
Συνεχίζω απτόητος να ακούω ελληνική κλασική μουσική. Επιμένω σε κάποιες σονάτες του Μάριου Βάρβογλη, αλλά προχτές με πήρε το παράπονο, έβρεχε, μαύρα κοράκια υπερίπταντο, φωνές απόκοσμες ποιητικές με τύλιξαν και θυμήθηκα τον κινηματογράφο Βοξ όπου είδα το 1977 το Αμέρικα, Αμέρικα του Ελία Καζάν και άκουσα τη μουσική του Χατζιδάκι. Μαύρο δάκρυ, για να μην πολυλογώ. Σαν να είχαν ανοίξει οι κρουνοί του ουρανού. Ανεξήγητο. Αναπάντεχο. Αναπότρεπτο.
Συγκινούμαι γιατί ομοιοπαθώ. Ο Καζάν είχε την ειρωνεία της ύπαρξης μέσα του, σαν τους αγέλαστους του Ραμπελαί. Υπήρχε πολύ ανίερος τρόμος στην ψυχή του. «Πάντα δούλεψα μέσα σε μια τρύπα», έγραψε κάπου. «Και αν δεν υπήρχε, την έσκαβα αμέσως κι έπεφτα μέσα». Έτσι γίνεσαι υποκείμενο λόγου: όταν καλωσορίζεις την αποτυχία σου. Όταν ενσυνειδήτως προσοικειώνεσαι την αποτυχία σου. Δύσκολος άθλος βέβαια, γιατί ενώ τα βάζεις με τα μεγάλα, σε κατανικούν τα ελάχιστα. Απογυμνώνεσαι από τα άλλοθί σου, χάνεις κάθε δικαιολογία και αφήνεσαι. Κι ενώ σε εγκαταλείπουν όλα, χάνεις και τη γλώσσα σου και αρχίζεις να χειρονομείς, σαν να πνίγεσαι. Δραματοποιώ και θεατρίζω κάπως εδώ, αλλά η πίεση είναι μεγάλη και δεν αντέχω πλέον κανένα κομψό και δοκησίσοφο ορισμό.
Έτσι που σχίσθηκα μέσα σε δύο γλώσσες, έχασα τη ζωή μου. Κρίμα. Ίσως κατόρθωνα να οικούσα μένουσαν πόλιν, αν είχα παραμείνει πιστός σε μια από αυτές, αλλά το πουλί πέταξε. Κάτι σπασμένες φράσεις εδώ κι εκεί που είχα συζητήσει με τον Ηρακλή Παπαλέξη προτού χαθεί και αυτός και το όραμά του. Μια γενιά έφυγε μαζί του, μια νοοτροπία, μια υπόσχεση. Και όμως, πολύ συχνά θυμάμαι: Είναι όμως ωραίο να βλέπεις κάποιοι να κερδίζουν το στοίχημα. Παίρνεις κουράγιο, παίρνεις πίστη, έστω ετερόφωτη. Ποιοι το κέρδισαν αλήθεια; Μόνο όσοι γνώριζαν τα όριά τους, όσοι επέβαλαν όρια στον εαυτό τους. Κάποια ονόματα έρχονται κατά νου, αλλά είναι ασημείωτοι και σκοτεινοί άνθρωποι που επέλεξαν τις αφώτιστες γωνίες και τις κατάκλειστες κάμαρες, τα περήφανα τείχη της ταπεινότητας. Ναι, ναι έτσι ακριβώς: σωτηριώδες τεκμήριον, το εν υψηλοίς εγχειρήμασι και κατορθώμασι ταπεινόν έχειν φρόνημα. Ποιος έχει καιρό γι’ αυτά; Τι χλίψη.
Τοιαύτα και τηλικαύτα μέχρι τώρα για τούτο και έρχομαι στα νυν και στα περαιτέρω, τα οποία ωστόσο βρίσκονται πού; Μέγα ερώτημα. Το φιλοσοφείν μπορεί να προκύψει ως πρόταγμα μουσουργίας, αν το σκέπτεσθαι είναι δυνατόν σε μια εποχή που βασίζεται σε τεχνικές και βασανίζεται από μεθοδολογίες αλλά στερείται κάθε έννοια ρυθμού και ρυθμοδοσίας, επομένως εννοιολογικών διατονισμών. Μελωδώ τουτ’ έστιν επιθέτω ρυθμό στο χάος, στο άμορφο δίνω εικόνα, στο άφατο χαράσσω όρια, στο απρόσιτο φως θεσπίζω αναλογία όντος.
Σήμερα μάλιστα που η Ευρώπη εγκαταλείπει τις θεμελιώσεις που της έδωσαν εαυτό και λόγο, δίνεται μια μοναδική στιγμή χρόνου, μια χαραυγή χάους, να ξαναπιάσουμε τον ειρμό της μοίρας και του πένθους που εγκαινίασε τα ποιήματα του Ομήρου και τον κόσμο τους: ἀνδρὸς δὲ ψυχὴ πάλιν ἐλθεῖν οὔτε λεϊστὴ οὔθ᾽ ἑλετή, ἐπεὶ ἄρ κεν ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων. Και ενώ ήθελα να το αφήσω αμετάφραστο, η μεγαφωνική φράση του Καζαντζάκη με εκτροχιάζει: μόνο η ζωή του ανθρώπου, ως ξέφυγε της δοντωσιάς το φράχτη, πίσω δε γέρνει, δεν κουρσεύεται, δεν πιάνεται ποτέ της. Ως άκουσμα και λάλημα με αθεΐζει και με δαιμονίζει. Έπου θεώ, κατά τους αρχαίους, ακόμα και αν πηγαίνεις κατά διαβόλου.
Πάνω σε τέτοια λόγια φτιάχνονται συνειδήσεις, πολιτισμοί και κόσμοι. Πρέπει να τα κρατήσουμε όμως ζωντανά σε μια εποχή που καμαρώνει αμνήμων και αναίσθητη όσο λίγες της πρόσφατης ιστορίας. Καιρόν γνώθι, που έλεγαν και οι παλαιοί, αλλά ποιος έχει καιρό για τον καιρό;
Σε πυροφιλώ, που έλεγε και ο Ψυχάρης, εξ αποστάσεως. Είναι δυνατόν να αγνοούμε τη Συμφωνία του Χριστού από τον Χαρίλαο Περπέσσα; Τυγχάνων ζηλωτής και νεοφώτιστος. Ιδού τι κάνει η διασπορά στον άνθρωπο: ακούει χρώματα παντού.
Θα συνεχίσω επιμένων αντιπόδειος και ανεξιλέωτος
β.
Επιστολή έκτη
Ευστάθιε Ευδαιμόνει,
Τι λέγαμε λοιπόν προχτές; Αν ναι, τι είναι άραγε η ξενιτειά; Σαν την τέχνη είναι κι αυτή λοιπόν, φακός που μεγεθύνει. Μεγεθύνει τα πάντα και σαν φακός που είναι τα διαθλά, κι έτσι σε κάνει να ταλαντεύεσαι ανάμεσα σε διαδρομές και αναδρομές, να συλλογίζεσαι πού και ποιος και γιατί, αυθαίρετα και συνειρμικώς σαν ποίημα του Μαγιακόφκσι που σε συγκίνησε όταν ήσουνα νέος, είχε πέσει η χούντα και η δημοκρατία είχε ανατείλει και όλα έμοιαζαν ρομαντικά ταυτοχρόνως και αισιόδοξα, πλήρη πάθους και μέλλοντος, και ως εκ τούτου έπρεπε να διαβάζουμε Μαγιακόφκσι.
Ζήσαμε αλήθεια με τόσες παραισθήσεις; Πάνυ μεν ουν. Δεν καταλάβαμε ποτέ την πανουργία της Ιστορίας; Ουδόλως. Τρέχαμε από το ένα μικρομάγαζο στο άλλο, ψάχναμε λύτρωση, προοπτική, κοσμοεικόνα και βρίσκαμε πασατέμπο. Τραγικό και άθλιο. Μας έστεφε στέφανος συγκινητικής ηλιθιότητος, που έλεγε και ο ανοικονόμητος Περικλογιαννόπουλος. Είχαμε εθιστεί στην αποτυχία και την αναίδεια από τις εορτές πολεμικής ανδρείας της χούντας, όταν η Βέμπο ψαλμωδούσε από τεράστιο γερανό Παιδιά της Ελλάδος παιδιά, με μεγάλους προβολείς και το κράτος του ζόφου ολούθε.
Ήμασταν καταδικασμένοι να αποτύχουμε εξ αρχής γιατί ο αντίλογος υφίσταται εν αρχή. Προετοιμάζαμε τον δικό μας διαμελισμό, με μια εθελούσια διάλυση κάθε αντίστασης. Οι σπόροι που σπάρθηκαν ήταν άκαρποι και έτσι, ύστερα από τη θητεία στη σύγχυση και στην ασυνεννοησία, ιδού, ψηλαφούμε το μαύρο του κόσμου για να διακρίνουμε σχήματα και να σχηματίσουμε έννοιες και να αποσχηματίσουμε ιερά και όσια, και νάμαστε εδώ με τόσα φώτα, το ίδιο μωροί, όπως και πρώτα. Η ζωή μας συμβαίνει όταν τελειώσει –είναι όντως αποκαρδιωτικό.
Τελικά, μιας και τον θυμήθηκα τον Βλαδίμηρο, ναι, έτσι γίνεται πάντα, η βαρκούλα του έρωτα τσακίζεται πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Θα χαθεί η βαρκούλα, θα χαθούν τα βράχια και θα μείνει ο έρωτας βέβαια, πορεία αρχετυπικά προσδιορισμένη από τον άθλιο Πλάτωνα. Ο θάνατος βέβαια τελειώνει μια ζωή αλλά ποτέ μια σχέση, όπως είπε και ένας ραββίνος. Φεύγει ο ερωμένος και μένει ο έρωτας, σαν αναβαθμός προς την αταραξία και την απροσπάθεια ή τη μόνωση και την απελπισία, είδωλον βαιτυλικόν, επειδή ο οίκος του θείου ήταν πάντα η αμορφία του έρωτα. Μονάχος κανείς πορεύεται στον έρωτα, στην δόξα και το θάνατο, που έλεγε και ο ποιητής όταν ήταν στα καλά του.
Μονάχοι γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο αμετάδοτο, πιο ιδιαστικό, πιο ανείκαστο από τον έρωτα, ό ένας εραστής ψάχνει να βρει τον δικό του αντίτυπο στον άλλο, δεν υπάρχει ο άλλος παρά σαν προσέγγιση σε εκείνο που αμφότεροι επιθυμούν για τον εαυτό τους. Έτσι κοιταζόμαστε σαν να μας λείπει κάτι, που δεν μπορούμε να αδράξουμε, δεν μπορούμε να νιώσουμε κι αδυνατούμε πλέον να φανταστούμε –η λαγνεία της απώλειας μας καταδυναστεύει. Παγιδευμένοι στο καλό που ακούσια πράττουμε και το κακό στο οποίο θέσει βρισκόμαστε, πορευόμαστε στα τυφλά, σαν πλούσιες μονάδες, πλούσιες επειδή έχουν χάσει κάθε βεβαιότητα και ασφάλεια, έτοιμοι να εξατμιστούμε, να γίνουμε σκόνη, σπαταλημένες υποσχέσεις, εαυτών επιλήσμονες.
Α, να που άρχισε να βρέχει σήμερα στο Σύδνεϋ. Όταν βρέχει, μνημονεύω Σολωμό και αναρωτιέμαι: Δεν έχω τίποτ’ άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Βέβαια και έχεις. Έχεις την παιδική σου ηλικία, τις αρρώστιες που σε πόνεσαν, τους ανθρώπους που έχασες, τα ευλογημένα πάθη, τις αγιάζουσες επιθυμίες, τις όσιες αναμνήσεις και πάνω απ’ όλα το πολύ απλό ερώτημα που άκουγες συνέχεια από τη μητέρα σου, από την πρώτη μέρα που κατάλαβες τον κόσμο, το προαιώνιο ερώτημα που λένε με αγάπη και θλίψη τα χείλη που σε ανέθρεψαν, τι θέλεις να φάμε σήμερα;
Έχουν πλέον περάσει οι εποχές των παραμυθιών. Είσαι μεσοπέλαγα, νιώθεις ναυτία, αναρωτιέσαι πού να είσαι, πώς βρέθηκες εδώ και γιατί. Κοιτάς τα αστέρια ενώ κείτεσαι κατά γης και οι αστρολάβοι των διαισθήσεων και των παραισθήσεων έχουν χαλάσει, ενώ το μόνο που σκέφτεσαι είναι αυτό που άκουγες συνέχεια από τη μητέρα σου, από την πρώτη μέρα που κατάλαβες τον κόσμο, τι θέλεις να φάμε σήμερα; Ξέρεις, τέτοιες φράσεις σε σώζουν από την αυτοκαταστροφή και την αυτοειδώλευση.
Πώς να ακούσεις όμως τη φωνή σου όταν το μυαλό σου είναι γεμάτο σκουξίματα και σπερμολογίες; Μ’ αρέσουν οι πόλεις! Το μάλε βράσε των χαρακτήρων. Το χάος. Τα μάτια των αγνώστων… Η πόλη με θέλει, η φύση δε με χρειάζεται. Δικό σου αυτό, νομίζω, άσχετο με το προκείμενο αλλά δείχνει τον συνταραγμό μου, την διάσεισιν της ψυχής, τώρα που κατέβηκα σύψυχος και συζώντανος στο άλαλο χώμα των σκιών.
Μελοδράμα θα μου πεις και γλυκανάλατα ξεσπάσματα, αλλά την αλήθεια που υπάρχει στις κοινοτοπίες και τα στερεότυπα, λίγοι θέλουν να παραδεχθούν. Όλοι μας κρύβουμε μέσα μιας πεντάρας ρομάντζο και ίσως εκεί να βρίσκεται το κάλλιστο μέρος του εαυτού μας, το μόνο που αξίζει να μοιραστεί εν κοινωνία. Νοός ενέργεια ζωή, καθώς έλεγε και ο Φιλόσοφος.
Είμαστε παιδάκια γερασμένα, απαλόψυχα μειράκια που θρηνολογούν ενώ κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, χωρίς τύψεις, χωρίς σαράκι, χωρίς αυτομεμψία. Μουσόφθαρτος, και μουσοχαρής, αφουγκράζομαι τη γλώσσα της πυθαγόρειας φύσης: Δημήτρης Μητρόπουλος, Ταφή. Τέταρτο Κουαρτέτο, Δημήτρης Λιάλος. Μικρασιατική Ραψωδία, Γιάννης Κωνσταντινίδης.
Δεν θα κοιμηθώ απόψε. Παραληρώ αλλά κακόν δυσμάραντον η αγάπη της γλώσσας. Εταπεινοφρόνουν απογεγαλακτισμένος.
Ενωτίζου Ευστάθιε και άκουε.
Εξ αντιπόδων,
β.
Επιστολή εβδόμη
Ευστάθιε, υγειαίνειν.
Καθώς κάθομαι εν εγκλεισμώ άνεργος και συλλογίζομαι, σκοντάφτω σε κάτι αιθαλοκομπασμούς του κύριου Ζήσιμου, του κατά κόσμον Λορεντζάτου, και απορώ και φουρκίζομαι. Εμείς σήμερα δεν είμαστε διασπορά, ετυμηγορεί ο μετεωροσοφιστής. Εκεραυνοβολήθην, ο διεσπαρμένος. Από το καραούλι της Κηφισσιάς όλα φαντάζουν τερπνά μυθεύματα! Οι αριστοτέχνες της γραφίδος εθελοακουσίως δημιουργούν μεγάλα χάσματα τοιαύτα! Ενώ οι ταγοί και γενάρχες αφήνουν εμάς, ερασιτέχνες και οικτροκέλευθους, να παραδέρνουμε σε ξένες πολιτείες, οχλολοίδωροι και δημοκατάρατοι, αναγκασμένοι να μιλάμε με ίσως, με πιθανόν και με ενδέχεται.
Οι λεγάμενοι ούτοι ωστόσο έχουν βεβαιότητες, έχουν δόγματα, έχουν πεποιθήσεις. Μας έχει συνηθίσει σε αυτά τα άκαπνα, τα άψητα και τα νωχελικά ο κύριος Ζήσιμος. Με τις χαριτωμένες ιστοριοσοφίες για τη δημολάλητη και τους ζαχαροδιαβητικούς δογματισμούς για την Ορθοδοξία. Τέτοιες στιγμές δεν προτιμάς τα εκστατικά παραληρήματα του Ρώμου Φιλύρα, την άγια παρακμή της Μαρίας Πολυδούρη ή τα ερωταμανέστατα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από έωλες τέτοιες κουβέντες που βγαίνουν από το πουθενά και οδεύουν προς την ακοινωνησία μιας ωραιολάγνας δογματοποιΐας; Εξηγούμαι.
Ουδόλως ασπάζομαι την ιδεοληψία ότι όλοι είμαστε ξωμερίτες και διαπολιτισμικοί και τα τέτοια γλαφυρά εικάσματα της αγνωστοσοφιστείας. Υπάρχουμε όταν ταυτίζεται ο εαυτός με το είναι: όταν αποκτάμε εντοπιότητα, όταν το ον και το νοείν σαρκούνται εν ταυτώ. Υφιστάμεθα όταν ταυτιστούμε με τον τόπο τη στιγμή που γίνεται καταφύγιο, εκεί που νιώθεις ότι μπορείς να αναπνεύσεις και να αναπαυθείς προτού πάρεις ξανά τις στράτες και τις πλατείες. Μόλις κοπεί ο υλικός δεσμός και αποσχιστούμε, και όταν τα πάντα γίνουν τοπία της φαντασίας και της ανάμνησης, ένας υπέρτερος τόπος αναδύεται από την απουσία, που δεν μπορείς να προσδιορίσεις ούτε να χαρτογραφήσεις. Γεννάται ως συμβολικός δεσμός, ως συγχρωτισμός με τους νεκρούς, παγίωση ζωής εν ετέρα μορφή. Μόλις χαθείς στα σύμβολα, ξαναγεννιέσαι. Η τραγωδία του ουσιώδους και της πτώσης ταυτοχρόνως. Ο πυθαγοριστής Ζήσιμος δεν κατανόησε την απελπισία και τη λύτρωση των συμπλεκτικών συνδέσμων.
Πώς και γιατί; Δεν έχω καιρό να το ψιλολογήσω και ούτε χρειάζεται. Θυμάμαι και ένα δικό σου κάλλιστο: Σαν πηγάδι είμαι. Κοιτάω μέσα μου και κάθε φορά είμαι και κάτι άλλο. Μέσα από τις πολλές και άπειρες πιθανότητες, αποκτάμε σκοπό και κατεύθυνση: από τα πολλά το ένα, γιατί, ως γνωστόν, ενώ τυρβάζουμε περί πολλών γνωρίζουμε ότι ενός έστι χρεία. Τίνος; Του παγιωμένου εαυτού, του αφώτιστου άντρου της ύπαρξης που συγκεντρώνει την εμπειρική μας πολυμορφία σε έναν παλμό ενέργειας και ο οποίος, μόλις πραγματώνεται, μας κατακαίει στάχτη και μπούρμπερη, σαν την Σεμέλη. Ελευθερία και θάνατος, αυτό το είχε κατανοήσει διαυγέστατα ο Κρητικός.
Σκοπός μας από τα πολλά να επιλέξουμε το ένα, τον πυρήνα εκείνον γύρω από τον οποίο κεντρομολείται η οδύσσεια του πρόσωπου μας. Γιατί τελικά υπάρχουμε μόλις διαβούμε στο μεσοστράτι της ζωής μας, γιατί τότε μόνο ψάχνουμε να το τελειώσουμε και να το αποτελειώσουμε, δηλαδή να το ολοκληρώσουμε. Τι έλεγε ο Θεός του Πίκο ντέλα Μιραντόλα στον πρώτο άνθρωπο; Το είχα πρωτοδιαβάσει ως προμετωπίδα στην Άβυσσο της Γιουρσενάρ, το έργον του σκότους, και με είχε πολύ προβληματίσει τα ένδοξα χρόνια του σοσιαλισμού στην πατρίδα, όταν κάθε προσδοκία αλήθειας είχε καταργηθεί.
Θαρρώ μάλιστα ότι είχα συναντήσει τη μεγάλη κυρία στην Αθήνα, το ʼ83 ίσως, συνοδευμένη από έναν αλλόκοτο νεανία, που μονοπωλούσε τη συζήτηση με τα ενοχλητικά γαλλικά του. Εμείς, νέοι και άβγαλτοι, να περιμένουμε αλήθειες ζωής από τη σοφή γερόντισσα, την ώρα που εκείνη ακκιζόταν με ένα παιδαρέλι που της κρατούσε το χέρι με τρυφερότητα. Κάποιος γενναίος ανάμεσά μας, όχι εγώ βεβαίως που δεν μπορούσα να συντάξω μια μελωδική πρόταση ακόμα τότε, ρώτησε τη μεγάλη κυρία ασκαρδαμυκτί και στην ψύχρα: «Μετά τον Αδριανό και Ζήνωνα, πώς εξηγείτε την αλλαγή αυτή στη ζωή σας;» Κι εκείνη, με μάτια παγερά, προσβεβλημένα και απτόητα απάντησε με τα υπερούσια γαλλικά της: «Δεν ήθελα να είμαι φυλακισμένη στην προηγούμενη ζωή μου».
Έσυρε τη γλώσσα της πάνω στην λέξη «prisonnière» και είχε η φωνή της μια δεινότητα και μια απογοήτευση που δόνησε ολόκληρη την ομήγυρη. Το συμπόσιον διαλύθηκε μετά από αυτό και ο παράδοξος νεαρός, ασυμπαθής και φίλαυτος μέχρι τέλους, είπε κάτι προσβλητικό σε αλαμπουρνέζικα γαλλικά και χτύπησε την πόρτα πίσω τους.
Όντως μου πήρε καιρό να κατανοήσω τη σημασία του «prisonnière». Έπρεπε να ταξιδέψω μακριά και να χάσω φίλους, να χάσω βεβαιότητες, να χάσω δεσμεύσεις. Αυτό λοιπόν το πηγάδι που είμαστε βγάζει αντίλαλους και ηχολαλιές. Τι ακούς άραγε όταν είσαι αλλού; Όταν ξέρεις ότι δεν υπάρχει σπίτι να γυρίσεις, ούτε εστία να προσανατολιστείς, ούτε μια παρέα να σε φιλοξενήσει; Μόνο ορίζοντες ατέρμονοι, απροσέγγιστες οροσειρές και ωκεανοί απυξίδωτοι.
Λοιπόν τότε ακούς φωνές, ιδανικές φωνές και αγαπημένες, της πρώτης σου αγάπης, της γιαγιάς σου, της μάνας σου, ενίοτε του πατέρα σου, που αίφνης διακόπτονται από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τους πολιτικούς που μπήκαν στη ζωή σου απρόσκλητοι με τις αναμνήσεις σου να κατατρύχονται από τον Παπαδόπουλο και τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τον Σημίτη και άλλους τοιούτους. Πόση αθυμία, πόση παρακμή Θεέ μου, μα πόση ακαλαισθησία! Πώς παραδοθήκαμε στη φθορά και την κακοπάθεια; Τέτοια αθύρματα, τέτοια σκύβαλα, τέτοιες εχθροδαίμονες μουτσούνες συνόδεψαν τις ονειρογενείς στιγμές της αδόκιμης νεότητάς μας;
Άραγε, σε στιγμές κρίσιμες, κάποιες στιγμές μαύρης ευλογίας, να κατανόησαν πόσο κακό έκαναν, πόσας ιφθίμους ψυχάς οδήγησαν στον άδη, πόσους ορίζοντες έκλεισαν, το πόσον ετρύχωσαν την πάσαν Ελλάδα; Έσπασε κάποια στιγμή η φωνή τους από αμφιβολία και τύψη, από αγωνία και αβεβαιότητα; Όχι βέβαια, όχι: υπεροψίαν και μέθην, μόνον υπεροψίαν και μέθην, πάντα υπεροψίαν και μέθην.
Ήμασταν η πρώτη γενιά χωρίς δασκάλους, ούτε να αγαπήσουμε ούτε να επαναστατήσουμε εναντίον τους. Πού πήγαν οι πάνσοφοι αιρεσιάρχες και λογοθέτες; Έρημοι παιδαγωγών καταλήξαμε σε παντοδαπές διδαχές, αφυείς, απροσδιόνυσοι και μισαλλόδοξοι. Φτερά στον άνεμο, μας πήρε ο άνεμος και σκορπίσαμε, οίαπερ φύλλων γενεή. Καλύτερα βέβαια, αλλά μερικές φορές σε πιάνει το γινάτι και άντε να κοιμηθείς όλο το βράδυ.
Αμέριμνο το να ζεις σε έναν ατέρμονο προθάλαμο, να προετοιμάζεσαι για κάτι που δεν το ξέρεις, ούτε το έχεις ονειρευτεί, ούτε το έχεις οικειωθεί. Ανέμελο το να παραμένεις σε ένα αιώνιο τώρα, σε μια σειρά από ασύνδετα νυν, χωρίς συζεύξεις και γέφυρες και συγκλίσεις! Η μύθευση της άσκοπης πράξης έχει γεμίσει τον κόσμο με τη μεγίστη αφορία και ασάφεια. Γιατί ενώ ζούμε μέσα σε ερείπια, όλοι ανασυνθέτουμε ολοκληρίες. Γιατί ενώ ζούμε ευφρόσυνοι και αμεμψίμοιροι στο χάος, ευδοκούμε κάποιες στιγμές σε έναν κήπο γαλήνης, σε μια προπτωτική ανυποψία, χωρίς εχθροπάθειες, χωρίς Θουκυδίδη, χωρίς Hobbes, χωρίς Φάουστ και βέβαια χωρίς Μάρτιν Χάιντεγκερ, Φουκώ και Ντεριντά. Ονειρευόμαστε όλοι το πρόσωπο με πρόσωπο και όχι τον εκπρόσωπο ή τον αντιπρόσωπο.
Ωστόσο μόνο οι αγνώμονες, οι αδάπανοι και οι χλιαροί έχουν χρόνο να περιφέρονται στα ερείπια και να ολολύζουν περί χαμένων κέντρων και ωραίων ερειπίων. Τα σπασμένα αγάλματα είναι επώδυνες εμπειρίες. Διαστρέφουν, αποστρέφουν και καταστρέφουν. Δεν αντέχουμε το σύνολο γιατί τα κλάσματα μας καθησυχάζουν. Είμαστε «prisonnières» και τη βρίσκουμε στο κελί μας με τα φάσματα γιατί δεν υπομένουμε το φως των μορφών. Όπως είπες κάπου, εκτός και αν δεν είναι δικό σου, έχει μπέρδεμα το θυμητικό μου, όσο ζούμε, τίποτα δεν μπορεί να μας καθηλώσει. Είναι απλό –απλώνεις τα χέρια σου και πετάς. Ο Κοραής έλεγε τους Έλληνες «κλαψοπούλια»: ακόμα και στη μεγαλύτερη χαρά τους, θυμόντουσαν τον θάνατο. Μια μέρα χωρίς τα κλαψιάρικα ελληνικά τραγούδια, ω θεοί, τί ανακούφιση! Ναι, καλά, αλλά πού είναι οι πτήσεις τους; Μάθε να πετάς, κλαίγοντας. Μόνο όσοι πιστεύουν στα θαύματα μπορούν να είναι ρεαλιστές –αυτό το πήρα από το Ταλμούδ.
Τι απομένει; Λοιπόν, απομένουν πολλές και γόνιμες ονοματοθεσίες. Γιατί μόνο με θετικούς όρους ζητήσεως νοήματος η Ιστορία αποκτάει νόημα και η σάρκα γίνεται λόγος. Ειδάλλως βλέπουμε κύκλους και επίκυκλους και τετραγωνισμούς, καταλαγιάζοντας σε μύθους, θρύλους και παραμυθίες αφήνοντας ανέπαφο και αλιτάνευτο το πέπλο της ύπαρξης. Ιστορικοί που δεν μπορούν να συνδέσουν γεγονότα, δεν μπορούν να συνθέσουν ιστοριογραφία. Παραμένουν γεγονοσυλλέκτες και περιπτωσιολόγοι. Αν δεν ανάγεις τις ανθρώπινες πράξεις σε έλλογες ενσχηματώσεις δράσεων, τότε τις αφήνεις έωλες και άφωνες. Η ιστορική εμπειρία αρχιτεκτονεί τις δικές της δομικές αρχές. Εμείς τις αναγνωρίζουμε, τις κατονομάζουμε, τις εντοπώνουμε. Αν όχι, αναλωνόμαστε σε ερεσχελίες και γνωσιμαχίες, σε ακατάληπτα δοξάσματα και ουσιοκτόνες φαντασιώσεις. Το κέντρο είναι το σώμα: και αυτό δεν χάνεται ποτέ, ούτε με τον θάνατο. Η ουσία είναι μεταθανάτια, ο δεύτερος άνθρωπος που θα γεννήσει η μνήμη.
Λοιπόν, τι μένει; Ποίος μεταμορφούται; Πώς ανακαινίζεται; Η καλοκαγαθία των αρχαίων, η φιλοκαλία των μεσαιωνικών, η εγκαρτέρηση των προνεωτερικών και τέλος η αποκαραδοκία ημών των συγχρόνων –αυτά συνδέουν και συνθέτουν τον ειρμό της ιστουργίας που έχει αρχή τη μυθουργική γλώσσα του Ομήρου. Οι σύγχρονοι είναι και παραμένουν το ερώτημα. Ξέρουμε τα κουσούρια, ξέρουμε τις ψυχοκτονίες, τις μονοφθογγίες τους. Και ωστόσο εθελοαγνοούμε την αγωνία, την κινητικότητα, τον πόθο ζωής που διατρέχει υπορρήτως όλη τους τη σεμνή και εν μέρει ασύνειδη μαρτυρία και διαμαρτύρηση.
Η ανυπόμονη και ταραγμένη προσδοκία μιας μεταμορφωτικής εμπειρίας, αυτό ενσαρκώνει την αποκαραδοκία των συγχρόνων, την αγωνία να αληθέψουν, την προσμονή ενός καιρού ευδοκίας και αταραξίας, πέρα από στεναχωρίες, αυταπάτες, διωγμούς, ονειροφαντασίες, προσχήματα, οράματα, μισαλλοδοξίες, θαυματουργίες, παραφροσύνες, μουσουργίες, ωχριασμούς, αμέλειες, ταλαιπωρίες, συναινέσεις, απραγμοσύνες. Όταν συνανθρωπεύουμε, ομοδημούμε. Ζούμε μόνο αν αληθεύουμε. Ψυχάρης, η παραπομπή. Να μην περάσουμε σαν όνειρο, να γίνουμε αλήθεια. Δεν βρέθηκε ακόμα ο λόγος που θα αθανατίσει την υπάρξη –αυτό είναι το χρέος και το δέος της αληθοποιΐας.
Εν τέλει, ευκτικώς υπάρχουμε όλοι: θέλουμε να είμαστε αυθέκαστοι και αυτοδέσποτοι, και πέφτουμε στο αλλού και στο περίπου. Υπάρχουμε σε μια θαυμάσια προδιάθεση για χάος, πολύπτωτοι και αδιάσπαστοι, παράδοξο λυγρόν και σκάνδαλο γλυκύτατο. Θαύμασον τα παρόντα, αυτό διεκήρυτταν οι πρώτοι χριστιανοί και κέρδισαν τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια. Θαύμασον τα παρόντα, αν υπάρχει ακόμα η δύναμις και η χάρις του θαυμάζειν. Οι της οδού, ήταν το αρχικό τους όνομα. Ο θαυμάσας βασιλεύσει, κατά το επιστολικόν. Από τότε όμως που άφησαν τον δρόμο και μπήκαν στα παλάτια, συνεζεύχθησαν τω θανάτω και γενήκαν αρχιδιάβολοι –η πανουργία της Ιστορίας.
Όσον ζης, φαίνου, που έλεγε και ο τραγουδιστής. Μηδέν όλως συ λυπού. Προς ολίγον έστιν το ζην. Το τέλος ο χρόνος απαιτεί, για να θυμηθούμε το αρχαίον άσμα. Παρακλαυσίθυρον, κατά τους προγόνους. Ξενύχτησα στην πόρτα σου, κατά την Βίκυ Μοσχολιού. Αυτή η συνέχεια με εξοντώνει. Αϋπνία και πάλι. Υπνοβατώ ρήματα πλέκων. Εγώ νομίζω ότι θαλασσοδερνόμαστε, κανείς δεν ξέρει πώς να κολυμπήσει απέναντι γιατί δεν υπάρχει και απέναντι. Ποιος να το είπε πάλι αυτό; Ίσως ο δεύτερος Ευστάθιος, ο θηριομαχών εν ετέρα μορφή.
Ανθολόγιο γνωμικών θα κάνω ετούτες τι γραφές. Ο εαυτός μου, παραφρόνησα. Τρέχω να διαβάσω σελίδες από τη Σούδα, το λυσιμέριμνο λεξικό, πριν με κατακτήσει ο ύπνος της λογικής και αρχίσω να περιπλέω τα ζακύνθια μέλη καταβροχθιζόμενος συγκόκκαλος από την παραφροσύνη της νεωτερικότητας.
Είναι τρεις το πρωί, μάτι δεν κλείνω και σκέφτομαι, τι άλλο; Την αρχή της Αληπασιάδας: με φέρνει η ζούρλια κι ο σεβδάς δυο λόγους να μιλήσω / κι αρχίνησα το γράψιμον ολίγον να γλενδίσω. Χατζη-σεχρέτης, ο προφήτης της ελληνο-αλβανικής ασματουργίας. Μετά από αυτόν, ο Sin-boy, ο Tus και οι άλλοι εθνικοί ευεργέτες.
Διαισθάνομαι μιαν αλλόκοτη ακοσμία στη βιόσφαιρα εσχάτως: παίρνω χαρτί και μιρεκέπ με μιαν χαράν μεγάλην,/ διατ’ έχω πόνους στην καρδιάν και λαύρα στο κεφάλι. Δεν έπρεπε να διαβώ το αυλάκι. Άκουσα το Μυστήριον του Γιάννη Χρήστου και τρόμαξα. Πέρασα μετά στην Κυρία με την στρυχνίνη και με λάβωσε κατάκαρδα η βιόλα. Τι να μου συμβαίνει άραγε; Είχε προβλήματα κι αυτός, πολλά προβλήματα μου φαίνεται. Όλο το ζην, μια εικονομαχία ατέρμονη.
Ποικιλόμυθε οιακοστρόφε,
Κλείνω και αποκλίνω.
β.
Επιστολή ογδόη
Συμπατριώτη μυριοπόθητε,
Ολοκληρώνω. Μιλούσαμε για φωνές. Η φωνή της μητέρας λοιπόν, ήταν η δική μου πόλη. Δεν με έδενε τίποτε βαθύτερο και ισχυρότερο με τον τόπο στον οποίο αβίαστα υφίσταμαι, όσο η φωνή της μητέρας. Χαμένη τώρα, χαμένη, ηχώ της λήθης, φάντασμα ασώματο που ακούγεται από ηχογραφήσεις σε τηλεφωνητές με τις παλιές κασέτες που πέταξα στο υπόγειο και βρήκα αναπάντεχα μια μέρα σαν έριχνα τα άχρηστα στα σκουπίδια. Η φωνή της ερχόταν από παλιά. Δεκαετία του ενενήντα ίσως. Ω φωνή ω μητέρα, ω των πρώτων μου χρόνων σταθερά παρηγόρησις. Κουβέντες, ανακαλήματα, ποια και πόσα;
Έχεις κι εσύ ζωγραφίσει αυτήν την οικολογία στο αλεξιφάρμακο ευαγγελικό σου επεισόδιο: Έκατσε στο τραπέζι, μόνος, και άρχισε να τρώει. Ένιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τα σωθικά: η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος –αυτό το μείγμα που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του. Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε κι έτρωγε, σιγά-σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Μέχρι που τέλειωσαν. Καταδικασμένοι και ελεύθεροι να υπάρχουμε εφόσον θυμόμαστε τα γεμιστά μιας μάνας που τώρα στην απέναντι όχθη θα έχει συμφιλιωθεί με την παρουσία μας, τον έννομο βιασμό και το τραυματισμένο της σώμα που μας έφεραν στη ζωή. Από το εκείθε, όλα θα της μοιάζουν πλέον όνειρα που έγιναν σε κάποιαν άλλη, ατυχήματα που παρακολούθησε σε βουβή ταινία όταν ήταν παιδί κι ο κόσμος έλαμπε γεμάτος από αέρινα και γοητευτικά πλάσματα. Τώρα στου νου της τον καθρέφτη, στη μέσα γεωγραφία των βυζαντινών εικόνων, την ανεστραμμένη προοπτική της ψυχής, όλοι εμείς έχουμε μετουσιωθεί σε ενοχλητικές και αγαπημένες πυγολαμπίδες και μας αντικρύζει χαμογελώντας με συγκατάβαση, απορία και λύπηση από τα άπαρτα καστέλια της υπερβατικής της οντολογίας. Γίνομαι καθ’ υπερβολήν προσωπικός τώρα και πέψε με στο διάολο.
Άκουγα όμως προχτές τη φωνή της. «Γειά σου καλέ μου. Πώς είσαι; Δεν θέλω τίποτα. Να δω τι κάνεις πήρα. Θα σε ξαναπάρω αύριο. Αν έχεις καιρό και δεν είσαι κουρασμένος πάρε με να σε ακούσω». Τριάντα χρόνια, σχεδόν κάθε μέρα, το ίδιο μήνυμα στις έξι το απόγευμα, ώρα Αυστραλίας. Λίγο πριν γυρίσω από τη δουλειά. Δεν με προλάβαινε. Ερχόμουν μισή ή μια ώρα αργότερα. Νευρίαζα. Έκανα μούτρα. Δεν τηλεφωνούσα. Με ενοχλούσε η στοργή, η οικειότητα, η αγάπη, η αφιλοκέρδεια, ο μητρικός ορίζοντας. Μα τώρα, τώρα το τηλέφωνο δεν χτυπάει, καμιά φωνή δεν καλεί, καμιά ανάμνηση δεν με εγκαλεί, καμιά αναπνοή δεν με προσκαλεί στο γεννηθήτω των αναμνήσεων. Πόση άπειρος άβυσσος μας χωρίζει… Μόνο η εσχατολογία λυτρώνει τη ζωή από την αθυμία, την ακηδία, τη μηδενοκρατία, τη μοιροδοξία, τον αθάνατο πόνο των πραγμάτων. Κάτω από το βλέμμα των νεκρών όλα αποκτούν την αρμόδια θέση τους στην ολική εκπύρωση γενεών και συμβόλων.
Στα νιάτα μου με είχε καταλάβει ο δαίμων του κακού και είχα γράψει ένα κακοηθέστατο, αν και όχι αναληθές, κείμενο για τον Ανδρέα Κάλβο. Αν δεν αγαπάς κάτι, δεν μπορείς να το κρίνεις με φιλαλήθεια. Με ταξίδια πολλά και πένθος βαρύ, κάποια στιγμή, ο δαίμων της κακίας εξορκίστηκε από μέσα μου και ψάχνω μικρές αφορμές να ξαναεπισκεφθώ την νεανική αλαζονεία με το ενδιαφέρον και τη σκληρότητα που της ταιριάζει. Βλέπεις, έζησα κι εγώ τέταρτον του αιώνος και παραπάνω εις ξένα έθνη κι έβαλα μυαλό. Όσο γίνεται βέβαια να βάλεις μυαλό στα εξήντα σου γιατί τότε έχεις πάθει πώρωση και ψυχολογία. Του βουλωμένου και του πεινασμένου, κανείς δεν του πιστεύει, όπως έλεγε και η γιαγιά μου η πάνσοφη –και δεν χρειάζεται να εξηγήσω ποιος θεωρείται βουλωμένος στον αγνό μας λαϊκό πολιτισμό.
Μας έχει πιάσει τώρα και η πανδημία, τίποτε δεν πετά, τίποτε δεν κινείται, όλα έχουν καταντήσει άϋλα και ταυτόχρονα ασάλευτα, σαν την Ασάλευτη Ζωή του Κωστή Παλαμά. Αγνάντια το παράθυρο. Στο βάθος ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ’ άλλο. Τόση λοιπόν ασάλευτη ζωή που ζαλιζόμουνα από την εσωτερική της θύελλα. Κι ερχόταν βέβαια η Φοινικιά για να με εξοντώσει: και ούτ’ εσύ ούτε κανείς δεν θα μας ξέρει… Άντε να τα βγάλεις πέρα με τέτοιους στίχους και να ενοικήσεις τους κόσμους που χτίζουν. Θέλεις να αρθρώσεις τις ιερωνυμίες σου και ανεπαίσθητα σαρακώνεσαι από μικρολογίαν συγγραφική.
Το πράγμα βέβαια δυσκολεύει σε εποχές σαν τη δική μας γιατί δεν έχουμε και συμβολικά ερείσματα να μας υποβαστάζουν ούτε ορίζοντες να μας πυρπολούν. Οι μεταμοντέρνοι έχουν πείσει μειράκια και παλίμπαιδες πως η αμορφία, δηλαδή η ανικανότητα μορφοπλασίας, κυριαρχεί παντού, πως είναι προϋπόθεση σκέψης, πως τίποτε δεν χρειάζεται λύτρωση, πως η εξουσία έχει διαβρώσει τα πάντα, πως πρέπει να αποδομήσεις τη γλώσσα για να ανακαλύψεις παντοειδείς παραβάσεις και διονυσιασμούς.
Δυστυχισμένα άτομα, απάτορα, αμήτορα, άγλωσσα, χωρίς ανθρωπολογία και επομένως χωρίς μεταφυσική, αγνοώντας την απλούστερη των αληθειών πώς, αν έχεις χαρακτήρα, σε όποιον τόπο του κόσμου και να ζούσες, πάθη ιδιόμορφα θα έπασχες. Ήθος ανθρώπω δαίμων. Αποκτάς ήθος μόλις τα βάλεις με τον δαίμονά σου, ειδάλλως έχεις βγει περίπατο στην ιστορία και αδυνατείς να δεις τα θύματα που φωνάζουν την ώρα που παιδαρέλια ονειροβατούν με επαναστάσεις και κρεμάλες. Το τίποτα θρασομανεί και οι μηδενιστές εκφαυλίζουν αλλά, ναι, πάντα υπάρχει, απόμερη και γαληνή, μια κώχη για ανανόηση. Επίγεια ζωή σημαίνει πτερορρύησις. Επίγεια ζωή σημαίνει πτεροφύησις. Άντε να βγάλεις άκρη όταν δεν υπάρχει άκρη.
Τέτοιες σκόρπιες φωνές μας κρατάνε δεμένους με την πολιτεία μας. Αυτές με έκαναν να μην έχω ποτέ προβλήματα ταυτότητας ούτε να προβάλω τα αδιέξοδά μου στους άλλους για να κερδίσω την αποδοχή αρχών και εξουσιών. Δεν αναρωτήθηκα ποτέ ποιος ήμουν εφόσον γινόμουν συνέχεια κάτι άλλο, ίσως να γινόμουν και ένα τίποτα, ένα ουδ’ εν παρμενίδειο. Ψηλαφούσα το ανεπαίσθητο άλλο μέσα μου ή, αν προτιμάς, τον αδιόρατον άλλον μέσα μου, και μοχθούσα να φανταστώ τη μορφή και τη μορφοποίησή του, την εύκρατον αρμονία ανάμεσα στις εναντιοδρομίες του.
Κάποτε, βέβαια, με συνάρπαζε το θραύσμα και το θρύψαλο, την ώρα που ονειρευόμουν απέραντες τοιχογραφίες και ατέρμονες ηπείρους. Μα άκουγα πάντα τη φωνή της μητέρας, μέσα από τα απλά της μηνύματα, να μιλάει λόγια παράδοξα και μυστικά: ω τολμηροτάτης φύσεως άνθρωπε τέχνασμα. Με αυτές τις επικλήσεις, ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς, απήλαυσα ό,τι μου δόθηκε ενώ ο νους στρεφόταν προς τις ψηλές κορφές, ακόμα και όταν εθηριομαχούσε και θυμομαχούσε κατάχαμα. Να γίνεις πάλε φίνος, όπως μου έλεγε η κυρία Τασία όταν ατακτούσα, φίνος και μενεξεδένιος. Μενεξεδένιος; Τί να εννοούσε άραγε, διερωτώμαι. Ακούγεται άκρως αμφί αυτό. Τίποτε δεν ξεφεύγει από τις μανάδες. Είσαι δέκα χρονών και ξέρουν ποιος θα είσαι στα εξήντα.
Ω, χρόνων εκείνων, εν οις τα πάντα ήμεν αλλήλοις. Φωνές σπασμένες τώρα απομένουν φωνές αγαπημένες, σαν νύχτες σεληνόπληκτες, του Βιργίλου και του Λόρκα. Τις ακούω πιο συχνά και πιο δυνατά τώρα που δεν υπάρχουν. Στην ωγύγια χώρα που εξαγοράζομαι, παραδίδομαι, εγκαταλείπω, αποσύρομαι. Με μαγγώνει η πλήξη της ζωής, η υποκατάσταση του συγκεκριμένου από εντυπώσεις. Οι νέοι ανακαλύπτουν αυτά που κάναμε τόσα χρόνια πριν και ξαναρχίζουν την ιστορία σαν να μην είχε η ιστορία ποτέ αρχίσει. Νεότης βράσμα χρόνου, δηλαδή αφρός και αέρας κοπανιστός, κατά τον θεήλατο Γρηγόριο. Μέσα σε τόση ταραχή, παραμένουμε εδραίοι αμετακίνητοι, περισσεύοντες εν τω έργω, όπως δήλωνε και προς Κορινθίους ο περιβόητος γνωστός εκείνος. Φιλοσοφούντες, δεν αρκούμεθα σε καμιά σοφία. Ατελείς, ατελέσφοροι, ασάλευτοι, έτοιμοι όθεν για παν ενδεχόμενον.
Και όλα αυτά δια τί; Έχουμε χάσει την ικανότητα να θαυμάζουμε την ομορφιά. Η ωραιότητα έχει γίνει η μεγάλη απουσία της σύγχρονης εμπειρίας. Δεν μπορούμε να στοχαστούμε περί του ωραίου. Δεν μπορούμε να εστιαστούμε επί του καλού. Τι είναι όμως καλόν και ωραίον; Θάμβος και έκπληξις ηδεία και πόθος και έρωτας και πτόησις μεθ’ ηδονής. Κοίτα τι πάθαμε τώρα! Γυρνάμε στον Πλωτίνο μετά από τόσους περίλαμπρους αισθητικούς της Εσπερίας; Είναι δυνατόν; Κι εγώ που νόμιζα ότι οι αρχαίοι ήταν πλέον θαμμένοι για τα καλά. Και που είχα κάνει απατός μου λογισμούς κακούς κατά νεοπλατωνικών. Μεγάλη μπουκιά φάγε, μεγάλο λόγο μην πεις. Από κάπου το έκλεψα αυτό.
Έχουμε δρόμο ακόμα. Η Αναγέννηση δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι ελλειμματικοί και οι πεισιθάνατοι έπεισαν το σύμπαν ότι το χρήσιμο είναι ωραίο επειδή ικανοποιεί επιθυμίες, ορέξεις και ανάγκες. Άνθρωποι δίψυχοι και ακατάστατοι δεν εννόησαν ότι το ωραίο αρνείται τις επιθυμίες, τις ορέξεις, τις ανάγκες και την υπάρξή σου καθαυτή. Σε καταργεί, σε διαλύει, σε διαμελίζει. Σου δείχνει κάτι που δεν είσαι και δεν θα είσαι ποτέ. Εγείρει τείχη αποστασίας και φράχτες χωρισμού, δεν μακροθυμεί, δεν συναινεί, δεν συμπορεύεται. Αποκλίνει, απομακρύνεται, αποφεύγει. Ου στέργει, ουκ επικροτεί, ου χαρίζεται. Μόνον χειροπονεί, ποινηλατεί, μεγαρίζει, δεινοπροσωπεί, ενεδρεύει. Κι εμείς εν απορία, καταλογάδην, τραγουδάμε με στοναχή και μελαγχολία για την ωραιότητα που διάβηκε μια μέρα εμπρός μας ως πτόησις μεθ’ ηδονής, αλλά απασχολημένοι με τα τετριμμένα, τα άμουσα και τα άμορφα, δεν είχαμε καιρό ούτε να την ατενίσουμε ούτε να της αντισταθούμε ούτε να την εξευτελίσουμε.
Έτσι μας μένει μόνη λύση και καταφύγιο, η ασάλευτη ζωή και η μειδιάζουσα σιωπή που οδηγεί στην ευθυγνωσία, στον άμεσο κλονισμό του είναι, την ώρα που μοχθεί και παθαίνεται να ανακαλύψει τον ρυθμό που διέπει την κοσμική ασυναρτησία. Πώς το είχες πει; Να είμαστε ελεύθεροι και ακηδεμόνευτοι. Να ανεβάζουμε συνέχεια την ποιότητα της δουλειάς μας με μεταιχμιακή αισθητική και γνώμονα την απόλαυση της επικοινωνίας.
Ναι, ναι, μετουσίωσις, δείνωσις, ελπιδοφορία. Τάραττε και χόρδευ’ ομού τα πράγματα, που έλεγε και ο Ευριπίδης, για να μην ξεχνάμε τους νεκρούς. Κακούργα ύπαρξις! Μας περιμένει όλους μια σπηλιά στη Σαλαμίνα. Ρεμβαστής και ρεμπέτης εν ταυτώ.
Άσε, επιστρέφω στον Φραγκίσκο Λεονταρίτη, Cantate Domino, και δεν ξαναγυρίζω. Υπάρχω αποσβεννυόμενος.
Ίσως μιλήσουμε και πάλι. Ποιος ξέρει.
Ολοκλήρωσα.
Αγαθοφρόνως υμέτερος,
β.

