Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Α.Σ. Μπάιατ

Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα

Μετάφραση: Θοδωρής Σταμάτης

Άρχισα να παθιάζομαι με τα παραμύθια τις μαύρες μέρες της συσκότισης και των βομβαρδισμών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διάβαζα από νωρίς, αδηφάγα και αδιακρίτως, τους χρωματιστούς τόμους παραμυθιών του Άντριου Λανγκ[1], τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τον Βασιλιά Αρθούρο, τον Ρομπέν των Δασών, καθώς και το πλέον αγαπημένο μου βιβλίο, το Άσγκαρντ και οι θεοί[2], ένα γερμανικό ακαδημαϊκό κείμενο, συνοδευόμενο από γκραβούρες, με θέμα τη σκανδιναβική μυθολογία, το οποίο χρησιμοποιούσε η μητέρα μου ως βοήθημα όταν μελετούσε αρχαία σκανδιναβικά. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ιστορίες, οι οποίες μιλούσαν για παιδιά που ασχολούνταν με πράγματα της ηλικίας τους –καβγάδιζαν, μαγείρευαν και κατασκήνωναν. Μου άρεσε η μαγεία, το εξωπραγματικό, ό,τι ξεπερνούσε την πραγματικότητα. Το βιβλίο του Άσγκαρντ μού δίδαξε πως και οι θεοί ακόμα μπορούν να νικηθούν απ’ το κακό. Αγνοούσα πλήρως τη βαγκνερική σκανδιναβική φαντασμαγορία του Τρίτου Ράιχ.

Δεν νομίζω εκείνη την περίοδο να είχα ένα βιβλίο, το οποίο συγκεκριμένα περιείχε τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ. Παρ’ όλα αυτά έμαθα νωρίς να τα διακρίνω από τα έντεχνα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (όπως και από εκείνα του Γουόλτερ ντε λα Μερ[3] και του Γουίλιαμ Θάκερι[4]). Από πολύ νωρίς στον νου μου υπήρχε ασυναίσθητα η κατηγορία του «πραγματικού» (αυθεντικού) παραμυθιού που είχε στο κέντρο της τους αδελφούς Γκριμ, καθώς και μερικές από τις σκανδιναβικές ιστορίες που είχε συγκεντρώσει ο Άσμπιορνσεν[5]. Περιελάμβανε μερικά παραμύθια του Περώ, αλλά και κάποια αγγλικά παραμύθια – το «Ο Τζακ και η φασολιά», για παράδειγμα. Αυτά τα παραμύθια μπορεί να είναι αστεία ή φρικτά, παράξενα ή απροσδόκητα, αλλά δεν γίνονται ποτέ ενοχλητικά, ποτέ δεν σου μαυρίζουν την ψυχή με τον νοσηρό τους τρόμο, όπως με τόση ευκολία έκανε ο Άντερσεν. Είναι επίπεδα, μ’ έναν διακριτικό, ευεργετικό τρόπο.

Δυσκολεύομαι απίστευτα να θυμηθώ μια εποχή κατά την οποία το κεφάλι μου δεν ήταν γεμάτο από αυτά τα εξωπραγματικά πρόσωπα, πράγματα και συμβάντα. Όταν ρωτώ φίλους και συναδέλφους ποιο είναι το πρώτο πρώτο πράγμα που θυμούνται σε σχέση με τα παραμύθια, σχεδόν όλοι ισχυρίζονται πως ταράχτηκαν, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, εξαιτίας της ψυχολογικής τρομοκρατίας που άσκησε πάνω τους ο Άντερσεν –η μικρή γοργόνα που περπατά πάνω σε μαχαίρια, ο Κέυ[6] στο παγωμένο παλάτι της Βασίλισσας του χιονιού. Η ταραχή αυτή συμβαίνει όμως σε ενηλίκους και παιδιά που ήδη έχουν ανάγκη αυτόν τον άλλο κόσμο και ζουν μέσα του, έναν κόσμο ο οποίος μπαίνει στο μυαλό μας και μας γίνεται απαραίτητος –έναν κόσμο με ήλιους, φεγγάρια και δάση, πριγκίπισσες και κορίτσια που βόσκουν χήνες, έναν κόσμο με γέρους και γριές, καλοκάγαθους και κακόβουλους, ομιλούντα πουλιά και φτερωτά άλογα, μαγικά τριαντάφυλλα και μαγικές πουτίγκες, γογγύλια και γουρούνια, απόρθητα κάστρα και ανθρώπους που μετατρέπονται σε πέτρα, γυάλινα βουνά και γυάλινα φέρετρα, δηλητηριασμένα μήλα και αγκάθια που τυφλώνουν, δράκους και διαβολάκια, αδράχτια και χρυσή κλωστή, δοκιμασίες και απαγορεύσεις, κίνδυνο, και ανακούφιση (για τους καλούς ανθρώπους) όταν αυτός ο κίνδυνος περάσει. Είναι πολύ παράξενο –αν το σκεφτεί κανείς– το γεγονός ότι οι άνθρωποι σε κάθε είδους κοινωνία, αρχαία και σύγχρονη, έχουν ανάγκη αυτές τις εξωπραγματικές ιστορίες. Η εν λόγω ανάγκη είναι πολύ πιο παράξενη από την αντίστοιχη ανάγκη για θρησκευτικές αφηγήσεις (μύθους), αφηγήσεις που έχουν κατά το ήμισυ ιστορικό υπόβαθρο (θρύλους), όπως και από την ανάγκη για ιστορία, εθνική ή προσωπική. Ακόμα κι όταν ήμουν μικρό κορίτσι αντιλαμβανόμουν τούτη την παραδοξότητα. Αυτές οι «επίπεδες» ιστορίες υπάρχουν καθώς φαίνεται επειδή συνιστούν ένα καθολικό και εξακολουθητικό γνώρισμα του ανθρώπου, όπως η γλώσσα ή το παιχνίδι.

Τι σημαίνουν άραγε τα παραμύθια; Ο Φρόυντ έδωσε μια απάντηση –σχετίζονται με τις ονειροπολήσεις και με τις φαντασιώσεις κατά τις οποίες οι επιθυμίες πραγματοποιούνται, όπου ο περιπλανώμενος εαυτός συναντά βοηθούς και εχθρούς, και το τέλος είναι πάντοτε ευτυχισμένο. Αναρωτιόταν εάν οι μύθοι είναι τα «εγκόσμια όνειρα της νεαρής ανθρωπότητας», αλλά έκανε διάκριση ανάμεσα στους μύθους και στα παραμύθια υποστηρίζοντας πως ο μύθος «συνδέεται άρρηκτα με την καταστροφή». Μπορεί επίσης να ισχυριστεί κανείς ότι ο μύθος έχει σχέση με την ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίζει τι υπήρχε πριν και τι θα υπάρχει μετά την ατομική και κοινωνική ζωή. Οι μύθοι ασχολούνται με τις απαρχές, τον φόβο του θανάτου, και την ελπίδα ότι θα απαλλαγούμε από τον θάνατο σ’ έναν άλλο κόσμο. Το σύμπαν του Άσγκαρντ και της Βαλχάλα, του Ολύμπου και του Άδη δεν είναι ο εξωπραγματικός κόσμος του παραμυθιού με τους ήλιους και τα φεγγάρια που διαδέχονται το ένα το άλλο, με τα κάστρα και τα πανομοιότυπα δάση. Το αληθινό παραμύθι ούτε εξηγεί ούτε διδάσκει.

Άλλα στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των αληθινών παραμυθιών είναι ο χαρακτήρας, η ψυχολογική αιτιώδης συνάφεια, καθώς και η ηθική με την ουσιαστική σημασία του όρου. Οι πριγκίπισσες είναι κατ’ ουσίαν εναλλάξιμες –είτε είναι ευγενικές, σεμνές και μοιάζουν με νοικοκυρές είτε είναι ματαιόδοξες, ελαφρόμυαλες και αγενείς. Αποκαλούνται «πριγκίπισσες», όμως οι κόρες των χωρικών και των εμπόρων διακρίνονται από την ίδια περιορισμένη και αναγνωρίσιμη ψυχοσύνθεση. Τόσο οι αφελείς όσο και οι γενναίοι πρίγκιπες έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να λύσουν αινίγματα, να αποκτήσουν μαγικά φτερά ή κλειδιά, έχουν τα ίδια έντομα και ψάρια ως βοηθούς. Τα φυγόπονα κορίτσια παγιδεύονται επειδή καυχιούνται πως μπορούν να μετατρέψουν γνέθοντας το λινάρι σε χρυσάφι και δέχονται τη βοήθεια παράξενων ξωτικών, νάνων ή άλλων πλασμάτων. Η καλύτερη περιγραφή που γνωρίζω για τον κόσμο του παραμυθιού είναι εκείνη του Μαξ Λούτι[7], ο οποίος τον περιγράφει ως έναν αφηρημένο κόσμο, γεμάτο διακριτούς, εναλλάξιμους ανθρώπους, αντικείμενα και περιστατικά, που όλα τους είναι απομονωμένα και παρ’ όλα αυτά διασυνδεδεμένα σε ένα είδος ιστού ή δικτύου δισδιάστατου νοήματος. Στα παραμύθια τα πάντα μοιάζουν να συμβαίνουν εντελώς τυχαία –και αυτό κατά έναν παράδοξο τρόπο δημιουργεί την αίσθηση πως τίποτα δεν συμβαίνει στη τύχη, πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα.

Ο Λούτι επισημαίνει ακόμα πως τα λαϊκά παραμύθια περιέχουν συγκεκριμένα χρώματα –το κόκκινο, το λευκό, το μαύρο και τα μεταλλικά χρώματα του χρυσού, του ασημιού και του ατσαλιού. Αναγνωρίζω τον κόσμο του παραμυθιού στα σχεδόν αφηρημένα σχέδια του Πάουλ Κλέε ή σ’ εκείνη την αίσθηση ψηφιδωτού που αποπνέουν οι πίνακες της πρώιμης «ρωσικής» περιόδου τού Καντίνσκι, οι οποίοι απεικονίζουν άλογα ή δάση. Ο Λούτι παρατηρεί πως το πράσινο, το χρώμα της φύσης, σχεδόν ποτέ δεν αναφέρεται επί τούτου στα λαϊκά παραμύθια. Είναι ενδιαφέρον εν προκειμένω ότι οι Γκριμ στην εισαγωγή τους στον δεύτερο τόμο της πρώτης έκδοσης των Παραμυθιών, επαινώντας την αφηγήτριά τους από την Κάτω Σαξονία, Βίμαν, η οποία ήταν «γέννημα θρέμμα της Έσσης», καθώς και την ακρίβεια που διέθετε η προφορική της αφήγηση, σημειώνουν: «Η επική βάση της λαϊκής ποίησης μοιάζει με το πράσινο, που βάφει σ’ όλες του τις αποχρώσεις κάθε γωνιά της φύσης, που μας χορταίνει και μας γαληνεύει, χωρίς ποτέ να μας κουράζει»[8].

Πρόκειται για μια εικόνα που προέρχεται από τη ρομαντική φυσιολατρική ποίηση και επιστρατεύεται προκειμένου να ενισχύσει τους ισχυρισμούς των Γκριμ περί της γερμανικότητας των παραμυθιών τους. Η γερμανική πρόσληψη της γερμανικής λαϊκής παράδοσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τεράστια σημασία που έχει για τους Γερμανούς το «Wald», το δάσος ως περιβάλλων χώρος. Απ’ όταν ήμουν παιδί, αλλά και τώρα, ενστικτωδώς με συνεπαίρνει περισσότερο αυτό το μυστηριώδες δάσος παρά οι ευγενείς τρόποι και οι αριστοκρατικές νονές Γαλλίδων συγγραφέων όπως η Μαντάμ ντ’ Ολνουά[9]. Νομίζω όμως ότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως οι Γκριμ, παρότι εξιδανίκευσαν και επινόησαν την προφορική και γερμανική καθαρότητα των πηγών τους, αντιλήφθηκαν, ως αφηγητές, την παράδοξα επίπεδη, απέριττη φύση του αληθινού παραμυθιού.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε απέναντι στον κόσμο των παραμυθιών οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ενστικτώδη μας αίσθηση πως τα παραμύθια αυτά διέπονται από κανόνες. Υπάρχουν πράγματα που μπορεί και άλλα που δεν μπορεί να γίνουν, άλλα που θα συμβούν και άλλα που δεν θα συμβούν –η απαγόρευση υπάρχει για να παραβιαστεί, δύο ή τρεις αδελφοί ή αδελφές είναι εδώ για να αποτύχουν, ο αιμομίκτης βασιλιάς σχεδόν πάντοτε θα χορέψει στον γάμο της κόρης του με τον πρίγκιπα, στο παλάτι του οποίου εκείνη έχει βρει καταφύγιο ως υπηρέτρια ή ως το κορίτσι που βόσκει τις χήνες[10]. Ο Λούτι ευφυώς συγκρίνει το αστραφτερό ψηφιδωτό των παραμυθιών με το Παιχνίδι με τις χάντρες του Έρμαν Έσσε[11]. Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, το συνέκρινα νοερά με την ευχαρίστηση που μου πρόσφερε ο γκρινιάρης, το φιδάκι[12] και η πασιέντζα που παίζεται με τραπουλόχαρτα, παιχνίδια στα οποία μόνο συγκεκριμένες κινήσεις επιτρέπονται και οι απαγορεύσεις συνιστούν μέρος αυτής της ευχαρίστησης. Ως ενήλικη συγγραφέας, νομίζω πως οι παιδικές μου συνάψεις μετατράπηκαν, σαν να ’ταν μια συστάδα βάτων, σε μια γραμματική αφηγηματικών –καθώς αποτελούν μέρος της μορφής του νευρωνικού μου δικτύου, όπως είναι οι γλωσσικές γραμματικές– και μαθηματικών μορφών. Η ανάλυση των δομικών μορφών του λαϊκού παραμυθιού από τον Βλαντιμίρ Προπ[13] είναι συναρπαστική επειδή συγκεκριμενοποιεί και περιπλέκει κάτι που έχουμε ήδη υποπτευθεί –πως οι άνθρωποι και τα γεγονότα είναι πεπερασμένα και ταυτόχρονα μεταβάλλονται διαρκώς. Κάτι επίσης εξαιρετικό που λέει ο Λούτι είναι ότι πρόκειται για μορφές ελπίδας. Γεμίζουμε το μυαλό μας με ιστορίες που αποκλείεται να έχουν ευτυχή κατάληξη κι έτσι μπορούμε να ζούμε –όταν ονειροπολούμε– σ’ έναν κόσμο στον οποίο η αίσια έκβαση δεν είναι μόνο πιθανή, αλλά και αναπόφευκτη.

Ο Ίταλο Καλβίνο, στη διάλεξή του «Κυβερνητική και φαντάσματα», προβαίνει στον αναπόφευκτο συσχετισμό της εξιστόρησης με τον μύθο. Παρουσιάζει τον παραμυθά της φυλής να λέει για τον μικρότερο γιο που χάνεται στο δάσος: «Βλέπει ένα φως στον ορίζοντα, περπατά και περπατά· ο μύθος ξετυλίγεται από πρόταση σε πρόταση, για να καταλήξει πού;»[14] Σε μια νέα αντίληψη, η οποία «μας αρπάζει και μας σχίζει σε κομμάτια, όπως τα δόντια μιας ανθρωποφάγας μάγισσας. Μέσα απ’ το δάσος του παραμυθιού, η ζωντάνια του μύθου περνά όπως το ρίγος του ανέμου». Ο ίδιος ο Καλβίνο γνώριζε πάρα πολλά για τους μηχανισμούς της σύντομης, συγκροτημένης βάσει κανόνων ιστορίας, όμως επίσης ήξερε πως η ιστορία αυτή είναι έρμαιο του ανεξέλεγκτου, του αχανούς και του επικίνδυνου. Και οι Γκριμ απ’ τη μεριά τους ενδιαφέρονται για τα όρια ανάμεσα στους γερμανικούς μύθους και στα λαϊκά παραμύθια. Αρέσκονται να επισημαίνουν αντιστοιχίες ανάμεσα στα δέντρα των παραμυθιών και στο Παγκόσμιο Δέντρο[15], ανάμεσα στην Τριανταφυλλένια[16] που κοιμάται περιστοιχισμένη από αγκάθια, και τη Μπρουνχίλντε[17] που βρίσκεται μέσα σ’ ένα πύρινο τείχος. Περιλαμβάνουν χριστιανικούς θρύλους στις παρυφές του κόσμου τους –η Παναγία μαζεύει φράουλες στο χιονισμένο δάσος[18].

Η αντίθετη εμπειρία ίσως, απ’ το να έρθεις αντιμέτωπος με τον αληθινό κίνδυνο, τον τρόμο ή το μυστήριο που επιφυλάσσει ο μύθος, συνίσταται ακριβώς στην εμπειρία της συνάντησης με αληθινούς, εξατομικευμένους χαρακτήρες σ’ ένα παραμύθι, ανθρώπους που κάποιος αρχίζει να τους φαντάζεται στις τρεις διαστάσεις τους. Ανατρέχοντας στην προσωπική μου εμπειρία, έχω την εντύπωση πως έζησα εντός των ιστοριών που διαθέτουν χαρακτήρες μ’ έναν τρόπο ο οποίος ποτέ δεν επαναλήφθηκε στα αληθινά παραμύθια. Ερωτεύτηκα τον Σερ Λάνσελοτ και συζήτησα επισταμένως με τον Ρομπέν των Δασών και τους άνδρες του. Τους ακολούθησα σε καινούργιες δοκιμασίες, τους έσωσα και μ’ έσωσαν. Τόλμησα ακόμα και να εισέλθω στις ιστορίες του Άσγκαρντ –έφερα κρυφά νερό στον μεταμφιεσμένο Όντιν που κρεμόταν ανάμεσα σε δύο φωτιές, ερωτεύτηκα τον σαρκαστικό Λόκι. Όμως ποτέ μου δεν αισθάνθηκα έρωτα για κάποιον ήρωα παραμυθιού, ούτε ποτέ κανείς τους ένιωσε κάτι αντίστοιχο για μένα. Ο Τσαρλς Ντίκενς ισχυρίστηκε πως ήθελε να παντρευτεί την Κοκκινοσκουφίτσα, κάτι που για μένα συνιστά κατηγορικό σφάλμα. Είτε είχε δει μια χαριτωμένη ηθοποιό της παντομίμας που φορούσε κόκκινη κουκούλα είτε η απίστευτα ζωηρή του φαντασία μπορούσε να βρει έκφραση ακόμα και μέσα στο κλειστό κουτί των περιορισμένων κινήσεων. Ο λογοτεχνικός χαρακτήρας δεν αισθάνεται άνετα στα παραμύθια.

Επ’ αυτού ο Λούτι δίνει ένα καλό παράδειγμα για το πώς το αφηγηματικό ύφος των Γκριμ μετατοπίζεται από το απρόσωπο προφορικό στην «έντεχνη» ιστορία με ψυχολογικό βάθος. Στη δική του εκδοχή της «Ραπουνζέλ», ο Βίλχελμ Γκριμ έγραψε: «Ο πρίγκιπας ένιωσε τέτοιο πόνο, που ξετρελαμένος πήδηξε απ’ το παράθυρο κι έπεσε κάτω»[19]. Ωστόσο, στις προφορικές αφηγήσεις που προήλθαν από τον Γκριμ, ένας μαθητής από το Ντάντσιχ είπε: «Όταν η μάγισσα είδε πως ένας πρίγκιπας ήταν εκεί τον έριξε κάτω», ενώ σύμφωνα με έναν Σουαβό παραμυθά η περιγραφή έχει ως εξής: «του έβγαλε τα μάτια και τον έριξε κάτω» –και στις δύο περιπτώσεις το ψυχολογικό μαρτύριο αντικαθίσταται μ’ ένα φυσικό χτύπημα.

Το επιχείρημα είναι σαφές, ωστόσο υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις διηγήσεις των Γκριμ και στον Άντερσεν που μας περιγράφει το μαρτύριο της γοργόνας του ή στον Χόφμαν που μας τρομάζει με τον Ζάντμαν[20]. Όπως η Μαρία Τατάρ παρατηρεί στην καινούργια σχολιασμένη έκδοση των παραμυθιών των Γκριμ που επιμελήθηκε[21], οι προσαρμογές των Γκριμ στον «Πρίγκιπα βάτραχο»[22] απλώς κάνουν την αφήγηση πιο ρέουσα –ενδεχομένως αφαιρούν την επίπεδη ακαμψία του προφορικού «και μετά… και μετά…», όμως διατηρούν τον επίπεδο χαρακτήρα των παραμυθιών σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι ευγενείς Γαλλίδες κυρίες, οι οποίες κραυγάζουν και ηθικολογούν σε κάθε παράγραφο.

Οποιοσδήποτε έχει δει τις 345 παραλλαγές των ιστοριών της Σταχτοπούτας που συνέλεξε η περιβόητη Μάριαν Ρόλφε Κοξ[23] το 1893 γνωρίζει με ποιον τρόπο οι ψηφίδες του ψηφιδωτού γλιστρούν, αλλάζουν θέση και ανασυνδυάζονται.

Πώς άραγε χρησιμοποιούμε τα παραμύθια; Οι Γκριμ πίστευαν, μεταξύ άλλων, ότι ανακάλυπταν μια γερμανική μυθολογία και μια γερμανική στάση ζωής. Θεωρούσαν πως προασπίζονταν ό,τι ήταν γερμανικό ενάντια στις γαλλικές δυνάμεις κατοχής της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας. Οι συμμαχικές κατοχικές δυνάμεις στη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσπάθησαν για λίγο να απαγορεύσουν τους Γκριμ, επειδή θεωρήθηκε πως η αιμοδιψία τους, η εύθυμη αγριότητα, η ασπλαχνία και η ωμότητά τους συνέβαλαν στη διαμόρφωση της βίαιης φύσης του Τρίτου Ράιχ. Κάποια από τα παραμύθια είναι δυσάρεστα –πολύ δυσάρεστα– και ορθώς η Μαρία Τατάρ επέλεξε ένα ή δύο από τα πλέον άσπλαχνα, συμπεριλαμβανομένου ενός το οποίο είναι δίχως αμφιβολία έντονα αντισημιτικό. Υπάρχουν μέρη όπου μια συλλογή λαϊκών παραμυθιών επισκιάζεται από άλλες αφηγηματικές μορφές, το κουτσομπολιό και τα ανέκδοτα με τα οποία οι κοινότητες υποδεικνύουν τους αποδιοπομπαίους τράγους τους. Είναι σημαντικό ωστόσο να κάνουμε σ’ αυτό το σημείο μία διάκριση: άλλο πράγμα είναι οι συνέπειες που ενδεχομένως έχουν οι ιστορίες με θέμα ξένους, οι οποίοι ξυλοφορτώνονται, ή Εβραίους, οι οποίοι βασανίζονται χαιρέκακα, και τελείως άλλο πράγμα το παραμυθιακό μοτίβο των παιδιών που καταπίνονται και μετά ξερνιούνται, των κομμένων μελών που χάρη σ’ ένα θαύμα αποκαθίστανται, ακόμα και της βάναυσης τιμωρίας που υφίσταται η κακιά μητριά ή οι αδελφές, μπαίνοντας μέσα σε βαρέλια με καρφιά ή φορώντας πυρακτωμένα σιδερένια παπούτσια. Το παιδί ή ο ενήλικος αναγνώστης της σύγχρονης εποχής πρέπει να έχουν κατά νου τον πολύ πιο βίαιο κόσμο των δημόσιων καύσεων και απαγχονισμών που συνέβαιναν παλαιότερα και ταυτόχρονα να καταλάβει πως το μαρτύριο αυτό, καθώς και η συνακόλουθη αποκατάσταση, στο μεγαλύτερο μέρος τους –όχι εντελώς– έχει την ίδια σημασία με το ατελεύτητο σφυροκόπημα, πνίξιμο, γδάρσιμο, τσαλαπάτημα, τέντωμα, κομμάτιασμα και βράσιμο του Τομ από τον Τζέρι στα καρτούν. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες –είτε ως παιδί είτε ως γυναίκα– μου είναι αβάσταχτο να παρακολουθήσω αυτά τα καρτούν. Κι άλλες στιγμές που γελώ με την καρδιά μου. Στο πραγματικό παραμύθι η όραση συνήθως αποκαθίσταται, τα χέρια φυτρώνουν ξανά, αυτός που κοιμάται ξυπνά.

Το πιο τρομακτικό παραμύθι των Γκριμ που έχω διαβάσει είναι ένα παραμύθι έκτασης μίας παραγράφου με θέμα ένα πεισματάρικο παιδί, στο πρωτότυπο «das eigensinnige Kind», που στην κυριολεξία σημαίνει το ξεροκέφαλο παιδί[24]. Στα γερμανικά το παιδί είναι ουδετέρου γένους. Το μόνο που μαθαίνουμε για το εν λόγω παιδί είναι ότι δεν υπάκουε στις εντολές της μητέρας του, ότι ο Θεός δεν το αγαπούσε πλέον, κι ότι πέθανε. Όταν το έθαψαν, συνέχιζε να βγάζει το χέρι του έξω απ’ το χώμα. Μέχρι που η μητέρα του ήρθε και του χτύπησε το χέρι με μια βέργα. Μετά από αυτό για πρώτη φορά έμεινε ήσυχο μέσα στο μνήμα του. Ο τρόμος του συγκεκριμένου παραμυθιού υποβάλλεται από τη ζοφερότητα που αποπνέει η μικρή φόρμα του, καθώς και από την πλήρη απουσία χαρακτήρα (δεν ξέρουμε αν το παιδί είναι αγόρι ή κορίτσι). Δεν φαίνεται να αποτελεί μια προειδοποίηση προς τα άτακτα παιδιά. Μοιάζει να προσφέρει μια μικρή γεύση από τη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων.

Δεν είμαι σίγουρη πόσο καλό έχει κάνει η ηθικολογία όσον αφορά τα παραμύθια. Αυτή μπορεί να είναι υπόρρητη –όταν λέμε στα παιδιά πως η αρετή θα ανταμειφθεί, ενώ στην πραγματικότητα το γεγονός ότι πρόκειται για τον κεντρικό χαρακτήρα της αφήγησης είναι εκείνο που διασφαλίζει την ευνοϊκή έκβαση. Τα παραμύθια δεν συνιστούν, στο σύνολό τους, παραβολές. Οι τρεις γιοι του βασιλιά, στα «Τρία φτεράκια»[25], δεν έχουν τίποτε κοινό με τη λακωνική παραβολή των ταλάντων που διηγήθηκε ο Χριστός, στην οποία τόσο η ψυχολογία όσο και η ηθική περιγράφουν με ακρίβεια τι κάνουν οι τρεις δούλοι με τα χρήματα που τους δίνονται.

Οι ψυχαναλυτές αποκάλυψαν κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους τα παραμύθια αναπαριστούν τους μύχιους φόβους και τις ανησυχίες μας –μήπως καταβροχθιστούμε έχοντας μια μητέρα ή μια μητριά που είτε μας κάνει να λιμοκτονούμε είτε μας μπουκώνει με φαγητό προκειμένου να μας φάει. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική κριτική, όταν ασκείται ελαφρά τη καρδία, μπορεί να γίνει προκατειλημμένη, καταπιεστική και περιοριστική. Ο Μπρούνο Μπετελχάιμ[26] μετατρέπει τα παραμύθια σε ονειρικές εικόνες και παραδείγματα αυτού που αντιλαμβάνεται ως απαραίτητη σεξουαλική ανάπτυξη του ανθρώπου. Θυμάμαι πως με είχε συναρπάσει η ιδέα ότι η «Ωραία Κοιμωμένη» αντιπροσωπεύει την εφηβική νωχέλεια της λανθάνουσας περιόδου, όπως επίσης και η ιδέα ότι το τρυπημένο δάχτυλο αναπαριστά είτε την έμμηνο ρύση είτε μια συμβολική διακόρευση. Ένας ταλαντούχος σύγχρονος συγγραφέας πιθανόν να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω εικόνες σε αυτό το πλαίσιο. Εντούτοις περιορίζει τη συμπαγή, ευχάριστη φύση του ίδιου του παραμυθιού προκειμένου να το σχολιάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Εξανεμίζει, δεν βαθαίνει το μυστήριό του. Αντιστοίχως, πολλές σύγχρονες φεμινιστικές συνηγορίες υπέρ της μάγισσας εναντίον της υπάκουης κόρης (στη «Χιονάτη», για παράδειγμα) καταστρέφουν τη μορφή του παραμυθιού σε τέτοιο βαθμό, που δεν μένει σχεδόν καθόλου απ’ αυτό για μας. Είναι ενδιαφέρον, όπως η Μαρία Τατάρ επισημαίνει, το πόσο λίγη προσοχή έχει δείξει η αναθεωρητική κριτική στις πολυμήχανες ηρωίδες ή τους χειμαζόμενους ήρωες. Έχουμε υπέρ το δέον επηρεαστεί από τον Ντίσνεϋ –από τη φοβερή μάγισσα στη «Χιονάτη», όπως και απ’ τη γλυκανάλατη, κουκλίστικη ομώνυμη ηρωίδα. Κι αισθάνομαι το λιγότερο χειραγωγημένη όταν τα σύγχρονα κινηματογραφικά έργα προσπαθούν με υπερβολικά πρόδηλο τρόπο να δημιουργήσουν δυναμικές ηρωίδες που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με εκείνες των παραμυθιών. Ο Κητς αποδοκίμαζε την ποίηση που προσπαθούσε να σε ελέγξει. Ένα από τα ειδοποιά γνωρίσματα του αληθινού παραμυθιού είναι ότι δεν κάνει αυτό το πράγμα.

Οι συγγραφείς ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν τις μορφές του παραμυθιού –εάν η ιδέα μου ότι οι μορφές αυτές διαμορφώνουν, ή μέχρι πρόσφατα διαμόρφωναν, την αφηγηματική γραμματική είναι ορθή, τότε οι συγγραφείς όντως τις χρησιμοποιούσαν. Το ευτυχισμένο τέλος των παραμυθιών διέπει τις κωμωδίες του Σαίξπηρ –μας δημιουργείται η ανακουφιστική εντύπωση πως οι ταλαιπωρίες θα καταλήξουν στην ασφάλεια και τη συμφιλίωση. Ο τρόμος που αποπνέει ο Βασιλιάς Ληρ[27], ο οποίος θα μπορούσε να έχει διαφορετικό τέλος, εν μέρει οφείλεται στην απουσία αυτών των στοιχείων. Στα περισσότερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα υπάρχει ένα στρώμα το οποίο συμβαδίζει με το πρότυπο του παραμυθιού ή αντιτίθεται σε αυτό. Το Μάνσφηλντ Παρκ[28] είναι η «Σταχτοπούτα», το Μίντλμαρτς[29] αντιπαραβάλλει τις εργατικές με τις φυγόπονες κόρες, το λευκό του ψύχους με το κόκκινο της ζέστης και, επιστρατεύοντας τον γενναίο ηθικό ρεαλισμό της, εναντιώνεται στο παραμυθιακό πρότυπο. Μάγισσες και νάνοι, δράκοι και λύκοι καραδοκούν στα έργα του Ντίκενς και του Ναθάνιελ Χώθορν. Η Ελίζαμπεθ Γκάσκελ επανένωσε όλους σχεδόν τους χαρακτήρες των παραμυθιών στον χώρο μιας φανταστικής γαλλικής έπαυλης, σ’ ένα δικό της παραμύθι[30], ενώ επίσης επιδόθηκε σε ρεαλιστικά αφηγηματικά παιχνίδια με τη μητριά και τις κόρες στο μυθιστόρημά της Σύζυγοι και κόρες. Τόσο ο Γκύντερ Γκρας όσο και η Βιρτζίνια Γουλφ χρησιμοποιούν το παραμύθι του μαγικού ψαριού[31]. Στην περίπτωση της Γουλφ, συγκεκριμένα, ένας απ’ τους σκοπούς της μυθιστοριογράφου είναι να δείξει πως δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αφηγηθείς τον κόσμο, να συλλάβεις τη φιλοδοξία, τον κίνδυνο και την ασφάλεια.

Πριν από κάποια χρόνια, η Άντζελα Κάρτερ και ο Σαλμάν Ρούσντι αμφότεροι ισχυρίστηκαν πως τα παλιά παραμύθια διαθέτουν περισσότερη δύναμη σε σχέση με τις πρόσφατες συγγραφικές απόπειρες κοινωνικού ρεαλισμού. Η Κάρτερ δημιούργησε τον δικό της αστραφτερό φανταστικό κόσμο, μέσα στον οποίο λύκοι και ξυλοκόποι, πεντάμορφες και τέρατα, ο Κυανοπώγων και οι σφαγμένες του σύζυγοι φτιάχνουν καινούργια μοτίβα με βάση τα παλιά[32]. Όταν άρχισε να επιμελείται το Virago Book of Fairy Tales[33], αντιμετώπιζε με καχυποψία τη λαϊκή κουλτούρα και τις κοινωνικές μορφές που αποτελούσαν τη βάση των παλιών ιστοριών. Είπε ότι ακόμα και στην εποχή του Περώ υπήρχε η αίσθηση πως η λαϊκή κουλτούρα ανήκε στο παρελθόν, «ενδεχομένως όφειλε να ανήκει στο παρελθόν, όπου δεν απειλούσε κανέναν, και με λύπη μου ανακάλυψα πως αισθανόμουν κι εγώ το ίδιο· αυτή η εποχή όμως μπορεί να υπήρξε στην πραγματικότητα»[34].

Ο Τέρι Πράτσετ[35] επίσης –ένας συγγραφέας του φανταστικού που επινοεί άλλους κόσμους και ταυτόχρονα παρατηρεί τα όριά τους από έξω– εντάσσει τις παλιές ιστορίες στις πλοκές των μυθιστορημάτων του με στόχο να επικρίνει τους απερίσκεπτους αφηγηματικούς τους περιορισμούς. Νονές, μάγισσες, πριγκίπισσες, βάτραχοι και ξυλοκόποι μπορούν και οφείλουν να είναι ελεύθεροι να συμπεριφερθούν διαφορετικά. Πρέπει να προσέχουμε ποιες ιστορίες χρησιμοποιούμε στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τον κόσμο. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που καμία σχέση δεν έχει με δάση, κάστρα και απαγχονισμούς. Ζούμε σ’ έναν κόσμο αστικών μύθων –αλιγάτορες στους υπονόμους, γιαγιάδες στις σχάρες των αυτοκινήτων[36], καθώς και σ’ έναν εικονικό κόσμο κουτσομπολιού και αφήγησης ιστοριών, αληθινών ή φανταστικών, στο διαδίκτυο.

[Το κείμενο της A.S. Byatt «Happy Ever After» δημοσιεύτηκε στην εφημ. The Guardian, στις 3 Ιανουαρίου 2004. Ηλεκτρονική δημοσίευση εδώ (προσπελάστηκε στις 3.11.2022). Συνιστά ελαφρώς συντομευμένη εκδοχή της εισαγωγής που συνέταξε η συγγραφέας για το The Annotated Brothers Grimm, επιμ. Maria Tatar, W.W. Norton & Company, Νέα Υόρκη 2004.]


[1] Πρόκειται για τη γνωστή δωδεκάτομη σειρά παραμυθιών που κυκλοφόρησε κατά το διάστημα των ετών 1889-1903, σε επιμέλεια του Σκωτσέζου ποιητή, μυθιστοριογράφου και λαογράφου Andrew Lang (1844-1912). [Σ.τ.Μ.]

[2] Wilhelm Wägner, Asgard and the Gods, διασκ. M.W. Macdowall, επιμ. W.S.W. Anson, Routlege, Λονδίνο 11880. Ως προς τους σκανδιναβικούς μύθους και τον λογοτεχνικό τους χειρισμό βλ. A.S. Byatt, «Thoughts on Myths», Ragnarok, The Canons, Canongate Books, Εδιμβούργο 22019 (α΄ έκδ.: 2011), σ. 157-171. [Σ.τ.Μ.]

[3] Ο Walter de la Mare (1873-1956) ήταν Άγγλος ποιητής, διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, καθώς και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας. Ως σημαντικότερο έργο του θεωρείται η συλλογή φανταστικών ιστοριών και παραμυθιών Collected Stories for Children (1947). [Σ.τ.Μ.]

[4] Βλ., για παράδειγμα, το σατιρικό μυθιστόρημα φαντασίας The Rose and the Ring (1855). [Σ.τ.Μ.]

[5] Ο Νορβηγός λαογράφος Peter Christen Asbjørnsen (1812-1885) εξέδωσε μαζί με τον συμπατριώτη του Jørgen Engebretsen Moe (1813-1882) την εμβληματική συλλογή νορβηγικών λαϊκών παραμυθιών Norske Folkeeventyr (Α΄ τόμος: 1843, Β΄ τόμος: 1844). Ένα αντιπροσωπευτικό απάνθισμα των παραμυθιών που συνέλεξαν οι Asbjørnsen και Moe αποτελεί το Ανατολικά του ήλιου και δυτικά της Σελήνης. Παλιά παραμύθια του Βορρά, μτφρ.-επιμ. Αργυρώ Εμμανουήλ, εικ. Kay Nielsen, Ίσις, Αθήνα 2012. [Σ.τ.Μ.]

[6] Κέυ ονομάζεται το μικρό αγόρι το οποίο φυλακίζεται στο παγωμένο κάστρο της Βασίλισσας του χιονιού, μέχρι να απελευθερωθεί –μετά από πολλές περιπέτειες– χάρη στη βοήθεια της φίλης του, Γκέρντα. Βλ. Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Η Βασίλισσα του χιονιού. Παραμύθι σε εφτά ιστορίες, μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης, εικ. Nathaëlle Vogel, επιμ. Πόπη Βουτσινά, Ύψιλον, Αθήνα 1988. [Σ.τ.Μ.]

[7] Ο Max Lüthi (1909-1991) ήταν Ελβετός θεωρητικός της λογοτεχνίας κι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του ευρωπαϊκού λαϊκού παραμυθιού. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η πλέον γνωστή μονογραφία του Το λαϊκό παραμύθι ως ποίηση. Αισθητική και ανθρωπολογία, μτφρ. Εμμανουέλα Κατρινάκη, Πατάκης, Αθήνα 2011. [Σ.τ.Μ.]

[8] Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, εισ. Marthe Robert, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, τόμ. Α΄, Άγρα, Αθήνα 2006, σ. 32.

[9] Η Marie-Catherine Le Jumel de Barneville, Βαρόνη του Aulnoy (1650/1651 – 1705) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας που έγινε διάσημη για τα περίτεχνα όσο και διασκεδαστικά της παραμύθια. Η πρώτη της συλλογή παραμυθιών εκδόθηκε το 1697 και είχε τον τίτλο Contes des Fées. Βλ., ενδεικτικά, Comtesse d’ Aulnoy, Το γαλάζιο πουλί. Ο κίτρινος νάνος, μτφρ. Μαρίκα Κ. Φιλιππίδου, Δικαίος, Αθήνα χ.χ. [Σ.τ.Μ.]

[10] Βλ. «Το κοριτσάκι με τις χήνες», Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 143-156. Ο τίτλος του παραμυθιού έχει αποδοθεί και ως «Το χηνοκόριτσο» ή «Η χηναρού». [Σ.τ.Μ.]

[11] Έρμαν Έσσε, Το παιχνίδι με τις χάντρες, μτφρ. Φώντας Κονδύλης, Καστανιώτης, Αθήνα 2006.

[12] Η Μπάιατ αναφέρεται στα γνωστά επιτραπέζια παιχνίδια. [Σ.τ.Μ.]

[13] Βλ. Β.Γ. Προπ, Μορφολογία του παραμυθιού. Η διαμάχη με τον Κλωντ Λεβί-Στρως και άλλα κείμενα, μτφρ. Αριστέα Παρίση, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2009.

[14] Italo Calvino, «Cybernetics and Ghosts», Τhe Literature Machine, Picador, 1989. σ. 18. Επ’ αυτού, βλ. και A.S. Byatt, «Old Tales, New Forms», On Histories and Stories, Harvard University Press, Κέιμπριτζ 2002, σ. 123-150: 128κεξ.

[15] Πρόκειται για το Ιγκντρασίλ, το γιγαντιαίο δέντρο της ζωής το οποίο, σύμφωνα με τη σκανδιναβική μυθολογία, συνδέει τους εννέα κόσμους. [Σ.τ.Μ.]

[16] Τριανταφυλλένια (γερμ. Dornröschen, αγγλ. Briar Rose) αποκαλείται η Ωραία Κοιμωμένη στην εκδοχή των Γκριμ, βλ. «Η Τριανταφυλλένια», Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 390-395. [Σ.τ.Μ.]

[17] Βαλκυρία της σκανδιναβικής μυθολογίας, που κατοικεί σ’ ένα φρούριο περιστοιχισμένο από φωτιά. Βλ., ενδεικτικά, R.I. Page, Μύθοι των Βορείων, μτφρ. Α.Η. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Αθήνα 1995, σ. 95-99. Η Μπρουνχίλντε είναι μία από τις βασικές ηρωίδες στο Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν του Ρίχαρντ Βάγκνερ. [Σ.τ.Μ.]

[18] Βλ. «Τα κλαδιά της αγριοφουντουκιάς», Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Γ΄, σ. 330-331.

[19] «Το Μαρούλι», Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-138: 138.

[20] Ο Ζάντμαν (γερμ. Sandmann, Αμμάνθρωπος) είναι ένα τερατώδες πλάσμα που εμφανίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν και το οποίο περιγράφεται ως εξής: «[…] ένας παλιάνθρωπος που γλιστρά στα κρεβάτια των παιδιών όταν εκείνα δεν λένε να πάνε για ύπνο και τους ρίχνει με τις χούφτες άμμο στα μάτια, ώσπου να ματώσουν και να πεταχτούν απ’ τις κόγχες. Ύστερα τα ρίχνει στο σακί του και τα πηγαίνει στη ράχη του μισοφέγγαρου για να τα δώσει τροφή στα μικρά του, που κουρνιάζουν εκεί ψηλά στη φωλιά τους και, με το ράμφος τους, γαμψό σαν της κουκουβάγιας, τσιμπούν τα μάτια των άτακτων παιδιών». Βλ. E.T.A. Hoffmann, «Ο Ζάντμαν», Νυχτερινά, μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης – Ηλιάννα Αγγελή, Σμίλη, Αθήνα 2015, σ. 15-76: 18-19. [Σ.τ.Μ.]

[21] The Annotated Brothers Grimm, ό.π.

[22] Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 41-47.

[23] Η Marian Rolphe Cox (1860-1016) ήταν Αγγλίδα λαογράφος που ασχολήθηκε επισταμένως με τη μορφολογία του παραμυθιού της Σταχτοπούτας, εκδίδοντας το 1893 την κεφαλαιώδη μελέτη Three Hundred and FortyFive Variants of Cinderella, Catskin and Cap ORushes, Abstracted and Tabulated with a Discussion of Medieval Analogues and Notes, με πρόλογο του Άντριου Λανγκ. [Σ.τ.Μ.]

[24] Βλ. Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 323.

[25] Ό.π., σ. 21-25.

[26] Βλ. Μπρούνο Μπετελχάιμ, Η γοητεία των παραμυθιών. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Γλάρος, Αθήνα 1995.

[27] William Shakespeare, Ο Βασιλιάς Ληρ, εισ.-μτφρ. Διονύσης Καψάλης, Άγρα, Αθήνα 2020.

[28] Τζέην Ώστεν, Μάνσφηλντ Παρκ, μτφρ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Σμίλη, Αθήνα 2001.

[29] George Eliot, Middlemarch, μτφρ. Εύη Γεωργούλη, Αθήνα 2006.

[30] Βλ. Elizabeth C. Gaskell, «Curious, if True», Cranford & Other Stories, εισ.-σημ. John Chapple, Wordsworth Classics, Χερτφορντσάιρ 1988, σ. 387-403.

[31] Πρόκειται για το παραμύθι «Ο ψαράς κι η γυναίκα του», Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 177-189. Η κυρία Ράμζυ, πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Στο φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ (μτφρ. Άρης Μπερλής, Ύψιλον, Αθήνα 1995, σ. 47κεξ), διαβάζει στον γιο της Τζέημς «την ιστορία της Γυναίκας του Ψαρά». Το μυθιστόρημα του Γκύντερ Γκρας Ο Μπουτ, το ψάρι (μτφρ. Θοδωρής Κοκκορογιάννης, Οδυσσέας, Αθήνα 1992) επίσης εμπνέεται από το εν λόγω παραμύθι. [Σ.τ.Μ.]

[32] Βλ., ενδεικτικά, Angela Carter, Η ματωμένη κάμαρα, μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, Χατζηνικολή, Αθήνα 2001, όπου διασκευάζονται πασίγνωστα παραμύθια όπως «Ο Κυανοπώγων», «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Χιονάτη», «Ο Παπουτσωμένος Γάτος» κ.ά. [Σ.τ.Μ.]

[33] The Virago Book of Fairy Tales, εισ.-επιμ.-σημ. Angela Carter, εικ. Corinna Sargood, Virago, Λονδίνο 21991 (α΄ έκδ.: 1990).

[34] Ό.π., σ. xi.

[35] Βλ. την πολύτομη σειρά μυθιστορημάτων φαντασίας Discworld (Δισκόκοσμος), πολλά από τα οποία κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παρά πέντε. [Σ.τ.Μ.]

[36] Πρόκειται για δημοφιλείς αμερικανικούς αστικούς μύθους. Σύμφωνα με τον πρώτο, η συνήθεια πολλών Νεοϋορκέζων να πετούν στην αποχέτευση μωρά αλιγάτορες που είχαν προμηθευτεί ως κατοικίδια και εν συνεχεία αδυνατούσαν να φροντίσουν είχε ως αποτέλεσμα πελώρια ερπετά να κατακλύσουν το δίκτυο των υπονόμων. Ο Τόμας Πίντσον πραγματεύτηκε τον εν λόγω αστικό θρύλο στο μυθιστόρημά του V. (μτφρ. Προκόπης Προκοπίδης, Χατζηνικολή, Αθήνα 2007). Ο δεύτερος μύθος συνοπτικά έχει ως εξής: μια οικογένεια Αμερικανών, αποτελούμενη από τον πατέρα, τη μητέρα, τα δύο τους παιδιά, καθώς και την ηλικιωμένη γιαγιά, αποφασίζουν να πάνε εκδρομή με το αμάξι τους στο Μεξικό. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η γιαγιά, η οποία κάθεται μαζί με τα εγγόνια της στο πίσω κάθισμα, πεθαίνει, και οι υπόλοιποι έχουν τη φαεινή ιδέα να τη δέσουν στη σχάρα του αυτοκινήτου, ώστε να συνεχίσουν την πορεία τους χωρίς να είναι αναγκασμένοι να υφίστανται το μακάβριο θέαμα της νεκρής. Σταματώντας σ’ ένα βενζινάδικο για ν’ αγοράσουν πρόχειρο φαγητό, διαπιστώνουν με τρόμο πως το πτώμα της γιαγιάς έχει μυστηριωδώς κάνει φτερά. [Σ.τ.Μ.]

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή