Παναγιώτης Νικολαΐδης

Εσύ

της Μαριάννας

Αγαπημένη
εσύ
που συντυχάννεις σαν ποτάμι
με την ορχήστρα της αγάπης
και του σώματος
εσύ
που αντιμάχεσαι σαν ήλιος
τις απροσμέτρητες αβύσσους
και τον μέγα θάνατο
εσύ
που με κοιτάς χωρίς βροχή
σαν χελιδόνι
κι εγώ σε βλέπω
σαν μικρό σπουργίτι
και δεν γνωρίζω τι να πω
στον άνεμο
εσύ
που μου χαμογελάς γλυκά
σαν μεσημέρι
μ’ έναν καφέ πικρό
κι ένα παλιό βιβλίο επανάστασης
εσύ
που κρύβεσαι γοργά
σαν αντιλόπη
μέσα σε κωνοφόρα δάση
και καυτές ερήμους
κι ύστερα ξεπετάγεσαι
σαν τίγρης
μέσ’ απ’ την τροπική μου
βλάστηση
εσύ
που είσαι μέσα
στη φθαρτή καρδιά μου
μέσα σε όλα τα ποτήρια
μέσα σε όλα τα ταξίδια
μέσα σε όλα μου τα όνειρα
εσύ
που είσαι και δεν είσαι
που μου κρατάς σφιχτά το χέρι
όταν γράφω
ξεπλένοντας με τους μικρούς
μαστούς σου
το κατακάθι της σιωπής
και της απώλειας
δέξου
αυτό το ταπεινό μελάνι
πριν στεγνώσει.
Αγαπημένη
στα μεταξένια μάτια σου
ο χρόνος δεν δύει ποτέ.

Κύλιση στην κορυφή