Δεσμοφύλακας στα κάτεργα της ποίησης
ή, αν προτιμάτε, του λογοτεχνικού Αλκατράζ.
Τελευταία μου βάρδια:
Περίπολος στον διάδρομο βαρέων νοημάτων
προς καταμέτρηση στίχων αιτούντων άσυλο.
Κάπου εκεί ξεψύχησα.
Δεν ήξερα αν ο θάνατός μου
προήλθε από την πτέρυγα Άλφα ή Βήτα.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.
Στην Άλφα οι παλιότεροι:
Διάσημοι, αλλόφρονες, πρώην ιδεολόγοι
καπνίζουν άφιλτρα μελαγχολίας.
Βήχουνε Βάρναλη και Μαγιακόφσκι
πίνοντας επανάστασης σφηνάκια.
Η σιωπή τους μοσχοβολάει αυτοκτονία.
Στη Βήτα οι νεότεροι:
Ωραίοι, γυμνασμένοι, καθαροί.
Ευγενικά ψυχροί έως επηρμένοι.
Φωτογραφίζουν εαυτούς σχεδόν συγκινημένοι
φορτώνοντας ποιήματα στα φορτηγά των likes.
Εγώ, περιπολώντας στο προαύλιο των λέξεων
έβγαζα βόλτα τη ζωή μου με λουρί, ενώ
τα σαρωμένα συναισθήματα, ανέπνεαν αιθάλη.
Όλα γαλήνια κι απλά
μέχρι που κάτι ανεφλέγη στο σκοτάδι.
Έμοιαζε στίχος. Διόλου τεχνητός. Ολοζώντανος.
Δεν είδα από ποια πτέρυγα δραπέτευσε
μα ήρθε καταπάνω μου στοχεύοντας με ακρίβεια
το κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί καρφώθηκε και έμεινε για πάντα.
Αν με ρωτήσετε για τον φονιά
ούτε ο χρόνος ήταν ούτε η θητεία
στους διαδρόμους της επίγειας κόλασής μου.
Ο δολοφόνος μου ήταν ένας στίχος.
Γυμνός, αληθινός, αλαργινός.
Ο πρώτος που δεν γράφτηκε για το κοινό.
Ο μόνος που έβαλε την ψυχή μου στο σημάδι.
Έτσι σημείωσα στο βιβλίο υπηρεσίας:
«Μπορεί η ποίηση να διασπείρει πλέον
χιλιάδες λόγια τεχνητής νοημοσύνης
μα κάποτε, έστω για μια στιγμή
υπαγορεύει συνείδηση θανάτου.»

